Θεολογικά

  • Θρησκευτικά Α΄Λυκείου: Βοηθητικά κείμενα για τη Δ.Ε. 19 Δ.Ε. 19: ΟΙ ΑΓΙΟΙΠοιος είναι άγιος π. Ι. Ρωμανίδης Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο "Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου Ιεροθέου: "Εμπειρική Δογματική"Άγιοι λέγονται όλοι όσοι, κατά διαφόρους βαθμούς, μετέχουν ...
    Αναρτήθηκε στις 24 Μαΐ 2015, 7:23 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Θρησκευτικά Α΄ Λυκείου: Βοηθητικό κείμενο για τις Δ.Ε. 22 και 23 Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας Αγίου Νικόλαου Καβάσιλα Πηγή: Ιερά Μονή Παρακλήτου· ΠΡΟΛΟΓΟΣ · ΠΡΟΟΙΜΙΟ · Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΔΗ · Τα τίμια δώρα · Ανάμνηση της σταυρικής θυσίας · Μνημονεύσεις των ονομάτων · Κάλυψη των τιμίων δώρων · Η ...
    Αναρτήθηκε στις 24 Μαΐ 2015, 7:18 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Θρησκευτικά Α΄Λυκείου: Βοηθητικό κείμενο για τις Δ.Ε. που αναφέρονται στα Μυστήρια Τα μυστήρια τής Εκκλησίας και η σημασία τους για τον σύγχρονο άνθρωπο Μιχαήλ Χούλη, ΘεολόγουΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΤΑΙ ΕΝ ΤΟΙΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟΙΣ Δια της Εκκλησίας οι πνευματικοί κρουνοί της χάριτος του ...
    Αναρτήθηκε στις 24 Μαΐ 2015, 7:14 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Δέκα αφηγηματικά κείμενα από το βιβλίο του Π.Μ.Σωτήρχου, Η γειτονιά των ταπεινών ΟΛΑ ΔΙΚΑΙΩΣ ΓΙΝΟΝΤΑΙ Πολλά γίνονται στον κόσμο αυτό και οι άνθρω­ποι δεν ξέρουν ούτε το πώς ούτε το γιατί και απο­ρούν και πολλές φορές κάνουν άδικες κρίσεις. Γίνο ...
    Αναρτήθηκε στις 13 Σεπ 2014, 7:58 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Απερινόητος ο Θεός /μορφές ειδωλολατρίας ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ Απερινόητος ο Θεός /μορφές ειδωλολατρίας Αλλά θα ρωτήσει κανείς γιατί τα είπα όλα αυτά και μάλιστα με πιο περίεργο τρόπο από όσο αντέχει το μυαλό του ...
    Αναρτήθηκε στις 13 Σεπ 2014, 7:45 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Εσχατολογία ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ 1.  Προς όσους λέγουν, αν η ανάσταση είναι πράγμα καλό κι αγαθό, γιατί δεν έγινε μέχρι  τώρα, αλλά ελπίζεται για το μέλλον. 1.      Αλλά ας κρατήσουμε ...
    Αναρτήθηκε στις 13 Σεπ 2014, 7:42 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος για τη μερική γνώση του Θεού ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ Μόνο τα “οπίσθια” του Θεού [Τι είναι αυτό που έπαθα φίλοι μου και συνεργάτες; Έτρεχα να φτάσω τον Θεό και με τον σκοπό αυτό ανέβηκα στο ...
    Αναρτήθηκε στις 13 Σεπ 2014, 7:32 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης για τη δημιουργία του ανθρώπου ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ Η δημιουργία του ανθρώπου “Πήρε, λοιπόν, ο Θεός χώμα από τη γη και έπλασε τον άνθρωπο”. Δεν συμπληρώθηκε η δημιουργία του κόσμου, δεν σταμάτησε η σειρά, για ...
    Αναρτήθηκε στις 13 Σεπ 2014, 7:28 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης περί του δέντρου του καλού και του κακού ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ Το δέντρο του καλού και του κακού Αλλά ίσως να ισχυριστεί κάποιος ότι ο άνθρωπος δεν θα ξαναγυρίσει στον ίδιο τρόπο ζωής, αφού αρχικά ζούσαμε με τη ...
    Αναρτήθηκε στις 13 Σεπ 2014, 7:21 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Η Δημιουργία ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ Η Δημιουργία “Στην αρχή”, λέει, “δημιούργησε ο Θεός τον ουρανό και τη γη” και τα επόμενα που περιέχει το βιβλίο της Κοσμογονίας. Αυτά είναι όσα έγιναν κατά ...
    Αναρτήθηκε στις 13 Σεπ 2014, 7:17 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Τέσσερις ομιλίες του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στα γεγονότα της Θείας Οικονομίας ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ     ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ1.ΟΙ ΕΟΡΤΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ( πρωτ. Κείμενο : Ελληνική Πατρολογία του Migne, τόμος 50ος , σελ. 453 ...
    Αναρτήθηκε στις 21 Αυγ 2014, 7:51 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Επτά αποσπάσματα από το έργο «Aπό την 25η ώρα στην αιώνια ώρα» του Virgil Georgiou Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ 1. Άνοιξα τα μάτια μου μπροστά σε μια εικόνα.             Το πρώτο πρόσωπο που πρόβαλε μπροστά μου στον κόσμο αυτό ήταν ...
    Αναρτήθηκε στις 9 Αυγ 2014, 1:37 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 24. Ο διάλογος της Ορθοδοξίας με τη νεοτερικότητα Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ24.  Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΕ ΤΗ ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ H κατάρτιση της παρούσης εργασίας έγινε μέσα ...
    Αναρτήθηκε στις 4 Αυγ 2014, 7:46 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 23. Η εσχατολογία στην πατερική εποχή Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ23.  Η  ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ  ΣΤΗΝ  ΠΑΤΕΡΙΚΗ  ΕΠΟΧΗ (από το βιβλίο του π. Γεωργίου Florovsky: ΘΕΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ...
    Αναρτήθηκε στις 4 Αυγ 2014, 7:42 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 22. Το μυστήριο του θανάτου και η απολύτρωση Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ22.  ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΚΑΙ Η ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΗ (ΤΟΥ π.  ΓΕΩΡΓΙΟΥ   ΦΛΟΡΟΦΣΚΥ ) Η ανθρώπινη ύπαρξη, όταν ...
    Αναρτήθηκε στις 4 Αυγ 2014, 7:39 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 21. Η ασκητική υπέρβαση του "παλαιού ανθρώπου" Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ21.  Η ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ "ΠΑΛΑΙΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ" Στη σύγχρονη εποχή προβάλλεται ως αρχέτυπο και αποθεώνεται ένας ...
    Αναρτήθηκε στις 4 Αυγ 2014, 7:36 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 20. Κίνητρα και πνευματική άνοδος Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ20.  ΚΙΝΗΤΡΑ  ΚΑΙ  ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ  ΑΝΟΔΟΣ  ΒΑΘΜΙΔΕΣ ΚΙΝΗΤΡΩΝ Ο άνθρωπος δεν είναι μόνον το «έλλογο ον», τη ...
    Αναρτήθηκε στις 4 Αυγ 2014, 7:32 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 19. Η «προαίρεσις» κατά τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ19.  Η «ΠΡΟΑΙΡΕΣΙΣ»  ΚΑΤΑ  ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ  ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ       Ο Θεός δεν κατασκεύασε, κατά τους αγίους ...
    Αναρτήθηκε στις 4 Αυγ 2014, 7:29 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 18. Μηχανιστική ανθρωπολογία και ελευθερία Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ18.   ΜΗΧΑΝΙΣΤΙΚΗ  ΑΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ  ΚΑΙ  ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Οι πατέρες της εκκλησίας εξετάζουν το ζήτημα της «προαιρέσεως» (ή της ...
    Αναρτήθηκε στις 4 Αυγ 2014, 7:25 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 17. Ουσία και γνώση του Αγαθού Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ17.  ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥ  Η γνώση του αγαθού αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της «κατά θεόν ...
    Αναρτήθηκε στις 4 Αυγ 2014, 7:21 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 16. Αυθεντία και ελευθερία στην Εκκλησία Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ 16.   ΑΥΘΕΝΤΙΑ  ΚΑΙ  ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ  ΣΤΗΝ  ΕΚΚΛΗΣΙΑ Η περιπέτεια της ανθρώπινης ελευθερίας σε συνάρτηση με τη θεία ...
    Αναρτήθηκε στις 4 Αυγ 2014, 7:18 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 15. Kόσμος, ιστορία, "καινή κτίσις" Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ15.  ΚΟΣΜΟΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ , "ΚΑΙΝΗ ΚΤΙΣΙΣ"    Τα όρια της «καινής κτίσεως» είναι γνωστά μόνο στο Δημιουργό, που ...
    Αναρτήθηκε στις 4 Αυγ 2014, 7:13 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 14. Η αμφισημία των δερματίνων χιτώνων Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ14.  Η ΑΜΦΙΣΗΜΙΑ ΤΩΝ ΔΕΡΜΑΤΙΝΩΝ ΧΙΤΩΝΩΝ (από το βιβλίο του Παν. ΝΕΛΛΑ : ΖΩΟΝ ΘΕΟΥΜΕΝΟΝ) Η πατερική ...
    Αναρτήθηκε στις 3 Αυγ 2014, 5:25 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 13. Η εκκοσμίκευση ως ποιμαντικό πρόβλημα Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ13.   Η  ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ  ΩΣ  ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΟ  ΠΡΟΒΛΗΜΑ  Η εκκοσμίκευση είναι γεγονός τυπικά «Δυτικό» και έχει τύχει της ...
    Αναρτήθηκε στις 3 Αυγ 2014, 5:20 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 12. H «εξάρθρωση» του ηθικού νόμου Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ12.    Η  «ΕΞΑΡΘΡΩΣΗ»  ΤΟΥ ΗΘΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ  Για το πώς κατέστη δυνατόν να «εξαρθρωθεί ο ηθικός νόμος ...
    Αναρτήθηκε στις 3 Αυγ 2014, 5:16 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 11. To ήθος της εκκοσμίκευσης Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ1. ΤΟ  ΗΘΟΣ ΤΗΣ  ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗΣ Tα χαρμόσυνα νέα του ευαγγελίου «εισήλθαν» σε έναν παλαιό και ...
    Αναρτήθηκε στις 3 Αυγ 2014, 5:09 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 10. Λειτουργική ζωή και Ευχαριστία Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ10.   ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ  (Τα σα εκ των σων Σοι προσφέρομεν κατά πάντα και δια ...
    Αναρτήθηκε στις 28 Ιουλ 2014, 3:18 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 9. Το μυστήριο της Εκκλησίας Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ9.  ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ  [Γνόντες τον Θεόν, μάλλον δε γνωσθέντες υπό Θεού (Γαλ. 4,9 ...
    Αναρτήθηκε στις 28 Ιουλ 2014, 3:13 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 8. Για μια νέα Εξαήμερο Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ8. ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΕΞΑΗΜΕΡΟ - ΤΟΥ Ν. ΜΑΤΣΟΥΚΑ –  - ΤΟ ΜΥΘΙΚΟ ΚΟΣΜΟΕΙΔΩΛΟ - Η διήγηση της Γένεσης για ...
    Αναρτήθηκε στις 28 Ιουλ 2014, 12:30 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 7. Η ανθρωποεικόνα της νεωτερικότητας: Δαρβινισμός Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ7.  Η ΑΝΘΡΩΠΟΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ: ΔΑΡΒΙΝΙΣΜΟΣ Στο πλαίσιο του στοχασμού πάνω στην ανθρωποεικόνα της Νεοτερικότητας ...
    Αναρτήθηκε στις 28 Ιουλ 2014, 12:12 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 6. Ο άνθρωπος ως εικόνα του Θεού Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ6.  Ο   ΑΝΘΡΩΠΟΣ  ΩΣ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ H έλευσις του ανθρώπου «εις το Είναι» εκτίθεται αφηγηματικά ...
    Αναρτήθηκε στις 28 Ιουλ 2014, 12:07 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 5. Ορθόδοξος κοσμολογία και επιστήμη Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ5.  ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ H Πατερική Κοσμολογία, βασισμένη στο Γεωκεντρικό κόσμο – είδωλο ίσχυσε και στους ...
    Αναρτήθηκε στις 28 Ιουλ 2014, 12:00 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 4.Ο κόσμος ως θεία δημιουργία Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ4.  Ο  ΚΟΣΜΟΣ ΩΣ ΘΕΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ Η αφήγηση της αρχής του κόσμου, όπως έχει αποτυπωθεί στο ...
    Αναρτήθηκε στις 27 Ιουλ 2014, 12:31 μ.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 3. Θρησκευτική γνώση, Αποκάλυψη και Φιλοσοφία Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ3.   ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΓΝΩΣΗ, ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ   ΚΑΙ  ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ  ( Του π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ  FLOROVSKY )  Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο κατά ...
    Αναρτήθηκε στις 27 Ιουλ 2014, 12:24 μ.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία:2.Η αινιγματική φύση της Πίστεως και η "γλώσσα" του δόγματος Ορθόδοξος Φιλοσοφία της ΑποκαλύψεωςΕπιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ2. Η ΑΙΝΙΓΜΑΤΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ   Η «ΓΛΩΣΣΑ» ΤΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ Στις δυτικές κοινωνίες καλλιεργείται πολύ ...
    Αναρτήθηκε στις 27 Ιουλ 2014, 12:19 μ.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 1.Ο "θάνατος του Θεού" στις σύγχρονες κοινωνίες Ορθόδοξος Φιλοσοφία της Αποκαλύψεως Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ 1. Ο "ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ" ΣΤΙΣ  ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ   ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α. ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ "ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ" Η ...
    Αναρτήθηκε στις 27 Ιουλ 2014, 12:15 μ.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Ορθόδοξος Φιλοσοφία: Εισαγωγή – Η επικαιρότητα των Πατέρων Ορθόδοξος Φιλοσοφία της Αποκαλύψεως Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘΕΙΣΑΓΩΓΗ Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ  -ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ-Η ιστορία των φιλοσοφικών θεωριών είναι εν πολλοίς ...
    Αναρτήθηκε στις 27 Ιουλ 2014, 12:09 μ.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Πατερική Ανθολογία: Ηθική και Εσχατολογία Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ  ΣΤ' ΟΜΑΔΑ  ΚΕΙΜΕΝΩΝ:  ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ Η ΚΑΤΟΡΘΩΣΗ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ Του π. Παύλου Yazigi ...
    Αναρτήθηκε στις 18 Ιουλ 2014, 12:10 μ.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Πατερική Ανθολογία: Ερμηνεία των Μακαρισμών Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ ΟΜΑΔΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΜΑΚΑΡΙΣΜΩΝ (ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ) ΟΛΑ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ Ζ’ ΟΜΑΔΑΣ: ΣΕ Ε.Π.Ε. εκδ. « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ...
    Αναρτήθηκε στις 17 Ιουλ 2014, 7:13 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Πατερική Ανθολογία: Εκκλησία - Μυστήρια Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ ΟΜΑΔΑ   ΚΕΙΜΕΝΩΝ : ΧΡΙΣΤΟΣ – ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΗ Πέντε πατερικά κείμενα για την Εκκλησία και τα Μυστήρια μαζί με βοηθητικά εισαγωγικά σχετικά κείμενα. ΒΙΒΛΙΚΗ ...
    Αναρτήθηκε στις 15 Ιουλ 2014, 8:36 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Πατερική Ανθολογία: Χριστός - Απολύτρωση Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ ΟΜΑΔΑ   ΚΕΙΜΕΝΩΝ : ΧΡΙΣΤΟΣ – ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΗ Πέντε λόγοι του Μεγάλου Αθανασίου ΚΕΙΜΕΝΟ 1Ο ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗΣ ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ :  Ε.Π.Ε ...
    Αναρτήθηκε στις 2 Ιουν 2014, 1:05 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Πατερική Ανθολογία: Ανθρωπολογία Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ : από το «Περί κατασκευής του ανθρώπου του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης 1.     Γιατί ο άνθρωπος πλάστηκε τελευταίος 2.     Γιατί ...
    Αναρτήθηκε στις 16 Μαΐ 2014, 1:36 μ.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Πατερική Ανθολογία: Κοσμολογία Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘΒ. ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ : αποσπάσματα από την «εξαήμερο»                     Του Μεγάλου Βασιλείου                    1 η Αρχή της Δημιουργίας                    2. Το ανυπόστοτο του κακού                    3 ...
    Αναρτήθηκε στις 7 Απρ 2014, 7:56 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Πατερική Ανθολογία: Θεολογία Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘΑ. ΘΕΟΛΟΓΙΑ : αποσπάσματα από τους 5 θεολογικούς λόγους Του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου 1. Προϋποθέσεις της θεολογίας 2. Η γνώση ...
    Αναρτήθηκε στις 29 Μαρ 2014, 5:01 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Πατερική Ανθολογία - Εισαγωγή Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΩΣ  ΑΦΕΤΗΡΙΑ  ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΕ ΤΗ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΗ κατάρτιση της παρούσης Ανθολογίας έγινε μέσα ...
    Αναρτήθηκε στις 29 Μαρ 2014, 4:59 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Σύντομες παρατηρήσεις για την συναφειακή θεολογία,την ετερότητα και την μεταπατερική θεολογία Η Συναφειακή ή Συσχετιστική Θεολογία (Contextual Theology) επινοήθηκε στις αρχές τού εικοστού αιώνα από τον Προτεστάντη (Ευαγγελικό και Αναμορφωτή, που συνεργαζόταν με την Πρεσβυτεριανή Εκκλησία)  πάστορα Paul Louis ...
    Αναρτήθηκε στις 17 Δεκ 2013, 11:49 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Έρως και Θάνατος Ὡς γνωστό, ὁ S. Freud (1856-1939) διατύπωσε δύο θεωρίες γιά τά ἀνθρώπινα ἔνστικτα: τήν κλασική (1915) καί τή λεγόμενη δυαδική θεωρία (1920), ἡ ὁποία δέχεται ὅτι ὁ ἀνθρώπινος ψυχισμός ...
    Αναρτήθηκε στις 18 Δεκ 2013, 11:27 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
  • Με αφορμή το σωματίδιο "Θεός" Τίς ἡμέρες πού γράφεται τό σημείωμα αὐτό πολύς γίνεται λόγος γιά τήν ἐπιστημονική ἀνακάλυψη στά ἐργαστήρια του CERN (Centre Europeen de Recherche Nucleaire) στήν Ἐλβετία, τῆς πραγματικῆς ὕπαρξης τοῦ σωματιδίου ...
    Αναρτήθηκε στις 18 Δεκ 2013, 11:24 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
Εμφάνιση αναρτήσεων 1 - 48 από 48. Προβολή περισσότερων »

Θρησκευτικά Α΄Λυκείου: Βοηθητικά κείμενα για τη Δ.Ε. 19

αναρτήθηκε στις 24 Μαΐ 2015, 7:23 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων

Δ.Ε. 19: ΟΙ ΑΓΙΟΙ

Ποιος είναι άγιος

π. Ι. Ρωμανίδης

Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο "Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου Ιεροθέου: "Εμπειρική Δογματική"

Άγιοι λέγονται όλοι όσοι, κατά διαφόρους βαθμούς, μετέχουν της αγιοποιού-θεοποιού ενεργείας του Θεού. Στην κατηγορία των Αγίων συγκαταλέγονται οι Προφήτες, οι Απόστολοι, οι Πατέρες και όλοι οι δια μέσου των αιώνων φίλοι του Χριστού, όσοι μετέχουν της φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας του Θεού, μεταξύ τών οποίων οι μάρτυρες, οι όσιοι ασκητές, κληρικοί και λαϊκοί, άνδρες και γυναίκες, νέοι και ηλικιωμένοι. Όλοι αυτοί λέγονται Άγιοι.

 Άγιοι δεν είναι οι καλοί άνθρωποι, αλλά όσοι συνδέονται με τον άσαρκο και σεσαρκωμένο Λόγο, τον Χριστό. Η αγιότητα είναι το κοινό γνώρισμα όλων των Προφητών, Αποστόλων, Πατέρων, Μαρτύρων, Ασκητών. Όλοι είναι Άγιοι, διότι έχουν την αγιοποιό ενέργεια του Θεού, και είναι Πατέρες, διότι γεννούν πνευματικά παιδιά.

«Η διάκριση μεταξύ Αγίων και Πατέρων δεν υπάρχει στους Πατέρες. Στους Πατέρες της Εκκλησίας, οι Άγιοι είναι οι Πατέρες και Πατέρες είναι οι Άγιοι».

Άγιοι λέγονται όσοι δια της καθάρσεως και του φωτισμού φθάνουν στην θέωση, μετέχουν της θεοποιού ενεργείας του Θεού.

«Εκείνοι που έχουν φθάσει στην θέωση και έχουν γίνει Άγιοι, είναι μια πραγματικότητα ή δεν είναι πραγματικότητα; Αυτό είναι το θεμέλιο».

Η αγιότητα δεν έχει μια ουμανιστική και ηθικολογική έννοια, αλλά θεολογική. Άγιοι είναι όσοι θεραπεύθηκαν πνευματικά, δηλαδή όσοι, αφού η καρδιά τους καθαρίσθηκε, έφθασαν στον φωτισμό του νου και την θέωση. Αυτοί είναι τα πραγματικά -ενεργεία- μέλη του Σώματος του Χριστού.

 «Υπάρχει η αντίληψη σήμερα ότι αν είναι κανείς καλός άνθρωπος, νομοταγής κλπ. Τότε είναι καλός Χριστιανός, υποψήφιος άγιος. Οπότε, όλες οι γιαγιάδες μας και οι παππούδες μας είναι υποψήφιοι Άγιοι. Αυτά, βέβαια, με τα κριτήρια των ηθικολόγων. Εάν έχη κανείς ηθικολογική αντίληψη περί αγιότητος, τότε μπορεί να έχη τέτοιες αντιλήψεις.

Στην πατερική θεολογία, όμως, υπάρχει άλλη αντίληψη. Όποιος θεραπευθή, αυτός ο θεραπευμένος είναι άγιος. Διότι άγιος στην πατερική παράδοση σημαίνει ένας θεραπευμένος άνθρωπος και τίποτε άλλο· σημαίνει εκείνος που έχει περάσει από την κάθαρση, έφθασε στον φωτισμό και από τον φωτισμό έχει περάσει στην θέωση. Αυτός είναι ο θεραπευμένος και, επομένως, αυτός ο θεραπευμένος είναι άγιος.

Γι’ αυτόν τον λόγο, στην αρχαία Εκκλησία, ο ένας αποκαλούσε τον άλλο Άγιο, πριν πεθάνουν ακόμα. Γιατί ελέγοντο Άγιοι οι Χριστιανοί, οι Άγιοι της Θεσσαλονίκης, οι Άγιοι της Κορίνθου κλπ. Και αποκαλούσαν τους ζωντανούς Αγίους; Γιατί; Διότι τα μέλη της Εκκλησίας στην αρχαία εποχή ήσαν αυτοί που ήσαν σε κατάσταση φωτισμού. Είχαν τουλάχιστον την νοερά προσευχή. Και αφού είχαν την νοερά προσευχή και ευρίσκοντο σε κατάσταση φωτισμού, ελέγοντο Άγιοι».

Η νοερά ενέργεια στην ζωή της πτώσεως δεν λειτουργεί ή υπολειτουργεί. Έτσι, όταν η νοερά ενέργεια αποδεσμεύεται από την λογική ενέργεια και ενεργοποιήται, τότε ο νους φωτίζεται και ο άνθρωπος με την ενέργεια του Θεού και την δική του συνεργεία φθάνει στην θέωση. Αυτός είναι άγιος. Ο άγιος, με την ενέργεια του Θεού και την δική του συνεργεία, καθίσταται Ναός του Αγίου Πνεύματος.

Ο Απόστολος Παύλος αναλύει αυτό το γεγονός. Γράφει: «όσοι γαρ Πνεύματι Θεού άγονται, ούτοί εισιν υιοί Θεού» (Ρωμαίους Η', 14). Το να άγεται κανείς υπό του Πνεύματος, σημαίνει ότι έλαβε το άγιον Πνεύμα και απέκτησε το χάρισμα της υιοθεσίας: «ου γαρ ελάβετε Πνεύμα δουλείας πάλιν εις φόβον, αλλ’ ελάβετε Πνεύμα υιοθεσίας»

(Ρωμαίους Η', 15). Το πνεύμα δε της υιοθεσίας εκφράζεται με την καρδιακή προσευχή: «εν ω κράζομεν Αββά ο Πατήρ» (Ρωμαίους Η', 15). Και το σημαντικό είναι ότι «αυτό το Πνεύμα συμμαρτυρεί τω πνεύματι ημών ότι εσμέν τέκνα Θεού» (Ρωμαίους Η', 16). Όταν κάποιος δεν έχη αυτό το Πνεύμα, δεν έχη νοερά προσευχή, δεν είναι Υιός κατά Χάρη του Θεού και, επομένως, δεν είναι πραγματικό μέλος του Σώματος του Χριστού: «ει δε τις Πνεύμα Χριστού ουκ έχει, ούτος ουκ εστίν αυτού» (Ρωμαίους Η', 9).

Αυτά τα γνωρίσματα είναι εκείνα που χαρακτηρίζουν τον Άγιο.

«Ο Απόστολος Παύλος λέγει ότι δεν ομιλούμε με σοφία ανθρώπινη, αλλά με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Τι εννοεί αυτό και γιατί αντιπαρατάσσεται η δύναμη του Αγίου Πνεύματος με την σοφία του κόσμου τούτου; Είναι η δύναμη της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος μέσα στον άνθρωπο.

Ο καθένας που βλέπει έναν Άγιο καταλαβαίνει ότι είναι Ναός του Αγίου Πνεύματος. Δεν πείθεται περί του ότι είναι Ναός του Αγίου Πνεύματος με φιλοσοφικά επιχειρήματα ή με θεολογίες του ενός και του άλλου. Βλέπει ότι είναι Ναός του Αγίου Πνεύματος. Γιατί; Γιατί πολλές φορές ακούει κιόλας, που κάνει μέσα του τον παπά.

Τι λέει η μαρτυρία του Πνεύματος στο πνεύμα του ανθρώπου: ότι εσμέν τέκνα Θεού κ.ο.κ. Αυτή η μαρτυρία για την οποία μιλάει ο Απόστολος Παύλος, που λέει ότι κράζει: Αββά ο Πατήρ εν ταις καρδίαις ημών κλπ, αυτό το Πνεύμα που κράζει μέσα στις καρδιές μας, είναι μια πραγματικότητα που περιγράφει ο Απόστολος Παύλος ή είναι μια φαντασιοπληξία;

Ο Απόστολος Παύλος στις επιστολές του μιλάει γι’ αυτήν την δύναμη του Αγίου Πνεύματος, μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Τι είναι αυτή η δύναμη; Και αν προσέξει κανείς αυτά που γράφει ο Απόστολος Παύλος, βλέπει ότι μιλάει για πραγματική προσευχή μέσα στην καρδιά του ανθρώπου».

Η διαφορά μεταξύ τρελλών και Αγίων βρίσκεται στο πώς λειτουργεί η νοερά ενέργεια. Εάν η νοερά ενέργεια στον άνθρωπο ταυτίζεται με την λογική ενέργεια και αυτή εκτρέπεται από την κανονική λειτουργία, αυτό είναι τρέλα. Εάν η νοερά ενέργεια κινείται κατά Θεόν και υπό του Αγίου Πνεύματος, τότε ο άνθρωπος είναι άγιος.

«Η διαφορά μεταξύ τρέλας και αγιότητος είναι στο ότι στην μια περίπτωση η νοερά ενέργεια είναι αδέσμευτη, αχαλιναγώγητη κ.ο.κ. και επηρεάζει την προσωπικότητα του ανθρώπου κατά τέτοιο τρόπο, που κανείς γίνεται τρελός, διότι δεν λειτουργεί κανονικά, όπως ένας κανονικός άνθρωπος».

Όταν ο άνθρωπος μετέχη της φωτιστικής και της θεοποιού ενεργείας του Θεού, τότε βιώνει την θεία Χάρη σε όλη του την ύπαρξη, στην ψυχή, με την νοερά προσευχή, και στο σώμα, με την υπέρβαση του φόβου του θανάτου. Έτσι οδηγείται στο μαρτύριο.

«Οι βίοι των Νεομαρτύρων είναι μια απόδειξη ότι η κατάσταση του φωτισμού, όπως υπάρχει στην αρχαία Εκκλησία στα χρόνια των διωγμών, συνέχιζε να υπάρχη ως καρδιά της Ορθοδοξίας κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Αυτή η δύναμη του πιστού να υποστή τα μαρτύρια, είναι εκείνο που έσωσε την Ορθοδοξία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και δεν τουρκέψανε όλοι οι Ρωμηοί. Οι περισσότεροι Ρωμηοί τουρκέψανε. Η μικρή μειοψηφία που είχε μείνει, γιατί δεν τούρκεψε; Είχε πολλή εμπιστοσύνη στους Αγίους της Εκκλησίας, ότι είναι φορείς της θείας Χάριτος και ότι μέσα τους υπήρχε πραγματικά η θεία δύναμη. Και τι είναι θεία δύναμη; Είναι η δύναμη αυτή να μπορή να υποστή όλα τα μαρτύρια και τα βασανιστήρια του σώματος για να μην αρνηθή τον Χριστό. Αυτό ήταν απόδειξη της ορθής πίστεως».

Επομένως, οι Άγιοι δεν είναι οι καλοί άνθρωποι, αλλά οι Θεούμενοι. Υπάρχουν μερικοί που υποκρίνονται τον Άγιο, αλλά αυτοί στην πραγματικότητα είναι υποκριτές-λαοπλάνοι. Ακόμη και οι αιρετικοί είναι καλοί άνθρωποι, μπορεί να έχουν ηθική ζωή, αλλά αφού δεν έχουν την Ορθόδοξη θεολογία και την ασκητική της Εκκλησίας παραμένουν στην ηθική ζωή, δεν μετέχουν της θεοποιού ενεργείας του Θεού και δεν μπορούν να θεραπεύουν άλλους ανθρώπους.

«Σε ένα Συνέδριο, κάποιος σηκώθηκε και είπε ότι ο Άρειος ήταν άγιος άνθρωπος. Διότι δεν ήξερε τι ήταν αγιότητα. Ήταν και άλλοι παρόντες εδώ και το άκουσαν με τα αυτιά τους, ότι ο Άρειος ήταν άγιος άνθρωπος. Τι εννοούσε; Εννοούσε ότι ο Άρειος ήταν καλός άνθρωπος. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ήταν καλός άνθρωπος, ήταν πάρα πολύ καλός άνθρωπος ο Άρειος».

Άλλο, όμως καλός άνθρωπος και άλλο άγιος. Οι Άγιοι μετέχουν της θεοποιού ενεργείας του Θεού και αυτό είναι έκδηλο, γιατί μπορούν να βοηθούν τους ανθρώπους, κάνουν θαύματα και τους θεραπεύουν. Και οι ψευδογιατροί μπορεί να είναι καλοί άνθρωποι, αλλά δεν μπορούν να θεραπεύσουν.

«Πας σε έναν κομπογιαννίτη γιατρό και λέει ναι, ξέρεις, θα κάνουμε τούτο, θα κάμουμε εκείνο, μερικές εντριβές, έχεις αυτό, έχεις εκείνο, και μαζεύει τα χιλιάρικα, δεν ξέρω πόσους μήνες. Στο τέλος αναγκάζεται ο άλλος να πάη σε άλλο γιατρό. Τότε καταλαβαίνει ότι αυτός ήταν κομπογιαννίτης».

Έτσι, ο σκοπός της Εκκλησίας είναι να αγιάση τα μέλη της, αλλά ταυτοχρόνως και να χρησιμοποίηση τον κατάλληλο τρόπο για να επιτύχη αυτόν τον στόχο. Έχει τονισθή κατά κόρον ότι η αγιότητα βιώνεται με την ενέργεια του Θεού και την συνεργεία του ανθρώπου. Ο Θεός ενεργεί και ο άνθρωπος συνεργεί.

«Εδώ πρέπει να θίξουμε την ελευθερία του ανθρώπου. Θυμάμαι πάντοτε η μητέρα μου, μου έλεγε, "παιντί μου", λέει, και με τα Καππαδοκικά, "παιντί μου, άντρωπος άγιος με το ζόρι ντεν γίνεται". Δεν μπορεί, βέβαια, ο άνθρωπος με το ζόρι να γίνη άγιος, ο καθένας πρέπει να επιλέξη τον δρόμο της ασκητικής θεραπείας».

Η ασκητική θεραπεία συνδέεται αναπόσπαστα με την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Πρόκειται για την κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση που το συναντούμε σε όλη την πατερική διδασκαλία της Εκκλησίας. Και η ασκητική θεραπεία συνδέεται αναπόσπαστα με τα Μυστήρια της Εκκλησίας.

Εδώ πρέπει να εντοπισθή ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ λογικής και νοεράς ενεργείας. Η νοερά ενέργεια πρέπει να ενεργοποιηθή με την προσευχή, οπότε ο νους είναι φωτισμένος. Στην πρώτη φάση πρέπει να αδειάση ο νους από όλους τους λογισμούς και όχι η λογική από τους λογισμούς. Δεν είναι θέμα αγραμματοσύνης, αλλά ιδιαίτερης ασκητικής και εκκλησιαστικής μεθόδου.

«Οι Πατέρες δεν εννοούσαν ποτέ πως με την αγραμματοσύνη μπορεί να φθάση κανένας στην αγιότητα, αλλά από το άδειασμα του νου από τους λογισμούς. Αυτό, εννοούσαν, όχι δια της αγραμματοσύνης της λογικής».

Οι άγιοι και η τιμή τους στην ιστορία της Εκκλησίας

π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου

Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο "Εγχειρίδιο αιρέσεων και παραχριστιανικών ομάδων"

Το θέμα αυτό είναι πολύ βασικό, γιατί όλες οι προτεσταντικές αιρέσεις ασκούν σφοδρότατη κριτική εναντίον της Εκκλησίας μας, υποστηρίζοντας πως εμείς λατρεύουμε τους αγίους και προσβλέπουμε σ' αυτούς για σωτηρία, όχι στον Σωτήρα Χριστό!

Είναι λοιπόν πoιμαντική ανάγκη να εξηγήσουμε με ποια έννοια η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τους αγίους και που τελικά μεταβαίνει αυτή η τιμή. Να τονίσουμε σε ποια σχέση βρισκόμαστε εμείς με τους αγίους και τι συνεπάγεται αυτή η σχέση. Πρέπει ακόμη να απαντήσουμε στην ένσταση των προτεσταντών, ότι οι άγιοι δεν είναι πανταχού παρόντες και συνεπώς δεν ακούουν τις προσευχές μας. Να ερμηνεύσουμε τα θαύματα που επιτελούν οι άγιοι και να τα κατοχυρώσουμε αγιογραφικά, να αναφερθούμε στην πρώτη Εκκλησία, για να διαπιστώσουμε αν υπήρχε σ' αυτήν η τιμή των αγίων και, προ παντός, να καταστήσουμε φανερή τη διάκριση μεταξύ τιμής και λατρείας, λατρευτικής προσκύνησης και προσκύνησης σαν εκδήλωση τιμής και αγάπης, που αποδίδεται από μέρους μας στους αγίους.

Κατά την πίστη της Εκκλησίας μας οι άγιοι αντικατoπτρίζουν τη δόξα του Κυρίου (Β' Κορ. γ' 18) και ακτινοβολούν το άκτιστο Φως του Θεού (Ματθ. ε' 14. Ιω. η' 12. Εφεσ. ε' 8. Κολ. α' 12. Αποκ. κβ' 5).

Η δόξα των αγίων και των αγγέλων δεν είναι ανεξάρτητη από τη δόξα του Χριστού, γιατί είναι μέλη του σώματος Αυτού (Εφεσ. α' 23. δ' 16. ε' 23. Κολ. α' 18.24). Ονομάζονται αγαπητοί του Θεού (Β' Παραλ./Χρον. κ' 7. Ησ. μα' 8), Φίλοι του Θεού (Ψαλμ. ρλη' 17, κατά τους Ο'. Ιω. ιε' 14. Ιακ. β' 23), αδελφοί του Χριστού (Ματθ. ιβ' 50). Είναι ναός και κατοικητήριο του Θεού (Α' Κορ. γ' 16-17. στ' 19. Β' Κορ. στ' 16), τέκνα Θεού (Ιω. α' 12. Γαλ. γ' 26-27), κληρονόμοι και συγκληρονόμοι του Χριστού (Ρωμ. η' 17). Το μνημόσυνο των αγίων είναι αιώνιο (Ψαλμ. ρια/ριβ' 1-9. Παροιμ. ι' 7. Εβρ. ια' 4-38).

Ο ίδιος ο Θεός, μέσω του Αγίου Σώματος του Χριστού, έρχεται σε προσωπική κοινωνία με τον άνθρωπο και του μεταδίδει την αγιότητα. Πρόκειται για την αγιότητα του Σώματος του Χριστού, όχι για την αγιότητα του ανθρώπου, ανεξάρτητα από την κοινωνία του με τον Χριστό (Ιω. ιδ' 23. Α' Κορ. γ' 5-17. στ' 19. Β' Κορ. στ' 16. ΕΦεσ. β' 22). Έτσι ο Χριστός θριαμβεύει μέσω των αγίων (Ιω. κα' 19. Β' Κορ. β' 14).

Στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, οι εικοσιτέσσερις πρεσβύτεροι, που εκπροσωπούν τη θριαμβεύουσα Εκκλησία, έχουν «επί τας κεφαλάς των στεφάνους χρυσούς» (Αποκ. δ' 4).

Το αναρίθμητο πλήθος των αγίων, που «έπλυναν τας στολάς αυτών και ελεύκαναν αυτάς εν τω αίματι του αρνίου» (Αποκ. ζ' 14), ευρίσκονται «ενώπιον του θρόνου και ενώπιον του αρνίου» ως νικητές (Αποκ. ζ' 9-10), σ' αυτούς δόθηκαν «θρόνοι», για να βασιλεύσουν «επί χίλια έτη», μέχρι τη δευτέρα παρουσία, οπότε το σώμα του Χριστού, η Εκκλησία, θα παραδοθεί από την ίδια την κεφαλή της στον Τριαδικό Θεό, για να είναι πλέον «ο Θεός τα πάvτα εν πάσιν» (Αποκ. κ' 4. Α' Κορ. ιε' 23-28)

Ο Χριστός είναι ο μόνος «Παράκλητος», ο μοναδικός «μεσίτης» και «σωτήρας» (Α' Ιω. β' 1. Ιω. ιδ' 6. 13-14. Α' Τιμ. β' 5. Πράξ. δ' 12), μόνο με το αίμα του Χριστού πραγματοποιείται η συμφιλίωση (Α' Πέτρ. α' 18-19). ο «άλλος Παράκλητος», το Πνεύμα το Άγιο, με τα άγια μυστήρια ενεργοποιεί προς χάρη μας τις δωρεές του Χριστού: με το βάπτισμα μας εντάσσει στο Σώμα του Χριστού (Γαλ γ' 27. Πρβλ. α' Κορ. ιβ' 3), με τη θεία κοινωνία μας τρέφει με τον «άρτο της Ζωής» (Ιω. στ' 48-53). Με αυτή την απόλυτη έννοια δεν υπάρχει άλλος σωτήρας, ούτε δεύτερος μεσίτης.

Και όμως στην αγία Γραφή γίνεται λόγος για μεσιτεία ανθρώπων και αγγέλων, μέσω προσευχής και παράκλησης (Γέν. ιη' 23-33. κ' 3-18. λβ' 9-14. Ιώβ μβ' 8-10. Παροιμ. ιε' 8. Ζαχ. α' 12-13. Ιερεμ. ζ' 16). Άνθρωποι oνoμάζovται «πρεσβευτές» (Β' Κορ. ε' 18-20. Εφεσ. στ' 20) και «σωτήρες», με την έννοια όμως πως οδηγούν στο μόνο Σωτήρα, τον Χριστό (Α' Κορ. θ' 22). Ο Θεός βεβαιώνει τον προφήτη πως αν βρεθεί ακόμη και ένας άγιος άνθρωπος, για χάρη του θα σώσει ολόκληρη την πόλη (Ιερεμ. ε' 1. Ιεζ. κβ' 30).

Αλλά μήπως η «μεσιτεία» με σχετική έννοια αναφέρεται μόνο σε ζώντες; Όχι, ο Θεός λέγει στον προφήτη Ιερεμία: «Εάν σταθούν ενώπιόν μου ο Μωϋσής και ο Σαμουήλ, Η ψυχή μου δεν θα κλίνει προς αυτούς» (Ιερ. ιε' ι), πράγμα που σημαίνει πως σε άλλες περιπτώσεις ο Θεός ανταποκρινόταν στις δεήσεις των αγίων ανδρών υπέρ του λαού. Στην Αποκάλυψη βλέπουμε τη θριαμβεύουσα Εκκλησία (τους 24 πρεσβύτερους) να κρατούν «Φιάλας γεμούσας θυμιαμάτων, αι εισιν αι προσευχαί των αγίων», δηλαδή των επί γης ζώντων πιστών τις οποίες ενώνουν με τις δικές τους προσευχές (Αποκ. ε' 8).

Η ουράνια Εκκλησία δέχεται τις επικλήσεις μας μάλιστα μεσιτεύει στον Κύριο να σταματήσει το μαρτύριο των αδελφών τους στη γη (Αποκ. στ' 9-11), πράγμα που εισακούεται τελικά από τον Θεό (Αποκ. ζ' 9-11. η' 3-5. ια' 16-18. ιδ' 14-20. Πρβλ Δ/B' Βασιλ. κ' 4-6. Β' Μακ. ιε' 12-16).

Όταν λοιπόν επικαλούμεθα τους αγίους, οι ελπίδες μας δεν είναι μάταιες οι άγιοι είναι συνδεδεμένοι μαζί μας με τον σύνδεσμο της αγάπης, η οποία «ουδέποτε εκπίπτει» (Α' Κορ. ιγ' 8). Πιστεύουμε δηλαδή πως είμαστε πράγματι «συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού» (Έφεσ. β' 19-20).

Είναι οι άγιοι «πανταχoύ παρόντες» για να εισακούσουν τις επικλήσεις μας; Όχι, οι άγιοι, ανεξάρτητα από τη χάρη του Θεού, δεν είναι πανταχoύ παρόντες, ούτε πληροφορούνται με τη δική τους δύναμη τι γίνεται μακριά από αυτούς.

Όμως λουσμένοι στην άκτιστη θεία χάρη, μέσω του Αγίου Πνεύματος, σαν μέλη του σώματος του Χριστού, που είναι ενωμένο με την Θεότητα, μπορούν να ξεπεράσουν τους όρους της φύσης και να μετέχουν στη ζωή των αδελφών τους επί της γης.

Αν οι άνθρωποι του Θεού που ζουν στη γη μπορούν να ξεπεράσουν με τη χάρη του Θεού τους όρους της φύσης, πρέπει να συμπεράνουμε πως αυτό μπορεί να γίνει πολύ περισσότερο από τα μέλη της θριαμβεύουσας Εκκλησίας. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικά παραδείγματα από την αγία Γραφή.

Η «καρδιά» του Ελισαίου ήταν μετά του Γιεζί και μπορούσε να γνωρίζει αυτό που συνέβη μακριά (Δ/Β' Βασιλ ε' 25-27). Ο Αβραάμ «είδε» την ημέρα του Κυρίου «και εχάρη» (Ιω. η' 56). Ο απόστολος Πέτρος εγνώριζε την πονηρία του Ανανία (Πράξ. ε' 3). Ο Θεός αποκαλύπτει τα θαυμαστά πράγματα «δια του Πνεύματος προς το συμφέρον». όλα τα ενεργεί το Πνεύμα το Άγιο, χωρίς να δεσμεύεται από φυσικούς όρους, που ο Θεός έθεσε για ορισμένο σκοπό (Α' Κορ. ιβ' 7-11, πρβλ. Β' Κορ. ιβ' 2-4). Ο ίδιος ο Κύριος μας βεβαιώνει για την κοινωνία αγάπης της ουράνιας Εκκλησίας, η οποία πληροφορείται τα γεγονότα της ζωής μας και χαίρει για την επιστροφή κάθε αμαρτωλού (Λουκ. ιε' 7-10).

Ο Θεός θαυματοποιεί μέσω των αγίων και δικαίων (Γ/Α' Βασιλ. ιζ' 21-22. Δ/Β' Βασιλ. δ' 33-35. Πράξ. ε' 12-16. ιβ' 11-12). Όχι μόνο μέσω ζώντων πάνω στη γη, αλλά και μέσω κεκοιμημένων αγίων. Έτσι ο προφήτης Ησαΐας λαμβάνει εντολή να διαβιβάσει «προς τον Εζεκία τον ηγούμενον του λαού» πως θα σώσει την πόλη από τους Ασσυρίους «δια Δαυίδ τον δούλον μου», δηλαδή χάρη του Δαυίδ, που ήδη είχε απέλθει από αυτή τη ζωή (Δ/Β' Βασιλ. κ' 4-6).

Το να ισχυρισθεί κανείς πως ο δεσμός της αγάπης μεταξύ αγωνιζομένης και θριαμβεύουσας Εκκλησίας μειώνει το μεσιτικό υπούργημα του Παράκλητου, είναι αφέλεια γιατί οι άγιοι δεν έχουν δύναμη από μόνοι τους να θαυματουργούν και να επεμβαίνουν στη ζωή μας, ανεξάρτητα από την χάρη του Θεού. «Το πνεύμα του Ηλία» που «ανεπαύθη επί τον Ελισσαίον» ήταν η χάρη του Αγίου Πνεύματος όχι κάτι ανεξάρτητο από αυτήν, γι' αυτό και «οι υιοί των προφητών» τον προσκυνούν με εδαφιαία μετάνοια (Δ/Β' Βασιλ. β' 14-15). Το ίδιο παρατηρούμε και για την ανάσταση του ανθρώπου εκείνου που ενταφιάστηκε στον τάφο του Ελισαίου (Δ/Β' Βασιλ. ιγ' 21). Δεν είναι τα τίμια οστά από μόνα τους εκείνα που θαυματουργούν, αλλά η θεϊκή χάρη που τα περιβάλλει και χαριτώνει ολόκληρο τον άνθρωπο, όχι μόνο το πνεύμα του.

Η τιμή και ο σεβασμός στους αγίους εκδηλώνεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία και με την προσκύνηση. Δεν πρόκειται για λατρευτική προσκύνηση, η οποία απαγορεύεται ρητά από την αγία Γραφή (Έξοδ. κ' 4-5. Δευτερ. στ' 12-14. Ματθ. δ' 10), γιατί ποτέ κανείς ορθόδοξος χριστιανός δεν έχει συναίσθηση πως προσκυνεί οποιοδήποτε ον (άγγελο ή άνθρωπο) ως Θεό, μόνο τότε η προσκύνηση θα ήταν απόλυτη, δηλαδή λατρεία.

Τους αγίους προσκυνούμε χωρίς να παραγνωρίζουμε τη φύση τους, χωρίς δηλαδή να τους εκλαμβάνουμε για θεούς, γιατί παραδεχόμαστε πως η προσκύνηση δεν είναι πάντοτε εκδήλωση λατρείας. Αν αυτόν που προσκυνούμε δεν τον δεχόμαστε για Θεό, τότε με την προσκύνηση δεν του αποδίδουμε λατρεία, είναι εκδήλωση τιμής και αγάπης. Μ' αυτή την τιμητική έννοια ο Δαυίδ προσκυνεί τον Ιωνάθαν (Α' Βασιλ./Α' Σαμ. κ' 41) και τον Σαούλ (Α' Βασιλ. /Α' Σαμ. κδ' 9), ο Νάθαν προσκυνεί τον Δαυίδ (Γ/Α Βασιλ. α' 23), οι υιοί των προφητών τον Ελισαίο (Δ/Β' Βασιλ. β' 15), ο Ναβουχοδονόσορ τον Δανιήλ (Δαν. β' 46). Ακόμη και στην Καινή Διαθήκη ο δεσμοφύλακας προσκυνεί τον Παύλο και τον Σίλα (Πράξ. ιστ' 29), ενώ ο ίδιος ο Κύριος υπόσχεται πως θα αναγκάσει τους Ιουδαίους να προσκυνήσουν τον επίσκοπο Φιλαδελφείας (Αποκ. γ' 9. Πρβ. Α' Βασιλ./Α' Σαμ. ε' 4).

Όσοι απορρίπτουν την τιμή και την προσκύνηση των αγίων, επικαλούνται περιπτώσεις από την αγία Γραφή (Πράξ. ιδ' 11-15 και Αποκ. ιθ' 10. κβ' 8-9).

Στο Πράξ. ιδ' 11-15 φαίνεται καθαρά, πως οι άνθρωποι εξέλαβαν τον Παύλο και τον Βαρνάβα ως θεούς γι' αυτό και οι απόστολοι δίκαια αντέδρασαν. Τέτοια προσκύνηση δεν τους ανήκε, γιατί ήταν λατρευτική.

Στη δεύτερη περίπτωση ο Iωάννης, κατάπληκτος από εκείνα που αξιώθηκε να δει, κάτω από την επίδραση της οπτασίας του ίδιου του Κυρίου (Αποκ. α' 17-18), νόμισε πως ήταν και πάλι ο Κύριος γι' αυτό και σπεύδει να τον προσκυνήσει. Ο άγγελος όμως τον επαναφέρει στην αλήθεια των γεγονότων: «σύνδουλός σου ειμί», δεν μου ανήκει τέτοια προσκύνηση, ανήκει μόνο στον Θεό!

Αν παραδεχθούμε πως ο Iωάννης θέλησε να προσκυνήσει τον άγγελο τιμητικά, είχε αυτό το δικαίωμα (Αριθ. κβ' 31. Ιησ. Ναυή ε' 14), και ασφαλώς στην περίπτωση αυτή η προσκύνηση δεν θα ήτο λατρευτική. Τότε η άρνηση του αγγέλου θα ήταν ένδειξη ταπεινοφροσύνης. Διαφορετικά πώς ο Iωάννης αποτολμά να προσκυνήσει τον άγγελο για δεύτερη φορά; (Αποκ. κβ' 8-9).

Αυτή είναι η ερμηνεία της Γραφής, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας (Α' Τιμ. γ' 15). Αυτό μαρτυρείται ήδη σε πρωτοχριστιανικά κείμενα. Οι πρώτοι Χριστιανοί ομολογούσαν: «Δεν θα δυνηθώ μεν ούτε τον Χριστόν να εγκαταλείψωμεν ποτέ, τον παθόντα υπέρ της σωτηρίας των σωζομένων εις ολόκληρον τον κόσμον, τον άμωμον υπέρ των αμαρτωλών, ούτε κάποιον άλλον να λατρεύσωμεν. Διότι τούτον μεν προσκυνούμεν ως υιόν του Θεού, τους δε μάρτυρας αγαπώμεν ως μαθητάς του Κυρίου, επαξίως λόγω της ανυπερβλήτου αφοσιώσεως εις τον βασιλέα και διδάσκαλόν των». Αυτό αναφέρεται στο μαρτύριο του αγίου Πολυκάρπου (†156). Εκεί σημειώνεται ακόμη πως οι Χριστιανοί συνέλεξαν τα οστά του μάρτυρα, «τα τιμιώτερα από πολυτελείς λίθους, και ευγενέστερα από χρυσόν» και τα ενταφίασαν σε κατάλληλο τόπο, ώστε να συναθροίζονται εκεί και να εορτάζουν «την γενέθλιον ημέραν του μαρτυρίου του» (Μαρτ. Πολυκ. 17-18. Βλ. και στο 3β 3θ).

Ο Ωριγένης (†253/4) αναφέρει πως «αι ψυχαί των πεπελεκισμένων ενεκεν της μαρτυρίας του Ιησού, μη μάτην τω εν ουρανοίς θυσιαστηρίω παρεδρεύουσαι, διακονούσι τοις ευχομένοις άφεσιν αμαρτημάτων» (Ωριγ. Εις μαρτ. προτρ. 30. Πρβλ. Αποκ. κ' 4).

Ο άγιος Βασίλειος (330-379) αναφέρεται στις πανηγύρεις που γίνονταν στις μνήμες των αγίων (Επιστ. 227, προς τους επισκόπους του Πόντου. Όροι κατά πλάτος 8,40) και στην επίκληση των αγίων (Ομιλ. 4, εις αγ. Μάμαντα 1): «Αυτός που θλίβεται καταφεύγει εις τους σαράντα, αυτός που ευφραίνεται προς αυτούς σπεύδει. Ο ένας μεν δια να εύρη λύσιν εις τας δυσκολίας, ο άλλος δε δια να διαφυλάξει εις τον εαυτόν του τα πιο καλά αγαθά... τα αιτήματά σας ας γίνουν μαζί με τους μάρτυρας» (Μ. Βασ., Ομιλ. 5, εις τους άγ. τεσσαράκοντα 8).

Η τιμή των αγίων τεσσαράκοντα, μας πληροφορεί ο Μ. Βασίλειος, είχε διαδοθεί σε πολλές περιοχές και οι άγιοι αυτοί «κοσμούν πολλάς πατρίδας» (Εις τους άγ. τεσσαρακ. 8).

Ο άγιος Iωάννης ο Χρυσόστομος (344-407) κάνει λόγο για «λιτανείες και παρακλήσεις... εις τον ναόν όπου και τα λείψανα των αποστόλων», προκειμένου να αποφευχθούν τα δεινά της πόλης (Χρυσ., Προς τους καταλείψαντας την Εκκλ.). Η δύναμη των αγίων μαρτύρων, αναφέρει ο Χρυσόστομος, «καθημερινώς ζει και ενεργεί, εκδιώκει δαιμόνια, απομακρύνει τας ασθενείας, εμψυχώνει πόλεις ολοκλήρους και συναθροίζει εδώ πλήθος» (Περί απολαύσεως της των μελλόντων 2). Υπογραμμίζει ακόμη πως Η τιμή των αγίων «θα μεταβιβασθεί οπωσδήποτε προς τον Δεσπότην» (Ότε πρεσβ. προεχ. 2. Πρβλ. Ματθ. ε' 16).

 Τα ίδια αναφέρει και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (329-390): «Πρέπει να πανηγυρίζουμε όλους τους μάρτυρες...» (Λόγος κδ' 3-4, εις τον άγιο Κυπριανό), «τώρα οι μάρτυρες κάνουν να ανοίξει ο ουρανός...» (Λόγος μδ' 12, εις την Νέαν Κυριακ.). «Και τώρα εκείνος είναι στον ουρανόν και εκεί προσφέρει τις θυσίες του για εμάς» (Λόγος μγ' 80, εις Μ. Βασίλ.). «Παρακαλούμε να μας παρακολουθείς καλοδιάθετα από υψηλά και το λαό που είναι γύρω σου να τον κατευθύνεις στην τελειότητα...» (Λόγος κα' 37, Εις τον Μ. Αθαν.).

Έτσι η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος διατύπωσε την πίστη της Ορθοδοξίας:  (Tον μεν (Χριστόν) ως Θεόν και Δεσπότην, τους δε (αγίους) δια τον κοινόν Δεσπότην, ως αυτού γνησίους θεράποντας τιμώντες και σέβοντες και την κατά σχέσιν προσκύνησιν απονέμοντες (Συνοδικόν της Ορθοδοξίας της Ζ' Οικ. Συνόδου).

Αυτή είναι η ορθόδοξη διδασκαλία για τους αγίους. Δεν πιστεύουμε λοιπόν πως οι άγιοι μπορούν να σώσουν τους εαυτούς τους ή τους άλλους ανθρώπους. Όποια και αν είναι τα έργα των αγίων, δεν επαρκούν ούτε και για τη δική τους σωτηρία, γιατί δεν ξεπερνούν την εκτέλεση του καθήκοντος (Λουκ. ιζ' 10).

Απόσπασμα από το βιβλίο: "Εγχειρίδιο αιρέσεων και παραχριστιανικών ομάδων"

Θρησκευτικά Α΄ Λυκείου: Βοηθητικό κείμενο για τις Δ.Ε. 22 και 23

αναρτήθηκε στις 24 Μαΐ 2015, 7:18 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων

Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας 

Αγίου Νικόλαου Καβάσιλα
Πηγή: Ιερά Μονή Παρακλήτου

· ΠΡΟΛΟΓΟΣ

· ΠΡΟΟΙΜΙΟ

· Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΔΗ

· Τα τίμια δώρα

· Ανάμνηση της σταυρικής θυσίας

· Μνημονεύσεις των ονομάτων

· Κάλυψη των τιμίων δώρων

· Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

· Δοξολογία

· Ειρηνικά

· Αντίφωνα

· Μικρή είσοδος

· Τρισάγιος ύμνος

· Αναγνώσματα

· Μεγάλη Είσοδος

· Σύμβολο της πίστεως

· Αγία αναφορά

· Θεία Κοινωνία 
  Απόλυση


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

εκ της

ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

 

Η ΘΕΙΑ Λειτουργία αποτελεί το κέντρο της ορθόδοξης λατρείας. Είναι το μεγαλύτερο μυστήριο της Εκκλησίας μας, το μυστήριο της παρουσίας του Χριστού ανάμεσά μας. Γι' αυτό και παραμένει πάντα η μοναδική ελπίδα αληθινής ζωής για τον άνθρωπο.

 

Στον πνευματικό χώρο της θείας Λειτουργίας μας εισάγει αριστοτεχνικά ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, μεγάλος μυστικός θεολόγος και κορυφαίος θεωρητικός της λειτουργικοπνευματικής ζωής, ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του ορθόδοξου ανθρωπισμού του 14ου αιώνα.

 

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη γύρω στα 1322. Ανατράφηκε χριστιανικά από την ευσεβή μητέρα του, που μετά τη χηρεία της (1363) έγινε μοναχή, διδάχθηκε τα εγκύκλια γράμματα από τον λόγιο θείο του Νείλο Καβάσιλα, που αργότερα αναδείχθηκε σε μητροπολίτη Θεσσαλονίκης (1361-1363), και καλλιεργήθηκε πνευματικά μέσα στους ησυχαστικούς κύκλους της γενέτειράς του, που διευθύνονταν από το μαθητή του οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτη Ισίδωρο, τον κατοπινό οικουμενικό πατριάρχη (1347-1349).

 

Για εφτά περίπου χρόνια (1335-1342) σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη φιλοσοφία, θεολογία, ρητορική, νομική, μαθηματικά και αστρονομία.

 

Στην πατρίδα του ξαναβρέθηκε στα χρόνια της επαναστάσεως και κυριαρχίας των Ζηλωτών (1342-1349), παίρνοντας ενεργό μέρος στις πολιτικές ζυμώσεις, καθώς και στα 1363-1364 για οικογενειακές υποθέσεις. Το υπόλοιπο και μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε στη Βασιλεύουσα, όπου, πέρα από την ενασχόλησή του με τα κοινά πράγματα -κοντά στ άλλα διετέλεσε και σύμβουλος του αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ´ Καντακουζηνού (1347-1355)-, επιδόθηκε σε περαιτέρω μελέτες και στη συγγραφή. Τελικά, πάντως, αποσύρθηκε από τα εγκόσμια και, καθώς φαίνεται, έγινε μοναχός, ίσως και κληρικός. Κοιμήθηκε ειρηνικά μετά το 1391, πιθανότατα στη μονή των Μαγγάνων.

 

Στην τελευταία και ώριμη περίοδο της ζωής του ιερού Καβάσιλα ανήκουν τα δυό κύρια πνευματικά του έργα, «Εις την θείαν λειτουργίαν» και «Περί της εν Χριστώ ζωής», που είναι από τα λαμπρότερα κείμενα της χριστιανικής γραμματείας. Μιά σύνθεση εκλεκτών αποσπασμάτων του πρώτου, σε νεοελληνική απόδοση, παρουσιάζεται στις επόμενες σελίδες.

 

Ο θεόπνευστος λόγος του αγίου ανοίγει τα πνευματικά μας μάτια, κάνοντάς μας ικανούς να πλησιάσουμε με αίσθηση ψυχής τη θεία Λειτουργία και να γίνουμε ουσιαστικοί συμμέτοχοί της, όχι παθητικοί θεατές της. Έτσι θα μπορέσουμε ν ανταποκριθούμε με επίγνωση στο ευφρόσυνο κάλεσμα που η μητέρα μας Εκκλησία επαναλαμβάνει σε κάθε ευχαριστιακή της σύναξη: «Γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος».

 

 ΠΡΟΟΙΜΙΟ

 

ΕΡΓΟ της θείας Λειτουργίας είναι η μεταβολή των δώρων που προσφέρουν οι πιστοί – του άρτου και του οίνου – σε σώμα και αίμα Χριστού. Και σκοπός της είναι ο αγιασμός των πιστών, οι οποίοι με τη θεία μετάληψη αποκομίζουν την άφεση των αμαρτιών τους, την κληρονομία της βασιλείας των ουρανών και κάθε πνευματικό αγαθό.

 

Σ αυτό το έργο και το σκοπό συμβάλλουν οι προσευχές, οι ψαλμωδίες, τα αγιογραφικά αναγνώσματα και όλα εκείνα που τελούνται και λέγονται στη διάρκεια της Λειτουργίας. Μέσα σε αυτά είναι σαν να βλέπουμε σε ένα πίνακα ζωγραφισμένη ολόκληρή τη ζωή του Χριστού, από την αρχή ως το τέλος της. Γιατί ο καθαγιασμός των δώρων, η ίδια δηλαδή η θυσία, διακηρύσσει τον θάνατο, την ανάσταση και την ανάληψή Του, καθώς τα δώρα αυτά μεταβάλλονται στο ίδιο το σώμα του Κυρίου, δηλαδή την έλευσή Του στον κόσμο, τη δημόσια εμφάνισή Του, τα θαύματα και τη διδασκαλία Του. Κι εκείνα που έπονται της θυσίας, συμβολίζουν την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στους Αποστόλους, την επιστροφή των ανθρώπων στο Θεό και την κοινωνία τους μαζί Του.

 

Οι πιστοί που εκκλησιάζονται και συμμετέχουν σε όλα αυτά με προσηλωμένο το νου, γίνονται πιο σταθεροί στην πίστη, πιο θερμοί στην ευλάβεια και την αγάπη τους προς τον Θεό. Με τέτοιες λοιπόν διαθέσεις αξιώνονται να πλησιάσουν και τη φωτιά των μυστηρίων και να μεταλάβουν με κάθε ασφάλεια και οικειότητα.

 

Αυτό είναι συνοπτικά το νόημα της Θείας Λειτουργίας. Ας την εξετάσουμε τώρα όσο μπορούμε λεπτομερέστερα, αρχίζοντας με εκείνα που τελούνται στην αγία Πρόθεση [Ειδικός χώρος που βρίσκεται αριστερά από την αγία τράπεζα, όπου τοποθετούνται (προτίθενται-πρόθεση) τα δώρα που προσφέρουν (προσκομίζουν-προσκομιδή) οι πιστοί για τη θεία Ευχαριστία. Εδώ γίνεται η αναγκαία προετοιμασία τους από τον λειτουργό ιερέα].

 

Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΔΗ

 Τα τίμια δώρα

Το ψωμί και το κρασί που προσφέρουν οι πιστοί για τη λειτουργία, και τα οποία συμβολίζουν το σώμα και το αίμα του Κυρίου, δεν τοποθετούνται από την αρχή στο Θυσιαστήριο για τη θυσία, αλλά πρώτα τοποθετούνται στην αγία Πρόθεση και αφιερώνονται στο Θεό σαν δώρα τίμια – αυτή είναι πλέον και η ονομασία τους.

 

Προσφέρουμε στο Θεό ψωμί και κρασί, γιατί αυτά αποτελούν τροφή αποκλειστικά ανθρώπινη, με την οποία συντηρείται και εκδηλώνεται η ζωή μας. Για αυτό και πιστεύεται πως, όταν προσφέρει κανείς τροφή, είναι σαν να προσφέρει την ίδια τη ζωή. Επειδή λοιπόν με τα μυστήρια ο Θεός μας χαρίζει την ανθρώπινη ζωή, ήταν φυσικό και το δικό μας δώρο να είναι κατά κάποιο τρόπο ζωή, για να μην είναι αταίριαστη η προσφορά μας με την ανταπόδοση του Θεού, αλλά να έχει κάτι συγγενικό. Άλλωστε ο Κύριος παρήγγειλε να Του προσφέρουμε ψωμί και κρασί, κι Αυτός πάλι μας ανταποδίδει «άρτον ουράνιον» και «ποτήριον ζωής». Θέλησε να Του προσφέρουμε εμείς εφόδια της πρόσκαιρης ζωής, κι Εκείνος να μας αντιπροσφέρει την αιώνια ζωή. Για να φανούν έτσι η χάρη Του σαν αμοιβή και το αμέτρητο έλεός Του σαν πράξη δικαιοσύνης.

 

Ανάμνηση της σταυρικής θυσίας

 

Ο ιερέας αφού πάρει στα χέρια του τον άρτο, από τον οποίο θα κόψει το ιερό τμήμα που θα μεταβληθεί σε σώμα Χριστού, λέει: «Εις ανάμνησιν του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού». Τα λόγια αυτά αναφέρονται σε όλη τη λειτουργία και ανταποκρίνονται στην παραγγελία που άφησε ο Χριστός όταν παρέδωσε το μυστήριό της Θείας Ευχαριστίας: «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» (Λουκ. 22:19).

 

Αλλά ποια είναι αυτή η ανάμνηση; Πως θα θυμηθούμε τον Κύριο στη Λειτουργία και τι θα διηγηθούμε για Αυτόν; Μήπως εκείνα που Τον απέδειξαν Θεό παντοδύναμο; Ότι δηλαδή ανέστησε νεκρούς, χάρισε το φως σε τυφλούς, πρόσταξε τους ανέμους να κοπάσουν, χόρτασε χιλιάδες ανθρώπους με λίγα ψωμιά; Όχι, ο Χριστός δεν ζήτησε να θυμόμαστε αυτά, αλλά μάλλον εκείνα που φανερώνουν αδυναμία, δηλαδή τη σταύρωση, το πάθος, το θάνατο. Γιατί τα πάθη ήταν πιο αναγκαία από τα θαύματα. Τα πάθη του Χριστού μας προξενούν τη σωτηρία και την ανάσταση, ενώ τα θαύματά Του αποδεικνύουν μόνο ότι Αυτός είναι ο αληθινός Σωτήρας.

 

Αφού λοιπόν ο ιερέας πεί, «Εις ανάμνησιν του Κυρίου…», προσθέτει εκείνα που δηλώνουν τη σταύρωση και το θάνατο. Τεμαχίζει δηλαδή με το μαχαίρι τον άρτο, λέγοντας την προφητεία: «Σάν πρόβατο οδηγήθηκε στην σφαγή. Και σαν αρνί αμώμητο, που παραμένει άφωνο μπροστά σ αυτόν που το κουρεύει, έτσι κι Αυτός δεν ανοίγει το στόμα Του. Καταδικάστηκε σε ταπεινωτικό θάνατο και Του αρνήθηκαν δίκαιη κρίση. Και ποιός μπορεί να μας μιλήσει για την καταγωγή του; Γιατί εξαλείφθηκε η ζωή Του από το πρόσωπο της γης» (Ησ. 53:7-8). Κι αφού εναποθέσει στο άγιο Δισκάριο το ιερό τμήμα που έκοψε (Αμνό), προσθέτει τα λόγια: «Θυσιάζεται ο Αμνός του Θεού, που παίρνει επάνω Του την αμαρτία των ανθρώπων» (πρβλ. Ιω. 1:29). Μετά χαράζει πάνω στον Αμνό το σημείο του σταυρού, δείχνοντας έτσι τον τρόπο που έγινε η θυσία: με το σταυρό. Ύστερα, με το μαχαίρι που έχει σχήμα λόγχης, κεντάει τον Αμνό στο δεξί μέρος και λέει: «Ένας από τους στρατιώτες Του τρύπησε την πλευρά με τη λόγχη». Και χύνοντας μέσα στο άγιο Ποτήριο κρασί και νερό, συμπληρώνει: «κι αμέσως βγήκε αίμα και νερό» (Ιω. 19:34).

 

Μνημονεύσεις των ονομάτων

 

Ο ιερέας συνεχίζει την Προσκομιδή. Αφαιρεί τώρα μικρά κομματάκια (μερίδες) από τους υπόλοιπους άρτους, και σαν δώρα ιερά τα τοποθετεί στο άγιο Δισκάριο, λέγοντας για το καθένα: «Εις δόξαν της Παναγίας του Θεού Μητρός», ή «Εις πρεσβείαν του τάδε ή του τάδε Αγίου» ή «Εις άφεσιν αμαρτιών των τάδε ζώντων ή των τάδε τεθνεώτων».

 

Τι σημαίνουν αυτά; Ευχαριστία στο Θεό και ικεσία. Γιατί με τα δώρα μας είτε ανταποδίδουμε στον ευεργέτη την ευεργεσία που μας έκανε είτε καλοπιάνουμε κάποιον για να μας ευεργετήσει. Έτσι και εδώ η Εκκλησία, με τα δώρα που προσφέρει στο Θεό, Τον ευχαριστεί γιατί στα πρόσωπα των Αγίων της της δόθηκαν η άφεση των αμαρτιών και η βασιλεία των ουρανών. Και Τον ικετεύει να δοθούν αυτά τα αγαθά και στα παιδιά της που ακόμα ζούν και το τέλος τους είναι αβέβαιο, καθώς επίσης και σε εκείνα που έχουν πεθάνει, αλλά με ελπίδες όχι τόσο καλές και σίγουρες. Για αυτό λοιπόν μνημονεύει ονομαστικά πρώτα τους Αγίους, έπειτα τους ζώντες και τέλος τους κεκοιμημένους. Και για τους Αγίους ευχαριστεί, ενώ για τους άλλους ικετεύει.

 

Κάλυψη των τιμίων δώρων

 

Τα όσα ειπώθηκαν και έγιναν πάνω στον Αμνό, για να συμβολίσουν το θάνατο του Κυρίου, είναι απλές περιγραφές και σύμβολα. Ο Αμνός παρέμεινε άρτος, μόνο που τώρα έγινε δώρο αφιερωμένο στο Θεό, και συμβολίζει το σώμα του Χριστού στην πρώτη Του ηλικία. Για αυτό ο ιερέας αναπαριστά τα θαύματα που έγιναν στον νεογέννητο Κύριο στη φάτνη. Βάζει πάνω στον άρτο τον λεγόμενο Αστερίσκο και λέει: «Και να, το αστέρι ήρθε και στάθηκε πάνω από τον τόπο, όπου ήταν το Παιδί» (Ματθ. 2:9). Ύστερα σκεπάζει το Δισκάριο και το Ποτήριο με πολυτελή καλύμματα και θυμιάζει. Γιατί αρχικά ήταν συγκαλυμμένη η δύναμη του Χριστού, μέχρι τον καιρό που Αυτός άρχισε να θαυματουργεί, και ο Θεός Πατέρας έδινε τη μαρτυρία Του από τον ουρανό.

 

Αφού λοιπόν ολοκληρωθεί η Προσκομιδή, ο λειτουργός έρχεται στο Θυσιαστήριο, στέκεται μπροστά στην αγία Τράπεζα και αρχίζει τη Λειτουργία.

 

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

 

Δοξολογία

 

«Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος…». Μ αυτή τη δοξολογία αρχίζει ο ιερέας τη Λειτουργία. Γιατί και οι ευγνώμονες δούλοι το ίδιο κάνουν όταν παρουσιάζονται στον κύριό τους. Πρώτα-πρώτα δηλαδή τον εγκωμιάζουν, κι έπειτα τον παρακαλούν για τις δικές τους υποθέσεις.

 

Ειρηνικά

 

Και ποια είναι η πρώτη αίτηση του ιερέα; «Υπέρ της άνωθεν ειρήνης και της σωτηρίας των ψυχών ημών». Λέγοντας ειρήνη, δεν εννοεί μόνο τη μεταξύ μας ειρήνη, όταν δηλαδή δεν μνησικακούμε εναντίον κανενός, αλλά και την ειρήνη προς τους εαυτούς μας, όταν δηλαδή η καρδιά μας δεν μας κατηγορεί για τίποτα. Την αρετή της ειρήνης, βέβαια, την έχουμε πάντοτε ανάγκη, μά ιδιαίτερα την ώρα της προσευχής, γιατί χωρίς αυτήν κανείς δεν μπορεί να προσευχηθεί σωστά και να απολαύσει κάποιο καλό από την προσευχή του.

 

Στη συνέχεια παρακαλούμε για την Εκκλησία, για το κράτος και τους άρχοντες, για όσους βρίσκονται σε κινδύνους, για όλους γενικά τους ανθρώπους. Και δεν προσευχόμαστε μόνο για ό,τι ενδιαφέρει την ψυχή, αλλά και για τα αναγκαία υλικά αγαθά – «υπέρ ευκρασίας αέρων, ευφορίας των καρπών της γης…». Γιατί ο Θεός είναι ο αίτιος και χορηγός όλων, και σ Αυτόν μόνο πρέπει να έχουμε στραμμένα τα βλέμματά μας.

 

Σε όλες τις αιτήσεις οι πιστοί επαναλαμβάνουν μία μόνο φράση, το «Κύριε, ελέησον». Το να ζητάμε το έλεος του Θεού ισοδυναμεί με το να ζητάμε τη βασιλεία Του. Γι' αυτό και οι πιστοί αρκούνται σ αυτή τη δέηση, γιατί αυτή τα περιλαμβάνει όλα.

 

Αντίφωνα

 

Έπειτα αρχίζουν οι ψαλμωδίες που περιέχουν θεόπνευστα λόγια από τους Προφήτες. Τα αντίφωνα -έτσι λέγονται- μας αγιάζουν και μας προπαρασκευάζουν για το μυστήριο. Ταυτόχρονα όμως μας θυμίζουν τα πρώτα χρόνια της παρουσίας του Χριστού στη γη, τότε που Εκείνος δεν φαινόταν ακόμα στον πολύ κόσμο, και για αυτό ήταν απαραίτητα τα προφητικά λόγια. Όταν αργότερα εμφανίστηκε ο Ίδιος, δεν υπήρχε πλέον ανάγκη των προφητών, αφού Τον έδειχνε παρόντα ο Βαπτιστής Ιωάννης.

 

Μικρή είσοδος

 

Την ώρα που ψάλλεται το τρίτο αντίφωνο, γίνεται η είσοδος του Ευαγγελίου με τη συνοδεία λαμπάδων. Το Ευαγγέλιο το κρατάει ο διάκονος ή, αν δεν υπάρχει διάκονος, ο ιερέας. Ενώ λοιπόν αυτός πρόκειται να εισέλθει στο Ιερό, στέκεται σε μικρή απόσταση από την Ωραία Πύλη και παρακαλεί τον Θεό να τον συνοδεύσουν άγιοι άγγελοι, για να γίνουν συμμέτοχοί του στην ιερουργία και τη δοξολογία. Στη συνέχεια σηκώνει ψηλά το Ευαγγέλιο, το δείχνει στους πιστούς και, αφού εισέλθει στο Θυσιαστήριο, το αποθέτει στην αγία Τράπεζα.

 

Η ύψωση του Ευαγγελίου συμβολίζει την ανάδειξη του Κυρίου όταν άρχισε να εμφανίζεται στα πλήθη. Γιατί με το Ευαγγέλιο δηλώνεται ο ίδιος ο Χριστός. Τώρα λοιπόν που φανερώνεται ο Χριστός, κανείς δεν προσέχει τα λόγια των Προφητών, Γι' αυτό, μετά τη μικρή Είσοδο, ψάλλουμε ό,τι έχει σχέση με την καινούρια ζωή που έφερε ο Χριστός. Υμνούμε τον ίδιο τον Χριστό για όσα έκανε για μας. Εγκωμιάζουμε επίσης την Παναγία ή άλλους Αγίους, ανάλογα με την εορτή ή τον Άγιο που τιμά η Εκκλησία κάθε φορά.

 

Τρισάγιος ύμνος

 

Ανυμνούμε τέλος τον ίδιο τον Τριαδικό Θεό, ψάλλοντας: «Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος, ελέησον ημάς». Το «Άγιος, άγιος, άγιος…» αποτελεί τον ύμνο των αγγέλων (Ησ. 6:3). Και τα «Θεός», «ισχυρός» και «αθάνατος» είναι λόγια του προφήτη Δαβίδ: «Εδίψησεν η ψυχή μου προς τον Θεόν, τον ισχυρόν, τον ζώντα» (Ψαλμ. 41:3).

 

Ψάλλουμε τον Τρισάγιο Ύμνο μετά την είσοδο του Ευαγγελίου, για να διακηρύξουμε πως με την έλευση του Χριστού άγγελοι και άνθρωποι ενώθηκαν και αποτελούν πλέον μία Εκκλησία.

Αναγνώσματα

 

Αμέσως μετά ο ιερέας παραγγέλλει σε όλους να μη στέκονται με οκνηρία, αλλά να έχουν προσηλωμένο το νου τους σε εκείνα που θα ακολουθήσουν. Αυτό σημαίνει το «Πρόσχωμεν». Και με το «Σοφία» υπενθυμίζει στους πιστούς τη σοφία με την οποία πρέπει να συμμετέχουν στη Λειτουργία. Αυτή είναι οι καλοί λογισμοί που έχουν όσοι είναι πλούσιοι σε πίστη και ξένοι από καθετί ανθρώπινο. Είναι πράγματι ανάγκη να παρακολουθούμε τη Λειτουργία με τους πρέποντες λογισμούς, αν βέβαια θέλουμε να μην χάνουμε άδικα τον καιρό μας. Επειδή όμως κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο, χρειάζεται και η δική μας προσοχή και η εξωτερική υπενθύμιση, ώστε να ξανασυγκεντρώνουμε το νου μας, που συνεχώς ξεχνιέται και παρασύρεται σε μάταιες φροντίδες.

 

Επίσης και η εκφώνηση «Ορθοί» περιέχει παραίνεση. Θέλει μπροστά στο Θεό να στεκόμαστε πρόθυμοι, με ευλάβεια και ζήλο πολύ. Και πρώτο σημάδι αυτού του ζήλου είναι η όρθια στάση του σώματός μας. Ύστερα από αυτές τις εκφωνήσεις, διαβάζονται το Αποστολικό και το Ευαγγελικό ανάγνωσμα. Αυτά δηλώνουν τη φανέρωση του Κυρίου, όπως γινόταν σιγά-σιγά μετά την πρώτη Του εμφάνιση στους ανθρώπους. Στη μικρή Είσοδο το Ευαγγέλιο ήταν κλειστό και συμβόλιζε το διάστημα των τριάντα πρώτων ετών του Κυρίου, τότε που ο Ίδιος ακόμα σιωπούσε. Τώρα όμως που διαβάζονται τα αναγνώσματα, έχουμε την πληρέστερη αποκάλυψή Του, με όσα ο Ίδιος δίδασκε δημόσια και με όσα πρόσταζε τους Αποστόλους να κηρύσσουν.

 

Μεγάλη Είσοδος

 

Σε λίγο ο λειτουργός θα προχωρήσει πλέον στη θυσία, και πρέπει τα δώρα που πρόκειται να θυσιαστούν, να τοποθετηθούν στην αγία Τράπεζα. Για αυτό έρχεται τώρα στην Πρόθεση, παίρνει τα τίμια δώρα, τα κρατάει στο ύψος του κεφαλιού του και βγαίνει από το Ιερό. Προχωρώντας με πολλή κοσμιότητα και με βήμα αργό, τα περιφέρει στο ναό, ανάμεσα στο πλήθος, συνοδευόμενος από λαμπάδες και θυμιάματα. Τελικά εισέρχεται στο θυσιαστήριο και τα αποθέτει στην αγία Τράπεζα.

 

Στο πέρασμα του ιερέα οι πιστοί ψάλλουν και προσκυνούν με κάθε σεβασμό παρακαλώντας να τους μνημονεύει την ώρα που θα προσφέρει στο Θεό τα τίμια δώρα. Γιατί ξέρουν πως δεν υπάρχει αποτελεσματικότερη ικεσία από τούτη τη φρικτή θυσία, που καθάρισε δωρεάν όλες τις αμαρτίες του κόσμου (Χαρακτηριστικό λειτουργικό στοιχείο της Μεγάλης Εισόδου είναι ο Χερουβικός Ύμνος, που ψάλλεται σε αργό μέλος από το χορό: «Οι τα Χερουβίμ μυστικώς εικονίζοντες και τη ζωοποιώ Τριάδι τον τρισάγιον ύμνον προσάδοντες, πάσαν την βιοτικήν αποθώμεθα μέριμναν, ως τον βασιλέα των όλων υποδεξόμενοι, ταις αγγελικαίς αοράτως δορυφορούμενον τάξεσιν. Αλληλούια». Δηλαδή: «Εμείς που μυστικά εικονίζουμε τα Χερουβείμ και ψάλλουμε στη ζωοποιό Τριάδα τον τρισάγιο ύμνο, ας αφήσουμε κάθε βιοτική μέριμνα, για να υποδεχθούμε τον Βασιλιά των όλων, που αόρατα συνοδεύεται από τα αγγελικά τάγματα. Αλληλούια»).

 

Η μεγάλη Είσοδος συμβολίζει την πορεία του Χριστού προς την Ιερουσαλήμ, όπου έπρεπε να θυσιαστεί. Καθισμένος τότε πάνω σε ζώο, έμπαινε στην Αγία Πόλη, συνοδευόμενος και υμνούμενος από τα πλήθη.

 

Σύμβολο της πίστεως

 

Ο ιερέας καλεί τώρα τους πιστούς να προσευχηθούν «υπέρ των προτεθέντων τιμίων δώρων»: «Ας παρακαλέσουμε τον Θεό να αγιαστούν τα τίμια δώρα που είναι μπροστά μας, ώστε να εκπληρωθεί έτσι ο αρχικός μας σκοπός».

 

Ύστερα, αφού προσθέσει και άλλες αιτήσεις, παρακινεί όλους να έχουν μεταξύ τους ειρήνη («Ειρήνη πάσι») και αγάπη («Αγαπήσωμεν αλλήλους…»). Κι επειδή τη μεταξύ μας αγάπη ακολουθεί η αγάπη στο Θεό και η τέλεια και ζωντανή μας πίστη σ Αυτόν, Γι' αυτό, αμέσως μετά ομολογούμε τον αληθινό Θεό: «Πατέρα, Υιόν και άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον».

 

«Τας θύρας, τας θύρας· εν σοφία πρόσχωμεν», συμπληρώνει ο λειτουργός. Μ αυτό θέλει να πεί: «Ανοίξτε διάπλατα όλες τις πόρτες, δηλαδή τα στόματα και τα αυτιά σας, στην αληθινή σοφία, δηλαδή σε όσα υψηλά μάθατε και πιστεύετε για το Θεό. Αυτά συνεχώς να λέτε και να ακούτε, και μάλιστα με ζήλο και προσοχή».

 

Τότε οι πιστοί απαγγέλλουν δυνατά το Σύμβολο της Πίστεως («Πιστεύω εις έναν Θεόν…») .

 

Αγία αναφορά

 

«Στώμεν καλώς· στώμεν μετά φόβου. Πρόσχωμεν την αγίαν αναφοράν εν ειρήνη προσφέρειν», προτρέπει πάλι ο ιερέας. Δηλαδή: «Ας σταθούμε γερά σε όσα ομολογήσαμε με το «Πιστεύω…», χωρίς να κλονιζόμαστε από τους αιρετικούς. Ας σταθούμε με φόβο, γιατί είναι μεγάλος ο κίνδυνος να πλανηθούμε. Όταν έτσι σταθεροί παραμένουμε στην πίστη, τότε ας προσφέρουμε τα δώρα μας στο Θεό με ειρήνη».

 

Στο σημείο αυτό οι πιστοί πρέπει να έχουν στο νου τους και τα λόγια του Κυρίου: «Αν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο και θυμηθείς ότι κάποιος κάτι έχει εναντίον σου, συμφιλιώσου πρώτα μαζί του, και μετά έλα να προσφέρεις το δώρο σου» (Ματθ. 5:23 -24).

 

Αφού λοιπόν ο ιερέας ανυψώσει τις ψυχές και τα φρονήματα των πιστών από τα επίγεια προς τα ουράνια, αρχίζει την ευχαριστήρια προσευχή. Μιμείται έτσι τον πρώτο Ιερέα, τον Χριστό, που ευχαρίστησε το Θεό Πατέρα προτού παραδώσει το μυστήριό της θείας Ευχαριστίας.

 

Τον δοξολογεί τώρα κι αυτός και Τον υμνεί μαζί με τους αγγέλους. Τον ευγνωμονεί για όλες τις ευχαριστίες που μας έκανε από την αρχή της δημιουργίας. Τον ευχαριστεί ιδιαίτερα για την έλευση του Μονογενούς Του Υιού στον κόσμο και για την παράδοση του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας. Διηγείται μάλιστα και τα σχετικά με τον Μυστικό Δείπνο, επαναλαμβάνοντας τα ίδια τα λόγια του Κυρίου: «Λάβετε, φάγετε… Πίετε εξ αυτού πάντες…» (Ματθ. 26:26–27).

 

Ο ιερέας, αφού πεί, «Έχοντας λοιπόν στο νου μας αυτή τη σωτήρια εντολή και όλα όσα έχουν γίνει για μας, δηλαδή τη σταύρωση, την ταφή, την τριήμερη ανάσταση, την ανάληψη στους ουρανούς, την ενθρόνιση στα δεξιά του Πατέρα, τη δεύτερη και ένδοξη πάλι παρουσία», καταλήγει με την εκφώνηση: «Τα σά εκ των σών σοί προσφέροντες κατά πάντα και δια πάντα, σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν, σοί ευχαριστούμεν, Κύριε, και δεόμεθά σου, ο Θεός ημών». Με τούτα τα λόγια είναι σαν να λέει στον ουράνιο Πατέρα: «Σου προσφέρουμε την ίδια εκείνη προσφορά που ο ίδιος ο Μονογενής Σου Υιος πρόσφερε σ Εσένα, το Θεό και Πατέρα. Και προσφέροντας την, Σ ευχαριστούμε, γιατί κι Εκείνος προσφέροντας την Σ ευχαριστούσε. Τίποτα δικό μας δεν προσθέτουμε σ αυτή την προσφορά των δώρων. Γιατί δεν είναι δικά μας έργα τούτα τα δώρα, αλλά δικά Σου δημιουργήματα. Ούτε και δική μας επινόηση είναι αυτός ο τρόπος της λατρείας, αλλά Εσύ μας τον δίδαξες κι Εσύ μας παρακίνησες να Σε λατρεύουμε με αυτόν τον τρόπο. Γι' αυτό, όσα Σου προσφέρουμε, είναι εξ ολοκλήρου δικά Σου. . . ».

 

Την ίδια στιγμή ο ιερέας προσπίπτει και ικετεύει θερμά το Θεό. Παρακαλεί για τα δώρα που έχει μπροστά του, ώστε να δεχθούν το πανάγιο και παντοδύναμο Πνεύμα Του και να μεταβληθούν ο μεν άρτος στο ίδιο το άγιο σώμα του Χριστού, ο δε οίνος στο ίδιο το άχραντο αίμα Του.

 

Μετά απ αυτές τις ευχές, η θεία ιερουργία ολοκληρώθηκε! Τα δώρα αγιάστηκαν! Η θυσία πραγματοποιήθηκε! Το μεγάλο θύμα και σφάγιο, που θυσιάστηκε για χάρη του κόσμου, βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, πάνω στην αγία Τράπεζα! Γιατί ο άρτος δεν είναι πλέον τύπος του Δεσποτικού σώματος. Είναι το ίδιο το πανάγιο σώμα του Κυρίου που δέχτηκε όλες εκείνες τις προσβολές, τα ραπίσματα, τα φτυσίματα, τις πληγές, τη χολή, τη σταύρωση. Και ο οίνος είναι το ίδιο το αίμα που ξεπήδησε όταν σφαζόταν το σώμα. Αυτό είναι το σώμα, αυτό είναι το αίμα που έλαβε σύσταση από το Άγιο Πνεύμα, που γεννήθηκε από τον Παρθένο Μαρία, που θάφτηκε, αναστήθηκε την τρίτη ημέρα, ανέβηκε στους ουρανούς και κάθησε στα δεξιά του Πατέρα.

 

Και πιστεύουμε πως έτσι είναι, γιατί ο ίδιος ο Κύριος είπε: «Τούτο εστί το σώμα μου… τούτο εστί το αίμα μου» (Μαρκ. 14:22, 24). Και γιατί ο Ίδιος παρήγγειλε στους Αποστόλους και σ όλη την Εκκλησία: «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» (Λουκ. 22:19). Δεν θα πρόσταζε να επαναλαμβάνουν αυτό το μυστήριο, αν δεν είχε σκοπό να τους δώσει δύναμη να το επιτελούν. Και ποια είναι η δύναμη; Το Άγιο Πνεύμα. Αυτό είναι που με το χέρι και τη γλώσσα των ιερέων τελεσιουργεί τα μυστήρια. Ο λειτουργός είναι υπηρέτης της χάριτος του αγίου Πνεύματος, χωρίς να προσφέρει τίποτε από τον εαυτό του. Γι' αυτό και δεν έχει σημασία αν τύχει να είναι ο ίδιος γεμάτος αμαρτίες. Κάτι τέτοιο δεν νοθεύει την προσφορά των δώρων, τα οποία είναι πάντοτε ευάρεστα στο Θεό. Όπως κι ένα φάρμακο που κατασκευάστηκε από άνθρωπο άσχετό με την ιατρική επιστήμη, δεν χάνει τη θεραπευτική του δράση, αρκεί μόνο να κατασκευάστηκε σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού.

 

Αφού λοιπόν συμπληρωθεί η θυσία, ο ιερέας, βλέποντας μπροστά του το ενέχυρο της θείας φιλανθρωπίας, τον Αμνό του Θεού, ευχαριστεί και ικετεύει. Ευχαριστεί το Θεό για όλους τους αγίους, γιατί στο πρόσωπό τους η Εκκλησία βρήκε εκείνο που ζητάει, τη βασιλεία των ουρανών. Ιδιαίτερα -«εξαιρέτως»- ευχαριστεί για την υπερευλογημένη Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία, γιατί αυτή υπερβαίνει κάθε αγιοσύνη. Και ικετεύει ο ιερέας για όλους τους πιστούς -τους κεκοιμημένους και τους ζώντες- γιατί αυτοί δεν έφτασαν στην τελειότητα ακόμα κι έχουν ανάγκη από προσευχή.

 

Θεία Κοινωνία

 

Σε λίγο ο λειτουργός θα κοινωνήσει ο ίδιος και θα προσκαλέσει και τους πιστούς στα θεία Μυστήρια. Επειδή όμως δεν επιτρέπεται σε όλους ανεξαίρετα η θεία Μετάληψη, ο ιερέας, υψώνοντας τον ζωοποιό Άρτο και δείχνοντάς Τον, εκφωνεί: «Τα άγια τοις αγίοις». Είναι σαν να λέει: «Να ο Άρτος της ζωής! Τον βλέπετε. Λοιπόν, τρέξτε να τον μεταλάβετε. Όχι όμως όλοι, αλλά όποιος είναι άγιος. Γιατί τα άγια επιτρέπονται μόνο στους αγίους».

 

Αγίους εδώ εννοεί όχι μόνο εκείνους που έφτασαν στην τελειότητα της αρετής, αλλά κι εκείνους που αγωνίζονται να φτάσουν σ αυτήν, έστω κι αν ακόμα υστερούν. Για αυτό οι χριστιανοί, αν δεν πέφτουν σε θανάσιμα αμαρτήματα που τους εμποδίζουν από το Χριστό και τους νεκρώνουν πνευματικά, δεν έχουν κανένα εμπόδιο να κοινωνούν [Άλλωστε η θεία Λειτουργία γίνεται για να κοινωνούν οι πιστοί. Όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος, «το να κοινωνεί κανείς και να μεταλαμβάνει κάθε μέρα το άγιο σώμα και αίμα του Χριστού, είναι καλό και ωφέλιμο». Η συχνή θεία Κοινωνία, όμως, προϋποθέτει τον συνεχή πνευματικό αγώνα και την κατάλληλη προετοιμασία (νήψη-προσευχή, μετάνοια-εξομολόγηση κ. λπ. )].

 

Στην εκφώνηση του ιερέα, «Τα άγια τοις αγίοις», οι πιστοί αποκρίνονται δυνατά: «Εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός». Γιατί κανείς δεν έχει την αγιότητα από μόνος του, ούτε είναι και κατόρθωμα της ανθρώπινης αρετής, αλλά, όλοι από τον Χριστό την αντλούν. Και όπως, αν κάτω από τον ήλιο τοποθετηθούν πολλοί καθρέφτες, όλοι ακτινοβολούν, και νομίζεις ότι βλέπεις πολλούς ήλιους, ενώ στην πραγματικότητα ένας είναι ο ήλιος που αστράφτει σε όλους τους καθρέφτες, έτσι και ο μόνος Άγιος, ο Χριστός, καθώς διαχέεται με τη μετάληψη μέσα στους πιστούς, φαίνεται σε πολλές ψυχές και παρουσιάζει πολλούς ως αγίους. Αυτός όμως είναι ο ένας και μοναδικός Άγιος.

 

Αφού λοιπόν μ αυτόν τον τρόπο συγκαλέσει ο λειτουργός τους πιστούς στο ιερό δείπνο, μεταλαμβάνει πρώτα ο ίδιος και οι άλλοι κληρικοί που βρίσκονται στο άγιο Βήμα. Προηγουμένως όμως χύνει θερμό νερό μέσα στο άγιο Ποτήριο, πράγμα που υποδηλώνει την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία. Γιατί αυτό το ζεστό νερό, επειδή και νερό είναι αλλά και φωτιά έχει μέσα του λόγω του βρασμού, φανερώνει το Άγιο Πνεύμα, το οποίο με «ύδωρ ζων» (Ιω. 7:38) το παρομοίασε ο Κύριος, και με τη μορφή της φωτιάς κατέβηκε στους Αποστόλους την ημέρα της Πεντηκοστής.

 

Στη συνέχεια ο ιερέας στρέφεται προς το εκκλησίασμα και, δείχνοντας τα Άγια, προσκαλεί όσους θέλουν να κοινωνήσουν, να προσέλθουν «μετά φόβου Θεού και πίστεως». Να μην καταφρονήσουν δηλαδή την ταπεινή εμφάνιση που έχουν το σώμα και το αίμα του Κυρίου, αλλά να πλησιάσουν έχοντας επίγνωση της αξίας των μυστηρίων και πιστεύοντας ότι αυτά προξενούν την αιώνια ζωή σ εκείνους που μεταλαμβάνουν.

 

Το σώμα και το αίμα του Χριστού είναι αληθινή τροφή και αληθινό ποτό. Και όταν τα μεταλαμβάνει κανείς, δεν μετατρέπονται αυτά σε ανθρώπινο σώμα, όπως γίνεται με τις συνηθισμένες τροφές, αλλά το ανθρώπινο σώμα μεταβάλλεται σε εκείνα. Όπως και το σίδερο, όταν έρθει σε επαφή με τη φωτιά, γίνεται κι αυτό φωτιά· δεν κάνει τη φωτιά σίδερο.

 

Τη θεία Κοινωνία τη δεχόμαστε βέβαια με το στόμα, αλλά αυτή εισέρχεται πρώτα στην ψυχή κι εκεί πραγματοποιείται η ένωσή μας με το Χριστό, όπως λέει και ο Απόστολος Παύλος: «Εκείνος που ενώνεται με τον Κύριο, γίνεται ένα πνεύμα με Αυτόν» (Α΄ Κορ. 6:17). Χωρίς την ένωσή του με το Χριστό, ο άνθρωπος, από μόνος του, είναι ο παλαιός άνθρωπος, ο άνθρωπος που δεν έχει τίποτα κοινό με το Θεό.

 

Ποια όμως είναι εκείνα που ζητάει από εμάς ο Χριστός για να μας αγιάσει με τα θεία μυστήρια; Είναι η κάθαρση της ψυχής, η πίστη και η αγάπη στο Θεό, ο διακαής πόθος και η λαχτάρα μας για τη θεία Κοινωνία. Αυτά ελκύουν τον αγιασμό, κι έτσι πρέπει να κοινωνούμε. Γιατί πολλοί είναι εκείνοι που προσέρχονται στα μυστήρια, και όχι μόνο δεν ωφελούνται καθόλου, αλλά φεύγουν χρεωμένοι με αμέτρητες αμαρτίες.

 

Απόλυση

Αφού κοινωνήσουν οι πιστοί, εύχονται να παραμείνει μέσα τους ο αγιασμός που έλαβαν, και να μην προδώσουν τη χάρη ούτε να χάσουν τη δωρεά.

 

Ο ιερέας τους καλεί τώρα να ευχαριστήσουν με ζήλο το Θεό για τη θεία Μετάληψη. Γι' αυτό λέει: «Ορθοί. . . αξίως ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω». Όχι δηλαδή ξαπλωμένοι ούτε καθισμένοι, αλλά υψώνοντας την ψυχή και το σώμα προς Αυτόν. Και οι πιστοί με λόγια της Γραφής δοξολογούν το Θεό, που είναι αίτιος και χορηγός όλων των αγαθών: «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον από του νυν και έως του αιώνος» (Ψαλμ. 112:2). Αφού ψάλλουν τρεις φορές αυτόν τον ύμνο, ο ιερέας βγαίνει από το Θυσιαστήριο, στέκεται μπροστά στο πλήθος και απευθύνει την τελευταία ευχή: «Χριστός ο αληθινός Θεός ημών. . . ». Ζητάει από τον Κύριο να μας σώσει με το έλεός Του, γιατί από τον εαυτό μας δεν έχουμε να επιδείξουμε τίποτε άξιο σωτηρίας. Γι' αυτό και ως πρεσβευτές μνημονεύει πολλούς αγίους και ιδιαίτερα την παναγία Του Μητέρα.

 

Τέλος, ο λειτουργός μοιράζει το αντίδωρο. Αυτό έχει αγιαστεί, καθώς προέρχεται από τον αρχικό άρτο, που προσφέραμε στο Θεό για την τέλεση της θείας Ευχαριστίας. Οι πιστοί παίρνουν με ευλάβεια το αντίδωρο, φιλώντας το δεξί χέρι του ιερέα. Γιατί αυτό το χέρι, μόλις πριν, άγγιξε το πανάγιο σώμα του Χριστού, δέχτηκε από εκείνο τον αγιασμό και τον μεταδίδει τώρα σε όσους το ασπάζονται.

 

Εδώ η θεία Λειτουργία φτάνει στο τέλος της και το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας ολοκληρώνεται. Γιατί και τα δώρα, που προσφέραμε στο Θεό, αγιάστηκαν και τον ιερέα αγίασαν και στο υπόλοιπο πλήρωμα της Εκκλησίας μετέδωσαν τον αγιασμό.

 

Για όλα αυτά, λοιπόν, στο Χριστό, στον αληθινό Θεό μας, πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το πανάγιο Πνεύμα Του, τώρα και πάντοτε και στην ατέλειωτη αιωνιότητα. Αμήν.

Θρησκευτικά Α΄Λυκείου: Βοηθητικό κείμενο για τις Δ.Ε. που αναφέρονται στα Μυστήρια

αναρτήθηκε στις 24 Μαΐ 2015, 7:14 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων

Τα μυστήρια τής Εκκλησίας και η σημασία τους για τον σύγχρονο άνθρωπο

Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΤΑΙ ΕΝ ΤΟΙΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟΙΣ

Δια της Εκκλησίας οι πνευματικοί κρουνοί της χάριτος του Θεού, μέσω των επτά κυρίων μυστηρίων της, περιλούζουν όχι μόνο την ανθρωπότητα αλλά και ολάκερη την πλάση, με σκοπό την λύτρωση του ανθρώπου και την επιτέλεση του φυσικού προορισμού παντός κτιστού όντος. Λέμε «μέσω των επτά κυρίων μυστηρίων της», διότι η Εκκλησία δεν αρνήθηκε ποτέ, δια των Πατέρων και της αποστολικής Παραδόσεως, πως μυστήριο είναι όλη η εκκλησιαστική και εν χάριτι ζωή των πιστών, η ασκητική και εν μετανοία ζωή των μοναχών, ο φωτισμός και η έλλαμψη του θείου και ακτίστου φωτός. Ακόμη, μυστήρια είναι: Ο χωρισμός ψυχής και σώματος την στιγμή του θανάτου, η ατελεύτητος ζωή των αναχωρησάντων εκ του βίου τούτου, η επενέργεια των μνημοσύνων στις ψυχές των κοιμηθέντων και η προσωρινή, έως της Δευτέρας Παρουσίας, διάκριση σε αγωνιζόμενη στη γη και θριαμβεύουσα εν ουρανοίς Εκκλησία.

Ιδιαίτερα ο απόστολος Παύλος ονομάζει την Εκκλησία «Σώμα Χριστού» (Ρωμ. 12,5/Α΄ Κορ. 10,17/ κεφ. 12), η οποία έχει ως κεφαλή τον Χριστό και μέλη τους πιστούς. Στις λειτουργίες του φυσικού σώματος αντιστοιχούν και οι χαρισματικές λειτουργίες του εκκλησιαστικού σώματος, της νέας δηλονότι οικογένειας, στην οποία ο άνθρωπος εντάσσεται από το βάπτισμά του και εξής. Έτσι, στη γέννηση του ανθρώπου αντιστοιχεί το μυστήριο του Βαπτίσματος. Στην κίνηση και αύξηση το μυστήριο του Χρίσματος. Στην τροφή το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Στην ενηλικίωση το μυστήριο του γάμου και της οικογένειας ή της μοναχικής ζωής. Στην ανάγκη για ψυχοσωματική θεραπεία ανταποκρίνεται το μυστήριο του Ευχελαίου. Στην ανάγκη για συμφιλίωση και κοινωνία με τους συνανθρώπους το μυστήριο της Μετανοίας-ιεράς Εξομολόγησης. Η Εκκλησία δεν εγκαταλείπει τον άνθρωπο αβοήθητο και «στην τύχη του» ούτε και κατά τον θάνατό του, αλλά ούτε και μετά. Τον ακολουθεί μέχρι την τελευταία του κατοικία με την ακολουθία της κηδείας και εύχεται γι’ αυτόν στον Θεό με τα μνημόσυνα, αλλά και κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας.

Όλα μάλιστα τα στοιχεία της φύσεως εξαγιάζονται δια της χάριτος του Θεού, μέσω των τελετών, ακολουθιών και μυστηρίων της Εκκλησίας, ώστε να συμπεριλάβει η νέα ανθρωπότητα του Χριστού κάθε υλικοπνευματική εκδήλωση της ζωής και να βοηθήσει τους πιστούς να αναπνέουν πλήρως μέσα στη Θεία Παρουσία: Το νερό ευλογείται κατά τα άγια Θεοφάνεια, αλλά και μετατρέπεται σε αγιασμό με τις ευχές του ιερέα. Το λάδι ευλογείται και χρησιμοποιείται κατά το Βάπτισμα, το Χρίσμα και το άγιο Ευχέλαιο. Ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται σε σώμα και αίμα Χριστού. Ευχές και ευλογίες έχει όμως η Εκκλησία και για τα επαγγέλματα, την καθημερινή ζωή και τα αντικείμενα που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος, ούτως ώστε να τον επισκέπτεται πολύ συχνά η δύναμη του Θεού και να καλυτερεύει η ζωή του σωματοψυχικά. Έτσι, μέσω της Εκκλησίας, ο πιστός γίνεται κατ’ ενέργειαν ένα με το Θεό και αναγνωρίζει όχι σαν μαγική την αίσθηση της Θείας Χάριτος, αλλά σαν νέο ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟ τρόπο υπάρξεως, εν τω Σώματι του Κυρίου.

 

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Κάθε λειτουργία του εκκλησιαστικού σώματος έχει μια ξεχωριστή αποστολή, αλλά και ανταποκρίνεται αγιαστικά στην συνολική ζωή των πιστών. Έτσι:

ΚΑΤΑ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ εντάσσεται ο άνθρωπος στην οικογένεια του Χριστού και υπάγεται πλέον εκτός από τη φυσική (βιολογική) και στην πρωταρχική (όπως όφειλε να είναι εν Παραδείσω), κατά θέλησιν Θεού, πνευματική του οικογένεια (Εκκλησία). Δια της τριπλής καταδύσεως και αναδύσεως στο νερό της κολυμβήθρας ο πιστός νεκρώνει τον παλαιόν άνθρωπο της αρχικής πτώσεως και φθοράς και αναγεννάται στη ζωή της Αγίας Τριάδος. Είναι γνωστή η εντολή του Χριστού στην νεοσύστατη Εκκλησία Του: «Πηγαίνετε και κάνετε όλα τα έθνη μαθητές μου, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 44,19), αλλά και το παράγγελμα των Πράξεων: «Σήκω και βαπτίσου και ομολόγησε ότι αυτός είναι ο Κύριος για να καθαριστείς από τις αμαρτίες σου» (22,16). Ο δε απόστολος Παύλος επισημαίνει: «Όσοι βαπτισθήκατε στο Χριστό, έχετε ενδυθεί τον Χριστό» (Γαλ. 3,27). Κατά τη διάρκεια του μυστηρίου ο ιερέας αλείβει με λάδι το σώμα του πιστού, φανερώνοντας συμβολικά τη βοήθεια που παρέχει ο Θεός για να ξεφύγει ο βαπτισθείς από τις παγίδες του διαβόλου και του κακού, όπως οι αθλητές αλείβονταν με λάδι για να ξεφύγουν στην αρένα από τις παγίδες και τον σφιχτό εναγκαλισμό των αντιπάλων τους. Ακόμη, κόβει μερικές τρίχες σταυροειδώς ο ιερέας από το κεφάλι του παιδιού για να δηλώσει ότι δεν είναι πλέον δούλος κάποιου αφέντη, αλλά δούλος Χριστού, ήτοι πραγματικά ελεύθερος από τα πάθη και την αμαρτία. Την αξία του βαπτίσματος και πόσο αυτό μπορεί να αλλάξει όλη την κοινωνία, αν εμείς οι ίδιοι θελήσουμε, δείχνει η ακόλουθη ιστορία: Οι Φιτζαίοι υπήρξαν πριν εκχριστιανιστούν φυλή αγρίων και κανιβάλων στον Ειρηνικό Ωκεανό. Αφού όμως βαπτίσθηκαν και δέχθηκαν τον Χριστιανισμό (1867), την ίδια μεγάλη πέτρα πάνω στην οποία αφαιρούσαν τη ζωή από τα θύματά τους, την μετέτρεψαν, αφού τη λάξευσαν, σε βαπτιστήριο και εκεί βάπτιζαν τα παιδιά τους. Από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια είναι αλήθεια πως βαπτίζονταν και τα νήπια (σύμφωνα και με το Ματθ. 19,13-15). Συγκεκριμένα βαπτίζονταν ολόκληρες οικογένειες, μέσα στις οποίες υπήρχαν και πολλά παιδιά, γεγονός που επισημαίνει άλλωστε το κήρυγμα του απ. Πέτρου, ο οποίος κάλεσε όλους τους παρευρισκόμενους να βαπτισθούν (3.000 ανθρώπους), μικρούς και μεγάλους, με τα λόγια: «Αυτά που υποσχέθηκε ο Θεός είναι για σας και για τα παιδιά σας» (Πράξ. 2,38-39). Αλλά και η θεοσεβής Λυδία από την πόλη των Θυατείρων «βαπτίστηκε αυτή και οι οικιακοί της» (Πράξ. 16,15), ο δεσμοφύλακας του Παύλου και του Σίλα «βαπτίστηκε αυτός και όλοι οι δικοί του» (Πράξ. 16,33), καθώς και ο «οίκος», η οικογένεια δηλαδή του Στεφανά, από τον απ. Παύλο (Α΄ Κορ. 1,16).

ΤΟ ΧΡΙΣΜΑ είναι η σφραγίδα της χάριτος του Θεού πάνω στους βαπτισθέντες και η λήψη των ποικίλων χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος. Στη Σαμάρεια λ.χ., αν και είχαν βαπτισθεί οι πιστοί από το ΔΙΑΚΟΝΟ Φίλιππο, δεν είχαν λάβει ακόμη τα χαρίσματα του Παρακλήτου, γεγονός που έγινε στη συνέχεια από τον Πέτρο και τον Ιωάννη, οι οποίοι «έθεταν τα χέρια πάνω τους και λάβαιναν Πνεύμα Άγιο» (Πράξ. 8,14-17). Το ίδιο συνέβη και στην Έφεσο από τον απ. Παύλο, όπου μόνο δι’ επιθέσεως των χεριών του Παύλου «ήλθε το Πνεύμα το Άγιον επ’ αυτούς, ελάλουν τε γλώσσαις και προεφήτευον» (Πράξ. 19,1-6). Αργότερα αντικαταστάθηκε η «επίθεση των χειρών» των αποστόλων με τη χρήση και επάλειψη δι’ αγίου μύρου, δηλαδή από ευλογημένο υπό επισκόπου έλαιο, εκκλησιαστική πρακτική που μαρτυρείται από αυτά ήδη τα αποστολικά χρόνια. Δια του μυστηρίου του Χρίσματος ο πιστός, δια της δυνάμεως του Θεού και του ιδικού του αγώνος, καλείται να αποκτήσει το τριπλό αξίωμα του Κυρίου, δηλαδή να γίνει ιερέας, προφήτης και βασιλιάς. Σαν ιερέας οφείλει να ευχαριστεί τον Θεό και να προσφέρει την, ήδη στον άνθρωπο δωρηθείσα, φύση και πάλι στον Θεό με προσευχές και ύμνους. Σαν προφήτης οφείλει να ομιλεί (για), και να διδάσκει τους συνανθρώπους του, την Οδόν του Κυρίου και σαν βασιλέας οφείλει να υποτάσσει τη φύση του στο θέλημα του Θεού και να καθίσταται άρχοντας στα πάθη και κατώτερα ένστικτα.  

Η ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ είναι το μυστήριο των μυστηρίων και «φάρμακον αθανασίας» όπως χαρακτηρίζεται τον 2ο αιώνα από τον άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο (Εφεσ. ΧΧ). Τον ίδιο αιώνα ο άγιος Ιουστίνος υπογραμμίζει την καθολική σ’ αυτό συμμετοχή των πιστών καθώς και την αποστολή των Τιμίων Δώρων στους απόντες (Α΄ Απολογία 67). Η Θεία Ευχαριστία είναι όχημα των πιστών προς τον Ουρανό και συνδέει όσο τίποτε άλλο κατά χάριν Θεό και ανθρώπους, αλλά και τους ανθρώπους μεταξύ τους, σύμφωνα και με παρατήρηση του φιλοσόφου Βολταίρου. Μετά δηλαδή και την Πεντηκοστή, η νέα κοινότητα των πιστών τρεφόταν και εξαρτιόταν όχι μόνο από την υλική τροφή, αλλά και από το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Έτσι πραγματοποιήθηκε και η προφητεία του ιδίου του Χριστού, που είπε: «Όταν εγώ υψωθώ από τη γη (σταυρωθώ και αναληφθώ), όλους θα τους ελκύσω προς τον εαυτόν μου» (Ιω. 12, 32-33). Κατά τη μεταβολή των Τιμίων Δώρων, το ψωμί και το κρασί μεταβάλλονται αοράτως σε σώμα και αίμα Χριστού (Ματθ. 26,26-28). Ο απ. Παύλος είναι κάθετος όσον αφορά την αλήθεια αυτής της μεταβολής και τις αρνητικές συνέπειες όσων δεν διακρίνουν το σώμα του Κυρίου (Α΄ Κορ. 11,27-30). Στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, ο Ιησούς είπε στους Ιουδαίους: «Εάν δεν φάτε τη σάρκα του Υιού του ανθρώπου και δεν πιείτε το αίμα του, δεν έχετε ζωή μέσα σας… Εκείνος που τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει μέσα μου και εγώ μέσα του… Εκείνος που με τρώγει θα ζήσει ένεκεν εμού» (6,53-58). Τα ξεκάθαρα αυτά λόγια Του (και όχι μόνο αυτά) αναιρούν κάθε σκέψη περί εικονικής δήθεν μεταβολής των Τιμίων Δώρων. Την χρυσή εποχή των Κατακομβών εκατομμύρια μάρτυρες στηρίχθηκαν και υπέμειναν τα μαρτύρια με τη βοήθεια της Θείας Μετάληψης. Άλλωστε και αυτός ο μυστηριώδης Μελχισεδέκ προσέφερε «άρτον και οίνον» στον πατριάρχη Αβραάμ (Γέν. 14,18), που σημαίνει ότι υπήρχαν εξαρχής ως ιερά δώρα και δεν αντλήθηκε η έννοιά τους από παγανιστικά μυστήρια, όπως μερικοί μη ενημερωμένοι ερευνητές προσπάθησαν να αποδείξουν. Η προφητεία του Μαλαχία μάς γνωστοποιεί την προτύπωση της Θείας Κοινωνίας από πολύ παλιά, όταν λέγει δι’ αυτού ο Θεός: «Από την ανατολή του ηλίου έως τη δύση του το όνομά μου έχει δοξαστεί ανάμεσα στα έθνη και σε κάθε τόπο θυμίαμα προσάγεται στο όνομά μου και ΘΥΣΙΑ ΚΑΘΑΡΗ» (Μαλ. 1,11).     

Άνευ του μυστηρίου της ΙΕΡΩΣΥΝΗΣ τίποτε καλό δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί στον κόσμο, αφού η μετάδοση όλων των υπολοίπων μυστηρίων καθώς και η θεραπεία ψυχών και σωμάτων εξαρτάται απ’ αυτό. Η ιεροσύνη είναι χάρισμα, όχι υπαλληλικό αξίωμα, και ο ιερέας καλείται να είναι πνευματικός πατέρας-θεραπευτής ψυχών τρωθέντων από την αμαρτία, την έλλειψη ασκήσεως και κατά χάριν ζωής. Ο μόνος βέβαια αρχιερέας είναι ο Χριστός. Οι διάκονοι όμως, πρεσβύτεροι και επίσκοποι, οι τρείς αυτοί βαθμοί ιεροσύνης, δανείζουν τον εαυτόν τους στον Χριστό και δι’ αυτού εξαγιάζεται η οικουμένη. Δια των νέων κάθε φορά χειροτονιών (συνεχιζόμενη αποστολική διαδοχή) και της υγιούς αποστολικής διδαχής μεταφέρεται η αλήθεια του Θεού και η σωτηρία στις επόμενες γενεές. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν νοείται ταξική διάκριση μεταξύ των μελών του εκκλησιαστικού σώματος, διότι αφενός η διάκριση σε ιερείς και λαϊκούς είναι λειτουργική και όχι ουσιαστική, αφετέρου και οι λαϊκοί κατέχουν δια του βαπτίσματός τους την λεγόμενη «γενική ιεροσύνη» και συγκαταλέγονται στο «βασιλικό ιερατείο, έθνος άγιο, λαό δικό Του» (Α΄ Πέτρ. 2,9), που εξαγγέλλει τις θαυμάσιες πράξεις Εκείνου και πορεύεται προς τη βασιλεία Του. Η γενική ιεροσύνη των χριστιανών δεν αναιρεί βέβαια την «ειδική ιεροσύνη» του κλήρου, των ποιμένων δηλαδή του λαού. Ο απ. Πέτρος αναφέρεται στους Πρεσβυτέρους ως σε μια ξεχωριστή τάξη κληρικών και καθοδηγητών του ποιμνίου, διότι λέγει: «Τους πρεσβυτέρους, οι οποίοι είναι μεταξύ σας, προτρέπω εγώ ο συμπρεσβύτερος και μάρτυς των παθημάτων του Χριστού, … ποιμάνατε το ποίμνιο του Θεού το οποίο είναι μεταξύ σας, ασκούντες την επίβλεψη όχι αναγκαστικά αλλά θεληματικά … και όταν θα φανερωθεί ο Αρχιποιμένας, τότε θα λάβετε το αμάραντο στεφάνι της δόξας» (Α΄ Πέτρ. 5,1-4). Επιπλέον, ο απ. Παύλος αναφέρεται στον Τιμόθεο και Τίτο ως σε επισκόπους (Τιμ. Α΄ 4,14/ Τίτ. 1,5-8), αλλά και σε ιδιαίτερα εδάφια της Κ.Δ. ξεχωρίζει η διάκριση σε διακόνους, ιερείς και επισκόπους (Πράξ. 6,6/ Α΄ Τιμ. 3,8-13/ Πράξ. 14,23 & 20,17). Δεδομένου ότι στα πρωτοχριστιανικά χρόνια της Κ.Δ. ΜΟΝΟ η τάξη των ‘προφητών-επισκόπων’, στην οποία συγκαταλέγονταν π.χ. ο Παύλος και ο Βαρνάβας, μπορούσε να χειροτονήσει πρεσβυτέρους, συνεπάγεται ότι είχαν και τον ανώτερο βαθμό ιεροσύνης στην Εκκλησία μετά τους αποστόλους.  

Δια της ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ οι πιστοί μετά+νοούν, δηλαδή αλλάζουν τρόπο σκέψεως και ζωής και λαμβάνουν συγχώρηση, ήτοι όχι μόνο δεν ανακρίνονται και δικάζονται, αλλά και με την άφεση που λαμβάνουν δια του ιερέως επανατοποθετούνται στο οικείο εκκλησιαστικό περιβάλλον τους, συμφιλιωμένοι με τους υπολοίπους αδελφούς τους (συν+χωρούνται). Ο Θεάνθρωπος χορήγησε δια του μυστηρίου της ιεροσύνης την εξουσία της αφέσεως των αμαρτιών στους αποστόλους Του, δηλαδή στους ποιμένες της Εκκλησίας, και όχι στο ποίμνιο, όταν τους είπε: «Αλήθεια σας λέγω, ότι όσα δέσετε στη γη θα είναι δεμένα στον ουρανό και όσα λύσετε στη γη θα είναι λυμένα στον ουρανό» (Ματθ. 18,18). Και πάλι τούς λέγει: «Λάβετε Πνεύμα Άγιον. Εάν συγχωρήσετε τις αμαρτίες κανενός, του είναι συγχωρημένες. Αν κανενός δεν τις συγχωρήσετε, θα μείνουν ασυγχώρητες» (Ιω. 20,22-23). Το μυστήριο της εξομολογήσεως είναι καθαρά θεραπευτικό και ξεπλένει αμαρτωλές συνειδήσεις, καθαρίζει την ψυχή από τραύματα και πάθη. Όπως πολλές φορές γυμνωνόμαστε μπροστά στο γιατρό για να εξεταστούμε, αλλά η ντροπή αυτή οδηγεί μετά στην θεραπεία και την υγεία, έτσι και στον πνευματικό μπροστά ντρεπόμαστε εξομολογούμενοι τα κρίματά μας, αλλά δια του τρόπου αυτού η ψυχή και πάλι λαμπρύνεται και οδηγείται στο δρόμο του Θεού από τον οποίον παρέκλινε. Η μεγαλοσύνη του Σπλαχνικού Πατέρα και η μετάνοια του Ασώτου Υιού φανερώνουν πεντακάθαρα την μοναδική αξία του μυστηρίου, σύμφωνα με την ομώνυμη παραβολή. Η Εκκλησία είναι ως εκ τούτου πνευματικό νοσοκομείο και η επανεύρεση της χαμένης κοινωνικότητος συντελείται δια της μετανοίας. «Ελάτε σε μένα όλοι εσείς, που είστε κουρασμένοι και φορτωμένοι, και εγώ θα σας δώσω ανάπαυση» (Ματθ. 11,28-30), παροτρύνει ο Κύριος. Άλλωστε συχνά το κήρυγμά Του ήταν: «Μετανοείτε, διότι πλησίασε η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 4,17). Έξοχο παράδειγμα μετανοίας αποτελεί η ζωή του αγίου Διονυσίου Ζακύνθου, ο οποίος όχι μόνο έδειξε άκρα ταπείνωση και μετάνοια στη ζωή του, αλλά και στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας (προς τα τέλη 16ου αι.) συγχώρεσε και φυγάδευσε τον ίδιο το φονιά του αδελφού του, ακολουθώντας πιστά τα βήματα του Χριστού που συγχώρεσε τους σταυρωτές Του.   

Με το μυστήριο του ΕΥΧΕΛΑΙΟΥ παρέχεται η άφεση των αμαρτιών (όπως και με κάθε μυστήριο) και χορηγείται η ψυχοσωματική υγεία, δια της χρήσεως με άγιο λάδι.  Δεν αντικαθιστά φυσικά το μυστήριο της Μετανοίας. Το μυστήριο τελείται στους Ορθόδοξους ναούς την Μεγάλη Τετάρτη το εσπέρας, ώστε να προετοιμασθούν κατάλληλα οι πιστοί για το ‘ποτήριον της Ζωής’, που θα δοθεί από τις επόμενες ημέρες. Για τους ασθενείς γίνεται στο ναό, ενίοτε όμως και στα σπίτια. Τελείται κανονικά από 7 ιερείς (μπορεί όμως να γίνει και από έναν), διαβάζονται 7 αποστολικά αναγνώσματα και 7 ευαγγελικές περικοπές και ακούγονται 7 ευχές. Στην τελευταία Ευχή γονατίζουν οι δυνάμενοι και χρίονται όλοι σταυροειδώς στο πρόσωπο και τα χέρια (έδρα πέντε αισθήσεων). Με τα λόγια του Ιακώβου του Αδελφοθέου φανερώνεται η χρήση του Ευχελαίου ως μυστηρίου και συνήθειας των χριστιανών στις πρώτες χριστιανικές κοινότητες: «Ασθενεί κανείς μεταξύ σας; Ας προσκαλέσει τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας και ας προσευχηθούν επάνω του, αφού τον αλείψουν με λάδι στο όνομα του Κυρίου, και η προσευχή που έγινε με πίστη θα θεραπεύσει τον ασθενή. Ο Κύριος θα τον σηκώσει και, αν έχει διαπράξει αμαρτίες, θα του συγχωρηθούν» (Ιακ. 5,14-15). Όταν άλλωστε ο Κύριος έστειλε τους δώδεκα μαθητές Του να κηρύξουν το Ευαγγέλιο της σωτηρίας και της μετανοίας, αυτοί έβγαζαν πολλά δαιμόνια και «άλειφαν πολλούς ανθρώπους με λάδι και τους θεράπευαν» (Μάρκ. 6,13).

Ο ΓΑΜΟΣ είναι το μυστήριο εκείνο που αναφέρεται «εις Χριστόν και εις την Εκκλησία», σύμφωνα και με τον απόστολο Παύλο (Εφ. 5,25-32). Δόθηκε στους ανθρώπους πριν την πτώση των πρωτοπλάστων, επομένως δεν είναι αποτέλεσμα αμαρτίας. Είναι μάλιστα μυστήριο «μέγα», καθώς όχι μόνο συντελεί εις σωτηρίαν αλλά και θεραπεύει ανάγκες ψυχολογικές, κοινωνικές και βιολογικές. Ο Θεός ήταν μάλιστα που έδωσε την εντολή τού «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» στους πρώτους ανθρώπους, με σκοπό να πληρώσουν την γη και να την κατακυριεύσουν (Γεν. 1,28). «Και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν» (Γεν. 2,24) αναφέρει τόσο η Π.Δ. όσο και η Εκκλησία κατά τη διάρκεια του μυστηρίου. Από τότε και ύστερα δεν είναι πια δύο αλλά ένας άνθρωπος. Ο Χριστός τίμησε τον γάμο παρευρισκόμενος και θαυματουργώντας για πρώτη φορά στον εν Κανά γάμο, «τη παρουσία και τω δώρω», όπως γράφει και ο ιερός Χρυσόστομος (P.G. 51, 210). Ο γάμος, εκτός από την άγια και αγαπητική ζωή των συζύγων, ολοκληρώνεται και με την απόκτηση απογόνων, χωρίς να είναι αυτό φυσικά το μοναδικό ζητούμενο στη συζυγία τους. Από δω και πέρα δημιουργείται «η κατ’ οίκον Εκκλησία», όπως λέγει ο απ. Παύλος. Η σωστή παρουσία και συμπεριφορά των συζύγων είναι απαραίτητη για την υγιή ανάπτυξη των παιδιών, όπως και η σωστή επικοινωνία τού καθενός με τους άλλους. Μεγάλη βοήθεια προσφέρεται δια της συχνής μυστηριακής ζωής, της ελλείψεως φωνασκιών, της πίστης προς τον Θεό και της αγάπης προς όλους. Είναι απαραίτητο ακόμη οι σύζυγοι να αισθάνονται ανεξάρτητοι από πεθερικά και συγγενείς, διάγοντες βέβαια με υπευθυνότητα και σεβασμό προς εκείνους.

 

 

 

 

ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

 

    Τα μυστήρια της Εκκλησίας ικανοποιούν την ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου να νοιώσει ότι δεν είναι μόνος, αλλά αδελφός μέσω αδελφών, και ότι έχει Πατέρα, αδελφό, και φίλο ακόμη, τον Ιησού Χριστό. Συμβάλλουν στην πνευματική μεταποίηση του ανθρώπου από άτομο σε πρόσωπο και τον καθιστούν μέτοχο της δόξης του Τριαδικού Θεού. Θεραπεύουν μάλιστα υλικές και υπαρξιακές ανάγκες του, αλλά και επιβεβαιώνουν την ενότητα σώματος και ψυχής, αφού εν τη Εκκλησία αντιμετωπίζεται ο άνθρωπος ψυχοσωματικά και όχι αιρετικά, δηλαδή μόνο σωματικά, μόνο ψυχικά ή μόνο διανοητικά. Τέλος, δια των εκκλησιαστικών μυστηρίων και με τη χάρη του Χριστού μεταμορφώνεται όλο το σύμπαν σε βασιλεία του Θεού, υποχωρούν οι δαιμονικές δυνάμεις, ανακαινίζεται η πλάση και ενοποιούνται τα διεστώτα, αλλά και θεραπεύεται κάθε διαίρεση και αδυναμία εν τω λαώ, δια της προσωπικής σχέσεως με τον Θεό και τον πλησίον.   

ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:

1.         ‘Βασικές αλήθειες πίστεως και ζωής’, Νικολάου Νευράκη, Αθ. 2007

2.         ‘Βήματα πίστεως και ζωής’, ΟΕΔΒ, Υπ. Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων  

3.         ‘Η Καινή Διαθήκη’, Αποστολικής Διακονίας, έκδ. Θ΄, 2009

4.         ‘Η Παλαιά Διαθήκη’, Αποστολικής Διακονίας, Αθ. 1981

5.         ‘Ορθόδοξη πίστη και λατρεία’, ΟΕΔΒ, 2005

6.         ‘Σύγχρονες αιρέσεις και παραθρησκευτικές λατρείες στην Ελλάδα’, Μιχαήλ Χούλη, εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Σύρου, Ερμούπολη 2002

7.         ‘Χριστιανισμός και Θρησκεύματα’, Νικολάου Νευράκη, Αθ. 1999

Δέκα αφηγηματικά κείμενα από το βιβλίο του Π.Μ.Σωτήρχου, Η γειτονιά των ταπεινών

αναρτήθηκε στις 13 Σεπ 2014, 7:57 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων   [ ενημερώθηκε 13 Σεπ 2014, 7:58 π.μ. ]

ΟΛΑ ΔΙΚΑΙΩΣ ΓΙΝΟΝΤΑΙ 

Πολλά γίνονται στον κόσμο αυτό και οι άνθρω­ποι δεν ξέρουν ούτε το πώς ούτε το γιατί και απο­ρούν και πολλές φορές κάνουν άδικες κρίσεις. Γίνο­νται πολλά δίκαια ή άδικα, κατά την ανθρώπινη λο­γική και συχνά είναι το ερώτημα: Γιατί να γίνη αυτό και γιατί να γίνη το άλλο, που κατά την κοινή λογι­κή δεν έπρεπε να γίνουν. Παρόμοιες απορίες είχε και ένας πιστός και ενάρετος, αλλά και απλός Ασκη­τής, όπως αναφέρεται στο «Γεροντικόν», και δεν μπορούσε να καταλάβη πολλές από τις κρίσεις και τις αποφάσεις του Θεού. Έπεφτε λοιπόν στα γόνατα και παρακαλούσε με δάκρυα, να του φανέρωση ό Θε­ός γιατί γίνονται όλα αυτά τα δυσεξήγητα και ακα­τανόητα και μυστήρια πράγματα στον κόσμο αυτό. Ο Κύριος όμως δεν φανέρωνε την αλήθεια των απο­φάσεων του στον απλό αυτόν Αναχωρητή, πού συνέ­χιζε να παρακαλή καθημερινώς για το θέμα αυτό.

Κάποτε ο Θεός λυπήθηκε τον καλόν αυτόν Αββά και του έβαλε στην καρδιά του την επιθυμία να συ­νάντηση έναν άλλον ονομαστό ασκητή και φίλο του, πού είχε το κελλί του πολύ μακρυά, τρεις μέρες δρό­μο. Έτσι την άλλη ήμερα έκανε τον σταυρό του, επι­καλέσθηκε την βοήθεια του Θεού και ξεκίνησε για το τριήμερο ταξίδι του. Όταν ξεκίνησε ο Αββάς την πεζοπορία του, έστειλε ο Θεός έναν Άγγελο, πού εί­χε την μορφή νέου Μονάχου και αφού συνάντησε τον Αββά, του έβαλε μετάνοια και του είπε ότι πη­γαίνει να επισκεφθή τον φίλον του Αββά, πού τον έ­λεγαν Θεόγνωστον.

-Και εγώ προς τον Θεόγνωστον πηγαίνω, είπε ο Γέροντας.

-Τότε να πάμε μαζί, πρότεινε ο Άγγελος και ο Αββάς το δέχτηκε.

Μιλούσαν τα περί σωτηρίας και ασκήσεως και προχωρούσαν ως το βράδυ, οπού βρέθηκαν σε κά­ποιο χωριό και εκεί φιλοξενήθηκαν στο σπίτι ενός κάλου Χριστιανού. Εκεί ο Χριστιανός τους έφερε τα κεράσματα μέσα σε ένα μεγάλο ασημένιο δίσκο. Το πρωί, που σηκώθηκαν να φύγουν, πήρε ο Άγγελος κρυφά τον ασημένιο δίσκο, τον πέταξε στον αέρα κι ο δίσκος χάθηκε. Ο Γέροντας λυπήθηκε με αυτό, που είδε αλλά δεν είπε τίποτε.

Συνέχισαν τον δρόμο τους και τη δεύτερη μέρα, οπού έφθασαν το βράδυ σε κάποιο άλλο χωριό και βρήκαν φιλοξενία στο σπίτι ενός ευλαβούς άνθρω­που, πού είχε ένα μονάκριβο γιο και τον έφερε στους δυο επισκέπτες για να τον ευλογήσουν. Το άλλο πρωί όμως, πού ετοιμάζονταν να φύγουν, πήγε ο Άγ­γελος έπιασε το παιδί από τον λαιμό και το έπνιξε. Τρόμαξε ο Γέροντας όταν είδε το γεγονός, αλλά πά­λι δεν είπε τίποτε. Συνέχισαν να πεζοπορούν μαζί και να μιλούν για τα πνευματικά και ασκητικά θέμα­τα και όταν βρέθηκαν το βράδυ σε ένα μικρό χωριό, δεν προσφέρθηκε κανείς να τους φιλοξενήση. Έτσι έψαξαν και βρήκαν μιαν αυλή, οπού υπήρχε ένας μι­σογκρεμισμένος τοίχος. Κάθησαν εκεί για να περά­σουν τη νύχτα τους, αλλά ο Άγγελος, πού ήταν μετα­μορφωμένος σε Μοναχό, σηκώθηκε αμέσως και ξανά­χτισε όλο τον τοίχο γερό και στέρεο από τα θεμέλια του, αντί να γείρη και αυτός και να κοιμηθή λίγο και να ξεκουραστή από την πεζοπορία της τρίτης ημέ­ρας.

Τότε ο Γέροντας δεν κρατήθηκε άλλο και άρχισε να εξορκίζη τον νεαρό Μοναχό, πού ήταν Άγγελος του Θεού, να του πή ποιος είναι και γιατί τα κάνει ό­λα αυτά, από την πρώτη στιγμή, πού συναντηθήκανε. Το πέταγμα του δίσκου, το πνίξιμο του παιδιού και τώρα το χτίσιμο του τοίχου.

-Σε παρακαλώ, πες μου ποιος είσαι; Άγγελος του Θεού ή δαίμονας; είπε.

-Άκου, Γέροντα, όλη την αλήθεια, πού θα σου φανερώσω αμέσως. Ο πρώτος Χριστιανός, πού μας φιλοξένησε είναι δίκαιος και θεοφιλής. Ο ασημένιος δίσκος όμως, πού τον εξαφάνισα προέρχονταν από άδικη κληρονομιά και για να μη χάση τον μισθόν των καλών του έργων, με πρόσταξε ό Θεός να τον ε­ξαφανίσω και η φιλοξενία του να είναι καθαρή και άδολη. Επίσης και ο δεύτερος, που μας εφιλοξένησε είναι ευλαβής και ενάρετος άνθρωπος, αλλά εάν ζού­σε ο μοναχογιός του θα γινόταν όργανο του σατανά και θα έπραττε πολλά κακά. Γι' αυτό και ο Θεός όρι­σε να αποθάνη μικρός, ώστε και εκείνος να σωθή και η ψυχή του πατρός του να μη μολυνθή και να μη κακοπάθη.

-Καλώς έπραξες, αφού ενεργούσες κατ' έντολήν του Θεού, είπε ο Γέροντας. Για τούτο τον τοίχο όμως, οπού έφτιαξες τι έχεις να πής;

-Μάθε, πάτερ, και γι' αυτό το θέμα, ότι ο νοικο­κύρης αυτής της αυλής είναι κακός άνθρωπος και κα­κούργος και θα έβλαπτε πολλούς αν δεν τον εμπόδι­ζε η φτώχεια του. Ο παππούς αυτού του ανθρώπου, όταν έχτισε αυτό τον τοίχο, έκρυψε μέσα στα θεμέλιά του πολλά χρήματα και αν άφηνα να πέση τελείως θα έβρισκε τα χρήματα αυτός ο κακούργος κληρονό­μος και θα πραγματοποιούσε με αυτά τα ολέθρια έρ­γα του. Γι’ αυτό με επρόσταξε ο Θεός να στερεώσω καλά τον τοίχο αυτό, ώστε να μη βρή τα χρήματα ο κακός αυτός ιδιοκτήτης και να μη βλάψη αυτούς, πού ήθελε να κακοποίηση με αυτά. Τα αφήνει λοιπόν εκεί ό Θεός για να τα βρή αργότερα κάποιος καλός άνθρωπος και να τα χρησιμοποίηση σε καλά έργα. Αυτές είναι μερικές από τις ανεξήγητες κρίσεις του Θεού, πού ήθελες να μάθης.

-Ευλογημένον και υπερδεδοξασμένον να είναι το όνομα του Κυρίου, είπε ταπεινά ο Γέροντας και έ­κανε τον σταυρό του.

-Πήγαινε λοιπόν, πάτερ, στο κελλί σου και μη σε μέλλει για τα πράγματα του κόσμου, πώς και γιατί γίνονται όλα, συνέχισε ο Άγγελος. Άβυσσος μεγάλη είναι τα κρίματα του Θεού, καθώς είπε ο προφήτης, και ανεξιχνίαστοι και ακατανόητοι οι δρόμοι του Κυρίου, και δεν μπορεί κατ' ακρίβειαν ο άνθρωπος να γνωρίση τα πάντα. Πίστευε, πάτερ, ότι ο Θεός εί­ναι δίκαιος και δεν κάνει καμμιά αδικία και όσα α­φήνει να γίνονται, όλα δικαίως γίνονται!

Τότε κατάλαβε καλά ο Γέροντας τα ανεξήγητα και ανερμήνευτα της ζωής αυτής και αφού εδόξασε πάλι τον Θεό, έκανε τον σταυρόν του τρεις φορές με σκυμμένο κεφάλι. Κι όταν σήκωσε το βλέμμα του ό Άγγελος είχε εξαφανιστεί. Ξανάκανε κατανυγμένος τον σταυρό του και επέστρεψε στο κελλί του δοξάζο­ντας τον Υπερένδοξον Κύριον για το άπειρο έλεός του για όλους τους ανθρώπους. Γιατί με αυτό το έλε­ος σώζεται κάθε άνθρωπος.



Η ΚΟΥΡΜΠΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ. ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο «ΧΡΥΣΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ» 

Μορφωμένος άνθρωπος ο κ. Σταύρος. Με πτυχίο πανεπιστημίου, ξένες γλώσσες και πείρα ζωής. Δυ­σκολεύονταν όμως στα πνευματικά. Δεν μπορούσε να καταλάβη και τα πιο απλά πράγματα. Όλα τα εξέτα­ζε και τα πλησίαζε με αυστηρότητα. Ήταν σχολαστι­κά ηθικιστής. Δεν ήταν πρόθυμος να συγχώρηση εύ­κολα τους άλλους. Παντού έβλεπε αμαρτίες και α­μαρτωλούς. Αυτό κάνουν όλοι οι ηθικιστές. Καθόταν τώρα απέναντι στον Γέροντα Ιάκωβο, έναν ασκητι­κό ιερομόναχο, με ροζιασμένα χέρια και ένοιωθε σαν μαθητούδι μπροστά στο δάσκαλο. Ερωτήσεις πολ­λές. Αντιρρήσεις περισσότερες. Αλλά και οι απαντή­σεις σοφές και αποκαλυπτικές.

Ρώτησε τον Γέροντα για το σοβαρό (το σοβαρότερον;) θέμα της συγχωρήσεως των άλλων ανθρώ­πων, πού δυσκολεύονταν να το κατανόηση:

-Αφού βλέπω καθαρά και ολοφάνερα τον άλλο να αμαρτάνη, πώς να τον συγχωρήσω; Δεν έχω δίκιο;

-Όλους μας βλέπει ο Θεός αδιάκοπα και ξέρει καθαρά και ολοφάνερα ότι αμαρτάνουμε. Γιατί μας συγχωρεί και μας ανέχεται και μας περιμένει να με­τανοήσουμε και να ζητήσουμε άφεση αμαρτιών;

-Πάλι δεν σας καταλαβαίνω, πάτερ μου. Τι πρέ­πει να κάνουμε; Να πούμε στην αμαρτία μπράβο; Να την επαινέσουμε σιωπώντας;

-Ποτέ δεν πρέπει να επαινούμε την αμαρτία, εί­πε ο π. Ιάκωβος. Συγχωρούμε τον αμαρτωλό και όχι την αμαρτία. Εάν δεν κάνουμε αυτήν την διάκριση, αυτό το ξεχώρισμα μεταξύ αμαρτίας και αμαρτωλού, θα βρισκόμαστε πάντοτε σε λάθος δρόμο.

-Τότε, τί πρέπει να κάνουμε; Πώς να αντιμετωπί­ζουμε αυτό το θέμα;

-Έχεις δει τους σιδεράδες, πού μαστορεύουν τα σίδερα; Δεν τα πιάνουν τα αναμμένα σίδερα με τα χέ­ρια τους, γιατί θα καούν, εξήγησε ο Γέροντας. Έχουν ειδικές τσιμπήδες και δαγκάνες και έτσι τα πλησιάζουν και τα μαστορεύουν. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε και για κάθε πρόβλημα και για κάθε θέμα, πού πλησιάζου­με. Να έχουμε τα κατάλληλα εργαλεία και στα πνευμα­τικά θέματα τις κατάλληλες προϋποθέσεις. Αυτό ισχύει και για το θέμα της συγχωρήσεως των άλλων.

-Μα, πάτερ μου, εγώ έθεσα ένα συγκεκριμένο ζή­τημα. Πώς μπορούμε να συγχωρήσουμε κάποιον, πού αμάρτησε φανερά και χωρίς καμμιά δικαιολογία. Ε­γώ θέλω να μάθω τί πρέπει να κάνω στην περίπτωση αυτή.

-Το «χωρίς καμμιά δικαιολογία» πρέπει να το α­φήσουμε στην άκρη, γιατί δεν μπορούμε να ξέρουμε, είπε ο π. Ιάκωβος. Μόνον ο Θεός γνωρίζει τα βάθη της ψυχής του κάθε άνθρωπου. Μόνον Εκείνος ξέρει τί συμβαίνει. Εμείς βλέπουμε απ' έξω. Εκείνος βλέ­πει το από μέσα. Ας θυμηθούμε και την διδασκαλία του Χριστού για τα ποτήρια, όταν μιλούσε για την υ­ποκρισία των Γραμματέων και των Φαρισαίων. Απ' έξω φαίνονται καθαρά. Μέσα τους όμως είναι γεμά­τα από βρωμιά και αδικία και αρπαγή. Να το πω και με ένα άλλο παράδειγμα. Όταν πηγαίνουμε στο για­τρό να μας θεραπεύση, δεν του λέμε εμείς τί να κάνη. Εκείνος ξέρει τη δουλειά του. Εμείς απλώς του λέμε ότι πονάμε και σε ποιο μέρος υποφέρουμε. Τη στιγ­μή, πού λέμε «εγώ θέλω» σταματούμε τη διαδικασία της γνώσεως, για το θέμα, πού πρέπει να μάθουμε. Η αλήθεια μας δίδεται όταν την ζητήσουμε ταπεινά, ό­πως ζητούμε την υγεία μας από το γιατρό. Δεν μπο­ρούμε να διατάξουμε την αλήθεια, αλλά να την πα­ρακαλέσουμε να μας δοθή, να μας αποκαλυφθή. Για­τί η αλήθεια είναι ο Θεός, που δεν μπορούμε να τον διατάξουμε, αλλά μόνον να τον παρακαλέσουμε και να τον αγαπήσουμε.

-Ναι, πάτερ μου, αλλά τότε τί γίνεται; Αν δεν πω στον γιατρό εγώ τί θέλω πώς θα με εξέταση και πώς θα με θεραπεύση;

-Όχι, όχι, όχι, παιδί μου, αυτό είναι λάθος, ξανάπε ό Γέροντας. Ό γιατρός ξέρει τί θέλεις, όταν τον επισκέπτεσαι. Εσύ το μόνο, που μπορείς να πής είναι ότι πονάς και σε ποιο σημείο νοιώθεις τον πό­νο σου. Τα υπόλοιπα είναι δική του δουλειά. Γι' αυ­τό και οι Αγ. Πατέρες μας συμβουλεύουν να προσευ­χόμαστε σαν τα μικρά παιδιά, που κλαίνε όταν πονούνε. Και δείχνουνε το μέρος όπου πονάνε.

-Πάλι δεν το καταλαβαίνω, πάτερ μου, το νόημα των λόγων, που μου λέτε, απάντησε ο κ. Σταύρος. Δεν πονώ εγώ, αλλά θέλω να ξέρω τί στάση να κρα­τήσω σε κάποιον, που αμάρτησε φανερά. Θα τον συγχωρήσω ή όχι;

-Την συγχώρηση πρέπει να την δίνουμε σε ό­λους, όπως κάνει και ο ίδιος ο Θεός. «Βρέχει επί δι­καίους και αδίκους» λέγει το Ευαγγέλιον. Διότι όλοι είμαστε αμαρτωλοί και όλοι θα έπρεπε να καταδικα­στούμε για τις αμαρτίες μας, λίγες ή πολλές. Γι' αυτό πρέπει να συγχωρούμε και να ευχόμαστε στο Θεό να συγχώρηση και τον αμαρτωλό και εμάς, που αμαρτάνουμε και πολύ συχνά δεν καταλαβαίνουμε τί κάνου­με ή τί δεν κάνουμε. Αν όμως είμαστε αδύναμοι πνευματικώς και η συμπεριφορά του άλλου μας επη­ρεάζει αρνητικά, τότε πρέπει να μη τον κατηγορού­με, αλλά να τον αποφεύγουμε και να μην έχουμε μα­ζί του συναναστροφές και συνάφειες. Και αν είναι αιρετικός τότε να τον αποφεύγουμε τελείως και να μη τον δεχόμαστε. Γιατί η συντροφιά με τους αιρετι­κούς είναι επικίνδυνη, μπορεί να μας δηλητηρίαση και να μας θανάτωση πνευματικά. Γενικώς για τους αμαρτωλούς πρέπει να θυμόμαστε τα λόγια του Μ. Βασιλείου: «Φθείρουν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί». Δηλαδή η συντροφιά με τους αμαρτωλούς μπορεί να φθείρη και τους καλούς χαρακτήρες.

-Αυτό το γνωρίζω, συνέχισε ο κ. Σταύρος, που ε­πέμενε στη γνώμη του. Αυτό, πού δεν ξέρω είναι το πώς και το γιατί της συγχωρήσεως των άλλων αν­θρώπων.

-Το πώς μας το είπε ό Χριστός: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω. ιε' 5). Χρειάζεται η δική του βοήθεια, είπε ο Γέροντας. Γι' αυτό και πρέπει να ζητούμε συνεχώς τη βοήθεια του. Αν εκείνος δεν βοηθήση, τίποτε καλό δεν μπορούμε να κάνουμε. Ό­σον για το «γιατί», αυτό μας το λέγει το Ευαγγέλιο: «Εάν γαρ αφήτε τοις άνθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει καί ύμιν ο πατήρ υμών ο ουράνιος· ε­άν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυ­τών, ουδέ ό πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υ­μών» (Ματθ. στ' 14-15). Να γιατί πρέπει να συγχω­ρούμε τους άλλους, όσο και αν αμάρτησαν. Από την συγχώρηση, αγαπητέ μου, αρχίζει η αγάπη. Διαβά­στε το ιγ' κεφάλαιο της Α' Επιστολής του Αποστόλου Παύλου προς Κορινθίους και τότε θα καταλάβε­τε το γιατί πρέπει να συγχωρούμε.

-Την έχω διαβάσει, πάτερ μου, αλλά πάλι αδυ­νατώ να κατανοήσω τί θέλετε να πήτε με το πώς και το γιατί...

-Τότε θα σου μιλήσω, φίλτατε, με άλλο παρά­δειγμα, για να γίνω πιο σαφής, ξανάπε ο π. Ιάκω­βος. Άνοιξε τη δεξιά σου παλάμη από το μέσα μέρος και τέντωσε την όσον μπορείς.

Ο κ. Σταύρος τέντωσε την παλάμη του δεξιού του χεριού και περίμενε. Τότε ο Γέροντας πήρε το ποτήρι με το νερό, που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι και έρριξε λίγο πάνω στην παλάμη του επισκέπτη του. Το νερό, καθώς ήταν φυσικό, κύλησε από το χέ­ρι και χύθηκε κάτω και δεν έμεινε στην ανοιχτή πα­λάμη ούτε σταγόνα.

-Τώρα κάνε κούρμπα την παλάμη σου, είπε ο Γέ­ροντας.

-Τι θα πή κούρμπα, πάτερ μου; Δεν ξέρω την λέ­ξη...

-Κούρμπα στο χωριό μου λένε την καμπύλη, εξήγη­σε ο π. Ιάκωβος. Κάνε λοιπόν την παλάμη σου κυρτή, σαν λακκούβα, όπως παίρνεις το νερό για να πλυθής.

Υπάκουσε ο κ. Σταύρος και ο Γέροντας έρριξε πάλι στην χούφτα του λίγο νερό από το ποτήρι και έ­μεινε το νερό στο χέρι του κ. Σταύρου.

-Αυτό είναι, που πρέπει να κάνουμε όταν θέλου­με να μάθουμε μιαν αλήθεια και πιο πολύ όταν θέ­λουμε να συγχωρήσουμε κάποιον αμαρτωλό, εξήγησε ο π. Ιάκωβος. Σκύβουμε το κεφάλι της λογικής μας μπροστά στην αλήθεια, ταπεινώνουμε τον εαυτό μας, που νομίζει ότι όλα τα ξέρει και όλα μπορεί να τα καταλάβη, ομολογούμε την αδυναμία μας και τότε Θεός μας δίνει άφθονη την χάρη του και για να κα­ταλάβουμε και για να ενεργήσουμε σωστά. Αυτό κά­νουμε και όταν θέλουμε να συγχωρήσουμε αληθινά κάποιον άλλον άνθρωπο. Χωρίς αυτή την κίνηση της ψυχής δεν μπορούμε να πλησιάσουμε τον Χριστό της αγάπης, που συγχωρεί και βοηθά όσους ζητούν τα­πεινά την βοήθειά του. Χωρίς ταπείνωση ούτε τον ε­αυτό μας μπορούμε να συγχωρήσουμε και να τον α­γαπήσουμε πραγματικά. Αυτό μας εδίδαξε ο Χριστός και με τη ζωή και με το λόγο του. Και αυτό πρέπει να κάνουμε κι εμείς, αν θέλουμε να δούμε «Θεού πρόσωπον»: Να ταπεινωθούμε πρώτα μπροστά στο Θεό, ως αμαρτωλοί, πού είμαστε, και Εκείνος θα μας βοηθήση να ταπεινωθούμε και μπροστά στους αν­θρώπους, να τους συγχωρήσουμε και να καταλάβου­με ότι αλλιώς δεν γίνεται τίποτα.

Ο κ. Σταύρος φαίνεται ότι κατάλαβε αυτή τη φο­ρά και έσκυψε το κεφάλι του μπροστά στον Γέροντα, σαν να ζητούσε συγχώρηση για τη διανοητική του έ­παρση και την ψυχική του αλαζονεία. Γιατί αυτό το νόσημα της έπαρσης και της αλαζονείας τυφλώνει και ξεστρατίζει την ψυχή του ανθρώπου. Τότε ο π. Ιάκωβος, πού είδε διακριτικά την μεταστροφή του ε­πισκέπτη του, θέλησε να βάλη, ωσάν περισπωμένη στο ρήμα «αγαπώ» τον επίλογο της κουβέντας τους, είπε:

-Ο Χριστός μας έδωσε τον λεγόμενον «χρυσόν κανόνα» ζωής ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους: «Πάντα ούν όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν ύμιν οι άν­θρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς∙ ούτος γαρ ε­στίν ο νόμος και οι προφήται» (Ματθ. ζ' 12). Δηλονό­τι, αν θέλης να σε συγχωρούν οι άλλοι, συγχώρησε τους άλλους πρώτος εσύ.



ΠΩΣ ΕΣΚΑΣΕ ΤΟ ΦΙΔΙ 

Η ΑΔΙΚΗΜΕΝΗ ΧΗΡΑ ΚΑΙ Η ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΜΟΝΗ 

Πολυάνθρωπη η συντροφιά σε κάποιο αθηναϊκό σπίτι, οπού φιλοξενούνταν ο Γέροντας Επιφάνιος, έ­νας σοφός και ασπρομάλλης ιερομόναχος, που είχε ‘ρθή στην Αθήνα για δουλειές του Μοναστηρίου. Βροχή οι ερωτήσεις. Όλοι κάτι ήθελαν να μάθουν για τα πνευματικά. Ειπώθηκαν πολλά. Εδώ θα επι­σημάνουμε ένα από αυτά, που είπε για την αγωνιστι­κή επιμονή. Έτσι, όταν ο λόγος έφτασε στο θέμα της προσευχής, ο π. Επιφάνιος είπε:

-Υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις για την σω­στή προσευχή, όπως η αυτοσυγκέντρωση, η ταπεινο­φροσύνη, η προσοχή στα λόγια της προσευχής, η θεληματικότητα, η λαχτάρα, η αγάπη, η επιμονή και άλλες τέτοιες προϋποθέσεις. Εγώ διδάχτηκα από τον Γέροντά μου να επιμένω στην προσευχή. Γιατί την ώρα της προσευχής έρχεται ο πειρασμός των δαιμό­νων και μας κάνει βιαστικούς και μας θυμίζει επεί­γουσες ανάγκες και προσπαθεί με πολλούς τρόπους να παρασύρη την προσοχή μας από το έργο της προ­σευχής και να μας κάνη να διακόψουμε την προσευ­χή, αφού η επικοινωνία του ανθρώπου με τον Θεόν, μας χαρίζει προστασία και έλεος. Και για να κάνη πιο έντονη την διδασκαλία του αυτή, ώστε να εντυπωθεί μέσα μας μόνιμα, διηγήθηκε μια σχετική ιστο­ρία, που είχε υπ' όψιν του,

-Τι ιστορία, πάτερ μου; τον ρώτησαν.

-Μπορείτε να μας την πήτε και σε μας;

-Νάναι ευλογημένον, αποκρίθηκε ο π. Επιφάνιος και άρχισε να αφηγείται την ιστορία, λέγοντας: Μου είπε λοιπόν, για κάποιον ερημίτη Ασκητή, που ζούσε μόνος του σε μια σπηλιά και έκανε μεγάλο πνευματικό αγώνα με την προσευχή. Μέρα και νύχτα προσεύχονταν για όλον τον κόσμο και για τον εαυτό του, γιατί έτσι γίνεται η σωστή προσευχή: Πρώτα προσευχόμαστε για τους άλλους και υστέρα για τον εαυτό μας. Να υπερτερή η αγάπη μας για τους άλ­λους, αφού είμαστε οικογένεια με πατέρα μας τον Χριστό και μητέρα μας την Παναγία.

-Και πώς γίνεται αυτό, Γέροντα; ρώτησε κά­ποιος άλλος.

-Πρώτα πρέπει να προσευχόμαστε για τους ε­χθρούς μας, δηλαδή τους ανθρώπους, που μας αδικούν και μας βλάπτουν, διότι αδέρφια μας είναι και αυτοί. Έστω κακά και άρρωστα πνευματικώς αδέρ­φια μας. Δεύτερον να προσευχόμαστε υπέρ των κεκοιμημένων και προαπελθόντων από αυτό τον κό­σμο, γνωστών και άγνωστων. Τρίτον να προσευχόμα­στε για όλους τους ζωντανούς του κόσμου, που ζουν σήμερα και στο τέλος, με δάκρυα και στεναγμούς, αν νοιώθουμε αληθινά τα λόγια της προσευχής μας για τον εαυτό της.

-Και όσοι δεν μπορούν να κλάψουν, πάτερ μου, δεν προσεύχονται σωστά;

-Προσεύχονται όλοι όσοι υψώνουν την σκέψη και την προσοχή τους στο Θεό και τον ευχαριστούν και τον δοξολογούν και τον ικετεύουν να τους βοηθήση. Όσο για τα δάκρυα είναι ζήτημα ωριμάνσεως της ψυχής. Όταν συναισθανθή αληθινά την πτώση της και την ακαθαρσία της, τότε θα δακρύση αληθι­νά.

-Μη διακόπτετε τον Γέροντα, είπε κάποιος. Α­φήστε τον να μας πή την ιστορία με τον ερημίτη Α­σκητή ...

-Δεν την ξέχασα, παιδιά μου. Επανέρχομαι στα λόγια του Γέροντά μου, που μου έλεγε: Επιφάνιε, παιδί μου, και σεισμός να γίνη και φωτιά να ξεσπάση εσύ δεν θα σταματάς την προσευχή. Θα σβήνης την φωτιά και θα προσεύχεσαι νοερά. Να μην ξεκολ­λά ή σκέψη σου από τον Παντοδύναμο Θεό. Και αυ­τό, πού σου λέγω, το έχω δει με τα μάτια μου και το έζησα ό ίδιος, όταν πρωτοπήγα κοντά στον δικό μου Γέροντα, τον πνευματικό μου πατέρα και δικό σου πνευματικό πάππου, τον Γέροντα Γαβριήλ. Τότε ξέ­σπασε ξαφνικά μια μεγάλη φωτιά στο κελλί μας και κοντέψαμε να καούμε όλοι ζωντανοί. Και το χειρότε­ρο, δεν είχαμε κοντά μας νερό, παρά μόνον ένα σταμνί. Το ρίξαμε πάνω στην φωτιά, αλλά η πυρκαϊά έ­καιγε όλο το κελλί και ό,τι είχαμε. Τότε ο Γέροντας μου δεν φώναζε «Φέρε νερό», αλλά «Κάνε προσευ­χή» και σταύρωνε ολόγυρα το κελλί μας. Ξαφνικά η φωτιά άρχισε σιγά - σιγά να σβήνη μόνη της και τα λίγα πράγματα μας δεν κάηκαν. Ακόμα και τα βι­βλία μας, πού θα έπρεπε να καούν αμέσως δεν κάη­καν, αλλά μόνο καπνίστηκαν λίγο από την φωτιά. Γιατί ο Γέροντάς μου ήταν άγιος άνθρωπος, αληθινά θεωμένος. Αυτά και άλλα πολλά τα είδα με τα μάτια μου και τα έζησα κοντά στον μακαριστό Γέροντα Γα­βριήλ.

-Μέγας είσαι, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου, είπαν μερικοί κατανυγμένοι μερικοί ακροατές και σταυροκοπήθηκαν.

-Και η ιστορία με τον ερημίτη Ασκητή; Τί έγινε; Θέλουμε να μας πής, θέλουμε να την ακούσουμε, πά­τερ μου...

-Τώρα θα σας την πω, αλλά θυμήθηκα το θαύμα, που σας είπα, για να δήτε την μεγάλη δύναμη της προσευχής. Της προσευχής με αληθινή πίστη βε­βαίως, με ακλόνητη πίστη. Ο ερημίτης, που μου ανέ­φερε την ιστορία του ό Γέροντας μου, ήταν πολύ δυ­νατός πνευματικά και οι δαίμονες είχαν λυσσάξει ε­ναντίον του και κάνανε τα πάντα για να τον νική­σουν και να τον αποσπάσουν από την προσευχή. Εκείνος όμως επέμενε ανυποχώρητα. Ο ερημίτης αυ­τός, που αν θυμάμαι καλά τον έλεγαν Άνθιμο, ήξερε τα τεχνάσματα και τις πονηρίες των δαιμόνων και τους μαστίγωνε με την προσευχή και κυρίως με το ό­νομα του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, που οι δαίμο­νες δεν το αντέχουν και αποδυναμώνονται μόνον με το άκουσμα του. Μια μέρα, που είχε δοθή ολόψυχα στην προσευχή και παρακαλούσε τον Θεόν να τον προστατεύση από τις αδιάκοπες επιθέσεις των πονη­ρών πνευμάτων, ένα δαιμόνιο μεταμορφώθηκε σε φί­δι και τυλίχτηκε στο δεξί του πόδι, για να τον φοβίση και να τον απόσπαση από την προσευχή. Εκείνος όμως το κατάλαβε οτι ήταν μεθοδεία του διαβόλου και συνέχισε με επιμονή να προσεύχεται και να ζητά την εξ ύψους βοήθεια. Τότε το φίδι άνοιξε το στόμα του και δάγκωσε το πόδι του προσευχομένου ερημί­τη. Την ίδια στιγμή εκείνος ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό και είπε: «Θεέ μου! Θα αφήσης να με σκο-τώση το φίδι του κάκου;». Και πρόσθεσε με όλη του την καρδιά: «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήσονται οι εχθροί αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν». Τότε ακούστηκε ένας δυ­νατός θόρυβος και το φίδι έσκασε σαν φούσκα και σκορπίστηκε ολόγυρα, χωρίς να βλάψη τον πιστό ε­ρημίτη. Αυτό μου διηγήθηκε ό Γέροντάς μου, που με συμβούλευε συνεχώς να επιμένω πολύ στην προσευ­χή και ποτέ και για κανέναν λόγο να μη την διακό­πτω. Επιμονή, μου έλεγε, επιμονή, επιμονή.

-Αυτή ή ιστορία, πάτερ μου, δεν μας θυμίζει την παραβολή του Ευαγγελίου, οπού ο κακός κριτής, που δεν φοβόταν Θεό και δεν ντρεπόταν τους ανθρώ­πους, αδικούσε μια φτωχή χήρα; ρώτησε ένας άλλος τον π. Επιφάνιο.

-Ακριβώς, απάντησε ο Γέροντας. Πολύ καλά το θυμήθηκες. Διότι το Ευαγγέλιο μας λέγει όλα όσα χρειαζόμαστε για να σωθούμε. Έτσι και η επιμονή της χήρας αυτής, που πήγαινε καθημερινά στον άδι­κο κριτή για να βρή το δίκιο της, μας θυμίζει την α­νάγκη της αγωνιστικής επιμονής με την προσευχή. Έ­χει όμως μεγάλη σημασία να προσέξουμε τα λόγια του Θεανθρώπου στο τέλος της παραβολής.

-Ποια λόγια εννοείτε, π, Επιφάνιε;

-Αυτά, που είπε ο Χριστός στους μαθητές του, ό­τι, αφού ο άδικος κριτής εδικαίωσε την χήρα, για να πάψη να τον ενοχλή καθημερινώς με τις παρακλή­σεις της, πόσον μάλλον ο Θεός δεν θα δικαίωση και δεν θα βοηθήση τους πιστούς, οι οποίοι βοούν «ημέ­ρας και νυκτός» προς τον Θεόν; Και άπαντα ο ίδιος ο Χριστός, λέγοντας: «Λέγω υμίν οτι ποιήσει την εκδίκησιν αυτών εν τάχει» (Λουκ. ιη' 8). Θα τους δώση, δηλαδή την βοήθεια και μάλιστα «εν τάχει», γρήγο­ρα. Προσθέτει όμως και την πολυσήμαντη φράση: «Πλην ο υιός του ανθρώπου ελθών άρα ευρίσει την πίστιν επί της γης;». Με άλλα λόγια, ο Χριστός θα βρή την επίμονη αυτή πίστη της αδιάκοπης προσευ­χής; Γι’ αυτό και σας είπα ότι πριν απ' όλα χρειαζό­μαστε την επιμονή στην προσευχή, διότι είναι σαν μια πίεση αγάπης προς τον Θεόν. Η επιμονή στην προσευχή πιέζει τον Θεόν να μας βοηθήση, να μας ελεήση, να μας σκεπάση. Γιατί, μας το είπε και αυτό ο Θεάνθρωπος: «Η βασιλεία των ουρανών βιάζεται, και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. ια' 12). Ας ε­πιμένουμε λοιπόν στην προσευχή και να είμαστε βέ­βαιοι ότι, όσον αμαρτωλοί και αν είμαστε, ο Θεός μας ακούει πάντοτε...

Είπε και άλλα σημαντικά ο σοφός Γέροντας Επιφάνιος εκείνη την ημέρα. Αναφερθήκαμε σε ένα από αυτά, στην ακούραστη επιμονή στο έργον της προ­σευχής. Τώρα είναι καιρός προσευχής και μάλιστα της επίμονης προσευχής, που έχει πάντοτε αποτέλε­σμα για τους αληθινά πιστούς. Γιατί η πρώτη και α­μετάθετη προϋπόθεση της προσευχής είναι η πίστη η αληθινή, η ολοκάρδια και ταπεινή καταφυγή στην πηγή του ελέους, που λέγεται Αγία Τριάς. Όποιος αμφιβάλλει ας δοκιμάση.




Η ΥΠΟΜΟΝΗ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΩΣ 

Τον έκτο αιώνα, όταν βρισκόταν σε άνθηση ο α­σκητικός Αναχωρητισμός της έρημου, υπήρχε ένας πολύ ταπεινός Μοναχός, που εγκαταβίωνε σε μεγάλο Κοινόβιο, που αριθμούσε πάνω από εκατόν μονα­χούς. Ανάμεσά τους ήταν και αυτός ο σιωπηλός, σχε­δόν άφωνος ασκητής, πού όλοι τον φώναζαν τρελλό καί άχρηστο και σαλεμένο και με άλλα επίθετα, διότι δεν του είχαν καμμιά εκτίμηση. Τον είχαν ως τον τε­λευταίο της Μονής και το διακόνημά του ήταν να βοσκή τα ζώα του Μοναστηρίου. Κι εκείνος δεν έλε­γε ποτέ τίποτα και δεν παραπονιόταν για τίποτα. Εί­χε σαν όπλα του καλού αγώνος την ταπεινοφροσύνη, την υπομονή και την σιωπή.

Την ίδια εποχή ζούσε ασκητικά σε μια σπηλιά μόνος του ένας άλλος Αναχωρητής, όπου είχε μεγά­λη φήμη και όλοι τον θεωρούσαν άγιο και τον απο­καλούσαν ο Μεγάλος Αναχωρητής, γιατί αντιμετώ­πιζε όλες τις δυσκολίες μόνος του. Προσεύχονταν συνεχώς, αγρυπνούσε, ενήστευε και μελετούσε την Αγία Γραφή για πολλές δεκαετίες. Κάποια μέρα του ήρθε ο λογισμός, εάν πορεύεται σωστά και σε ποιο πνευματικό επίπεδο είχε φτάσει. Παρακαλούσε λοι­πόν με δάκρυα στον Θεόν και έλεγε:

-Κύριε, λυπήσου το πλάσμα σου και φανέρωσέ μου σε ποιο σημείο βρίσκομαι και αν πράττω σωστά την άσκησή μου. Σε παρακαλώ, πληροφόρησέ με, οπως εσύ ξέρεις και όπως εσύ θέλεις. Ευλογημένο να είναι πάντοτε το όνομά σου! Ελέησε με!

Έναν ολόκληρο χρόνο έλεγε την προσευχή αυτή και αληθινά ήθελε να καταλάβη και να μάθη σε ποιο επίπεδο έχει φθάσει. Και ό Πολυέλεος Θεός, που α­κούει όλες τις προσευχές των ανθρώπων, εισάκουσε την παράκληση αυτή του Μεγάλου Αναχωρητή και έστειλε Άγγελο να τον πληροφόρηση για την κατά­σταση του, λέγοντας:

-Η παράκληση σου έγινε δεκτή από τον Κύριον. Μάθε λοιπόν ότι στο τάδε Κοινόβιο υπάρχει ένας α­δελφός σου, που είναι καλύτερος από σένα. Μη ρωτήσης το όνομα του, γιατί όλοι τον φωνάζουν σαλόν (τρελλόν).

Μόλις είπε αυτά τα λόγια ο Άγγελος εξαφανί­στηκε και ο Μεγάλος Αναχωρητής, αφού ευχαρίστη­σε θερμά τον Θεόν, που αποκρίθηκε στην παράκλησή του, σηκώθηκε την ίδια ώρα και ξεκίνησε για το Κοι­νόβιο, που του είπε ο Άγγελος, για να συνάντηση τον σαλόν ασκητή. Όταν έφτασε στο Μοναστήρι ό­λοι έτρεξαν να τον υποδεχτούν, με επικεφαλής τον Ηγούμενο και του έκαναν όσες τιμές μπορούσαν και τον προσκυνούσαν και φιλούσαν τα χέρια του και τον ασκητικό του χιτώνα, πού ήταν υφασμένος από χοντρό μαλλί, διότι όλοι τον θεωρούσαν ως άγιο και σοφό. Του έβαλαν τράπεζα εορταστική και κάθε άλ­λη περιποίηση που μπορούσαν για τον φημισμένο αυτόν Αναχωρητή. Ο Ηγούμενος μάλιστα άρχισε να τον ρωτά διάφορα πνευματικά ζητήματα, αλλά ο Μεγάλος Αναχωρητής ήθελε να συνάντηση τον σα­λόν, που του είχε αναφέρει ο Άγγελος του Κυρίου.

-Καλά, καλά, θα μιλήσουμε και γι’ αυτά, αδελφοί και πατέρες, είπε, αλλά θα ήθελα προηγουμένως να δω όλους τους αδελφούς του Κοινοβίου και να τους χαιρετίσω. Θέλω να τους δω όλους τους αδελφούς.

Ο Ηγούμενος έδωσε εντολή και συγκεντρώθηκαν όλοι οι αδελφοί στην μεγάλη αυλή του Μοναστη­ρίου, αλλά όχι και ο σαλός, τον όποιο ήθελε ο Ανα­χωρητής.

-Είναι όλοι οι αδελφοί του Κοινοβίου εδώ; ρώ­τησε.

-Ναι, άγιε Γέροντα. Είναι όλοι εδώ, είπε ο Η­γούμενος.

-Μήπως λείπει κανείς; ξαναρώτησε ο Αναχωρη­τής.

-Ναι, είπε ο γραμματικός του Κοινοβίου και βοηθός του Ηγουμένου, είναι και άλλος ένας, αλλά αυτός είναι σαλός και τον στέλνουμε να βοσκή το κο­πάδι, και δεν ξέρω τώρα, που βρίσκεται. Δεν αξίζει όμως τον κόπο να ασχολείται κανείς με αυτόν. Είναι σαλεμένος στα μυαλά και δεν μιλά σε κανέναν.

Εκείνη την στιγμή φάνηκε από μακρυά να πλησιάζη ο σαλός, βρώμικος, κουρελιάρης, αναμαλλια­σμένος και αφρόντιστος, με χαμηλωμένο το βλέμμα του στην γη, έτσι, που δεν γύρισε να δη ούτε την συ­γκέντρωση των Μοναχών στην αυλή και κατευθύνο­νταν προς το ισόγειο κελλί του. Τότε κάποιος τον σταμάτησε και του είπε να πάη να χαιρετήση τον Μεγάλον Αναχωρητή. Καθώς όμως πλησίαζε ο Ανα­χωρητής έτρεξε κοντά του, γονάτισε και ασπάστηκε το χέρι του. Όλοι μείνανε κατάπληκτοι από το θέα­μα αυτό. Ο Μεγάλος, ο Άγιος Αναχωρητής να γονατίζη μπροστά στον σαλό και να του φιλήση το χέ­ρι. Παράξενο, πολύ παράξενο τους φάνηκε. Μήπως έκανε λάθος ο ονομαστός επισκέπτης τους; Μήπως δεν κατάλαβε καλά; Μήπως...

Ύστερα ο Αναχωρητής πήγε μαζί με τον σαλό στο βρώμικο και ανάστατο κελλί του και του εξήγη­σε τον λόγο της επίσκεψης του. Του ανέφερε την πα­ράκληση του προς τον Θεόν και την απάντηση, που δέχτηκε με το στόμα του Αγγέλου.

-Εγώ δεν ξέρω τίποτε από όλα αυτά. Εγώ είμαι ένας άχρηστος άνθρωπος...

-Αδελφέ μου, σε ικετεύω. Φανέρωσέ μου ποιο εί­ναι το έργο, που πράττεις και βρίσκεσαι τόσο ψηλό­τερα από μένα; Ποια είναι η πνευματική σου εργα­σία;

-Εγώ είμαι ένας σαλός. Δεν κάνω τίποτε το ι­διαίτερο...

-Μη κρύβεσαι, άγιε αδελφέ. Μη κρύβης από μέ­να το καλό σου έργο. Φανέρωσέ το, γιατί έτσι πολύ θα με βοηθήσης. Μπορεί να έχω αποκτήσει μεγάλη φήμη και όλοι να με θεωρούν πνευματικά προχωρη-μένον και ανεβασμένον ψηλά. Ο Θεός όμως μου απε­κάλυψε οτι δεν έχω φτάσει στα δικά σου μέτρα. Εί­σαι καλύτερος από μένα. Τι κάνεις και βρίσκεσαι τό­σον ψηλά;

-Τίποτα δεν κάνω. Μονάχα, που κλαίω για τις α­μαρτίες μου, εκεί οπού βόσκω τα ζώα και προσεύχο­μαι...

Ο Αναχωρητής όμως επέμενε και τον θερμοπαρακαλούσε να του πή τί είναι αυτό το ξεχωριστό έρ­γο, που κάνει και ο σαλός είπε με ταπεινή φωνή:

-Πίστεψέ με, άγιε αδελφέ, δεν κάνω τίποτε το ξε­χωριστό ο άθλιος. Με έχουν εδώ για βοσκάρη του Μοναστηρίου κι εγώ τρέχω καθημερινά και φροντί­ζω για τα ζώα και ολημερίς προσεύχομαι στον Θεό να με λυπηθή και να με συγχώρηση. Και όταν σκοτεινιάζη επιστρέφω στο Μοναστήρι και μένω στο κελλί μου. Εδώ έχω στήσει έναν αργαλειό και πλέκω ψά­θες, με τα βούρλα και τα λινάρια και αυτό είναι το εργόχειρό μου, που το προσφέρω στο Μοναστήρι για την διατροφή μου. Τίποτε άλλο δεν κάνω. Ξέχασα μόνον να πω, ότι ο καλός μας Ηγούμενος, πού θέλει να με βοηθήση να γίνω λίγο καλός και υπομονετικός, όλη την ημέρα, πού λείπω στην βοσκή, λύνει το βόδι από το μαγκανοπήγαδο και το κλείνει στο κελλί μου. Το ζωντανό στενοχωριέται και κλωτσά και καταστρέ­φει τον αργαλειό και το εργόχειρο μου και όλα όσα βρίσκει μέσα στο κελλί.

-Κι εσύ τί κάνεις, αδελφέ;

-Κάνω υπακοή και υπομονή και δεν βγάζω λέξη από το στόμα μου. Γιατί ο καλός μας Ηγούμενος θέ­λει όλους να μας βοηθήση στη μετάνοιά μας.

-Πόσον καιρόν ζής με αυτόν τον τρόπον;

-Πάνω από τριάντα χρόνια ζω έτσι, αλλά ποτέ δεν παραπονέθηκα, ούτε άφησα τον λογισμό μου να έχει κάτι εναντίον του Ηγουμένου, μήτε το βόδι το χτύπησα ποτέ. Το ταΐζω με ό,τι μπορώ, το ποτίζω και υστέρα το πηγαίνω στο στάβλο του για ύπνο. Ε­πιστρέφω στο κελλί μου, τακτοποιώ τον αργαλειό και τα πράγματα και προσεύχομαι συνεχώς και πιο πολύ μέσα μου και τον δοξολογώ.

-Και τί προσευχές λες, άγια αδελφέ; ρώτησε πά­λι ο Αναχωρητής.

-Τον ευχαριστώ, που με έκανε άνθρωπο και όχι ποντίκι, τον ευχαριστώ, που σταυρώθηκε για μένα και την ψυχή μου και τον παρακαλώ να με πάρη μια μέρα κοντά του παντοτεινά.

-Ώ, άγια υπομονή της ταπεινοφροσύνης! Πόσον ψηλά είσαι εσύ και πόσον χαμηλά βρίσκομαι εγώ! α­ναφώνησε σηκώνοντας τα χέρια του ο Αναχωρητής. Έβλεπε ολοκάθαρα μπροστά του έναν αληθινό άγιο, που ζούσε πραγματικά και εφάρμοζε τις διδα­σκαλίες του Χριστού για την προσευχή, την ανεξικα­κία, την ταπεινοφροσύνη και προ παντός την υπομο­νή, πού οι περισσότεροι άνθρωποι την χάνουν σε κά­θε δυσκολία της ζωής.

-Άγιε αδελφέ, σε παρακαλώ να προσεύχεσαι, ώ­στε να με φώτιση ο Θεός να πράττω κι εγώ σαν κι ε­σένα πάντοτε και να μου χαρίση άφεση αμαρτιών!

-Κι εσύ, άγιε αδελφέ, να προσεύχεσαι για μένα τον σαλό, γιατί κι εγώ είμαι αμαρτωλός και όλοι μας έχουμε ανάγκη από τις προσευχές των άλλων.

-Να σε ρωτήσω ακόμα κάτι, άγιε αδελφέ. Εσύ ό­ταν προσεύχεσαι πώς οικονομείς την προσευχή σου, ποια τάξη βάζεις; ρώτησε πάλι ο Αναχωρητής.

-Ο Γέροντας, πού με έκανε Μοναχό, μου είπε να κάνω καθημερινά τον Μοναχικό μου Κανόνα και υ­στέρα να παρακαλώ τον Θεόν για όλους τους αποθαμένους, υστέρα για όσους με έχουν βλάψη και μου έ­καναν κακό, υστέρα για όλους τους ανθρώπους, γνω­στούς και άγνωστους, πού ζουν τώρα στον κόσμο και τελευταία για τον εαυτό μου να με ελεήση, όπως εκεί­νος ξέρει και θέλει για την σωτηρία μου.

Ο Αναχωρητής θαύμασε το πνευματικό ύψος του σαλού και του είπε:

-Αληθινά είσαι πολύ ανώτερος από μένα. Ευλό­γησέ με!

Κι αφού πήρε την ευχή του σαλού ανεχώρησε για την έρημο για να ξεκινήση μεγαλύτερους πνευματι­κούς αγώνες για την υπομονή της ταπεινοφροσύνης.



ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΡΕΚΑΛΕΣΕ ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΓΙΑ ΒΟΗΘΕΙΑ! 

-Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών!

Τι να πή κανείς και τι να σκεφθή και τι να αναφέρη για τον Παντοδύναμο και Πολυέλεο θεό και τις απερίγραπτες δωρεές του στον άνθρωπο, πού επλάσθη βεβαίως «βραχύ τι παρ' αγγέλους» (Έβρ. β' 7), δηλαδή, λίγο κατώτερον από τους Αγγέλους, αλ­λά του έδωσε τέτοιες δυνατότητες, ώστε να επιτελή, όπως μας το βεβαιώνει ό Θεάνθρωπος, μεγαλύτερα έργα από εκείνα, πού έκανε ο ίδιος, όταν βρισκόταν και σωματικώς κοντά μας: «Αμήν αμήν λέγω υμίν, ο πισετύων εις εμέ, τα έργα α εγώ ποιώ κακείνος ποιή­σει, και μείζονα τούτων ποιήσει» (Ίω. ιδ' 12). Διότι, πάλιν κατά την διαβεβαίωσιν του Κυρίου: «Πάντα δυνατά τω πιστεύοντι» (Μάρκ. θ' 23). Το ότι όμως έ­δωσε στους ανθρώπους τόσες δυνάμεις, με την πίστη και την προσευχή, ώστε και οι Άγγελοι ακόμα να παρακαλέσουν ανθρώπους, να προσευχηθούν υπέρ αυτών, δεν μπορεί να το χωρέση το ανθρώπινο μυα­λό και η λογική του κόσμου τούτου!

Έγινε όμως και αυτό και άλλα πολλά θαυμάσια και υπερθαυμάσια στη ζωή των ανθρώπων, που πί­στεψαν αληθινά και αγάπησαν ολόκαρδα τον Τριαδι­κό Θεό μας και προσεύχονται νύχτα και μέρα, για το «Μέγα έλεος», που μας εχάρισε μαζί με την «αιώνιο ζωή», κατά τον λόγο της Εκκλησίας. Μια τέτοια φοβερή και υπερθαύμαστη περίπτωση μας αναφέρει το θεοφώτιστον «Γεροντικόν», και πολύ πρέπει να την προσέξουμε και να την κατανοήσουμε βαθειά, όπως ιστορείται με αληθινή ταπεινοφροσύνη, χωρίς ονόμα­τα και ματαιόσπουδες αναφορές. Ακούστε λοιπόν, τί έχει καταγράψει το «Γεροντικόν» από την μεγάλη και πανένδοξη γειτονιά των ταπεινών της ερήμου:

-«Όπως διηγήθηκε κάποιος Γέροντας, υπήρχε έ­νας Αναχωρητής, που κατοικούσε στην πιο βαθειά έ­ρημο για πολλά χρόνια, με πολλές στερήσεις και δυ­σκολίες, τις όποιες υπέμενε για την αγάπη του Χρι­στού, που κι Εκείνος έζησε στην έρημο και νήστεψε τελείως και προσεύχονταν για σαράντα ημέρες και νύχτες, για να μας δείξη με έργα, την μεγάλη δύνα­μη, που χαρίζει η νηστεία και η προσευχή, και κυ­ρίως η ολοκληρωτική αφοσίωση στον Πανάγαθο Θεό. Έτσι και αυτός ο άγνωστος Αναχωρητής είχε φθάσει σε υψηλά μέτρα αρετής και καθαρότητος, ώ­στε να απόκτηση το χάρισμα της διοράσεως και να συναναστρέφεται με τους Αγγέλους.

Μια ήμερα συνέβη το ακόλουθο γεγονός: Δύο α­δελφοί μοναχοί άκουσαν γι' αυτό τον μεγάλο Αναχω­ρητή και θέλησαν να τον συναντήσουν, να τον γνωρί­σουν προσωπικά και να ωφεληθούν από αυτόν, για την σωτηρία τους. Βγήκαν λοιπόν από το κελλί τους, οπού ασκούνταν μαζί, πήραν τα απαραίτητα και ξε­κίνησαν να τον βρουν στην μέσα έρημο, όπου δεν υ­πάρχουν δρόμοι και άλλες ενδείξεις σε ποιο σημείο και σε ποιο σπήλαιο ζούσε και αγωνιζόταν ο κάθε α­σκητής. Οι περισσότεροι έμεναν άγνωστοι και μονά­χα τυχαίως τους συναντούσε κανείς. Μερικές φορές μάλιστα και όχι λίγες, τους εύρισκαν πεθαμένους και άταφους και τους έθαβαν εκεί, πού τους βρήκαν. Τούτοι οι δυο μοναχοί ξεκίνησαν με πίστη στο Θεό, ότι θα τους βοηθήση να συναντήσουν τον μεγάλο Α­ναχωρητή και να λάβουν κάποια πνευματική βοή­θεια και σωστή καθοδήγηση στο έργο τους.

Περπάτησαν μερικές ημέρες μέσα στην αφιλόξε­νη έρημο και με την βοήθεια του Θεού, πλησίασαν στο μέρος όπου βρισκόταν η σπηλιά του Αναχωρητή και ήταν χαρούμενοι, που δεν πλανήθηκαν άδικα μέ­σα στην έρημο και ότι θα τον συναντούσαν επί τέ­λους και θα μιλούσαν μαζί του. Καθώς όμως προχω­ρούσαν βλέπουν από μακρυά κάποιον, πού έμοιαζε με άνθρωπο και ήταν ντυμένος με ολόλευκα ρούχα και στέκονταν πάνω σε έναν λόφο, που βρισκόταν ο­λόγυρα στην περιοχή και σε απόσταση τριών περί­που μιλίων. Τότε εκείνος ο λευκοντυμένος τους εφώναξε από μακρυά: «Αδελφοί, αδελφοί». Οι δυο μο­ναχοί τον πλησίασαν και τον ρώτησαν: «Εσύ ποιος είσαι και τί θέλεις;».

-Ξέρω ότι πάτε να συναντήσετε τον άγιο Αναχω­ρητή, απάντησε. Σάς παρακαλώ να του πήτε μια φράση.

-Ποια φράση θέλεις να του πούμε; ξαναρώτησαν οι δυο μοναχοί.

-Να του πήτε: «Θυμήσου αυτό, που σε παρακά­λεσα». Αυτό μόνο να του πήτε.

Οι δυο μοναχοί υποσχέθηκαν ότι θα πουν αυτή την φράση στον άγιο Αναχωρητή και συνέχισαν τον δρόμο τους με την απορία, ποιος ήταν αυτός ο λευ­κοντυμένος και τί ήταν αυτό, που ζητούσε από τον Γέροντα ερημίτη. Δεν μπορούσαν όμως να καταλά­βουν τίποτε και ακόμα τί ήθελε σ' αυτήν την ερημιά, όπου κάνει φοβερή ζέστη την ημέρα και αβάσταχτο κρύο τη νύχτα. Συνέχισαν όμως την πορεία τους προσευχόμενοι μέχρι, που έφτασαν στην σπηλιά του με­γάλου Αναχωρητή. Έπεσαν αμέσως στα πόδια του με μεγάλη ευλάβεια και τον παρεκάλεσαν να ακού­σουν από το στόμα του λόγον σωτηρίας και να τους πή πώς να αγωνίζονται κατά Θεόν. Ο Γέροντας τους περιποιήθηκε με ό,τι είχε και τους μίλησε για τα πνευματικά ζητήματα και κυρίως για το άπειρον έλε­ος του Θεού, πού είναι ένας απερίγραπτος ωκεανός κι εμείς πρέπει να ζούμε στον ωκεανό αυτό, όπως τα ψάρια μέσα στην θάλασσα. Γιατί, τους είπε, αυτός είναι ο προορισμός μας. Και πρόσθεσε;

-Όταν βγουν τα ψάρια από την θάλασσα πεθαί­νουν. Έτσι και η ψυχή αν χάση το έλεος του Θεού, ζή μέσα στον θάνατο χωρίς να αφανίζεται. Μόνον υ­ποφέρει και δυστυχεί. Κάποτε είχαμε όλο αυτό το έ­λεος και ζούσαμε στον Παράδεισο. Με την παρακοή βρεθήκαμε στην ερημιά αυτού του κόσμου, γι' αυτό και οι μετανοούντες πηγαίνουν στην έρημο για να σωθούν. Έξω από τον κόσμο της πονηρίας, πού όλο ανακαλύπτει προφάσεις, για να ζή έξω από το έλεος του Θεού.

-Και πώς ξανακερδίζει κανείς το έλεος του Θεού άγιε πάτερ;

-Με την δακρυσμένη μετάνοια και την ολόκαρδη προσευχή, παιδιά μου.

Τους είπε και άλλες ψυχοσωτήριες διδασκαλίες ο Αναχωρητής και εκείνοι του διηγήθηκαν πώς ξεκίνη­σαν να φτάσουν κοντά του και του ανέφεραν και για τον λευκοντυμένο άνθρωπο, που συνάντησαν και εί­παν την φράση «Θυμήσου αυτό, που σε παρακάλε­σα». Ο Γέροντας κατάλαβε και ήξερε ποιος ήταν ο λευκοντυμένος, αφού είχε τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και συναναστρέφονταν με τους Αγγέλους. Προσποιήθηκε ότι δεν τον ήξερε και τους είπε μάλιστα:

-Κανένας άλλος άνθρωπος δεν κατοικεί εδώ γύρω.

Και έλεγε την αλήθεια, γιατί μίλια ολόγυρα στην σπηλιά του Αναχωρητή δεν κατοικούσε άλλος άν­θρωπος. Εκείνοι όμως επέμεναν και του έλεγαν οτι τον είδαν στην κορυφή του γειτονικού λόφου και έ­καναν μετάνοιες και τον πίεζαν να πή ποιος ήταν και τί ήθελε από αυτόν. Αγκάλιασαν τα πόδια του Γέροντα και έτσι πεσμένοι τον παρακαλούσαν να τους πή, για ψυχική τους ωφέλεια. Στο τέλος ο μεγά­λος Αναχωρητής έκανε αγάπη και υποχώρησε στην παράκληση τους. Τους σήκωσε όρθιους και τους εί­πε, δεσμεύοντας την ειλικρίνειά τους:

-Δώστε μου τον λόγο σας, οτι δεν θα μιλήσετε ε­παινετικά για μένα, σε κανέναν άνθρωπον, οτι είμαι άγιος και τα παρόμοια, μέχρι να φύγω από αυτόν τον κόσμο και να πάω στον Κύριο μας, και τότε θα σας μιλήσω καθαρά για το ζήτημα αυτό.

Εκείνοι έδωσαν τον λόγο τους, δεσμεύτηκαν μαζί του και ο Γέροντας έκανε τον σταυρό του και τους είπε:

-Αυτός, που τον είδατε ντυμένο στα λευκά, πάνω στην κορφή του λόφου, είναι Άγγελος Κυρίου. Ήρ­θε εδώ σε μένα τον αδύναμο και με παρακάλεσε, λέ­γοντας: «Ικέτευσε τον Κύριο για μένα, ώστε να επι­στρέψω στον τόπο μου, γιατί έχει πια συμπληρωθή ο χρόνος, που ορίστηκε σε βάρος μου από τον Θεό». Ε­γώ τότε τον ερώτησα, ποία είναι η αιτία της ποινής του. Και εκείνος αποκρίθηκε: «Συνέβη σε μια πόλη ε­παρχιακή, πολλοί άνθρωποι να παροργίσουν τον Θε­όν με τις αμαρτίες τους για μεγάλο χρονικό διάστη­μα. Με έστειλε λοιπόν ο Κύριος να τους παιδεύσω με ευσπλαγχνία. Εγώ όμως όταν τους είδα να ασε­βούν πολύ τους επέβαλα μεγαλύτερο παιδεμό, με α­ποτέλεσμα να εξοντωθούν πολλοί άνθρωποι.. Γι’ αυ­τό μου επεβλήθη η απομάκρυνσή μου από προσώπου του Θεού, πού μου είχε αναθέσει την αποστολή».

-Και όταν τον ρώτησα, συνέχισε ο Αναχωρητής, πώς είμαι άξιος να παρακαλέσω τον Θεό για έναν Άγγελον, εκείνος μου απάντησε: «Αν δεν ήξερα οτι ο Θεός δέχεται την προσευχή των γνησίων δούλων του, δεν θα ερχόμουν εδώ και δεν θα σε ενοχλούσα». Εγώ αναλογίστηκα εκείνη την στιγμή το αμέτρητο έ­λεος του Κυρίου και την άπειρη αγάπη του προς τον άνθρωπον, που τον έκανε άξιο να μιλά μαζί του και να τον βλέπη, επίσης οι Άγγελοι να υπηρετούν τους ανθρώπους και να έχουν επαφή μαζί τους, όπως έχει γίνει με τους μακάριους δούλους του Ζαχαρία (Λουκ. α' 11) και Κορνήλιο (Πράξ. ι' 1) και τον Προφήτη Η­λία (Γ' Βασιλειών ιθ' 5-7) και τους άλλους αγίους. Έ­νοιωσα κατάπληξη με όλα αυτά και δόξασα την ευ­σπλαγχνία του.

Ο Γέροντας σταμάτησε ξαφνικά την κουβέντα και άρχισε να προσεύχεται με δάκρυα. Δεν τους απο­κάλυψε τίποτε άλλο, γιατί μετά το περιστατικό αυτό ο τρισμακάριστος Αναχωρητής αναπαύτηκε εν Κυρίω. Οι δύο μοναχοί κατάπληκτοι τον έθαψαν τιμητι­κά με ύμνους και προσευχές και απεφάσισαν να μεί­νουν για πάντοτε στην σπηλιά του αληθινά μεγάλου αυτού Αναχωρητή. Όσο μπορούμε ας μιμηθούμε κι εμείς την πίστη και την αρετή και την προσευχή αυτού του Γέροντα».

Εδώ τελειώνει η αφήγηση αυτή του «Γεροντι­κού», αλλά ποτέ δεν τελειώνει για όλους μας το αμέτρητον έλεος του Θεού για τον καθένα μας.


Η ΖΩΗ ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ 

Ποιος δεν θέλει να γνωρίση τι γίνεται μετά την αναχώρηση μας από αυτόν τον κόσμο και πώς είναι η ζωή πέραν του τάφου; Ποιος δεν έχει την αγωνία να μάθη τι γίνεται στην παραπέρα πορεία της ζωής στην ατέλειωτη αιωνιότητα; Γιατί ο κάθε άνθρωπος, που γεννιέται σ' αυτόν τον κόσμο είναι προορισμέ­νος να ζήση αιώνια και όχι μόνον σ' αυτόν τον προ­σωρινό κόσμο, που είναι μια προετοιμασία, μια ά­σκηση και δοκιμασία της ελευθερίας μας, ώστε να έ­χουμε την κατάλληλη συνέχεια στην ατέρμονη αιώ­νια ζωή. Όποιος προτιμά να ζή στο φως να βρή το φως και οποίος προτιμά το σκοτάδι να βρή το σκοτά­δι και οποίος θέλει το μισόφωτο στο μισόφωτο θα βρεθή. Εμείς όμως απορροφημένοι από τις επιθυμίες και τις ανάγκες και τα πάθη, παρασυρόμαστε από τα γήινα και ξεχνούμε τα αιώνια.

Να πούμε τι θα έπρεπε να κάνουμε; Αυτό το κα­ταλαβαίνει ο κάθε λογικός άνθρωπος και όλοι όσοι πιστεύουν στον Χριστό. Η προσοχή μας πρέπει να είναι σταθερά στραμμένη στα αιώνια και να διαλέ­γουμε πριν απ’ όλα τον σωστό δρόμο, που θα πρέπει να ακολουθήσουμε σ' αυτή την σύντομη ζωή, η οποία τελειώνει γρήγορα και σβήνει, ενώ ή ζωή της ψυχής συνεχίζεται και κουβαλά μαζί της όλες τις ευθύνες για τα έργα, πού προτιμήσαμε.

Κάποιος Γέροντας Ασκητής διηγήθηκε μια τέτοια χαρακτηριστική ιστορία, μια περίπτωση πραγματική, όπως βεβαιώνει και την έζησε και την εξομολογήθηκε στον ίδιο, γιατί ήταν ο Εξομολόγος της, μια οσία μο­ναχή, που είχε φθάσει στον αληθινό φόβο του Θεού, με πολλούς πνευματικούς αγώνες. Όταν λοιπόν ο Πνευματικός της την ερώτησε πώς και γιατί ξεκίνησε να γίνη μοναχή, εκείνη αναστέναξε και είπε:

-«Όταν ήμουν παιδί, άγιε Γέροντα, είχα πατέρα έναν καλοσυνάτο και πράο και ευλαβέστατο άνθρω­πο, αλλά ήταν φιλάσθενος. Έτσι τα περισσότερα χρό­νια του τα πέρασε με δίαιτες και γιατρούς και φάρμα­κα. Πιο πολλές μέρες βρισκόταν στο κρεββάτι και λι­γότερες στη δουλειά του. Όσες μέρες δούλευε στα χω­ράφια του ήταν τόσον απορροφημένος στις δουλειές του, ώστε σπάνια συναντιόταν με τους συγχωριανούς του. Καταγινόταν με την καλλιέργεια της γης, αυτή ή­ταν ή δουλειά του, και έφερνε στο σπίτι τους καρπούς των κόπων του. Ήταν τόσο σιωπηλός, πού όσοι δεν τον γνώριζαν ενόμιζαν ότι είναι βουβός.

Η μητέρα μου ήταν το εντελώς αντίθετο. Ενδια­φερόταν για όλα, ακόμα και για όσα συνέβαιναν και έξω από την πατρίδα. Μιλούσε τόσο πολύ και έλεγε τόσο πολλά σε όλους, ώστε να δίνη την εντύπωση οτι όλο της το σώμα ήταν μια γλώσσα! Φιλονικούσε συ­νεχώς με όλους. Μεθούσε συχνά και περνούσε ώρες με ακόλαστους άντρες. Διαχειρίζονταν τα οικονομι­κά του σπιτιού, που της τα είχε αναθέσει ο πατέρας μου, με τέτοιο τρόπο κακό, ωσάν πόρνη, έτσι, που να μην επαρκούν για μας, μολονότι υπήρχαν πολλά α­γαθά. Ήταν πολύ σπάταλη. Το σώμα της το χρησι­μοποιούσε με τόσο αισχρό τρόπο, ώστε λίγοι άντρες από το χωριό μπόρεσαν να ξεφύγουν από την δική της ασέλγεια. Ποτέ της δεν αρρώστησε, ούτε αισθάνθηκε ποτέ σωματικό πόνο. Από την ημέρα, που γεν­νήθηκε ως την ημέρα, που πέθανε ήταν υγιέστατη σε όλο της το σώμα.

Ο πατέρας μου, υστέρα από πάλη με πολυχρό­νιες αρρώστιες, πέθανε. Αμέσως με τον θάνατο του άρχισε μια φοβερή κακοκαιρία. Άρχισαν να φυσούν δυνατοί άνεμοι και παντού βροντές και αστραπές και θύελλες με πολλή βροχή. Η βροχή δεν σταματού­σε ούτε στιγμή, νύχτα και μέρα, με αποτέλεσμα να μείνη τρεις μέρες άταφος ο πατέρας μου πάνω στο κρεββάτι του. Οι συγχωριανοί κουνούσαν το κεφάλι τους και απορούσανε με όλο αυτό το κακό και κατη­γορούσαν τον πατέρα μου, ότι είναι εχθρός του Θεού και γι’ αυτό μήτε η γη δεν τον δέχεται για ταφή. Ό­μως για να μην αρχίση η αποσύνθεση του σώματος μέσα στο σπίτι και δεν μπορεί να μπή κανείς μέσα σ' αυτό, αν και ο καιρός ήταν κακός, όλο βροχές και α­νέμους, τον θάψαμε κανονικά στο νεκροταφείο.

Ύστερα από τον θάνατο του πατέρα μου, σαν να πήρε μεγαλύτερη άδεια, συνέχισε να ασωτεύη με με­γαλύτερη αναίδεια. Έκανε το σπίτι μας σχεδόν πορ­νείο. Έζησε με τόση ασωτία και ακολασία, ώστε να μου αφήση ελάχιστα για κληρονομιά, όσον ακόμα ζούσα στον κόσμο. Ο θάνατος ήρθε σ' αυτήν, όπως μου φαίνεται, μόλις και μετά βίας και με φόβο, σαν να μην ήθελε να την πάρη. Και είχε μια τέτοια κη­δεία και φροντίδα, αντίθετη με εκείνη του πατέρα μου, ώστε να νομίζη κανείς ότι και ο καιρός να προ­σαρμόζεται στην κηδεία.

Εγώ, δε, μετά τον θάνατο της, καθώς είχα ξεπε­ράσει την παιδική ηλικία, άρχισα να νοιώθω τις επι­θυμίες του σώματος, που με κινούσαν και με ερέθι­ζαν. Ένα βράδυ λοιπόν, όπως είναι φυσικόν, άρχισα να σκέφτομαι και να εξετάζω, ποιόν δρόμον να δια­λέξω στην ζωή μου. Ποια από τις ζωές των γονιών μου. Την ζωή του πατέρα μου, με την καλοσύνη, την πραότητα και την ωραία σύνεση του: Αλλά, έλεγα πάλι μέσα μου και σκεφτόμουνα, ότι έτσι κανένα κα­λό δεν είχε στην ζωή του. Όλη του την ζωή την ξόδε­ψε σε αρρώστιες και θλίψεις και έφυγε από την ζωή αυτή, έτσι, που ούτε η γη δεν ήθελε να δεχτή την τα­φή του. Εάν, λοιπόν, ένας τέτοιος τρόπος ζωής ήταν αρεστός στον Θεό, για ποιόν λόγον ο πατέρας μου δοκίμασε τόσα κακά και δυσάρεστα, ενώ αυτόν τον καλό τρόπο ζωής είχε διαλέξει;

Αλλά και ο τρόπος της μητέρας μου, θα έλεγε κα­νείς, είναι ο σωστός, να ζήση και να εκδίδη το σώμα του στην ακολασία, στην ασέλγεια και την ηδονή; Ε­κείνη βέβαια, μολονότι δεν άφησε τίποτε αισχρό, που να μη το κάνη, και μεθοκοπούσε πάντοτε, παρ' όλα αυτά επέρασε την ζωή της ολόκληρη με υγεία και καλοπέραση. Τί θα έλεγε λοιπόν κανείς, ότι έτσι πρέπει να ζήσω κι εγώ, σαν την μητέρα μου; Άλλω­στε είναι καλύτερο να έχω εμπιστοσύνη στα μάτια μου και να μη προσπερνώ καθόλου, αυτά, που καλά έχω διαπιστώσει. Και εγώ η άθλια, πήρα την απόφα­ση να ακολουθήσω μια τέτοια ζωή, ωσάν την ζωή της μητέρας μου.

Έτσι, που σκεφτόμουνα, ήρθε η νύχτα και με πή­ρε αμέσως ο ύπνος, υστέρα από αυτούς τους λογι­σμούς, που είχα κάνει. Τότε βλέπω ξαφνικά μπροστά μου ένα μεγαλόσωμο άνθρωπο, που ήταν φοβερός στην όψη. Έπειτα, αφού με τρόμαζε με την μορφή του, με ρωτούσε με οργισμένο πρόσωπο και με σκλη­ρή φωνή:

-Πες μου εσύ ή τάδε (είπε το όνομα μου), ποιοί είναι οι λογισμοί της καρδιάς σου και τι θέλεις να κάνης στην ζωή σου;

Εγώ ήμουν κατατρομαγμένη από την όψη και την εμφάνιση του και δεν τολμούσα ούτε να μιλήσω, ούτε να γυρίσω να τον κοιτάξω. Είχα κατεβασμένο το βλέμμα. Εκείνος με πιο δυνατή φωνή με πρόσταξε πάλι να του αναφέρω τις αποφάσεις μου. Εγώ είχα παραλύσει από τον φόβο μου και έχοντας ξεχάσει τις σκέψεις μου, έλεγα ότι δεν ξέρω τίποτε από αυτά, που με ρωτά. Εκείνος πάλι, ενώ εγώ αρνιόμουν τα ό­σα είχα σκεφτεί, μου θύμιζε όλους τους λογισμούς, που είχα κάνει πριν κοιμηθώ. Τότε εγώ αισθάνθηκα μέσα μου να με ελέγχη η συνείδηση μου και άρχισα να παρακαλώ και να ζητώ συγχώρηση και εξηγούσα γιατί είχα κάνει αυτές τις σκέψεις. Εκείνος με την ίδια έντονη φωνή μου είπε:

-Έλα, λοιπόν, να δής και τους δυο, τον πατέρα σου και την μητέρα σου, πώς είναι. Και ύστερα διά­λεξε οποία ζωή θέλεις για τον εαυτό σου να ζήσης.

Με έπιασε αμέσως από το χέρι και με τραβούσε. Έτσι με έφερε σε μια πολύ μεγάλη πεδιάδα, με πολ­λούς κήπους και κάθε λογής καρπούς και διάφορα δέντρα, ποΥ την ομορφιά τους κανείς δεν μπορεί να περιγράψη. Με έβαλε μέσα σ' αυτήν την πανέμορφη πεδιάδα και εκεί με συνάντησε ο πατέρας μου. Με α­γκάλιασε αμέσως, με φιλούσε και με αποκαλούσε παιδί του. Εγώ τον έσφιξα στην αγκαλιά μου και τον παρακαλούσα να μείνω μαζί του. Εκείνος όμως μου έλεγε ότι δεν μπορεί να με κράτηση:

-Τώρα, αυτό, που μου ζητάς δεν είναι δυνατόν να γίνη. Αν όμως θέλησης να ακολουθήσης τα δικά μου αχνάρια, τότε θα 'ρθής εδώ, και όχι υστέρα από πολύ χρόνο.

Εγώ επέμενα πολύ να παρακαλώ και να ζητώ να μείνω μαζί του, αλλά εκείνος, που με πήγε εκεί, με τράβηξε από το χέρι και μου είπε:

-Έλα, να δής και την μητέρα σου, να φλέγεται στη φωτιά, για να κρίνης μόνη σου, σε ποιόν από τους δυο τρόπους ζωής είναι καλόν να στραφής και ποιος από αυτούς τους δυο δρόμους σε συμφέρει να ακόλουθη σης.

Με σταμάτησε σε ένα σπίτι σκοτεινό και τελείως ζοφερό, και ακούγονταν από κει μέσα μεγάλη ταρα­χή και τρίξιμο δοντιών. Εκεί μου έδειξε ένα καμίνι γεμάτο φωτιά και πίσσα να αναβράζη και να καίγε­ται και μερικούς φοβερούς φρουρούς να στέκονται ο­λόγυρα στο καμίνι. Ήταν φοβεροί και άγριοι στην ό­ψη. Εγώ κοίταξα κάτω και εκεί είδα την μητέρα μου βυθισμένη μέσα στη φωτιά μέχρι το λαιμό της. Καί­γονταν ολόκληρη από τη φωτιά και από τους πόνους έτριζε και χτυπούσε τα δόντια της, ενώ μια απαίσια μυρωδιά από σκουλήκια έβγαινε προς τα πάνω.

Όταν με αντίκρυσε η μητέρα μου άρχισε να φωνάζη θρηνητικά και δυνατά και να με αποκαλεί παι­δί της και να παρακαλή:

-Αλλοίμονο, παιδί μου, αλλοίμονο στα έργα και στις πράξεις μου. Όλα τα καλά έργα τα θεωρούσα τότε ότι ήταν φλυαρίες και ανοησίες και δεν πίστευα στις τιμωρίες για την πορνεία και την μοιχεία. Δεν πίστευα οτι υπάρχουν βασανιστήρια για την μέθη και την ασέλγεια. Να όμως, για λίγη ηδονή τότε, πό­ση κόλαση δοκιμάζω τώρα και τί τιμωρίες υποφέρω εδώ. Να, για λίγη παράνομη απόλαυση, πόσον τιμω­ρούμαι τώρα. Να, για την καταφρόνηση στο λόγο του Θεού, τί μισθούς έχω τώρα. Με έχουν βρει όλα τα ανεπανόρθωτα κακά! Και συνέχισε να κλαίη και να παρακαλή για κά­ποια βοήθεια:

-Τώρα είναι καιρός για βοήθεια, παιδί μου. Τώ­ρα να θυμηθής τα τροφεία, τα έξοδα, πού έκανα για να σε μεγαλώσω. Τώρα πρέπει να μου ανταποδώσης την ευεργεσία, εάν πήρες ποτέ κάτι καλό από μένα. Σπλαγχνίσου αυτήν, που καίγεται και λυώνει μέσα στη φωτιά. Δείξε συμπόνοια σε μένα, που δοκιμάζο­μαι ολόκληρη μέσα σε τέτοια βάσανα. Λυπήσου με, παιδί μου, δός μου το χέρι σου και ανέβασε με από δω!

Εγώ απέφευγα να της δώσω το χέρι μου εξ αι­τίας αυτών των άγριων, οι όποιοι στέκονταν σαν ε­πόπτες των βασανισμών, αλλά εκείνη συνέχισε να κλαίη και να φωνάζη με δάκρυα προς έμενα:

-Παιδί μου, βοήθα με, παιδί μου, βοήθησε με και μην αδιαφορήσης για τους θρήνους της μητέρας σου. Θυμήσου τους πόνους, πού τράβηξα στη γέννα σου και μη παράβλεψης αυτήν, που χάνεται τώρα μέσα στην κόλαση της φωτιάς!

Ομολογώ ότι συγκλονίστηκα από τις σπαρακτι­κές φωνές και τα δάκρυα της. Άπλωσα το χέρι να την τραβήξω, αλλά η φωτιά μου έκαψε το χέρι και άρχισα να στενάζω κι εγώ με δάκρυα. Θρηνούσα, ω­σάν μικρό παιδί. Όλοι στο σπίτι, οπού κοιμόμουνα ξεσηκώθηκαν από τα κλάματα μου, άναψαν το φως και ζητούσαν να μάθουν τί συνέβη και γιατί έκλαιγα τόσον πονεμένα. Εγώ τους περιέγραψα, που βρέθη­κα και τί είδα. Τότε είπα σ' αυτούς ότι προτιμώ να α­κολουθήσω στο μέλλον τη ζωή του πατέρα, αφού με την φιλανθρωπία, που μου έδειξε ο Θεός, πληροφο­ρήθηκα ποιες τιμωρίες περιμένουν αυτούς, που θέ­λουν να ζουν «αμαρτωλά».

Αυτή ήταν η εξομολόγηση της μακάριας εκείνης μοναχής, που περιέγραψε τι λαμπρή, που είναι η α­νταπόδοση στις ενάρετες ψυχές και πόσον μεγάλες οι τιμωρίες για τις κακές πράξεις και την αισχρή ζωή. Μόνοι μας επιλέγουμε τα καλά ή τα αμαρτωλά έργα και αυτά βρίσκουμε και στην άλλη ζωή. Γι’ αυτό και ο Γέροντας Εξομολόγος της μακαριστής πλέον μονα­χής, μας συμβουλεύει να γινόμαστε καλύτεροι, για να συναντήσουμε τα καλύτερα και να ζούμε πάντοτε στην μακαριότητα.




ΑΝΕΒΗΚΕ ΣΩΜΑΤΙΚΑ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

Η μεγαλύτερη γειτονιά των ταπεινών διαμορφώ­θηκε και αναπτύχθηκε μέσα στους αιώνες στα Ασκηταριά και τα Κοινόβια της ερήμου, όπου ασκήτεψαν, αγωνίστηκαν και αναδείχτηκαν μεγάλοι Άγιοι και Πατέρες της Εκκλησίας, όπως τους συναντούμε στα «Συναξάρια» και τα παλιά «Γεροντικά», με τους βίους, τις διδασκαλίες και τα θαυμαστά και διδακτι­κά γεγονότα, που έζησαν. Ένα τέτοιο λαμπρότατο γεγονός διηγήθηκε α Αββάς Δανιήλ, που το γνώρισε ο ίδιος και το κατέγραψε και μπορούμε τώρα να το παρακολουθήσουμε κι εμείς, μέσα από τα λόγια του, που έζησε και ασκήτεψε τον έκτο αιώνα στην έρημο της Αιγύπτου. Διηγήθηκε λοιπόν ο Αββάς Δανιήλ στους υποτακτικούς του, ότι:

-«Υπήρχε κάποτε ένας ασκητής με το όνομα Δούλας, που είχε φτάσει σε μεγάλα πνευματικά μέτρα της αγιότητος, ώστε να συγκαταλεχθή ανάμεσα στους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας. Αυτός λοιπόν ο Δούλας εμόνασε αρχικά σε Κοινόβιο για σαράντα ο­λόκληρα χρόνια. Με την πείρα, που είχε αποκτήσει στο μοναχικό βίο, έλεγε στους άλλους μοναχούς:

-Δοκίμασα διάφορους τρόπους μοναχικής ζωής και διαπίστωσα οτι αυτοί, που μονάζουν στα Κοινό­βια, πολύ περισσότερο και πολύ γρηγορότερα προκό­βουν στην απόκτηση των αρετών, εάν μένουν στο Κοινόβιο τους με πραγματική διάθεση να αγωνισθούν τον καλόν αγώνα της Πίστεως. Ήταν, λοιπόν, κάποτε ένας αδελφός στο Κοινόβιο, ο όποιος εξωτε­ρικά φαινόταν άσημος και καταφρονεμένος, αλλά στο λογισμό ήταν πολύ σπουδαίος και άξιος για κά­θε τιμή. Όλοι όμως του φέρνονταν άσχημα και τον ε­ξευτέλιζαν και τον κακομεταχειρίζονταν, ως άχρη­στο και ανίκανο, και αυτός αντί να πικραίνεται και να διαμαρτύρεται, χαίρονταν μέσα του κι ένοιωθε α­γαλλίαση. Όλη αυτή η κακή και εχθρική συμπεριφο­ρά εναντίον του ήταν δόλιο σχέδιο των δαιμόνων για να τον εκτρέψουν από τον δρόμο, που ακολου­θούσε. Έτσι για είκοσι ολόκληρα χρόνια τον έδερ­ναν, τον κλωτσούσαν, τον έφτυναν και τον έβριζαν, αλλά ο καλός αγωνιστής δεν σταματούσε την πνευ­ματική του πορεία.

Μία ημέρα ο σατανάς, που δεν μπορούσε να ανεχθή άλλο το νικηφόρο αγώνα του ταπεινού ασκητή, γλύστρησε ύπουλα στην ψυχή κάποιου μονάχου και την ώρα, που όλοι στο Μοναστήρι ησύχαζαν, μπήκε στην εκκλησία και έκλεψε όλα τα ιερά σκεύη και έφυ­γε κρυφά από το Κοινόβιο. Όταν ήλθε η ώρα για την Ακολουθία, πήγε ο Κανονάρχης να βάλη θυμία­μα, αλλά διεπίστωσε κατάπληκτος οτι έλειπαν όλα τα ιερά σκεύη. Έτρεξε τότε στον Ηγούμενο και ανέ­φερε το γεγονός. Χτύπησε αμέσως η καμπάνα και συ­γκεντρώθηκαν όλοι οι αδελφοί και άρχισε μεγάλη α­ναστάτωση για την ιεροσυλία αυτή. Όλοι αναρωτή­θηκαν ποιος να έκανε κάτι τόσο βέβηλο. Μερικοί άρ­χισαν να κατηγορούν τον άσημο και ταπεινό αδελφό τους, που τον αποκαλούσαν «ο κακούργος» και δεν είχε πάει στην Ακολουθία. Αν δεν το είχε κάνει αυ­τός το κακούργημα, θα ερχόταν πρώτος και σήμερα, όπως κάνει πάντοτε.

Πήγαν αμέσως στο κελλί του και τον βρήκαν να προσεύχεται. Τον άρπαξαν θυμωμένοι και άρχισαν να τον σέρνουν έξω από το κελλί του με βρισιές και φωνές και εκείνος έκπληκτος τους ρωτούσε: «Τί συμ­βαίνει, πατέρες μου;». Εκείνοι με κακόλογα και κα­τηγόριες τον χτυπούσαν και του έλεγαν: «Ιερόσυλε, είσαι ανάξιος ακόμα και να ζής! Δεν σου έφτανε τό­σα χρόνια, που μας τάραξες το Κοινόβιο, τώρα μας έχεις κατασκανδαλίσει όλους;». Εκείνος με ταπεινο­φροσύνη τους έλεγε: «Συγχωρήστε με, πατέρες μου, που έσφαλα». Αμέσως τον οδήγησαν στον Ηγούμε­νο και λένε:

-Άγιε Ηγούμενε, αυτός είναι, που φέρνει άνω-κάτω το Μοναστήρι μας, από την αρχή, πού ήρθε.

Και άρχισαν όλοι να τον κατηγορούν, πότε ότι έ­φαγε κρυφά τα χόρτα, πότε ότι έκλεβε τα ψωμιά και τα έδινε έξω σε άλλους και πότε ότι τον είδαν να πίνη το καλό κρασί, που έχουν για την Θεία Μετάλη­ψη. Και όλοι, μολονότι λέγανε ψέματα, γινόταν πι­στευτοί. Μόνον αυτόν, αν και έλεγε την αλήθεια, δεν τον άκουγε και δεν τον πίστευε κανείς. Τότε ο Ηγού­μενος του αφαίρεσε το Μοναχικόν Σχήμα, λέγοντας:

-Αυτά, που κάνεις δεν ταιριάζουν σε αληθινόν Χριστιανόν.

Του φόρεσαν λοιπόν σιδερένιες χειροπέδες και τον παρέδωσαν στον Οικονόμο του Μοναστηριού. Ε­κείνος, αφού τον εγύμνωσε από τα ρούχα του, τον μαστίγωσε και τον ρωτούσε αν αληθεύουν όσα λέγο­νται εναντίον του. Εκείνος γελώντας για τις ψεύτι­κες κατηγορίες έλεγε: «Συγχωρήστε με, αδελφοί, για­τί έσφαλα». Εξαγριωμένος ο Οικονόμος από την α­πάντηση του κατηγορουμένου, έδωσε εντολή να τον ρίξουν στην φυλακή και να ασφαλίσουν τα πόδια του στην ξύλινη μέγγενη, για να μη δραπέτευση. Την ίδια μέρα έστειλε και γραπτή αναφορά στον Έπαρχο της πόλης για το γεγονός.

Χωρίς καθυστέρηση έφθασαν τα αρμόδια όργανα του Έπαρχου, κατέλαβαν τον κατηγορούμενο, αλλά αθώο Μοναχό, τον ανέβασαν πάνω σε ένα ζώο χωρίς σαμάρι, με βαρύ σιδερένιο περιλαίμιο στον λαιμό του και τον διαπόμπευσαν μέσα στην πόλη, για να τον ο­δηγήσουν τελικά στον δικαστή. Ο δικαστής άρχισε να τον ρωτά ποιο είναι το όνομά του και από που κα­τάγεται και για ποιόν λόγον έγινε Μοναχός. Ο κατη­γορούμενος Μοναχός τίποτε άλλο δεν έλεγε, παρά μόνον: «Αμάρτησα, συγχωρέστε με». Έξω φρενών ο δικαστής διέταξε να τεντώσουν το κορμί του και με σκληρά μαστίγια να του λιανίσουν τα νώτα.

Τεντωμένος λοιπόν από τα τέσσερα άκρα, χέρια και πόδια, και την ώρα, που τον μαστίγωναν αλύπη­τα, εκείνος, με χαμογελαστό πρόσωπο, έλεγε στον δι­καστή: «Χτύπα, χτύπα. Έτσι κάνεις την αμοιβή μου λαμπρότερη». Και ο δικαστής του είπε: «Εγώ την τι­μωρία σου θα την κάνω πιο αστραφτερή και από το χιόνι». Και διατάζει αμέσως να στρώσουν φωτιά κά­τω από την κοιλιά του, καθώς ήταν μπρούμυτα την ώρα, που τον μαστίγωναν, και αφού ανακατώσουν α­λάτι και ξύδι, να το χύνουν πάνω στις πληγές του. Ό­σοι ήταν παρόντες εκεί και έβλεπαν τα φοβερά μαρ­τύρια και θαύμαζαν για την μεγάλη καρτερία του, τον ρωτούσαν: «Πες μας που έβαλες τα ιερά σκεύη και θα σε ελευθέρωση ο δικαστής». Και εκείνος απαντούσε: «Δεν γνωρίζω τίποτε». Ο δικαστής παράγ­γειλε να διακόψουν το βασανισμό αυτό και πρόστα­ξε να μεταφέρουν τον κατηγορούμενο στην φυλακή και εκεί να τον κρατήσουν νηστικό και αφρόντιστο.

Την επόμενη ημέρα ο Έπαρχος έστειλε εντολή στο Κοινόβιο να παρουσιασθούν οι υπεύθυνοι του Μοναστηρίου, μαζί με τον Ηγούμενο. Όταν έφτα­σαν στο Επαρχείο ο Έπαρχος τους είπε: «Πάρα πολλούς τρόπους εχρησιμοποίησα και σε πολλές τι­μωρίες τον υπέβαλα, αλλά τίποτε περισσότερον δεν μπόρεσα να μάθω». Του λένε τότε οι εκπρόσωποι του Κοινοβίου: «Άρχοντα, και άλλα πολλά κακά έκανε, αλλά χάριν του Θεού, τον κρατήσαμε περιμένοντας να μετανοήση. Να όμως, που έφτασε στα χειρότερα». Τους ρώτησε τότε: «Τι να τον κάνω λοιπόν;». Και εκείνοι του αποκρίθηκαν: «Ό,τι λέγει Ο νόμος». Ξανάπε ο Έπαρχος: «Τους ιερόσυλους τους φονεύει ο νό­μος». Τότε ας φονευθή, του απάντησαν. Και ο Έπαρ­χος τους άφησε να φύγουν.

Ύστερα φώναξε να του φέρουν τον κατηγορούμε­νο και αφού κάθισε στο δικαστικό θρόνο του είπε: «Άθλιε Μοναχέ, ομολόγησε την αλήθεια, για να γλυτώσης τον θάνατο». Και ο αθώος Μοναχός είπε: «Ε­άν διατάζης να πω αυτό, που δεν έγινε, το λέω». Ο δικαστής είπε: «Δεν θέλω να πής ψέματα εναντίον σου». Και ό κατηγορούμενος Μοναχός ξανάπε: «Τί­ποτε από όσα με ρωτάτε δεν γνωρίζω να τα έκανα ποτέ». Βλέποντας λοιπόν ο Έπαρχος οτι ο κατηγο­ρούμενος δεν ομολογεί ενοχή, διέταξε να αποκεφαλισθή. Αμέσως τον πήραν οι δήμιοι και πήγαν στον τό­πο των εκτελέσεων να τον αποκεφαλίσουν.

Την ώρα, που τον πήγαιναν για εκτέλεση, αυτός, πού είχε αφαιρέσει τα ιερά σκεύη και τα κειμήλια, έ­νοιωσε συντριβή στην καρδιά του και είπε στον εαυ­τό του: «Είτε τώρα, είτε κάποια άλλη μέρα, οπωσδή­ποτε θα μαθευτή η αλήθεια για την κλοπή αυτή. Και αν ακόμα ξεφύγης από την ανθρώπινη δικαιοσύνη, τί θα κάνης την ημέρα της Κρίσεως; Πώς θα απολογηθής γι’ αυτές τις πράξεις σου;». Μετανοημένος λοιπόν, ο πραγματικός κλέφτης των κειμηλίων, πη­γαίνει αμέσως στον Ηγούμενο και του λέγει: «Να στείλης γρήγορα είδηση στον Έπαρχο, να μην εκτελεσθή ο Αδελφός, που κατηγορήθηκε γιατί βρέθηκαν τα ιερά σκεύη». Έτσι και έγινε. Όταν πληροφόρησε ο Ηγούμενος τον Έπαρχο ότι βρέθηκαν τα κλοπι­μαία, έδωσε εντολή να ελευθερωθή ο καταδικασμέ­νος, ο όποιος οδηγήθηκε ξανά στο Κοινόβιο.

Τότε όλοι εκείνοι, που τον κατηγορούσαν και τον κακομεταχειρίζονταν έπεσαν στα γόνατα μπροστά του και τον παρακαλούσαν να τους συγχώρηση: «Σου φταίξαμε, αδελφέ, συγχώρησε μας». Και εκείνος, κλαίγοντας τους απαντούσε: «Εσείς να με συγχωρεί­τε, που σας αναστάτωσα. Εγώ σας ευχαριστώ και σας ευγνωμονώ, γιατί με τους μικρούς αυτούς κόπους αξιώνομαι αγαθών μεγάλων. Αληθινά σας λέγω, ότι η χαρά μου ήταν μεγάλη πάντοτε, όταν άκουγα να λέ­γονται από σας τόσες κατηγορίες εναντίον μου, διότι δεν είχαν απολύτως καμμιά βάση και κυρίως διότι, με αυτόν τον μικρόν εξευτελισμό, επρόκειτο να γίνω άξιος για τιμές μεγάλες κατά την φοβερή ημέρα της Κρίσεως. Ο Κύριος να σας συγχώρηση για όλα όσα είπατε και κάνατε εναντίον μου».

-Βεβαίως και παρακαλούμε να μας συγχώρηση ο Θεός, έλεγαν γονατιστοί οι αδελφοί, που τον κατηγό­ρησαν αλλά θέλουμε κι εσύ να μας συγχώρησης και να ευχηθής για την σωτηρία μας. Συγχώρησέ μας, α­δελφέ».

-Σας έχω ήδη συγχωρήσει, αδελφοί μου, καθώς και σας χρεωστώ ευγνωμοσύνη για όσα κάνατε. Χαί­ρομαι αληθινά και θα χαιρόμουν ακόμα περισσότερον γι' αυτό, που μου κάνατε, αν δεν είχα θλίψη στην καρδιά μου για σας. Γιατί διέβλεπα την ανταπόδωση της αναπαύσεως στην Βασιλεία των Ουρα­νών, μετά από τέτοιους πειρασμούς».

Μετά την επιστροφή του στο Κοινόβιο ο αδικη­θείς Μοναχός, ο «κακούργος» καθώς τον έλεγαν οι αδελφοί του, εξεδήμησε προς τον Κύριον μετά τρεις ήμερες με οσιακό τέλος. Διότι όταν πήγε, ένας αδελ­φός στο κελλί του να δη πώς είναι, τον βρήκε πεσμέ­νο στα γόνατα. Γιατί, καθώς έκανε μετάνοιες και προσεύχονταν, στη θέση αυτή παράδωσε την ψυχή του στο Θεό, και το σώμα του παρέμενε ακόμα στη στάση της μετάνοιας. (Σημ. Η λέξη μετάνοια, αυτό, που λέγεται κλίση των γονάτων, την μετάνοια της ψυχής φανερώνει και υποδηλοι. Έτσι έχουμε διπλή μετάνοια, σώματος και ψυχής). Τότε ο αδελφός έτρε­ξε αμέσως στον Ηγούμενο της Μονής και αναφέρει το γεγονός και ο Ηγούμενος έδωσε εντολή να μεταφερθή το σώμα και να ενταφιασθή στην εκκλησία.

Τοποθέτησαν το νεκρό σώμα του Μοναχού, που κατηγορήθηκε άδικα και υπέφερε αγόγγυστα τόσα βασανιστήρια, μπροστά στο θυσιαστήριο του ναού και παράγγειλε να χτυπήσουν το σήμαντρο, για να συγκεντρωθούν όλοι οι αδελφοί και γίνη με τιμές ο ε­νταφιασμός του. Καθώς όμως συγκεντρώνονταν οι α­δελφοί για τον «τελευταίον ασπασμόν» ήθελε ο καθέ­νας τους να πάρη κάποια ευλογία από το λείψανον και τα ενδύματα του νεκρού Μονάχου. Βλέποντας το αυτό ο Ηγούμενος ετοποθέτησε τον νεκρόν μέσα στο ιερό του ναού, εκλείδωσε την πόρτα και περίμενε τον Αββά του Κοινοβίου για να κάνουν μαζί τον εντα­φιασμό. Όταν ήρθε και ο Αββάς με τους ιερείς και άρχισαν την Εξόδιον Ακολουθίαν, έδωσε εντολή:

-Ανοίξετε το ιερόν και φέρετε τον νεκρόν να γίνη κανονικά η ταφή, γιατί έφτασε η ενάτη ώρα (τρεις μετά μεσημβρίας).

Ω, των θαυμάσιων σου, Κύριε! Όταν άνοιξαν το ιερό δεν βρήκαν μέσα τίποτε, εκτός από τα ρούχα και τα σανδάλια του νεκρού! Όλοι θαμπώθηκαν και αφού γονάτισαν με συντριβή, άρχισαν να δοξάζυν τον Υπερθαύμαστον Θεόν, με δάκρυα στα μάτια και να ζητούν συγχώρηση για όσα έκαναν και είπαν ενα­ντίον του αδικημένου Μονάχου, λέγοντας μεταξύ τους:

-«Βλέπεις, αδελφέ, τί αγαθά προξενεί η μακροθυμία και η αληθινή ταπείνωση και η υπομονή; Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε, πάντα εν σοφία εποίησας».

Και ο Αββάς Δανιήλ, που διηγήθηκε την ιστορίαν αυτήν στους υποτακτικούς του, κατέληξε λέγο­ντας:

-Όπως είδατε λοιπόν το παράδειγμα αυτό, έτσι κι εσείς να αγωνιζόσαστε, υπομένοντας με ταπεινο­φροσύνη και ανεξικακία όλους τους πειρασμούς και τους εξευτελισμούς, γιατί αυτός είναι ο δρόμος, που μας οδηγεί στην Βασιλεία των Ουρανών, που μας χα­ρίζει με το έλεός του ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός».



ΠΩΣ ΝΙΚΗΣΕ ΤΟ ΠΑΘΟΣ 

Υπάρχουν πολλά πάθη, σαρκικά και ψυχικά, ό­πως και πολλοί τρόποι για την αντιμετώπιση και την κατανίκηση τους. Στην ιστορία, που ακολουθεί και την διηγείται αυτός, που την έζησε, ο Συμεών από την Απάμεια της Συρίας, που βρίσκεται στα νότια της μεγάλης πόλεως Αντιοχείας, θα δούμε έναν από αυτούς τους τρόπους για το σαρκικό πάθος. Βέβαια η ταπεινοφροσύνη και προπαντός η πίστη και η αγά­πη, βοηθούν πολύ στον καλό αγώνα κατά των πα­θών, αλλά και άλλοι τρόποι μπορούν να γίνουν απο­τελεσματικοί για τον τίμιο αγωνιστή. Και αυτόν τον δρόμο, που ακολούθησε ο Συμεών και τον περιέγρα­ψε σε κάποιον Αββά και από αυτόν έγινε γνωστή η περίπτωσή του, όπως την διηγήθηκε ο Αββάς και την κατέγραψαν οι μαθητές του.

-«Ζούσαν κάποτε στην Απάμεια της Συρίας δυο έμποροι, που ήταν φίλοι και ασκούσαν το επάγγελμα του εμπόρου και έκαναν και εξαγωγές σε άλλες χώ­ρες. Ο ένας από αυτούς ήταν πλούσιος και ό άλλος είχε λιγότερα πλούτη. Ο πλούσιος έμπορος είχε και μια πολύ όμορφη σύζυγο, αλλά και σεμνή και φρόνι­μη, όπως αποδείχτηκε. Κάποτε πέθανε ο πλούσιος έ­μπορος και άφησε χήρα την όμορφη σύζυγο του. Ο φίλος του βλέποντας την ομορφιά και την σεμνότητα της χήρας την ερωτεύθηκε πολύ και ήθελε να την πάρη γυναίκα του, αλλά δίσταζε να της το πή, γιατί φοβόταν την άρνηση της. Εκείνη όμως, πού ήταν έξυ­πνη και μυαλωμένη κατάλαβε τα αισθήματα του ερω­τευμένου Συμεών Κάι του είπε:

-Κυρ Συμέων, σε βλέπω ότι έχεις λογισμούς για μένα. Πες μου λοιπόν τί σε απασχολεί, τί λογισμούς έχεις και εγώ θα σου απαντήσω.

Εκείνος στην αρχή δίσταζε να μιλήσει. Ύστερα όμως της ομολόγησε τα αισθήματα του και την παρεκάλεσε να γίνει γυναίκα του. Εκείνη του ξαναλέει:

-Αν κάνης αυτό, που θα σου ζητήσω, τότε θα δε­χτώ την πρόταση σου.

-Ό,τι και να μου ζήτησης, θα το κάνω, της απά­ντησε εκείνος.

-Τότε θέλω να κατεβής κάτω στο εργαστήρι σου και μείνε νηστικός, μέχρι να σε καλέσω και αληθινά σου λέγω οτι κι εγώ δεν θα γευτώ τίποτε, μέχρι να σε φωνάξω να ανεβής. Συμφωνείς;

-Συμφωνώ, αποκρίθηκε ο κυρ Συμεών και κατέ­βηκε στο εργαστήρι του.

Δεν είχαν όμως καθορίσει πότε θα τον καλούσε. Εκείνος υπέθεσε οτι η χήρα ήθελε να προετοιμαστεί σαν γυναίκα και ότι σε μια- δυό ώρες θα τον φώναζε. Πέρασε όμως ολόκληρη η ημέρα χωρίς να τον καλέση. Απόρησε με το γεγονός αυτό. Μήπως τον είχε ξε­χάσει; Μήπως συνέβη τίποτε άλλο; Δεν ήξερε τί να υπόθεση. Έτσι πέρασε και ή δεύτερη μέρα. Σκέφτηκε να ανεβή ακάλεστος από το εργαστήρι του, αλλά σαν τίμιος άνθρωπος ήθελε να τήρηση την συμφωνία. Άρ­χισε να πεινά και να διψά, αλλά η συμφωνία τους ή­ταν να μείνη τελείως νηστικός. Όπως θα έμενε και ή χήρα χωρίς να γευτή το παραμικρό. Έκανε λοιπόν υ­πομονή και ό Θεός τον βοηθούσε να μείνη τίμιος στην συμφωνία του. Έτσι πέρασε και η τρίτη μέρα και ό κυρ Συμεών άρχισε να νοιώθη εξάντληση. Και σκέφτηκε οτι αν δεν τον καλέση και την επομένη τό­τε θα χαλάση την παράξενη αυτή συμφωνία, που έ­μοιαζε λίγο και σαν εμπαιγμός.

Την τέταρτη ημέρα του στέλνει ειδοποίηση να ανεβή από το εργαστήρι. Αν δεν τον ειδοποιούσε, λί­γο ακόμα και θα πέθαινε από εξάντληση. Δεν μπο­ρούσε να σταθή στα πόδια του και χρειάστηκε να τον βοηθήσουν άλλοι για να ανεβή από το υπόγειο εργα­στήρι του. Εκείνη είχε ετοιμάσει λαμπρό τραπέζι και ομορφοστολισμένο το κρεββάτι της και του λέγει:

-Κυρ Συμεών, να το στρωμένο τραπέζι και το στρωμένο κρεββάτι. Που επιθυμείς να πάμε μαζί οι δυο μας;

-Σε παρακαλώ, της αποκρίθηκε εκείνος. Δείξε α­γάπη και δός μου κάτι να φάω, γιατί χάνομαι από την πείνα και την δίψα και από την μεγάλη μου αδυ­ναμία δεν ξέρω αυτήν την στιγμή αν υπάρχουν γυ­ναίκες στον κόσμο αυτό.

-Να λοιπόν, που με την πείνα, προτίμησες το φα­γητό και όχι έμενα ή άλλη γυναίκα και καμμιά άλλη ηδονή, παρά μόνον το φαγητό. Όταν λοιπόν έχεις τέ­τοιους λογισμούς και πειρασμούς, αυτό το φάρμακο να χρησιμοποιής και θα γλιτώνης από κάθε τέτοιο κίνδυνο κακών λογισμών. Πίστεψε με, λοιπόν, οτι με­τά τον άνδρα μου, ούτε εσένα ούτε άλλον άνδρα παίρνω, αλλά κάτω από την σκέπη του Χριστού, ελ­πίζω να μείνω μέχρι τέλους χήρα.

Εκείνος εθαύμασε την σύνεση και την σωφροσύ­νη της και γεμάτος κατάνυξη της είπε:

-Επειδή ό Κύριος ευδόκησε να με επισκεφθή, για να με σώση με την δική σου φρόνηση, τί με συμ­βουλεύεις να κάνω από δω και πέρα;

Εκείνη, που φοβόταν και τη νεότητα της και την ομορφιά της και νοιώθοντας το ενδεχόμενο, μήπως κάποια ώρα πάθει και αυτή τον ίδιο πειρασμό, του είπε με ειλικρίνεια Κάι τόλμη:

-Νομίζω ότι κανέναν άλλον δεν αγαπάς περισσότερον από μένα, με τρόπον τίμιον και σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.

-Αυτό είναι αλήθεια, της είπε εκείνος.

-Και εγώ σε αγαπώ αληθινά, στο όνομα του Θεού, του απάντησε η χήρα. Επειδή όμως ο Κύριος είπε ότι «Όποιος έρχεται σε μένα και δεν μισεί τον πα­τέρα του και την μητέρα και την γυναίκα και τα τέ­κνα και τα αδέρφια του, ακόμα και την ίδια την ζωή του δεν μπορεί να είναι μαθητής μου» (Λουκ. ιδ' 26), γι' αυτό ας απομακρυνθούμε ο ένας από τον άλλον, για να λογαριάση και σε σένα ο Κύριος ότι χάριν Ε­κείνου απαρνήθηκες την γυναίκα σου και σε μένα ε­πίσης να λογαριάση ότι απαρνήθηκα τον άνδρα, που αγαπώ. Να, στην χώρα μας υπάρχει Μοναστήρι ε­γκλείστων, στην Απάμεια. Αν αληθινά ποθής να σωθής, εκεί να κάνης την απάρνηση του κόσμου και θα ευαρεστήσης αληθινά τον Θεό.

Εκείνος απαλλάχτηκε αμέσως από όλες τις δε­σμεύσεις, που είχε και έτρεξε στο Μοναστήρι, όπου έμεινε μέχρι την κοίμηση του. Έγινε άξιος Μοναχός, με καθαρό νου, βλέποντας τα πράγματα πνευματικά και σωστά και εξομολογήθηκε στο Γέροντα του όλη αυτήν την ιστορία, για το πώς νίκησε το πάθος του».



ΑΠΕΡΙΓΡΑΠΤΗ Η ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ 

Αν γνωρίζαμε όλοι πόσο μεγάλη, πόσον άμεση και πόσον αποτελεσματική είναι η βοήθεια της Πα­ναγίας μας, θα την παρακαλούσαμε καθημερινά, για να μας βοηθήση και να μεσιτεύση για την σωτηρία μας. Γι' αυτό και ο λαός μας την αγαπά ειλικρινά και την επικαλείται και λέγει συχνά την «Παράκλη­ση» της (λέγεται «Κανών Ικετήριος εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον» και είναι σε δυο μορφές, τον «Μι­κρόν» (σύντομον) και «Μέγα Κανόνα», που βάλλο­νται εναλλάξ κατά τις ήμερες του Δεκαπενταύγου­στου, «ως και εις πάσαν δύσκολον περίστασιν του πιστού») και της έχει κτίσει αμέτρητους ναούς και της έχει δώσει μυριάδες τιμητικές προσωνυμίες και την αγαπά ως αληθινή Μητέρα όλων των Χριστιανών.

Την αγάπη και τον σεβασμό προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον μας την διδάσκουν όλοι οι Άγιοι Πα­τέρες, διότι είναι «Η μετά Θεόν Θεός» και έχει τα «Δευτερεία» της Θεότητας, δηλονότι μια τέτοια τιμή, που μόνον ο Χριστός μπορούσε να δώση στο ανθρώπινον γένος. Μια πολύ αποκαλυπτική καί χαρακτη­ριστική περίπτωση για την ακαταγώνιστη και απερί­γραπτη βοήθεια της Παναγίας, διηγήθηκε ο Αββάς Παύλος ο απλός, σε μια συγκέντρωση Μοναχών, για κάποιον μαθητή του, πού αμάρτησε:

-«Είχα έναν μαθητή, αφηγείται ο ίδιος ο Γέροντας Παύλος ο απλός, πού έπεφτε σε διάφορες αμαρ­τίες, χωρίς να το ξέρω, γιατί δεν τις απεκάλυπτε ό­ταν έκανε την εξομολόγηση του. Κάποια μέρα ήρθε το τέλος του και εγώ λυπήθηκα πολύ, διότι δεν ήξε­ρα εάν σώθηκε ή όχι. Άρχισα λοιπόν να προσεύχο­μαι πολύ στο Θεό και παρακαλούσα και την Κυρίαν Θεοτόκον, να μου φανέρωση ανάμεσα σε ποιους βρί­σκεται ή ψυχή του, μετά την έξοδο της από το σώμα.

Επέμενα στην προσευχή αυτή με υπομονή, για αρκετές ήμερες. Κάποια από τις μέρες αυτές, που προσευχόμουνα για τον μαθητή μου, ήρθα σε έκστα­ση και είδα τον μαθητή μου να τον βαστούν δύο ά­γνωστοι. Εκείνος δεν είχε καμμιά ζωντάνια, καμμιά ενέργεια ψυχική ή σωματική και δεν μιλούσε καθό­λου. Έμοιαζε σαν απολιθωμένος. Εγώ ήμουν σε με­γάλη αγωνία. Ξαφνικά, σαν να μου ήλθε μια θεϊκή έ­μπνευση, θυμήθηκα τον λόγον του Κυρίου: «Αυτόν, πού δεν έχει ένδυμα γάμου να του δέσετε τα χέρια και τα πόδια και να τον ρίξετε στο βαθύ σκοτάδι, ε­κεί θα είναι ο θρήνος και το τρίξιμο των δοντιών». (Ματθ. κβ' 11-13). Και με το δέσιμο των χεριών και των ποδιών δεν υπαινίσσεται τίποτε άλλο, παρά το ότι σβήνει και μένει ανενέργητη κάθε σκέψη και διά­θεση πονηρή, που δεν ήταν σύμφωνη με το θέλημα του Θεού σε αυτή τη ζωή.

Όταν συνήλθα από την έκσταση αυτή, άρχισα να λυπάμαι πολύ και να αγωνιώ για τον μαθητή μου. Έ­κανα, όσον μπορούσα, ελεημοσύνες και Θειες Λει­τουργίες για την ψυχή του. Παρακαλούσα και την Υ-περαγία Θεοτόκο να ελεηθή. Παρακαλούσα βεβαίως και τον φιλάνθρωπο Θεό γι' αυτόν, για να σωθή η ψυχή του, ή τουλάχιστον να βελτιωθή η κατάσταση στην οποία βρισκότανε. Επίσης άρχιζα να κοπιάζω στην άσκηση και να κάνω ξηροφαγία, ενώ είχα φτά­σει σε βαθειά γεράματα.

Ύστερα από μερικές ημέρες βλέπω την Παναγία Θεοτόκο να μου λέγει: «Γιατί λυπάσαι και έχεις τόση αγωνία, παπούλη;». Κι εγώ της αποκρίθηκα: «Για τον αδελφό, Δέσποινα μου, γιατί τον είδα σε κακή κατάσταση». Τότε εκείνη μου είπε: «Εσύ δεν παρα­κάλεσες, επειδή ήθελες να τον δής, σε ποια κατάστα­ση είναι; Να, λοιπόν, που πήρες την πληροφορία, που ήθελες». Και εγώ ξαναείπα παρακλητικά: «Ναι, σε ικετεύω, Παναγία μου. Εγώ παρακάλεσα γι' αυτό, αλλά δεν ήθελα να τον δω σε τέτοια κατάσταση. Για­τί, σε τί μου χρειάζεται να τον δω και να κλαίω και να λυπάμαι και να πονώ;». Και τότε η Υπερευλογημένη Θεοτόκος μου είπε: «Πήγαινε. Για την ταπείνω­ση και τον μόχθο και την αγάπη σου, εγώ θα σου τον δείξω έτσι, πού να μη λυπάσαι».

Την άλλην ήμερα, αδελφοί και πατέρες, ξαναείδα τον μαθητή μου να έρχεται προς το μέρος μου, πολύ χαρούμενος, να περιπατή μόνος του και να γελά, σαν μικρό παιδί. Και όταν με πλησίασε μου είπε: «Πάτερ μου, οι παρακλήσεις σου έκαμψαν την Παναγίαν Θε­οτόκον, διότι πολύ σε αγαπά. Εκείνη παρεκάλεσε τον Σωτήρα Χριστόν, να λυθώ από τα δεσμά, γιατί ή­μουν περισφιγμένος από τα σχοινιά των αμαρτημά­των μου».

Με αυτά τα λόγια του μαθητή μου, εγώ γέμισα χαρά. Τότε ξανάδα την Παναγία Θεοτόκο και μου λέγει: «Γέροντα, πήρες την πληροφορία, που ήθελες, έστω και τώρα; Και απάντησα: «Ναι, Δέσποινα μου, και πολύ εχάρηκα, που τον είδα να βρίσκεται σε άνε­τη κατάσταση. Τότε η Παναγία μου ξαναμίλησε και μου είπε: «Πήγαινε, λοιπόν, και να θυμάσαι τον αδελφό σου αυτό, με τις προσευχές, τις ελεημοσύνες και τις Θειες Λειτουργίες. Γιατί πολύ-πολύ βοηθά τους νε­κρούς η ελεημοσύνη και η ίδια η Θεία Λειτουργία».

Όσοι άκουσαν την διήγηση αυτή και είδαν πό­σον άμεση και πόσον μεγάλη είναι ή βοήθεια της Θε­οτόκου στους πιστούς, που την επικαλούνται, άρχι­σαν να συζητούν θαυμαστά για την Παναγία και την αγάπη της για τους Χριστιανούς. Επίσης αναφέρθη­καν και στην μεγάλη βοήθεια και την παρηγοριά των ψυχών, που βρίσκονται στην πέραν του τάφου ζωήν, όταν προσευχόμαστε γι' αυτές και κάνουμε ελεημο­σύνες και Θειες Λειτουργίες υπέρ αυτών. Αυτή είναι και η διδασκαλία της Εκκλησίας μας, αλλά έχει με­γάλη σημασία το γεγονός ότι το αποκαλύπτει και το επιβεβαιώνει η Υπεραγία Θεοτόκος προς τον άγιον Αββά Παύλον τον απλόν, με τρόπον σαφέστατον. Ε­παναλαμβάνουμε τα λόγια της, για να τα έχουμε κι ε­μείς ως οδηγόν και να τα τηρούμε, όσον περισσότερον μπορούμε «υπέρ αναπαύσεως των ψυχών» των ανθρώπων, πού έφυγαν από αυτήν την ζωήν;

-«Να θυμάσαι τον αδελφόν αυτόν (και κάθε ψυ­χή, που αγαπά κανείς και μετά την αναχώρηση της από αυτόν τον κόσμον), με τις προσευχές, τις ελεημο­σύνες και τις Θείες Λειτουργίες. Γιατί, πολύ- πολύ βοηθά τους νεκρούς η ελεημοσύνη και η ίδια η Θεία Λειτουργία».



Η ΑΓΑΠΗ ΑΡΧΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΥΣΙΑ 

Όλοι ξέρουμε την πραγματική ιστορία για το δίλεπτον της φτωχής εκείνης χήρας, που έρριξε στο γαζοφυλάκιον (παγκάρι) του ναού μόνον δύο λεπτά, γιατί δεν είχε περισσότερα. Και ο Χριστός, που πα­ρακολουθούσε τις εισφορές των πιστών υπέρ της εκ­κλησίας του Θεού, είδε την μικρή εισφορά της χήρας και την επαίνεσε λέγοντας ότι «αύτη πλείον πάντων έβαλεν». Γιατί; Διότι «άπαντες γαρ ούτοι εκ του πε­ρισσεύοντος αυτοίς έβαλον εις τα δώρα του Θεού, αυτή δε εκ του υστερήματος αυτής άπαντα τον βίον ον είχεν έβαλε» (Λουκ. κα' 3-4).

Το ίδιο κάνουν πολλοί, που προσφέρουν από το περίσσευμα τους, χωρίς να αισθάνονται οι ίδιοι καμμιά υστέρηση και δυσκολία και νομίζουν ότι πράτ­τουν σπουδαίον έργον αγάπης. Βεβαίως καλά πράτ­τουν και δίνουν, έστω και από το περίσσευμά τους, διότι όλη αυτή η γήινη πορεία του αληθινού Χρι­στιανού, είναι μια πράξη συνεχούς αγάπης και προ­σφοράς προς τον Θεόν και τους ανθρώπους. Μακά­ριος όμως είναι εκείνος, που προσφέρει από το υστέ­ρημα του και νοιώθει την δυσκολία της υστερήσεως, διότι αυτή είναι η αληθινή αγάπη, η πραγματική προσφορά, που σημαίνει κόπο και θυσία, σημαίνει να στερούμαι και να υποφέρω λίγο, για να δώσω κά­τι από τον εαυτό μου και την ζωή μου χάριν του Θεού, όπως λ.χ. μια νηστεία, μια αγρυπνία, μια προσευχή, μια φιλανθρωπία και χάριν των ανθρώπων, που είναι οι εικόνες του Θεού και όποιος διακονεί τους άλλους ανθρώπους, λογίζεται ως θυσία και διακονία του ίδιου του Θεού: «Αμήν λέγω υμίν, εφ' όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (Ματθ. κε'40).

Μια τέτοια αποκαλυπτική περίπτωση προσφοράς αγάπης προς τον Θεόν, βρίσκουμε και στη γειτονιά των ταπεινών της ασκητικής ζωής και αξίζει να την δούμε και να την κάνουμε κανόνα της ζωής μας, εάν θέλουμε να ζούμε κατά Χριστόν. Την ιστορία αυτή την αναφέρει το ευλογημένον «Γεροντικόν», όπου κάνει λόγον για τον Αββά Ρωμαίο, που «είχε την ευωδία του Αγίου Πνεύματος». Ιδού το περιστατικόν αυτό:

-«Είχε πάει κάποτε σε Σκήτη ένας Μοναχός Ρωμαίος, που είχε πρώτα μεγάλη θέση στο παλάτι του βασιλέως και εγκατέλειψε τον πλούτο και τις δόξες και την καλοπέραση, για να εγκαταβιώση κοντά στην εκκλησία της Σκήτης και να μη χάνη καμμιά λα­τρευτική σύναξη. Είχε μαζί του και ένα δούλο για να τον υπηρέτη. Βλέποντας ο Ηγούμενος την αδυναμία και την μεγάλη ευαισθησία του Μονάχου αυτού, που ήταν μεγαλωμένος στην αυλή του αυτοκράτορα και αφού έμαθε ότι περνούσε σχεδόν σαν βασιλιάς, ως α­νώτερος αυλικός και έβλεπε τον ζήλον του για την α­σκητική ζωή και τη θεία λατρεία, επέτρεπε στον δούλο να τον υπηρέτη. Έτσι έζησε ο Ρωμαίος αυτός Μο­ναχός είκοσι πέντε χρόνια στην Σκήτη και προχώρη­σε πνευματικά, ώστε να αποκτήση το διορατικόν χά­ρισμα και να αποκτήση μεγάλη φήμη.

Ένας από τους μεγάλους ασκητές της Αιγύπτου, όταν έμαθε την καλή φήμη του Ρωμαίου Μοναχού, ήλθε στην Σκήτη να τον δη και να τον γνωρίση, περιμένοντας βεβαίως να βρή σ' αυτόν περισσότερη σω­ματική άσκηση. Φανταζόταν ότι θα συνάντηση ένα σκελετωμένο ασκητή, μια απόκοσμη μορφή και θα εί­χε το φωτοστέφανο του αγίου. Μπαίνοντας λοιπόν τον ασπάστηκε, προσευχήθηκαν και υστέρα κάθησαν να μιλήσουν. Πρόσεξε ο Αιγύπτιος επισκέπτης τον Ρωμαίο Μοναχό να φορά μαλακά ρούχα και να έχει χράμι και προβιά από κάτω του και ένα μικρό μαξι­λάρι στο κάθισμα του. Είδε ακόμα ότι τα πόδια του ήταν καθαρά και φορούσε σανδάλια. Όταν τα διεπίστωσε όλα αυτά ο Αιγύπτιος σκανδαλίστηκε, γιατί στην περιοχή της Σκήτης δεν ήταν αυτός ο κανονικός τρόπος ζωής, αλλά πιο αυστηρός και πιο σκληραγω­γημένος. Ο διορατικός Ρωμαίος Μοναχός κατάλαβε ότι ο επισκέπτης του σκανδαλίστηκε με αυτά, που εί­δε. Φώναξε λοιπόν τον υπηρέτη του και του είπε:

-Κάνε μας εορτή για χάρη του Αββά, σήμερα.

Βρήκε λοιπόν ο υπηρέτης λίγα χορταρικά και τα έβρασε. Και όταν ήλθε η ώρα σηκώθηκαν και έφα­γαν. Είχε και λίγο κρασί, εξ αιτίας της αδύνατης κράσης του ο Ρωμαίος Ασκητής και ήπιαν και οι δυο από ένα ποτήρι. Όταν βράδιασε, είπαν τους δώδεκα Ψαλμούς και κοιμήθηκαν. Το ίδιο κάνανε και την νύ­χτα (Μεσονυκτικόν). Το πρωί, που ξυπνήσανε ο Αι­γύπτιος Γέροντας του είπε:

-Την ευχή σου, πάτερ μου.

Έτσι, έφυγε ο Αιγύπτιος χωρίς να ωφεληθή πνευματικά, όπως ήλπιζε. Δεν είχε απομακρυνθή πο­λύ, και ο Ρωμαίος Ασκητής, που κατάλαβε τι έγινε και θέλοντας να τον ωφελήση, έστειλε τον δούλο του και τον κάλεσε να επιστρέψη. Με χαρά εκείνος ξανα­γύρισε και ό Γέροντας τον δέχτηκε καλοσυνάτα και τον ρώτησε:

-Από ποια χώρα είσαι;

-Από την Αίγυπτο, του αποκρίθηκε.

-Και από ποια πόλη της Αιγύπτου;

-Εγώ δεν είμαι από πόλη, σε χωριό εζούσα.

-Ποια ήταν η δουλειά σου στο χωριό;

-Έκανα τον αγροφύλακα.

-Και που κοιμόσουν; ξαναρώτησε ο Ρωμαίος Αββάς.

-Στα χωράφια, όπου γύριζα.

-Εκεί είχες στρώμα να πλαγιάσης και σκεπάσμα­τα;

-Πού να βρω στρώμα και σκεπάσματα, μέσα στα χωράφια;

-Τότε, πώς κοιμόσουνα;

-Κατάχαμα, πάνω στο χώμα.

-Και τί έτρωγες στα χωράφια και τί κρασί έπι­νες;

-Μα υπάρχει φαγητό και πιοτό στα χωράφια;

-Τότε πώς ζούσες, κάνοντας τον αγροφύλακα;

-Έτρωγα ξερό ψωμί και αν έβρισκα, λίγο παστό κρέας και νερό ήταν το πιοτό μου. Έτσι ζούσα τα χρόνια εκείνα, πού ήμουνα αγροφύλακας.



-Μεγάλο βάσανο μια τέτοια ζωή, είπε ο Ρωμαίος Μοναχός αναστενάζοντας. Για πες μου όμως, υπάρ­χουν και λουτρά στο χωριό σου, για να πλένεσθε;

-Όχι. Πλενόμαστε στο ποτάμι, όταν θέλουμε.

Αφού λοιπόν ο Γέροντας τον έκανε να φανέρω­ση όλα αυτά, που είπε ο Αιγύπτιος και έμαθε όλη την ταλαιπωρία της αλλοτινής ζωής του, θέλοντας να τον ωφελήση, του διηγήθηκε τον δικό του πρότερον βίο, μέσα στον κόσμο, λέγοντας:

-Εγώ ο ταπεινός Μοναχός, όπου βλέπεις εδώ, είμαι από την μεγάλη πόλη, την Ρώμη, την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Ρωμαίων, και είχα μεγάλο αξίωμα στο παλάτι του βασιλέως.

Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια ο Αιγύπτιος Γέρο­ντας κατανύχθηκε αμέσως και άκουγε με πολλή προ­σοχή την συνέχεια της κουβέντας αυτής. Και ο Ρω­μαίος Αββάς, που κατάλαβε την ψυχική αλλαγή του Αιγυπτίου, είπε:

-Παράτησα λοιπόν την μεγάλη πόλη της Ρώμης και ήλθα σ’ αυτήν την έρημο. Και πάλι, εγώ όπου με βλέπεις τώρα εδώ, είχα σπίτια μεγάλα και χρήματα πολλά. Και καταφρονώντας τα όλα, ήλθα και κλεί­στηκα μέσα σε τούτο το μικρό κελλί. Πάλι, εγώ όπου με βλέπεις, είχα κρεββάτια ολόχρυσα, με ακριβά στρώματα. Και αντί γι' αυτά όλα, μου έδωσε ο Θεός αυτό το χράμι από μαλλί και αυτήν την προβιά. Πά­λι, τα ρούχα μου ήταν πολύ ακριβά και αντί για εκείνα, φορώ τα φτηνά αυτά ιμάτια. Πάλι, στο τραπέζι μου, πολύ χρυσάφι δαπανούσα. Και αντί γι' αυτά, που είχα στο τραπέζι μου, ο Θεός μου έδωσε αυτά τα λιγοστά χόρτα και αυτό το μικρό ποτήρι κρασί. Και με υπηρετούσαν πολλοί δούλοι. Και να, αντί για ε­κείνους, ο Θεός επέτρεψε να με υπηρέτη τούτος ο α­δελφός, που με φροντίζει. Και αντί να πηγαίνω σε λουτρό, χύνω λίγο νερό στα πόδια μου και φορώ τα σανδάλια εξ αιτίας της αδύνατης κράσης μου. Πάλι, αντί να ακούω μουσικούς και κιθάρες, λέγω τους δώ­δεκα Ψαλμούς. Όμοια και κατά τα μεσάνυχτα, αντί για τις αμαρτίες, που έκανα, τώρα με ειρήνη κάνω την μικρή μου προσευχή. Σε παρακαλώ, λοιπόν, Γέ­ροντα, μη σκανδαλισθής από την αδυναμία μου.

Ακούγοντας αυτά ό Αιγύπτιος, συνήλθε καί είπε:

-Αλλοίμονό μου, όπου από πολλή ταλαιπωρία στον κόσμο ήλθα σε ανάπαυση και όσα δεν είχα τότε τα έχω τώρα. Ενώ εσύ, από πολλή ανάπαυση ήλθες σε ταλαιπωρία και από πολλή δόξα και πλούτο ήλ­θες σε ταπείνωση και φτώχεια.

Έφυγε πολύ ωφελημένος πνευματικά και έγινε φίλος του και πήγαινε συχνά σ' αυτόν για να ωφελεί­ται. Γιατί ήταν άνθρωπος με το διακριτικό χάρισμα και απέπνεε την ευωδία του Αγίου Πνεύματος, κα­θώς αναφέρει και το "Γεροντικόν". Αυτή είναι η α­ληθινή αγάπη, να θυσιάζης κάτι από τον εαυτόν σου και ή θυσία αυτή να είναι αισθητή σε σένα, γιατί η α­γάπη, πρέπει να επιβεβαιώνεται με τις θυσίες, που κάνει ο καθένας για χάριν του Θεού και χάριν των ανθρώπων.

Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Απερινόητος ο Θεός /μορφές ειδωλολατρίας

αναρτήθηκε στις 13 Σεπ 2014, 7:45 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

Απερινόητος ο Θεός /μορφές ειδωλολατρίας

Αλλά θα ρωτήσει κανείς γιατί τα είπα όλα αυτά και μάλιστα με πιο περίεργο τρόπο από όσο αντέχει το μυαλό του κόσμου, δηλαδή με τέτοιους συλλογισμούς που έχουν επικρατήσει τώρα τελευταία και που είναι περίπλοκοι και ασαφείς και προωθούν έναν τρόπο σκέψης μπερδεμένο και αινιγματικό; Αλλά εδώ εφαρμόζεται “το δέντρο το γνωρίζεις απ’ τους καρπούς”! Δηλαδή από το σκοτάδι των συλλογισμών που κάνουν, καταλαβαίνει κανείς πόσο είναι το σκοτάδι της πίστης τους, που είναι η αιτία που τους εμπνέει τέτοια δόγματα.

Πάντως εγώ δεν τα είπα αυτά τυχαία, για να κάνω δηλαδή εντύπωση ότι λέω πράγματα πρωτότυπα, και να φανώ ότι έχω περισσή σοφία, αφού μπορώ να κάνω αλλεπάλληλους συλλογισμούς και να ανατρέπω τα μέχρι τώρα γενικώς αποδεκτά (αυτή όπως ξέρουμε ήταν η μεγάλη ικανότητα του Δανιήλ), αλλά για να σας αποδείξω αυτό που ξεκίνησα να αναλύω απ’ την αρχή της ομιλίας μου.

Τι ήταν όμως αυτό; Ότι ο Θεός είναι αδύνατον να κατανοηθεί από νου ανθρώπου, που δεν μπορεί ούτε καν να Τον φανταστεί πόσος είναι! Και αυτό δεν γίνεται ούτε από μίσος (γιατί το μίσος είναι κάτι το τελείως ξένο σχετικά με τη θεία φύση, που είναι απαθής, η μόνη αγαθή και κυρίαρχη, και μάλιστα στην σχέση Της με το σπουδαιότερο από όλα τα λογικά Της δημιουργήματα).

Και πράγματι. Τι θα μπορούσε να ζηλέψει ο Λόγος από τα “λογικά”, αφού ακόμη και το ότι υπάρχουν είναι αποτέλεσμα της υπέρμετρης αγαθότητάς Του; Γιατί τα δημιούργησε τότε; Ούτε για να έχει τιμή ούτε για να θεωρείται αυτάρκης, δηλαδή για να μπορεί να θεωρείται τίμιος και σεβαστός από αυτά με το να είναι άπιαστος γι’ αυτά.

Όμως μια τέτοια εκδοχή οπωσδήποτε είναι σοφιστική και παράξενη όχι μόνο για το Θεό, αλλά ακόμη και για έναν άνθρωπο σχετικά έξυπνο, που αναγνωρίζει στον εαυτό του κάτι καλό μόνο με το να μην αφήνει τους άλλους να έχουν τα πρωτεία.

Αλλά αν αυτό συμβαίνει και για κάποιον άλλο λόγο, οι μόνοι που θα μπορούσαν να το γνωρίζουν είναι αυτοί που πλησίασαν κάπως πιο πολύ το Θεό και έγιναν θεατές των ανεξιχνίαστων βουλών Του (δηλαδή έγιναν Άγιοι), αν βέβαια υπάρχουν άνθρωποι με τέτοια αρετή, που όπως λέει η Γραφή “περπατούν στα ίχνη της αβύσσου”. Πάντως αυτό το λίγο που κατάλαβα, σας το παρουσιάζω, προσπαθώντας με τον λόγο που είναι ένα μικρό μέτρο, να εξηγήσω αυτά που είναι τόσο δύσκολο να κατανοηθούν, για να μη συμβεί και, επειδή αποκτήθηκαν εύκολα, να γίνει και πιο εύκολη η απώλειά τους.

Και πράγματι καθετί που αποκτήθηκε με κόπο, συνήθως κρατιέται πιο πολύ. Αντίθετα ότι αποκτιέται εύκολα, πετιέται πολύ πιο εύκολα, επειδή επικρατεί η σκέψη ότι είναι δυνατόν να το αποκτήσει κανείς πάλι. Έτσι, για εκείνους βέβαια που έχουν μυαλό, καταντά να είναι ευεργεσία η δύσκολη απόκτηση της ευεργεσίας.

Ίσως όμως αυτό να συμβαίνει και για να μην πάθουμε εμείς το ίδιο με τον Εωσφόρο που έπεσε, δηλαδή για να μην αντιταχθούμε με αναίδεια εναντίον του Παντοκράτορα Κυρίου από έπαρση, που θα είχαμε αν δεχόμασταν μέσα μας όλο το φως του Θεού, και συνεπώς θα πέφταμε εξαιτίας της έπαρσης, με τον πιο αξιοθρήνητο τρόπο.

Ίσως πάλι, για να έχουν όταν θα πάνε εκεί κάποιο επιπλέον από εδώ βραβείο της φιλανθρωπίας τους και του λαμπρού βίου τους, αυτοί που εδώ καθάρθηκαν από τις αμαρτίες και περίμεναν με υπομονή ότι ποθούσαν.

Γι’ αυτό ανάμεσα σε εμάς και τον Θεό βρίσκεται αυτό το εμπόδιο, το σώμα μας, όπως παλιά ανάμεσα στους Αιγυπτίους και τους Εβραίους υπήρξε η απόσταση του σύννεφου. Και ίσως γι’ αυτό να ειπώθηκε ότι “υπήρχε σκοτάδι που έκρυβε Αυτόν”, για την σωματικότητα μας, εξαιτίας της οποίας λίγοι, και αυτοί πολύ λίγο, ξεχωρίζουν και βλέπουν τα υπερκόσμια μυστήρια.

Όσοι λοιπόν θα το ήθελαν, ας το φιλοσοφήσουν, και ας προσπαθήσουν να υψωθούν σε όσο πιο ψηλό επίπεδο φιλοσοφικής έρευνας μπορούν. Πάντως εμείς, οι – όπως λέει ο θείος προφήτης Ιερεμίας – “δέσμιοι της γης”, αυτοί που φορούν την παχιά σάρκα, ξέρουμε ότι, όσο είναι αδύνατον να προσπεράσει κανείς την σκιά του, (όσο και αν βιάζεται, γιατί πάντα θα μας προλαβαίνει τόσο όσο πιο πολύ βιαζόμαστε να την φτάσουμε ή να πλησιάσουν όσα βλέπουμε την όρασή μας χωρίς να μεσολαβήσει το φως και ο αέρας ή να γλιστρήσουν τα ψάρια έξω από το νερό), άλλο τόσο είναι αδύνατον να βρεθούν ολοκληρωτικά μαζί με τα νοητά τα σωματικά, χωρίς να μεσολαβήσουν τα σωματικά.

Δεύτερο Μέρος

Πραγματικά, πάντα κάτι θα παρεμβάλλεται απ’ τα δικά μας, τα σωματικά, όσο και αν ο νους μας, χωρισμένος από όσα βλέπει και συγκεντρωμένος μέσα στον εαυτό του, θα προσπαθούσε να πλησιάσει τα συγγενή του δηλαδή τα αόρατα.

Τα ονόματα της Πρώτης Φύσης (του Θεού) δεν είναι: πνεύμα, φωτιά, φως, αγάπη, σοφία, δικαιοσύνη, νους, λόγος και άλλα ανάλογα;

Αλλά πέσ’ μου! Θα μπορούσες ποτέ να συλλάβεις στο μυαλό σου το “πνεύμα” αν δεν σκεφτείς κάτι που το πνέει ορμητικά και διαχέεται τριγύρω; Ή τη “ φωτιά ” χωρίς τα ξύλα και την φλόγα που πάει προς τα πάνω και χωρίς το ιδιαίτερο εκείνο σχήμα και χρώμα της; Ή το “φως” χωρίς να είναι ανακατεμένο με τον αέρα και να πηγάζει από εκείνο που το γεννάει δηλαδή από εκείνο που φωτίζει;

Τι είναι όμως ο νους; Τι άλλο αν όχι εκείνο, που οι κινήσεις του είναι οι σκέψεις που ή ηρεμούν μέσα του ή εξωτερικεύονται; Και τι είναι ο λόγος; Τι άλλο αν όχι κάτι που ή ησυχάζει μέσα μας ή βγαίνει προς τα έξω; Και λέω βγαίνει προς τα έξω γιατί διστάζω να πω διαχέεται. Και αν θυμηθούμε και τη σοφία, τι άλλο θα πούμε ότι είναι αν όχι ένα απόκτημα που αναφέρεται στον συλλογισμό είτε των θείων είτε των ανθρώπινων ζητημάτων;

Και η δικαιοσύνη και η αγάπη τι είναι; Όχι απλώς επαινετές εσωτερικές διαθέσεις, από τις οποίες η μια είναι το αντίθετο της αδικίας και η άλλη του μίσους; Που εντείνονται και χαλαρώνουν, αποκτούνται και χάνονται, και γενικά μας κάνουν και μας αλλάζουν, όπως τα χρώματα στα διάφορα αντικείμενα;

Ή μήπως χρειάζεται να αφήσουμε αυτά στην άκρη και να προσπαθήσουμε να δούμε το Θείο αυτό καθεαυτό, με τρόπο σαν να προσπαθούσαμε από τις διάφορες εικασίες μας να φτιάξουμε μια κάποια εικόνα; Ποιος άραγε θα είναι ο συλλογισμός που θα προέλθει από αυτές τις εικασίας αν όχι αυτές τις ίδιες;

Και πως όλα αυτά μαζί ή το καθένα χωριστά είναι δυνατόν αν αποδώσουν με τέλειο τρόπο το Ον, που είναι το μόνο από την φύση του ασύνθετο και αδύνατο να απεικονιστεί κάπως;

Ο νους μας κουράζεται τόσο πιο πολύ στην προσπάθειά του να υπερβεί τα σωματικά και να έρθει σε επαφή με τα ασώματα, όσο πιο πολύ εξετάζει ταυτόχρονα και την αδυναμία του και το γεγονός πως αυτά που εξετάζει είναι πάνω απ’ τις δυνάμεις του, αφού κάθε λογική φύση επιθυμεί βέβαια το Θεό, την πρώτη Αιτία, αλλά αδυνατεί να Τον καταλάβει για τους λόγους που ανέφερα. Κουράζεται από την μεγάλη του επιθυμία, που φτάνει στο σημείο να υποφέρει.

Δεν αντέχει τη ζημιά και κάνει ένα δεύτερο ταξίδι, ή για να ρίξει μια ματιά σ’ αυτά που μπορεί να δει, και να μεταβάλλει κάτι απ’ αυτά σε Θεό από λάθος εκτίμηση διότι τι από τα ορατά είναι δυνατόν να είναι πιο σημαντικά και πιο θεϊκά από εκείνον που τα βλέπει; και πόσο, ώστε αυτός να είναι εκείνος που προσκυνάει, ενώ εκείνο αυτό που προσκυνείται; - ή μέσω της ωραιότητας των ορατών και της τάξης τους, να γνωρίσουν το Θεό και να χρησιμοποιήσουν την όραση για οδηγό τους προς αυτά που είναι πέρα της αίσθησης της όρασης, και όχι να χάσουν το Θεό, εξαιτίας της μεγαλοπρέπειας των ορατών.

Κατά συνέπεια λάτρεψαν για Θεούς: άλλοι τον ήλιο, άλλοι τη σελήνη, άλλοι τα αστέρια, άλλοι τον ουρανό μαζί με όλα αυτά, στα οποία και απέδωσαν, ότι διοικούν τα πάντα ανάλογα με την ποσότητα και την ποιότητα της κίνησής τους το καθένα. Άλλοι τα στοιχεία δηλαδή το χώμα, το νερό, τον αέρα, την φωτιά επειδή είναι απαραίτητα και χωρίς αυτά δεν θα ήταν δυνατόν ούτε καν να αρχίσει να υπάρχει η ζωή του ανθρώπου. Και άλλοι ότι από τα ορατά ο καθένας του ήθελε! Έκαναν Θεούς τα πιο όμορφα από αυτά που έβλεπαν.

Υπάρχουν ακόμη μερικοί που θεώρησαν για Θεούς ακόμα και τις εικόνες ή διάφορα έργα κυρίως των συγγενών τους – εκείνοι βέβαια που ήταν πολύ συναισθηματικοί και τιμούσαν τους πεθαμένους συγγενείς τους με οτιδήποτε τους θύμιζε-! Παράλληλα λάτρευαν και τις εικόνες διάφορων ξένων, που έζησαν πολύ πριν από αυτούς. Αυτό ήταν αποτέλεσμα του ότι ξέχασαν την πραγματική τους φύση, και ως φυσικό επακόλουθο της τιμής προς αυτούς, που την νόμιζαν νόμιμη και αναγκαία. Και αυτό γιατί τα έθιμα με το αυξημένο κύρος της μακροχρόνιας χρήσης τους θεωρήθηκαν νόμος.

Εγώ πάντως πιστεύω, ότι με το χρόνο μερικοί θεοποίησαν τα τιμώμενα πρόσωπα είτε για να κολακεύσουν τους ισχυρούς, είτε γιατί ήθελαν να επαινέσουν την σωματική τους δύναμη, είτε γιατί θαύμαζαν την ομορφιά τους, αφού βέβαια στην πλάνη τους αυτή έπλασαν και πίστεψαν και κάποιο παραμύθι (που οι ίδιοι έπλαθαν)!

 

Εκείνοι που ήταν περισσότερο δούλοι στα πάθη τους, θεοποίησαν τα ίδια τους τα πάθη. Έτσι τίμησαν για Θεούς το θυμό, την φιλοδοξία, την ασέλγεια, τη μέθη και – αποφεύγω να πω και τι άλλο πάθος μαζί με αυτά -! Το βρήκαν ως δικαιολογία για τα αμαρτήματά τους! Δικαιολογία που δεν είναι ούτε καλή ούτε σωστή!

Και άλλους απ’ τους Θεούς τους άφησαν στη γη, ενώ άλλους τους έκρυψαν… κάτω απ’ τη γη (αυτή ήταν η μόνη τους μυαλωμένη ενέργεια!) και άλλους τους ανέβασαν στον ουρανό! Τι γελοία κατανομή αρμοδιοτήτων!

Αλλά σαν να μην έφταναν αυτά, στο κάθε πλάσμα απέδωσαν κάποια θεϊκή ή δαιμονική ιδιότητα, ανάλογα με την εξουσία που τους παρείχε η πλάνη τους! Τους έφτιαξαν αγάλματα που η πολυτέλειά τους σκανδάλιζε! Και νόμιζαν ότι έπρεπε να τους τιμούν με αίματα και τσίκνες και, κάποιοι λίγοι, με πολύ αισχρές πράξεις, με μανιακές καταστάσεις και με ανθρωποθυσίες! Ασφαλώς όμως, για τέτοιους Θεούς, τέτοιες έπρεπε να είναι και οι θυσίες.

Και όχι μόνο αυτά! Όπως γνωρίζουμε, ξεφτίλισαν τους εαυτούς τους μπροστά στα πιο γελοία πράγματα: στα άγρια θηρία, στα τετράποδα, στα ερπετά, και μάλιστα στα πιο γελοία και αισχρά από αυτά! Ακόμη και σ’ αυτά απέδωσαν τη δόξα που οφείλουμε μόνο στο Θεό. Έτσι δεν μας είναι πια εύκολο να ξεχωρίσουμε ποιους πρέπει να περιφρονούμε πιο πολύ: τους ανθρώπους που τα προσκυνούν ή αυτά τα ίδια που προσκυνούνται;

Κατά τη γνώμη μου, πιο πολύ πρέπει να περιφρονούμε αυτούς που τα προσκυνούν. Και αυτό γιατί, παρ’ ότι ήταν λογικά όντα και είχαν λάβει τη χάρη του Θεού, θεώρησαν πιο σημαντικό από αυτούς κάτι που ήταν κατώτερό τους, κάτι όχι καλύτερό τους! Αλλά ανάμεσα στα άλλα αυτό ήταν και μια πανουργία του Διαβόλου, που οδήγησε τον άνθρωπο σε κακή χρήση του λογικού του και μάλιστα για κάτι τόσο κακό (θεοποίηση των ειδώλων), όπως άλλωστε είναι και τα περισσότερα από τα πονηρά του έργα. 

Και να πως: τους βρήκε να περιπλανούνται ψάχνοντας με λαχτάρα να βρουν το Θεό. Για να αποκτήσει ο ίδιος πάνω τους την εξουσία που ανήκει στο Θεό και να τους “κλέψει” αυτό που γύρευαν (ώστε να μην το βρουν ποτέ) – σα να είχε να κάνει με έναν τυφλό που έψαχνε να βρει κάποιον να του δείξει το δρόμο -  τους γκρέμισε άλλους στον ένα βράχο και άλλους στους άλλους βράχους! Και έτσι βέβαια τους διασκόρπισε, όλους όμως μέσα στο μοναδικό βάραθρο του θανάτου και της αμαρτίας.

Αυτοί έλυσαν το ζήτημα με αυτό τον τρόπο! Εμάς όμως η λογική μας, μας λέει όχι μόνο να ποθούμε τον Θεό αλλά και να μην ανεχόμαστε να είμαστε χωρίς πνευματικό οδηγό και κυβερνήτη. Έτσι λοιπόν η λογική μας, παρ’ ότι ερχόταν σε επαφή με τα ορατά και τα θεωρούσε “απ’ αρχής δημιουργήματα” δεν κόλλησε σ’ αυτά. Και αυτό γιατί δεν είναι λογικό να δίνει κανείς προτεραιότητα έναντι του εαυτού του σε όντα που είναι ομότιμα με αυτόν όσον αφορά τις αισθήσεις δηλαδή από μια κατώτερη άποψη σε σχέση με τη λογική.

Η λογική μας μέσω των αισθητών όντων μας οδηγεί στα υπεραισθητά και μάλιστα σε Εκείνον, χάρη στον Οποίον έλαβαν και αυτά ύπαρξη.

Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Εσχατολογία

αναρτήθηκε στις 13 Σεπ 2014, 7:41 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων   [ ενημερώθηκε 13 Σεπ 2014, 7:42 π.μ. ]

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ

ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ

1.  Προς όσους λέγουν, αν η ανάσταση είναι πράγμα καλό κι αγαθό, γιατί δεν έγινε μέχρι  τώρα, αλλά ελπίζεται για το μέλλον.

1.      Αλλά ας κρατήσουμε τη σειρά των θεμάτων που έχουμε εξετάσει. Γιατί ίσως να υπάρχει κάποιος, ο οποίος, έχοντας αναπτερώσει το νου του με τη γλυκύτητα της ελπίδας, θεωρεί βάρος και ζημιά την καθυστέρηση να φθάσει γρηγορότερα σ`εκείνα τα αγαθά, τα οποία ξεπερνούν την ανθρώπινη αίσθηση και γνώση. Και την παράταση του χρόνου, που μεσολαβεί ως το ποθούμενο τέλος τη θεωρεί φοβερή. Αλλά ας μην στενοχωρείται, σαν ένα από τα νήπια, που δυσφορεί για τη μικρή αναβολή των πραγμάτων που φέρουν την ηδονή/ γιατί όλα κατευθύνονται σύμφωνα με το λογικό και σοφό σχέδιο του Θεού, και είναι απόλυτη ανάγκη να πιστεύουμε πως τίποτε από όσα γίνονται δεν είναι άσχετο  με το Λόγο του Θεού και με τη σοφία του.

2.      Και θα ρωτήσεις ποιος είναι αυτός ο λόγος, σύμφωνα με τον οποίο δε γίνεται αμέσως η μετάσταση του οδυνηρού βίου προς το ποθούμενο; Αλλά και γιατί παρατείνεται σε χρόνους προκαθορισμένους αυτή η βαρειά και υλική ζωή; Και είναι ανάγκη να περιμένει το τέλος της συμπλήρωσης του σύμπαντος, ώστε σ`εκείνο τον καιρό, όταν θα ελευθερωθεί η ανθρώπινη ζωή σαν από άλλο χαλινό, να ξανατρέξει πάλι ανάλαφρη κι ελεύθερη προς τον μακάριο και απαθή βίο;

3.      Κατά πόσο εγγίζει ο λόγος προς την αλήθεια αυτών που συζητάμε, μπορεί να γνωρίζει σαφώς η ίδια η Αλήθεια. Εκείνο όμως που έρχεται στο νου μου είναι κάτι σαν αυτό; Ισχυρίζομαι, λοιπόν, οτι κατά πρώτο πρέπει να επαναλάβουμε το λόγο : «Ας δημιουργήσουμε τον άνθρωπο», λέγει ο Θεός, «σύμφωνα με την δική μας εικόνα και ομοίωση. Και δημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο, σύμφωνα με την εικόνα του Θεού τον εδημιούργησε». Η μεν εικόνα του Θεού, η οποία υπάρχει σ`όλο το ανθρώπινο γένος, έλαβε το τέλος της. Αλλά ο Αδάμ δεν είχε ακόμη δημιουργηθεί. Γιατί το γήινο κατασκεύασμα, σύμφωνα με μια ετυμολογία της λέξης, όπως λέγουν όσοι γνωρίζουν καλά την εβραϊκή γλώσσα, λέγεται Αδάμ. Γι`αυτό κι ο Απόστολος που είχε διδαχθεί υπερβολικά την πατρική γλώσσα των Ισραηλιτών, ονομάζει τον άνθρωπο, ο οποίος προήλθε από τη γη, χοϊκό , μεταφράζοντας στην ελληνική διάλεκτο το όνομα του Αδάμ. (Παράβαλε: Α` Κορ. 15,45-47).

4.      Δημιουργήθηκε λοιπόν σύμφωνα με την εικόνα ο άνθρωπος, όλο το ανθρώπινο γένος, το θεόμορφο πράγμα. Και δημιουργήθηκε με την παντοδύναμη σοφία όχι ένα μέρος από το όλο, αλλά μονομιάς όλο το πλήρωμα της φύσης. Βλέπει εκείνος που περικλείει όλα τα πέρατα, όπως αναφέρει η Γραφή, η οποία λέγει «Μέσα στο χέρι του Θεού είναι τα άκρα της γης» (Ψαλ. 94,4). Βλέπει εκείνος, που γνωρίζει τα πάντα πριν  από τη δημιουργία τους, αφού περιλαμβάνει μέσα στη γνώση πόσο θα φθάσει κατά τον αριθμό το ανθρώπινο γένος στα επιμέρους. Κι επειδή διακρίνει μέσα στην κατασκευή του ανθρώπου τη ροπή προς το χειρότερο, κι ότι, αφού θα εκπέσει θεληματικά από την ίση με τους αγγέλους τιμή, θα οικειοποιηθεί την κοινωνία προς την ταπεινότητα, γι`αυτό το λόγο αναμιγνύει με τη δική του εικόνα και κάτι από την άλογη φύση. Γιατί στη θεϊκή και μακάρια φύση δεν υπάρχει η διαφορά ως προς τον άνδρα και την γυναίκα. Αλλά αφού μεταφέρει την ιδιότητα από την άλογη δημιουργία στον άνθρωπο, χαρίζει στο ανθρώπινο γένος την αύξηση, όχι όμως ανάλογη με το ύψος της δημιουργίας μας. Γιατί δεν πρόσθεσε στον άνθρωπο τη δύναμη της αύξησης και του πολλαπλασιασμού, όταν δημιουργούσε το κατ`εικόνα, αλλά όταν ξεχώρισε τα δυο φύλα διαφοροποιώντας τα σε άρσεν και θήλυ, τότε είπε «Να αυξάνεσθε και να πολλαπλασιάζεσθε και να γεμίσετε τη γη» (Γεν. 2,22). Κι αυτό δεν είναι γνώρισμα της θεϊκής φύσης, αλλά της άλογης, καθώς επισημαίνει η διήγηση, αναφέροντας, ότι αυτά τα λόγια τα είχε προσθέσει με το λόγο αυτή τη δύναμη στον άνθρωπο, για να αυξάνεται πριν να κάνει στην ανθρώπινη φύση τη διάκριση σε άνδρα και γυναίκα, δε θα είχαμε την ανάγκη της γέννησης με τρόπο παρόμοιο με αυτόν που γεννιούνται τα άλογα ζώα.

5.      Ο Θεός με την προγνωστική του ενέργεια κατενόησε από πριν αυτή τη συμπλήρωση του ανθρώπινου γένους, το οποίο πρόκειται να εμφανισθεί στη ζωή δια μέσου μιας γέννησης που ομοιάζει περισσότερο με εκείνη των ζώων. Γι` αυτό και Εκείνος που κυβερνάει τα πάντα με τάξη και αλληλουχία, αφού η κλίση της φύσης μας προς τα ταπεινά έκανε αναγκαίο για το ανθρώπινο γένος αυτό το είδος της γέννησης, την οποία είδε πριν από τη γένεσή της Εκείνος που βλέπει το μέλλον εξίσου όπως και το παρόν, γι`αυτό προβλέπει και τον ανάλογο για τη δημιουργία του ανθρώπου χρόνο. Κι έτσι να τελειώσει και η παράταση του χρόνου μαζί με την εμφάνιση του περιορισμένου αριθμού των ψυχών. Τότε θα σταματήσει η ρευστή κίνηση του χρόνου, όταν δεν θα δημιουργείται πλέον  ο άνθρωπος δια μέσου του χρόνου. Γιατί, όταν ολοκληρωθεί η δημιουργία των ανθρώπων, μαζί με το τέλος της, θα φθάσει κι ο χρόνος στο δικό του τέλος. Κι έτσι θα σημειωθεί η αναστοιχείωση του σύμπαντος, και μαζί με τη μεταβολή του συνόλου θα μεταβληθεί και ο άνθρωπος, και από φθαρτός και χωματένιος που είναι, θα φθάσει στην απάθεια και στην αιωνιότητα.

 6.     Αυτό το πράγμα νομίζω ότι είχε κατανοήσει ο Απόστολος, ώστε με την επιστολή του, προς τους Κορινθίους να προλέγει το ξαφνικό σταμάτημα του χρόνου και τη διάλυση εκ νέου των στοιχείων των σωμάτων εκείνων που κινούνται, με όσα γράφει : «Ιδού σας αποκαλύπτω μια μυστηριώδη αλήθεια. Όλοι βέβαια δε θα κοιμηθούμε,  όλοι όμως θα μεταμορφωθούμε ακαριαία, ώσπου να ανοίξει και να κλείσει το βλέφαρο, όταν θα χτυπήσει η τελευταία σάλπιγγα» (Α` Κορ. 15,51-52). Γιατί, όταν το ανθρώπινο γένος συμπληρωθεί εντελώς, σύμφωνα με το προκαθορισμένο όριο, επειδή δεν θα λείπει τίποτε πλέον από την συμπλήρωση του αριθμού των ψυχών, διδάσκει ότι θα γίνει ακαριαία η μεταβολή των όντων. Ονομάζει δε ακαριαίο και ανοιγοκλείσιμο του οφθαλμού εκείνο το τέλος του χρόνου, που είναι αμέριστο και συνεχές, ώστε αυτός, ο οποίος έφθασε στο έσχατο και υψηλότατο σημείο της κορυφής του χρόνου, να μην μπορεί πια να υποστεί αυτή την περιοδική αλλαγή του θανάτου, παρά μόνο όταν ηχήσει η αναστάσιμη σάλπιγγα, η οποία θα αφυπνίσει τους κεκοιμημένους και θα μεταμορφώσει όσους θα έχουν απομείνει στη ζωή, όμοια με εκείνους οι οποίοι αλλοιώνονται, λόγω της ανάστασης. Και μονομιάς θα μεταβληθούν προς την αφθαρσία έτσι, ώστε ποτέ πια το βάρος του σώματος να μην σέρνει προς τα κάτω και η γη να μην συγκρατεί πλέον κοντά της τον όγκο του σώματος, αλλά θα παραμένει μετάρσιο δια μέσου του αέρα.  Γιατί, καθώς λέγει «θα αρπαχθούμε με τα σύννεφα, για να συναντήσουμε τον Κύριο στον αέρα, κι έτσι θα είμαστε πάντοτε μαζί με τον Κύριο» (Α` Θες. 4,17).

7.      Ας περιμένει, λοιπόν, αυτός εκείνο το χρόνο, που αναγκαστικά παρατείνεται μαζί με την αύξηση του ανθρώπινου γένους. Άλλωστε και οι γύρω από τον Αβραάμ πατριάρχες είχαν μεν την επιθυμία να δουν τα αγαθά της Βασιλείας και δεν έπαυσαν να ζητούν επίμονα την επουράνια πατρίδα, όπως λέγει ο Απόστολος. Αλλά ακόμη ζουν με την ελπίδα να απολαύσουν αυτή τη χάρη, επειδή ο Θεός πρόβλεψε για μας κάτι καλύτερο, κατά το λόγο του Παύλου, «για να μην απολαύσουν την τελειότητα χωρίς εμάς» (Εβρ. 11,8-40). Αν εκείνοι δέχονται και υπομένουν καρτερικά την αναβολή, μολονότι είδαν από  μακριά τα αγαθά και μόνο δια μέσου της πίστης και της ελπίδας, όπως λέγει ο Απόστολος, γιατί εναποθέτουν την ασφάλεια, για την απόλαυση εκείνων τα οποία ελπίζουν, στην αξιοπιστία εκείνου, που δίνει τις υποσχέσεις, τότε τι πρέπει να κάνουμε εμείς οι πολλοί, για τους οποίους ίσως να μην υπάρχει η ελπίδα για το καλύτερο, εξαιτίας του τρόπου ζωής μα; Έσβησε κι η ψυχή του Προφήτη από την επιθυμία κι ομολογεί με τον ψαλμό αυτό το ερωτικό πάθος, λέγοντας ότι ποθεί ζωηρά και σβήνει η ψυχή του για να βρεθεί στις αυλές του Κυρίου, ακόμη κι αν χρειαστεί να τον πετάξουν κάπου εκεί στην άκρη, ανάμεσα στους έσχατους. Γιατί θεωρεί μεγαλύτερο και προτιμότερο το να είναι έσχατος μαζί με εκείνους, παρά να είναι πρώτος μέσα στα αμαρτωλά καταλύματα της ζωής. Κι όμως ανεχόταν την αναβολή, ενώ μακαρίζει την εκεί διαμονή και κρίνει προτιμότερη τη σύντομη απόλαυσή της από εκείνη την ανθρώπινη, η οποία εκτείνεται σε χιλιάδες χρόνια. Γιατί λέγει «Είναι καλύτερο να ζήσει κανείς μια μέρα μέσα στις αυλές σου, Κύριε, παρά να ζήσει περισσότερο από χιλιάδες ημέρες». Και δε δυσφορούσε για το αναγκαστικό σχέδιο διακυβέρνησης των όντων, αλλά θεωρούσε αφορμή να μακαρίζει τους ανθρώπους και γιατί έτρεφαν την ελπίδα για εκείνα τα αγαθά. Γι`αυτό στο τέλος του ψαλμού σημειώνει «Κύριε και Θεέ των δυνάμεων, είναι μακάριος ο άνθρωπος που ελπίζει σε σένα» (Ψαλ. 83,3.11.13).

 8.Δεν πρέπει, λοιπόν κι εμείς να στενοχωρούμαστε για τη μικρή αναβολή στην απόλαυση των όσων ελπίζουμε αλλά πρέπει να φροντίζουμε, για να μην αποκλειστούμε με την ποινή της αποβολής από τα ελπιζόμενα αγαθά. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος λέγει σ`έναν από τους ανίδεους στα γεωργικά, ότι κατά την περίοδο του θερισμού γίνεται η συγκομιδή των καρπών, ότι γεμίζουν οι αποθήκες, γεμίζει δε και το τραπέζι στον καιρό της αφθονίας των τροφών κι ακόμη λέγει ότι θα ματαιοπονούσε, όποιος θα επέσπευδε την παρουσία του καιρού της ωρίμανσης των καρπών, αφού χρειάζεται να σπέρνει τους σπόρους και με συνεχή και προσεκτική δουλειά να ετοιμάζει για τον εαυτό του τους καρπούς. Γιατί η μεν εποχή της συγκομιδής θα έλθει οπωσδήποτε, είτε το θέλει, είτε δεν το θέλει, στην κανονική της ώρα, αλλά  δεν θα την δουν όμως με τον ίδιο τρόπο τόσο εκείνος, που προετοίμασε για τον εαυτό του την αφθονία των καρπών, όσο κι εκείνος, που η ώρα της συγκομιδής θα τον βρει έρημο  από κάθε προπαρασκευή.

Έτσι  πρέπει, νομίζω, αφού είναι ολοφάνερο σ`όλους δια του θείου κηρύγματος, ότι θα έλθει η ώρα της μεταλλαγής, να μην πολυπραγμονούμε για τους χρόνους που θέτει ο Θεός (Πραξ. 1,7), ούτε να καταγινόμαστε με σκέψεις με τις οποίες εξασθενίζει κανείς την ψυχή ως προς την ελπίδα της ανάστασης. Αλλά αντίθετα να στηρίζεται με την πίστη στα προσδοκώμενα αγαθά, και δια μέσου της αγαθής ζωής και πολιτείας να αγοράζει από τώρα τη μελλοντική χάρη.

 

2. Όποιος δέχεται την αρχή του κόσμου, αναγκαστικά θα συμφωνήσει και για το τέλος του. 

1.      Όταν βλέπει κανείς την τωρινή κίνηση του κόσμου, η οποία διεξάγεται με κάποια αλληλουχία και με την οποία (κίνηση) μετράται η χρονική απόσταση, και υποστηρίζει ότι είναι αδύνατο να σταματήσουν όσα κινούνται, πράγμα το οποίο έχει προαναγγελθεί, ένας τέτοιος άνθρωπος θα αποδειχθεί επίσης πως δεν πιστεύει, ότι στην αρχή δημιουργήθηκαν από το Θεό ο ουρανός και η γη. Γιατί όποιος παραδέχεται πως υπάρχει αρχή για την κίνηση, οπωσδήποτε δεν αμφιβάλλει και για το τέλος. Κι εκείνος που δεν παραδέχεται το τέλος, ούτε και την αρχή παραδέχτηκε. Αλλά όπως αναγνωρίζουμε, πως οι αιώνες έχουν λάβει την ύπαρξη με το λόγο του Θεού, γιατί πιστεύουμε, καθώς λέγει ο Απόστολος (Έβρ. 2,8), ότι όσα βλέπονται έχουν γίνει από εκείνα που δε φαίνονται. Την ίδια πίστη θα δείξουμε και ως προς το λόγο του Θεού, ο οποίος προανήγγειλε ως αναγκαία τη στάση των όντων.

2.      Όσο για το πώς θα γίνει αυτό, πρέπει να το αποκλείσουμε από τη σχολαστική διερεύνηση. Γιατί και εκεί παραδεχθήκαμε με πίστη ότι αυτό που βλέπουμε, έλαβε την υπόσταση από εκείνα που ακόμη δε φαίνονται, αφού παρατρέξαμε την έρευνα των ακατόρθωτων. Και αυτό το κάναμε μολονότι τα λεγόμενα μας υπέβαλλαν την απορία για πολλά, δίνοντας αρκετές αφορμές να αμφιβάλουμε για όσα πιστεύουμε.

3.      Γιατί για όσους προκαλούν αντιρρητικές συζητήσεις, και κει ήταν δυνατό, να ανατρέψουν την πίστη από τα δικαιολογημένα κατά την τάξη, για να μην θεωρείται αληθινός ο λόγος για την υλική δημιουργία. Ο λόγος, τον οποίο θέτει πρώτο στη σειρά η Αγία Γραφή, όταν διαβεβαιώνει με αυτόν, ότι όλα τα όντα έχουν δημιουργηθεί από το Θεό, εκείνοι που υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη θεωρούν πως η ύλη είναι αιώνια μαζί με τον Θεό, και για να θεμελιώσουν το δόγμα, χρησιμοποιούν επιχειρήματα σαν αυτά : Αν ο Θεός είναι απλός κατά τη φύση και άυλος, χωρίς μορφή και μέγεθος κι ασύνθετος, είναι ξένος και προς κάθε περιγραφή ως προς το σχήμα. Όλη όμως η ύλη κατανοείται με τη χρονική παράταση μέσα στο διάστημα και δε διαφεύγει την κατανόηση δια μέσου των αισθητηρίων, δηλαδή με το να αναγνωρίζεται μέσω του χρώματος και του σχήματος και του μεγέθους και της ηλικίας και της σκληρότητας και των υπολοίπων που γύρω απ`αυτά φαίνονται, και από τα οποία κανένα δεν είναι δυνατό να νοηθεί πως υπάρχει στη θεία φύση, ποια επινόηση είναι ικανή να γεννήσει από το άυλο την ύλη και από το χωρίς διαστάσεις, δηλαδή από το άπειρο, τη φύση που έχει διαστάσεις; Γιατί αν υπάρχει η πίστη, πως αυτά έχουν από εκεί την ύπαρξη, είναι φανερό ότι υπάρχουν εν τω Θεώ σύμφωνα με έναν ανείπωτο λόγο, και έφθασαν στη δημιουργία. Αν όμως στο Θεό υπήρχε ότι μοιάζει με την ύλη, τότε πως είναι άυλος, εκείνος που κρατάει την ύλη μέσα του;  Το ίδιο ισχύει και ως προς όλα τα άλλα, με τα οποία χαρακτηρίζεται η υλική φύση. Αν δηλαδή στο Θεό υπάρχει η ποσότητα, πως ο Θεός είναι άπειρος; Αν στο Θεό υπάρχει η συνθετότητα, πως είναι απλός και χωρίς μέρη κι ασύνθετος. Ώστε η λογική μας αναγκάζει να δεχθούμε ή ότι πρέπει να είναι αναγκαστικά υλικός ο Θεός, για το λόγο ότι από εκεί λαμβάνει υπόσταση η ύλη, ή αν θελήσει κανείς να αποφύγει αυτό, είναι αναγκαίο να δεχθεί ότι η ύλη εισήλθε εκ των υστέρων από έξω στο Θεό, για να δημιουργήσει το σύμπαν.

4.      Αν όμως η ύλη ήταν από το Θεό, οπωσδήποτε κοντά στο Θεό θα ήταν κάτι άλλο που υπήρχε μαζί με εκείνον, ο Οποίος υπάρχει χωρίς γέννηση, σύμφωνα με το λόγο της αιδιότητας. ώστε όσοι λέγουν αυτά, δέχονται δυο άναρχα κι αγέννητα, που συνυπάρχουν μεταξύ τους με τον ίδιο τρόπο, το ένα με εκείνον που ενεργεί δημιουργικά, και το άλλο με εκείνον ο οποίος δέχεται αυτή τη δημιουργική ενέργεια. Κι αν εξαιτίας αυτής της ανάγκης υποθέσει κανείς ότι η ύλη εξουσιάζεται αιώνια από το Δημιουργό των όλων, πόση συνηγορία θα βρει για τα δικά του δόγματα ο Μανιχαίος , ο οποίος, αντίθετα, τοποθετεί έξω από την αγαθή φύση την αιτία της υλικής δημιουργίας ως προς το αγέννητό της; Αλλά εμείς έχουμε πιστέψει ακούγοντας τη Γραφή, ότι τα πάντα προέρχονται από το Θεό κι ούτε έχουμε την αξίωση να περιεργαζόμαστε τον τρόπο, με τον οποίο προϋπήρχαν στο Θεό, κάτι δηλαδή που βρίσκεται πάνω από το λογικό μας, επειδή πιστεύουμε πως όλα είναι δυνατά στη θεϊκή δύναμη. Τόσο το να φέρει στην ύπαρξη το ανύπαρκτο, όσο και το να βάλει κατά την κρίση του πάνω στα δημιουργήματα τα είδη.

5.      Κατά συνέπεια, λοιπόν, όπως θεωρούμε αρκετή τη δύναμη της θεϊκής θέλησης ως προς τα δημιουργήματα για τη δημιουργία τους από το μηδέν, έτσι και την ανασύνθεση εκείνων που συνυπάρχουν την αποδίδουμε στην ίδια δύναμη. Και δεν αφήνουμε την πίστη έξω από καθετί το φυσικό. Μολονότι θα ήταν ίσως δυνατό με κάποια έξυπνα επιχειρήματα να πείσουμε όσους μωρολογούν γύρω από την ύλη, να μην νομίζουν ότι αντιπαρερχόμαστε το θέμα χωρίς να το συζητούμε.

 

3. Πως θα μπορούσε και ένας άπιστος, να οδηγηθεί για να πιστεύσει στην Αγία Γραφή, η οποία διδάσκει για την ανάσταση.

1.      Όταν κάποιος στρέφοντας το βλέμμα του προς τα σώματα εκείνα που έχουν διαλυθεί, και κρίνει το Θεό ανάλογα με το μέτρο της δικής του δύναμης, λέγει πως είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί ο λόγος για την ανάσταση δηλαδή να σταματήσουν όσα τώρα κινούνται και να αναστηθούν, ισχυριζόμενος ότι δεν μπορεί να γίνει αυτό, σ`εκείνα που τώρα δεν κινούνται.

2.      Αυτός ας πάρει ως πρώτη και μέγιστη απόδειξη της σχετικής με την ανάσταση αλήθειας την αξιοπιστία της διδασκαλίας γι`αυτήν. Και η πίστη για όσα διδάσκονται έχει την εγγύηση από τη έκβαση εκείνων, για τα οποία έγινε λόγος παλαιότερα. Επειδή η Αγία Γραφή παραθέτει πολλούς και παντοειδείς λόγους, είναι δυνατόν, όταν τους μελετήσουμε, να διαπιστώσουμε, αν και τα άλλα, που αναφέρει, περιέχουν το ψέμα ή την αλήθεια, και δια μέσου εκείνων θα διακρίνουμε και την αλήθεια τη σχετική με την ανάσταση. Γιατί αν είναι ψεύτικοι οι λόγοι για τα άλλα θέματα και φαίνεται πως ελέγχονται ως αναληθείς, οπωσδήποτε ούτε κι αυτή η διδασκαλία βρίσκεται έξω από το ψέμα. Αν όμως όλα τα άλλα περιέχουν μαζί με την αλήθεια και την πείρα, που την επικυρώνει, είναι αναγκαίο να δεχθούμε δια μέσου εκείνων ως αληθινή και τη σχετική με την ανάσταση προφητεία, ας θυμηθούμε όμως ένα ή δυο από όσα έχουν αναγγελθεί προκαταβολικά, κι ας συγκρίνουμε την έκβασή τους αναφορικά με όσα είχαν λεχθεί πρωτύτερα, για να διαπιστώσουμε απ`αυτά αν η διδασκαλία είναι προσηλωμένη στην αλήθεια.

3.      Ποιος αγνοεί την ακμή, στην οποία βρισκόταν ο Ισραηλίτικος λαός, αφού ξεσηκωνόταν σε πολέμους με όλα τα κράτη της οικουμένης; Ποια ήταν τα βασιλικά ανάκτορα στη πόλη των Ιεροσολύμων, τα τείχη, οι πύργοι, η μεγαλοπρέπεια του Ναού; Όλα αυτά φάνηκαν άξια θαυμασμού ακόμη και στους μαθητές του Κυρίου και παίρνοντας τη θέση του θαυμαστή μπροστά σε όσα έβλεπαν, ζήτησαν να μάθουν από τον Κύριο, όπως αναφέρει η ευαγγελική διήγηση, λέγοντάς του : «Τι είδους έργα και τι είδους οικοδομές είναι αυτές;» (Μαρκ. 13,1). Κι ο Κύριος προλέγει σ`αυτούς που θαύμαζαν την τωρινή μορφή, την ερήμωση που θα γινόταν γύρω απ`αυτόν τον τόπο και την καταστροφή εκείνου του κάλλους, αναφέροντας πως μετά από λίγο δε θα μείνει τίποτε από όσα φαίνονται. Αλλά και κατά την ώρα που πλησίαζε το πάθος, οι γυναίκες ακολουθούσαν από κοντά κλαίγοντας για την άδικη απόφαση σε βάρος του Κυρίου. Γιατί με όσα γίνονταν, δεν ήταν σε θέση ακόμη, να κοιτάξουν μακρύτερα το σχέδιο του Θεού. Και ο Κύριος τις συμβουλεύει να σιωπούν, για όσα βλέπουν να γίνονται σε βάρος του, κι ούτε να τα θεωρού άξια για δάκρυα, αλλά να αναβάλουν τον κλαυθμό και τον θρήνο για την αληθινή εποχή των δακρύων (Λουκ. 23, 27-28). Τότε δηλαδή που θα περικυκλωθεί η πόλη από τους πολιορκητές, και οι δοκιμασίες θα φθάσουν σε τέτοιο βαθμό θλίψης, ώστε να θεωρείται ευτυχής όποιος δεν γεννήθηκε. Ανάμεσα σ`αυτά προείπε και τη μιαρή πράξη της μητέρας που θα φάγει το παιδί της, λέγοντας ότι θα μακαρισθεί εκείνες τις μέρες η άγονη γυναίκα. Που είναι, λοιπόν, εκείνα τα βασιλικά ανάκτορα; Που είναι ο Ναός; Που πήγαν τα τείχη; Που χάθηκαν οι πολεμίστρες των πύργων; Που είναι η εξουσία των Ισραηλιτών; Δεν διεσκορπίσθηκαν άλλοι μεν σ`ολόκληρη σχεδόν την οικουμένη, άλλοι δε σε άλλα μέρη; Μαζί δε με την καταστροφή αυτών δεν ερειπώθηκαν και τα βασιλικά ανάκτορα;

4.      Πράγματι νομίζω ότι ο Κύριος προείπε αυτά και τα παρόμοια με αυτά, όχι χάριν των πραγμάτων (γιατί ποιο κέρδος θα απεκόμιζαν οι ακροατές από την προφητεία, για όσα οπωσδήποτε θα συνέβαιναν; Γιατί ακόμη και αν δεν το μάθαιναν από πριν αυτό που επρόκειτο να συμβεί, θα το γνώριζαν ζώντας τι οι ίδιοι), αλλά τα προείπε, ώστε μέσω αυτών να έλθει σ`αυτούς η πίστη για τα ανώτερα. Γιατί η έμπρακτη μαρτυρία γι`αυτά τα συγκεκριμένα γεγονότα, αποτελεί απόδειξη της αλήθειας και για εκείνα.

5.      Όταν ο γεωργός μιλάει για τη δύναμη των σπόρων, και συμβεί να τον ακούει με δυσπιστία ο άπειρος στα γεωργικά, θα είναι αρκετό στον καλλιεργητή, προκειμένου να αποδείξει την αλήθεια των λόγων του, να δείξει τη δύναμη μέσα στον ένα σπόρο απ`αυτούς που βρίσκονται στο δοχείο (που τότε λεγόταν μέδιμνος). Από αυτόν μπορεί να δώσει υπεύθυνη διαβεβαίωση και για τους άλλους. Γιατί όποιος δει ένα σπυρί σίτου ή ένα κριθάρι, ή ότι άλλο τύχει να υπάρχει στο γεμάτο δοχείο, μετά τη σπορά του μέσα στη γη, να γίνεται στάχυ, δια μέσου του ενός ποτέ πια δε θα απιστήσει και για τα άλλα. Έτσι μου φαίνεται πως είναι ικανοποιητική μαρτυρική κατάθεση για το μυστήριο της ανάστασης η αλήθεια, που ομολογείται από όλους σχετικά και με τα υπόλοιπα, τα οποία αναφέραμε.

6.      Πολύ περισσότερο και για την ίδια την ανάσταση είναι η πείρα που αποκτούμε όχι τόσο από τα λόγια, αλλά κυρίως δια μέσου αυτών των ίδιων των έργων. Επειδή δηλαδή το θαύμα της ανάστασης είναι σπουδαίο κι ανώτερο από την πίστη, ο Θεός αρχίζοντας από τα κατώτερα έργα τη θαυματοποιία, εξοικειώνει κάπως ήρεμα την πίστη μας για τα ανώτερα.

 7.     Σαν εκείνη τη μητέρα που τρέφει κατάλληλα το νήπιο, στην αρχή βάζει μέσα στο τρυφερό και υγρό στόμα το γάλα με τη θηλή. Αργότερα, όταν βγάζει δόντια κι αρχίζει να μεγαλώνει, του προσφέρει τον άρτο, όχι βέβαια σκληρό και ακατέργαστο, για να μην πληγωθούν ολόγυρα με τη σκληρότητα της τροφής τα τρυφερά και αγύμναστα ούλα. Αλλά αφού λιώσει καλά με τα δικά της δόντια, κάνει την τροφή ανάλογη και κατάλληλη για τη δυνατότητα εκείνου, στο οποίο την προσφέρει. Έπειτα, όταν η δύναμη αυξηθεί με την προσθήκη της ηλικίας, κι αφού εξοικειωθεί ήρεμα το νήπιο με τις τρυφερότερες τροφές, το πλησιάζει προς τη στερεότερη τροφή. Κατά παρόμοιο τρόπο κι ο Κύριος δια μέσου των θαυμάτων τρέφει και γαλουχεί την ανθρώπινη μικροψυχία, σαν άλλο ασυμπλήρωτο νήπιο. Και πρώτα δείχνει τη δύναμη της ανάστασης σαν σε προοίμιο μέσα στην απελπιστική ασθένεια (Λουκ. 4,38-39). Αυτό ήταν μεν σπουδαίο ως προς το αποτέλεσμα, αλλά δεν ήταν και τέτοιο, ώστε όταν το διηγείται κανείς να μη γίνεται πιστευτός. Γιατί όταν ο Κύριος επιτίμησε  τον πυρετό, που κατάκαιγε φοβερά την πενθερά του Πέτρου, ήταν τέτοια η μετατόπιση του κακού, ώστε, εκείνη, που όλοι περίμεναν να έχει ήδη πεθάνει, να την δυναμώσει, για να υπηρετεί τους παρόντες.

8.      Έπειτα προσθέτει ένα μικρό μέρος στη δύναμη, και ενεργεί ώστε το παιδί του βασιλικού αξιωματούχου, το οποίο βρισκόταν σε σοβαρό κίνδυνο, γιατί έτσι αναφέρει η διήγηση, ότι επρόκειτο να πεθάνει, ενώ ο πατέρας φώναζε : «Πήγαινε, Κύριε, γρήγορα στην Καπερναούμ, πριν πεθάνει το παιδί» (Ιωαν. 4,46-49), να αναστηθεί, ενώ και πάλι είχε γίνει πιστευτό, ότι επρόκειτο να πεθάνει. Σ`αυτή την περίπτωση κατεργάζεται το θαύμα με μεγαλύτερη δύναμη, αφού ουδέ καν επλησίασε στον τόπο, που βρισκόταν το παιδί, αλλά από μακριά, με τη δύναμη της προσταγής απέστειλε τη ζωή.

9.      Και πάλι με σειρά ανεβαίνει πιο ψηλά σε ανώτερα θαύματα. Γιατί όταν κινήθηκε για να θεραπεύσει την κόρη του αρχισυναγωγού, θεληματικά βράδυνε κατά την οδοιπορεία, για να φανερώσει την κρυφή θεραπεία της αιμορροούσας, ώστε στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα να κατακυριεύσει ο θάνατος την άρρωστη κόρη. Κι ενώ πρίν από λίγο αποχωρίστηκε η ψυχή από το σώμα και γινόταν θόρυβος από τις γοερές κραυγές εκείνων, που οδύρονταν εξαιτίας της συμφοράς, ανασταίνει με τον επιτακτικό λόγο του το κορίτσι και πάλι προς τη ζωή, σαν από ύπνο, (Μαρκ. 5, 22-42). Και μέσα από κάποια σειρά και τάξη ανεβάζει την ανθρώπινη ασθένεια προς το ανώτερο.

10.    Έπειτα με άλλο θαύμα υπερβαίνει τα προηγούμενα, και δια μέσου μιας ανώτερης δύναμης ανοίγει για χάρη των ανθρώπων το δρόμο για την πίστη στην ανάσταση. Η Γραφή αναφέρει κάποια πόλη της Ιουδαίας, που λεγόταν Ναίν. Σ`αυτή ζούσε ένα παιδί μονάκριβο κάποιας χήρας. Δεν ήταν πια ένα παιδί, σαν εκείνα, που υπάρχουν μεταξύ των νεαρών, αλλά από αυτή την ηλικία φερόταν σαν άνδρας. Νεαρόν τον ονομάζει ο λόγος. Και με τα λίγα η ιστορία εκφράζει πολλά. Η διήγηση είναι εξ ολοκλήρου ένας θρήνος. Χήρα είναι, λέγει, η μητέρα του νεκρού. Βλέπεις το βάρος της συμφοράς; Πως διεκτραγωδεί ο λόγος τη δοκιμασία με λίγα λόγια; Τι σημαίνει αυτό που λέγει; Ότι δεν υπήρχε γι`αυτήν η ελπίδα της τεκνοποιίας, η οποία θα γιάτρευε τον πόνο, που θα της προξενούσε ο θάνατος του παιδιού της. Γιατί ήταν χήρα η γυναίκα. Δεν μπορούσε να υπολογίζει σε άλλον αντί εκείνου που πέθανε, γιατί ήταν ο μοναδικός που γέννησε. Πόση ήταν η συμφορά γι`αυτό, είναι εύκολο να το συνειδητοποιήσει ο καθένας, που δεν έχει αποξενωθεί από τη φύση. Στους πόνους του τοκετού μόνο εκείνον εγνώρισε, μόνο εκείνον εθήλασε, μόνο εκείνος έκανε γελαστό το τραπέζι γι`αυτήν, ήταν ο μόνος που γινόταν αφορμή χαράς στο σπίτι, παίζοντας, διαβάζοντας, γυμναζόμενος, διασκεδάζοντας στους περιπάτους, στα γυμναστήρια, στις νεανικές συντροφιές. Καθετί που φαινόταν στα μάτια της μάνας ευχάριστο και πολύτιμο ήταν εκείνος μόνο. Βρισκόταν ήδη σε ηλικία γάμου ο νεαρός βλαστός της οικογένειας, το κλωνάρι της κληρονομικής σειράς, το στήριγμα του γήρατος. Αλλά και η υπογράμμιση της ηλικίας ήταν ένας πρόσθετος θρήνος. Γιατί εκείνος που λέγει πως ήταν νεαρός, υπονοεί το άνθος της μαραμένης νεότητας, αφού μόλις είχε αρχίσει να φυτρώνει από κάτω το ελαφρό χνούδι του ανδρικού προσώπου, και το πηγούνι δεν είχε προλάβει να καλυφθεί βαθιά, γιατί ακόμη έλαμπε με το κάλλος των παρειών. Τι ήταν φυσικό να υποφέρει γι`αυτόν, η μάνα; Σαν να κατακαιγόταν μέσα στα σπλάχνα με φωτιά, για να παρατείνει οδυνηρά το θρήνο γι`αυτόν αγκαλιάζοντας το νεκρό σώμα, που είχε μπροστά της, ώστε να μην επισπευσθεί η ταφή του νεκρού, αλλά να την συνέχει ο πόνος και να παρατείνει για περισσότερο χρόνο τα κλάματα για το νεκρό παιδί. Αλλά κι αυτό δεν το άφησε απαρατήρητο η διήγηση. Γιατί λέγει «Όταν ο Ιησούς είδε τη μάνα, συμπόνεσε και πλησιάζοντας, άγγιξε τη σορό, ενώ σταμάτησαν αυτοί που την κρατούσαν. Και τότε λέγει στον νεκρό, Νεαρέ , σε σένα μιλάω, ξύπνα, σήκω επάνω και τον παρέδωσε ζωντανό στη μάνα» (Λουκ. 7,11-15). Βέβαια δεν ήταν και λίγος ο χρόνος, αφότου πέθανε ο νεαρός, αλλά ωστόσο δεν είχε αποτεθεί ακόμη στον τάφο. Και το θαύμα γίνεται από τον ίδιο τον Κύριο αυτοπροσώπως ακόμη σημαντικότερο, αλλά με το ίδιο προστακτικό ύφος.

11.    Η θαυματοποιός ενέργεια όμως προχωρεί σε ακόμη ανώτερο σημείο, ώστε τα όσα συμβαίνουν, να πλησιάζουν προς το θαύμα που αναφέρεται στην ανάσταση, η οποία αμφισβητείται. Ήταν άρρωστος κάποιος από τους γνωστούς και φίλους του ΄κ υρίου. Το όνομα του αρρώστου ήταν Λάζαρος (Ιωαν. 11,11-44). Κι αναβάλλει ο Κύριος την επίσκεψη στο φίλο, παραμένοντας μακριά από τον ασθενή, ώστε να βρεί ο θάνατος το χώρο και τη δύναμη με την απουσία της ζωής, να κάνει το έργο του διαμέσου της ασθένειας. Κι ενώ βρίσκεται στη Γαλιλαία, αναγγέλλει ο Κύριος την ασθένεια του Λαζάρου στους μαθητές, αλλά και την πρόθεσή του για να θεραπεύσει τον άρρωστο. Όμως οι μαθητές φοβήθηκαν εξαιτίας της σκληρότητας των Ιουδαίων, γιατί έκριναν δύσκολη κι επικίνδυνη την επάνοδο στην Ιουδαία, ανάμεσα σ`εκείνους που ήθελαν να φονεύσουν τον Κύριο. Γι`αυτό και βραδύνουν κι αναβάλλουν, και μετά από καιρό επιστρέφουν από τη Γαλιλαία. Παρεμβαίνει όμως ο Διδάσκαλος, κι οδηγούνται από αυτόν οι μαθητές στη Βηθανία, για να μυηθούν κατά κάποιον τρόπο στα πριν από την τέλεση της επίσημης πράξης της γενικής ανάστασης. Και είχαν ήδη περάσει τέσσαρες ημέρες μετά τον θάνατο. Και είχαν τελεσθεί όλα τα έθιμα για το νεκρό, και το σώμα είχε ταφεί στον τάφο. Όπως ήταν φυσικό είχε αρχίσει ήδη να μυρίζει και διαλυόταν για αποσύνθεση και σάπιζε μέσα στην υγρασία της γης, αφού καταστρεφόταν το σώμα αναγκαστικά. Θα έπρεπε να αποφευχθεί το πράγμα, με το να μην εκβιασθεί η φύση, για να αποδώσει και πάλι στη ζωή αυτό που διαλυόταν σε δυσοσμία. Τότε το έργο της καθολικής ανάστασης, το οποίο αμφισβητείται  από μερικούς, αποδεικνύεται δια μέσου ενός θαύματος περισσότερο ζωηρού. Γιατί δεν ανασταίνεται κάποιος από μια επικίνδυνη ασθένεια, ούτε επαναφέρεται στη ζωή, ενώ βρίσκεται στα τελευταία του, ούτε ζωογονείται παιδί που μόλις πέθανε, ούτε ελευθερώνεται από το φέρετρο νεαρός, που πρόκειται να αποτεθεί στον τάφο. Στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν τίποτε από όλα αυτά. Γιατί ο Λάζαρος ήταν άνθρωπος περασμένης ηλικίας, νεκρός από μέρες, ήδη μύριζε και είχε αρχίσει να διαλύεται σε τέτοιο βαθμό, που ούτε στους οικείους δεν ήταν υποφερτό να αφήσουν τον Κύριο να πλησιάσει στον τάφο εξαιτίας της αποφοράς που προερχόταν από το διαλυμένο σώμα. Όταν αναστήθηκε με την πρόσκληση του Κυρίου, πιστοποίησε ο Λάζαρος το κήρυγμα για την ανάσταση, δηλαδή αυτό που είναι προσδοκία για το σύνολο, το οποίο διδαχθήκαμε δια της πείρας αυτού που έγινε στο ένα πρόσωπο, στο επί μέρους άτομο. Γιατί όπως θα συμβεί κατά την αναστοιχείωση του σύμπαντος, του σύμπαντος σύμφωνα με το λόγο του Αποστόλου ότι θα κατέβει ο ίδιος ο Κύριος και με τη διαταγή του και με τη φωνή του αρχάγγελου και με τη σάλπιγγα, θα αναστήσει τους νεκρούς στην άφθαρτη ζωή (Α` Θες. 4,16) έτσι και τώρα έγινε. Εκείνος, που βρισκόταν στον τάφο, αφού αποτίναξε με τη φωνή της προσταγής του Κυρίου το θάνατο, σαν άλλο ύπνο, και πέταξε από πάνω του τη φθορά, που προκαλείται από τη νέκρωση, πετάγεται μέσα από τον τάφο ακέραιος κι αβλαβής, χωρίς να εμποδιστεί για την έξοδο από το γεγονός ότι τα χέρια και τα πόδια ήταν δεμένα με τις ταινίες, που έδεναν τότε τους νεκρούς.

12.    Αυτά είναι άραγε μικρά για να στηρίξουν την πίστη στην ανάσταση των νεκρών; Ή μήπως ζητάς να σου δοθεί και με άλλα παραδείγματα η διαβεβαίωση γι`αυτή την άποψη; Νομίζω όμως πως ο Κύριος δεν είπε άσκοπα στους κατοίκους της Καπερναούμ, αναφέροντάς το στον εαυτό του ως εκπροσώπου όλων των ανθρώπων. «Οπωσδήποτε θα μου πείτε τη γνωστή παροιμία, Γιατρέ, γιάτρεψε τον εαυτό σου» (Λουκ. 4,23). Διότι έπρεπε, αφού εξοικείωνε τους ανθρώπους για το θαύμα της ανάστασης πάνω σε ξένα σώματα, να επικυρώσει την αλήθεια του λόγου μέσα στο ανθρώπινο σώμα, που ο ίδιος είχε φορέσει. Είδες το κήρυγμα να ενεργοποιείται σε άλλους. Σε κείνους δηλαδή που επρόκειτο να πεθάνουν στο παιδί που μόλις πριν από λίγο έπαυσε να ζει, στο νεαρό που μεταφερόταν προς τον τάφο, στο διαλυμένο νερό, σε όλους αυτούς οι οποίοι με ένα πρόσταγμα ξαναγύριζαν στη ζωή εξίσου. Ενδιαφέρεσαι να μάθεις και για όσους μετά από τραυματισμούς κι απώλεια αίματος έφθασαν στο θάνατο, μήπως σ`αυτούς, κάποια μείωση της δύναμης που δίνει τη ζωή, καταργεί τη χάρη; Εκείνον, του οποίου τα χέρια διαπεράστηκαν από τα καρφιά. Κοίταξε Εκείνον που πληγώθηκε με τη λόγχη στην πλευρά. Πέρασε τα δάχτυλά σου μέσα απο τα σημάδια των καρφιών. Βάλε το χέρι σου μέσα στο τραύμα, το οποίο προκάλεσε η λόγχη. Οπωσδήποτε θα καταλάβεις πόσο βαθιά ήταν φυσικό να εισχωρήσει προς το εσωτερικό η αιχμή της λόγχης, αν υπολογίσεις απο το άνοιγμα της πληγής την προς το βάθος είσοδός της. Γιατί, όταν επιτρέπει το τραύμα την είσοδο του ανθρώπινου χεριού, αφήνει να νοηθεί πόσο βαθιά έφθασε η λόγχη. Αν, λοιπόν, αναστήθηκε εκείνος, ο Χριστός, είναι εύλογο να αναφωνήσουμε αυτό που λέγει ο Απόστολος : «πως ισχυρίζονται μερικοί, ότι δεν υπάρχει ανάσταση των νεκρών»; (Α` Κορ. 15,12).

13.    Συνεπώς επειδή κάθε προφητεία του Κυρίου αποδεικνύεται αληθινή από τη μαρτυρία των γεγονότων, αυτό άλλωστε το γνωρίζουμε όχι μόνο από τα λόγια, αλλά κι από εκείνους που ξαναγύρισαν στη ζωή δια μέσου της ανάστασης, έχουμε πάρει έμπρακτα την απόδειξη της εκπλήρωσης της υπόσχεσης. Τότε ποια πρόφαση απομένει για όσους δεν πιστεύουν; Δε θα πούμε γειά σας, σ`εκείνους που αποφεύγουν με τη φιλοσοφία και το κούφιο ψέμα την απλή πίστη, για να κρατήσουμε την απλή ομολογία, αφού μάθαμε από τον προφήτη με συντομία τον τρόπο, με τον οποίο πραγματοποιείται αυτή η δωρεά, ο οποίος λέγει «Θα αφαιρέσεις το πνεύμα, την ψυχή τους, και θα πεθάνουν και θα ξαναγυρίσουν στο χώμα, από το οποίο προέρχονται. Θα εξαποστείλεις το Πνεύμα σου το Άγιο και θα δημιουργηθούν και θα ανακαινίσεις το πρόσωπο της γης». (Ψαλ. 103, 29-30)

 

«Η εβδόμη ημέρα»

«Κι έπαυσε οριστικά ο Θεός απ` όλα τα έργα του κατά την έβδομη μέρα». Ας λέγουν, λοιπόν, οι μαθηματικοί κι όσοι ασχολούνται με τους αριθμούς, που θεωρούν ως σπουδαία τη σοφία,  η οποία κρύβεται σ` αυτούς και λέγουν ότι οι αριθμοί έξη είναι συγγενής με τη δημιουργία του κόσμου. Και τούτο γιατί γεννάει πολύ, γεννώντας από μόνος του πολλούς τύπους αριθμών, κι είναι τέλειος ως προς τα μέρη του. Ας λέγουν αυτά κι όσα άλλα αναφέρουν οι μαθηματικοί στα σχολικά μαθήματα ως προς την εξάδα. Ας πουν αν γνωρίζει ( ο αριθμός έξη) ανάπαυση για τον εαυτό του. Κι ας λέγουν ως προς τον αριθμό επτά, ότι παρατηρείται κάποια στειρότητα στο επτά. Βέβαια ούτε από μόνος του γεννιέται ο αριθμός επτά, ούτε από άλλον. Και για να μην καταντήσω πολυποίκιλο το λόγο, αφήνω αυτή τη συζήτηση, ως προς εσάς, και προχωρώ στα πιο εύλογα. Αλλά αν κανείς διαθέτει κάποιες γνώσεις ως προς τα μαθηματικά, ας έχει υπόψη του, ότι ο θησαυρός και αυτών βρίσκεται σε εμάς.

Συνεπώς αν είναι σπουδαίο πράγμα τα μαθηματικά, εδώ υπάρχουν τα σπέρματα, των μαθηματικών. Εγώ βέβαια δεν πιστεύω γι`αυτά, πως προέρχονται από την κοσμική σοφία, ή ότι προορίζονται για αυτήν. Γιατί όσοι τα καλλιεργούν, κλέβουν (από) εδώ λίγα και καυχιόνται οι ίδιο για τα έργα τους, ωσάν να ήταν σπουδαία. Για να τους αποδείξουμε, λοιπόν, ότι για μας δεν είναι υπολογίσιμα, όσα για εκείνους είναι αξιόλογα, θα προσπεράσουμε με σιωπή το λόγο για τα μαθηματικά. Γιατί ταυτόχρονα η διδασκαλία γι`αυτά δεν είναι κατανοητή από όλο το πλήθος. Αλλά εδώ βρίσκεται συναγμένος ο λαός του Θεού, και δεν περιμένει να ακούσει παράξενα λόγια, αλλά ζητάει τις απαντήσεις για τα δόγματα, που αποσκοπούν στην οικοδομή και στην σωτηρία.

Είναι, λοιπόν, πολύτιμη η έβδομη ημέρα, το Σάββατο. Κι ο αριθμός επτά είναι πολύτιμος για τους Ιουδαίους, γιατί συμπίπτουν μ’ αυτόν οι σκηνοπηγίες, οι σάλπιγγες, η μέρα του ιλασμού. Ο έβδομος χρόνος ήταν γι’ αυτούς πολύτιμος και λεγόταν ο χρόνος της άφεσης. Είχε επιτραπεί σ’ α αυτούς, όταν κατέλαβαν τη γη της επαγγελίας, να καλλιεργούν μεν έξη χρόνια τα χωράφια, αλλά κατά το έβδομο να αρκούνται σ’ αυτά, που θα προέλθουν από μόνα τους από τη γη. Για έξη έτη υπηρετούσε ως δούλος ο Εβραίος και το έβδομο απελευθερωνόταν. Κατά το εβδομηκοστό έτος λύθηκε η αιχμαλωσία τους.

Ας προσθέσουμε σ’ αυτά και τις δικές μας παρατηρήσεις. Είναι γραμμένο ότι « επτά φορές θα πέσει ο δίκαιος και πάλι θα σηκωθεί» ( Παροιμ.14, 16). Έτσι κατανοούμε εμείς τον αριθμό επτά. Ο Ενώχ, έβδομος στη σειρά της δημιουργίας, δε γνώρισε θάνατο. Το γεγονός αυτό προτυπώνει την Εκκλησία. Έβδομος μετά τον Αβραάμ ο Μωυσής πήρε το Νόμο, που σήμανε για τους Εβραίους την αλλαγή του τρόπο ζωής, την κατάλυση της ανομίας, την εμφάνιση της δικαιοσύνης, τη φανέρωση του Θεού, την ευνομία στον κόσμο, την καθιέρωση με νόμο εκείνων, τα οποία πρέπει να πράττονται. Την εβδομηκοστή έβδομη γενιά από τον Αδάμ ήλθε στη γη ο Χριστός. Γνώριζε και ο Πέτρος το μυστήριο του αριθμού επτά, γι’ αυτό και ρώτησε: « Πόσες φορές θα αμαρτήσει σε μένα ο αδελφός μου, κι εγώ οφείλω να τον συγχωρήσω; Μήπως μέχρι επτά; Και ο Κύριος του απάντησε· Δε σου λέγω μέχρι απτά φορές, αλλά μέχρι εβδομήντα φορές το επτά» (Ματθ.18, 22). Λίγο είχε γνωρίσει το μυστήριο, δεν το είχε μάθει καλά, γιατί ήταν ακόμη μαθητής. Είπε, λοιπόν· μέχρι επτά φορές; Κι ο Διδάσκαλος δεν απομακρύνθηκε από τον αριθμό επτά. Απάντησε έτσι, όπως θα καταλάβαινε ο μαθητής. Ξεπέρασε ο Δεσπότης ως προς την αφθονία. Πόσες φορές θα αμαρτήσει κι οφείλω να συγχωρήσω; Γιατί δεν είπε έξι φορές, ή μέχρι εκατό, αλλά μέχρι επτά; και γιατί δεν είπε μέχρι εκατό φορές το εκατό, αλλά πολλαπλασίασε τον αριθμό επτά; Κι έπειτα ούτε ο Πέτρος ρώτησε με άλλον αριθμό, ούτε κι ο Κύριος παραβίασε

το σχετικό με τον αριθμό επτά; Κι έπειτα ούτε ο Πέτρος ρώτησε με άλλον αριθμό επτά κανόνα. Έλαβε υπόψη του ο Πέτρος, πως είναι παλαιά παράδοση το μέτρο, κι ότι έχει ο αριθμός επτά κάποια σημασία για την άφεση των αμαρτημάτων, με την τέλεια ανάπαυση. Αυτού του αριθμού είναι σημείο το Σάββατο, η έβδομη μέρα από την αρχή της δημιουργίας. Ο Πέτρος ρώτησε μέχρι επτά φορές, κι ο Κύριος απάντησε μέχρι εβδομήντα φορές το επτά.

«Οι αμαρτίες τιμωρούνται επτά φορές». Και μήπως δε λέγει : «Εκείνος που φόνευσε τον Κάιν, θα τιμωρηθεί επτά φορές»; (Γεν. 4,15). Ούτε κι εκεί ο αριθμός οκτώ, αλλά ο επτά. Γιατί; Περίμενε λίγο, και θα εξιχνιάσεις το μυστήριο. Η πρώτη αμαρτία (εδώ ο φόνος) τιμωρείται επτά φορές. Ο δεύτερος φόνος, που διέπραξε ο Λάμεχ, τιμωρείται εβδομήντα επτά φορές. Γιατί είναι γραμμένο: «Στην περίπτωση του Κάιν τιμωρήθηκε το έγκλημα επτά φορές, ενώ στην του Λάμεχ εβδομήντα επτά φορές (στ. 24). Εκεί δε όπου ο Πέτρος ρωτάει για την άφεση μέχρι τις επτά φορές, αναφέρεται στην περίπτωση του Κάιν. Αλλά η συγχώρεση που δίνει ο Κύριος μέχρι τις εβδομήντα φορές το επτά, αναφέρεται στην περίπτωση του Λάμεχ, που καταδίκη του ήταν εβδομήντα φορές το επτά. Όση είναι η παράβαση, τόση είναι κι η χάρη. Όπου είναι λίγη η αμαρτία, εκεί είναι λίγη κι άφεση. «Σε εκείνον που χαρίστηκε λίγο, αυτός θα αγαπήσει και λίγο». Και «όπου επλεόνασε η αμαρτία, εκεί δόθηκε με το παρά –πάνω η χάρη» (Λουκ. 7,47 και Ρωμ. 5,20).

Ποιο είναι λοιπόν το μυστήριο, που κρύβεται στον αριθμό επτά; Έβδομη ημέρα λέγεται ο αιώνας της μελλοντικής κρίσης. Κατά την ημέρα εκείνη ο αμαρτωλός θα τιμωρηθεί επτά φορές, ενώ ο υπερβολικά αμαρτωλός θα τιμωρηθεί εβδομήντα φορές επτά. Η φιλανθρωπία του Θεού μας πρωτυπώνει τώρα με σύμβολα, τα όσα θα συμβούν στο μέλλον. Τότε όμως με την παρουσία του θα αποκαλυφθεί καθαρή και σαφέστατη η αλήθεια. Γιατί θα φανερώσει ποιος είναι άξιος για ποια. Σε μας, λοιπόν, τους αμαρτωλούς θα δώσει επταπλάσια την ανταπόδοση, που μας οφείλει, εκτός βέβαια και αν τον εξιλεώσουμε με την μετάνοια και την εξομολόγηση εδώ στη γη. Συνεπώς γνωρίζοντας εκείνη τη φοβερή μέρα, που κρατάει αποταμιευμένη την ανταπόδοση για μας τους αμαρτωλούς, ας φροντίσουμε να πάρουμε με την μετάνοια από πριν την ανάλογη προς την αξία των αμαρτημάτων μας τιμωρία, να διαλύσουμε τα αμαρτήματα, ώστε να αποφύγουμε εκεί το σκληρό πολλαπλασιασμό της αντίδοσης. Έβδομη ημέρα λοιπόν, ονομάζουμε αυτήν εδώ την ζωή, σε σχέση με κείνη την όγδοη, της συντέλειας του αιώνα και της οποίας είναι προτύπωση.

«Κι έπαυσε οριστικά ο Θεός από τα έργα». Δε γίνονται πια έργα του κόσμου τούτου κατά την ημέρα εκείνη. Ούτε γάμοι, ούτε εμπορικές συναλλαγές, ούτε γεωργικές καλλιέργειες, αλλά όλη η γη φοβισμένη, όλη η δημιουργία με αγωνία κι ο ιδρώτας θα τρέχει αδιάκοπα κι οι ενάρετοι θα αγωνιούν για το τι είδους απόφαση θα είναι αυτή που θα εκδοθεί για αυτούς. Ακόμη κι ο Αβραάμ θα κυριευθεί τότε από αγωνία, όχι από φόβο μήπως καταδικαστεί στη γέεννα του πυρός, αλλά για την τάξη των εναρέτων, στην οποία θα καταταχθεί στην πρώτη, ή στη δεύτερη, ή στην Τρίτη. Ο Κύριος θα κατέβει από τους ουρανούς και θα ανοιχθούν οι ουρανοί, θα φανερωθεί η δύναμη του Θεού κι όλη η κτίση θα τρομάξει. Ποιος θα μείνει άφοβος; Ούτε κι αυτοί οι άγγελοι που θα παραστούν, όχι για να λογοδοτήσουν στο Θεό, αλλά οπωσδήποτε η  ένδοξη παρουσία γεννάει σ`όλους τον τρόμο. Δεν έτυχε να ακούσεις αυτό που λέει ο Ησαΐας: «Αν ανοίξεις τον ουρανό, θα τρομάξουν τα βουνά εξαιτίας σου» (Ης. 14,10). Εκείνη την ημέρα η θάλασσα θα παγώσει κι η δημιουργία θα σταματήσει κι η φύση θα νεκρωθεί. Τότε θα αφαρπαγούν οι ενάρετοι, τότε θα γίνουν τα σύννεφα όχημα των εναρέτων, τότε οι άγγελοι θα γίνουν προπομποί των δικαίων. Τότε οι μεν ενάρετοι θα αναληφθούνσαν αστέρια φωτεινά από τη γη στον ουρανό, ενώ οι αμαρτωλοί δεμένοι, φορτωμένοι με το βάρος των αμαρτιών τους, θα πέσουν κάτω και δύσκολα θα συνειδητοποιούν τα όσα συμβαίνουν. Εκείνη, λοιπόν, η έβδομη μέρα διαμορφώνεται από τούτη δω τη ζωή.

     «Κι έπαυσε οριστικά ο Θεός από όλα τα έργα». Σε εκείνη τη μέρα δεν έχουν θέση, όσα γίνονται σε τούτη τη ζωή. Σβήνουν οι νεανικές επιθυμίες. Δεν υπάρχει καμία διάθεση για γάμο, ούτε πια κι η επιθυμία της τεκνοποιίας. Καμία φροντίδα για το χρυσάφι. Ξέχασε ο φιλάργυρος το πορτοφόλι, ξέχασε κι ο μεγαλοκτηματίας τα χωράφια, ξέχασε κι ο δοξομανής τη δόξα. Όλα αυτά έχουν φτερουγίσει οριστικά μακριά από το νου. Ενώ η ψυχή είναι στραμμένη σε εκείνο, που προκαλεί φόβο, για τα προσδοκώμενα δεινά, που κρέμονται πάνω απ`αυτήν. Γιατί ο φόβος διώχνει κάθε εμπαθή λογισμό, που κυκλοφορεί ελεύθερα στις ψυχές μας. Όπου υπάρχει ο φόβος του Θεού, φυγαδεύονται από το νου μας όλες οι κηλίδες των παθών. Αυτή η έβδομη ημέρα, δηλαδή ο παρών αιώνας, η διαρκής επέκταση της ψυχής.

Ακολουθώντας με τη σειρά αυτά που μελετήσαμε φτάσαμε στον τόπο όπου έγινε αυτή φανέρωση. Ας γυρίσουμε όμως στο θέμα μας. Πως γίνεται λοιπόν, αυτός που είδε τον Θεό καθαρά, κατά την διαβεβαίωση της Γραφής η οποία λέει: “και μίλησε ο Θεός στον Μωϋσή όπως μιλάει κανείς στο φίλο του, όταν τον έχει μπροστά του”, και έφτασε σ’ αυτά το σημείο που έφτασε, πως μπορούμε να πιστέψουμε ότι δεν πέτυχε ακόμα όσα έχει ήδη πετύχει, και ότι χρειάζεται να του φανερωθεί ο Θεός, σαν να μην Τον είχε δει ποτέ; Πραγματικά απ’ το ένα μέρος ο λόγος του Θεού συμφωνεί με την επιθυμία του, ο οποίος ζητάει και δεν αρνείται να του κάνει αυτή τη χάρη. Απ’ το άλλο μέρος πάλι, μας απελπίζει όταν λέει ότι είναι αδύνατον για την ανθρώπινη ζωή αυτό που εκείνος ζητάει, δηλαδή να δει τον Θεό. Κοντά όμως στον Θεό υπάρχει κάποιος τόπος, λέει η Γραφή, και στον τόπο υπάρχει πέτρα και στην πέτρα μια τρύπα, στην οποία διατάζει ο Θεός τον Μωϋσή να κλειστεί. Έπειτα βάζει ο Θεός το χέρι Του στα άνοιγμα αυτής της τρύπας και προσκάλεσε τον Μωϋσή. Και αυτός μετά την πρόσκληση, αφού βγήκε έξω απ’ την τρύπα, βλέπει τα νώτα Εκείνου που τον προσκάλεσε. Έτσι έγιναν και τα δυο. Και εκείνος πίστεψε ότι είδε αυτόν που ζητούσε, και η υπόσχεση του Θεού έμεινε αδιάψευστη.

Αν προσπαθήσει κανείς να εξηγήσει όλα αυτά λέξη προς λέξη και κυριολεκτικά, όχι μόνο θα του φανούν σκοτεινά, αλλά και η αντίληψη που θα σχηματίσει για τον Θεό δεν θα είναι καθαρή. Επειδή μόνο όσα εμφανίζονται με σχήμα έχουν μπροστινό και πίσω μέρος. Και κάθε σχήμα περιορίζει και περιγράφει ένα σώμα. Αν φανταστεί κάποιος ότι ο θεός έχει σχήμα, θα πιστέψει οι Αυτός δεν είναι απαλλαγμένος από την ύλη. Αλλά κάθε σώμα είναι οπωσδήποτε και σύνθετο. Και στο σύνθετο βρίσκουμε διαφορετικά στοιχεία ενωμένα μαζί. Αλλά το σύνθετο δεν μπορεί να πει κανείς ότι είναι αδιάλυτο. Και αυτό που διαλύεται δεν μπορεί και να μην φθείρεται, επειδή η φθορά είναι η διάλυση του σύνθετου. Αν λοιπόν, πάρει κανείς τα νώτα του Θεού κυριολεκτικά, θα οδηγηθεί αναπόφευκτα σ’ αυτόν τον παραλογισμό. Επειδή το μπροστινό και το πίσω μέρος υπάρχει μόνο όπου υπάρχει σχήμα, και το σχήμα είναι βέβαια σώμα. Και αυτό διαλύεται βέβαια κατά την φύση του. Γιατί ότι είναι σύνθετο σίγουρα διαλύεται. Και αυτό που διαλύεται δεν μπορεί αν είναι άφθαρτο. Άρα αυτός που εξηγεί λέξη προς λέξη τη Γραφή, θα καταλάβει ότι ο Θεός φθείρεται. Αλλά ο Θεός βέβαια είναι και άφθαρτος και ασώματος.

Αλλά πως αλλιώς μπορούμε να εξηγήσουμε τη Γραφή, πέρα από αυτά που εύκολα εννοούνται; Γιατί αν σε κάποιο σημείο πρέπει να δώσουμε μια ιδιαίτερη ερμηνεία, τότε θα πρέπει να εφαρμόσουμε αυτή την ερμηνεία σε όλο το κείμενο. Γιατί δεν μπορεί να εννοηθεί σύνολο που να μην αποτελείται από μέρη. Άρα και ο τόπος που υπήρχε κοντά στον Θεό και η πέτρα, και η είσοδος του Μωϋσή στην τρύπα, και η τοποθέτηση του χεριού του Θεού πάνω στην τρύπα, και η πρόσκληση και το ότι ο Μωυσής είδε τα νώτα του Θεού, θα πρέπει να εξηγηθούν με την αλληγορική ερμηνεία, δηλαδή θα πρέπει να πιστέψουμε ότι όλα αυτά υπονοούν κάτι το διαφορετικό.

Τι συμπεραίνουμε λοιπόν; Όπως δηλαδή τα σώματα που γέρνουν προς τα κάτω, αν τύχει κάποτε να αφεθούν σε ένα επίπεδο με κλίση, ακόμα και όταν δεν τα σπρώχνει κανείς πια μετά το πρώτο σπρώξιμο, αυτά μόνα τους παρασύρονται με γρήγορη κίνηση στον κατήφορο. Και αυτό συνεχίζεται όσο το έδαφος έχει κλίση, και το αντικείμενο που βρίσκεται σε κίνηση συνεχίζει να κατρακυλά, αφού δεν υπάρχει τίποτα στην αντίθετη πλευρά να το σταματήσει. Το ίδιο συμβαίνει και με την ψυχή, αλλά αντίστροφα, αφού όταν αποδεσμευτεί η ψυχή από τα γήινα αποκτά ανοδική πορεία προς τον ουρανό. Εφόσον μάλιστα δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο να την εμποδίσει  Γιατί ο Θεός τραβάει προς τα πάνω και προς τον εαυτό Του όσους αποβλέπουν σε Αυτόν. Και πάντα θα συνεχίζει την πορεία προς τα πάνω. Γιατί με το να επιθυμεί η ψυχή να μην εγκαταλείψει το παραπάνω ύψος, συνεχίζει την ασταμάτητη κίνηση προς τα πάνω.

Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι και ο Μωυσής ενώ πάντα γινόταν μεγαλύτερος, δεν διέκοψε ποτέ την ανάβαση, ούτε έβαλε στον εαυτό του κάποιο τέρμα στην κίνησή του προς τα πάνω. Αλλά απ’ την στιγμή που πάτησε το πόδι του “στη σκάλα που πατούσε ο Θεός”, όπως λέει ο Ιακώβ, δεν σταμάτησε ποτέ να ανεβαίνει στα παραπάνω σκαλιά, επειδή πάντα έβρισκε το παραπάνω σκαλί από εκείνο στο οποίο είχε φτάσει. Αρνήθηκε την ψεύτικη συγγένεια με την βασίλισσα των Αιγυπτίων. Μεταπήδησε στην ερημική ζωή, την οποία και δεν ενοχλεί ο ανθρώπινος βίος. Βόσκει μέσα του το κοπάδι των ήμερων ζώων. Βλέπει τη λάμψη του φωτός. Ανεβαίνει προς το φως χωρίς κάποιο βάρος. Οδηγεί στην ελευθερία τους συγγενείς και τους συμπατριώτες του. Με το βράχο σβήνει τη δίψα των συντρόφων του. Απ’ τον ουρανό προμηθεύει το ψωμί. Έπειτα με την έκταση των χεριών του, κατατροπώνει τον εχθρό. Ακούει τη σάλπιγγα. Καταφέρνει και μπαίνει στα άδυτα της “αχειροποίητης σκηνής” του Κυρίου. Διδάσκεται τα μυστικά της θείας ιεροσύνης. Εξαφανίζει τα είδωλά. Εξευμενίζει το Θεό. Ξαναπαίρνει τις πλάκες του νόμου, που καταστράφηκαν εξαιτίας της κακίας των Ιουδαίων. Ακτινοβολεί με τη δόξα. Και αν και ανυψώθηκε μέσα από τόσες πολλές αναβάσεις, ο πόθος του να ανέβει περισσότερο δεν σταματούσε, και παρακαλούσε να πετύχει, παρακαλώντας το Θεό να εμφανιστεί σ’ αυτόν, όχι στο βαθμό που ο ίδιος μπορεί να γνωρίσει το Θεό, αλλά όπως Εκείνος είναι.

Νομίζω ότι αυτό το έπαθε από κάποια ερωτική διάθεση που απέκτησε η ψυχή του για το καλό, και παρασύρθηκε συνεχώς προς το ανώτερο, αφού πάντα με αυτό που καταλάβαινε, θέρμαινε όλο και περισσότερο την επιθυμία προς το μυστικό. Και επειδή θεωρούσε αυτό που πάντα έβλεπε ως εικόνα εκείνου το οποίο επιθυμούσε, γι’ αυτό ο φλογερός εραστής επιθυμεί έντονα να χορτάσει απ’ το ίδιο το πρωτότυπο, τον ίδιο το Θεό. Και τολμηρό αίτημα αυτής της επιθυμίας που ξεπερνά κάθε όριο, είναι το να μην απολαμβάνει την ομορφιά του Θεού μέσα από “κάποιους καθρέφτες και ανταύγειες, αλλά κατά πρόσωπο”.

Και η φωνή του Θεού ικανοποιεί το αίτημα, αφού με λίγα αποκαλύπτονται νοήματα ανυπολόγιστου βάθους. Γιατί ο Θεός δεν θα εμφανιζόταν στον υπηρέτη Του Μωϋσή, αν το θέαμα ήταν τέτοιο ώστε να διακόψει την επιθυμία εκείνου που θα το έβλεπε. Άρα σ’ αυτό βασίζεται το να δεις τον Θεό αληθινά, στο να μην εμποδίσεις ποτέ εκείνον ο οποίος επιθυμεί να βλέπει συνέχεια προς Αυτόν. Γιατί λέει: “δεν θα μπορέσεις να δεις το πρόσωπο μου, γιατί δεν θα μπορέσει να ζήσει ο άνθρωπος που θα δει το πρόσωπο μου”. Αυτό λέει βέβαια ο λόγος, αλλά δεν είναι αιτία θανάτου αυτό που γίνεται με όσους βλέπουν το πρόσωπο του Θεού. Άλλωστε πως θα μπορούσε ποτέ να γίνει αιτία θανάτου το πρόσωπο της ζωής, για όσους το πλησιάζουν; Αλλά επειδή απ’ τη φύση του ο Θεός δίνει ζωή, και βρίσκεται πάνω από καθετί, γι’ αυτό εκείνος που φαντάζεται ότι ο Θεός είναι ένα από όσα γνωρίζονται, δεν έχει ζωή, αφού με την αντίληψη και τη φαντασία του, ξέφυγε απ’ τον αληθινό θεό προς αυτά που φαντάζεται ότι υπάρχουν. Γιατί ο αληθινός Θεός είναι η αληθινή ζωή. Και είναι απλησίαστος στη γνώση. Αν είναι λοιπόν απλησίαστη στη γνώση η ζωοποιός φύση, ο Θεός, οπωσδήποτε δεν είναι ζωή αυτό που κατανοείται. Και ότι δεν είναι ζωή, δεν μπορεί να δώσει ζωή. Έτσι ικανοποιείται ο πόθος του Μωϋσή, με το να μένει ανικανοποίητη η επιθυμία του.    

   Με όσα είπαμε διδασκόμαστε ότι ο Θεός είναι απεριόριστος, αφού δεν περικλείεται μέσα σε κανένα όριο. Γιατί αν ταυτιστεί ο Θεός με κάποιο όριο, αναγκαστικά με το όριο θα ταυτιστεί και ότι υπάρχει πέρα απ’ αυτό. Επειδή αυτό που έχει όριο καταλήγει οπωσδήποτε κάπου, όπως για τα πουλιά όριο είναι ο αέρας, και για τα ψάρια το νερό. Και όπως το ψάρι βυθίζεται στο νερό ολόκληρο και το πουλί στον αέρα, και ανάμεσα στο νερό και σ’ αυτό που πλέει ή στον αέρα και στο πουλί, άκρη του τέρματος είναι η επιφάνεια που περικλείει το πουλί ή το ψάρι και αυτής διαδέχεται ο αέρας ή το νερό. Έτσι αναγκαστικά αν ο Θεός νοείται μέσα σε όριο, θα περικλειόταν από το ανομοιογενές κατά τη φύση. Αλλά στη συνέχεια του λόγου βεβαιώνεται ότι αυτό που περιέχει είναι πολλαπλάσιο από το περιεχόμενο.

Από όλους όμως ομολογείται ότι ο Θεός είναι αγαθός. Και οτιδήποτε διαφορετικό από το αγαθό, είναι κάτι, αλλά όχι αγαθό. Αυτό όμως που βρίσκεται έξω από το αγαθό, εννοείται ότι ανήκει στη φύση του κακού. Αποδείχτηκε όμως ότι αυτό που περιέχει είναι πολλαπλάσιο του περιεχόμενου. Όσοι λοιπόν φαντάζονται ότι ο Θεός έχει όριο, αναγκαστικά είναι σαν να λένε ότι Αυτός περικλείεται και μέσα στο κακό. Όποιος βάζει το Θεό μέσα σε όριο, διδάσκει ότι το αγαθό εξουσιάζεται από το κακό. Αυτό όμως είναι άτοπο. Δεν υπάρχει λοιπόν, κανένας περιορισμός για την απεριόριστη φύση του Θεού. Και το απεριόριστο δεν μπορεί να κατανοηθεί. Αλλά όλη η επιθυμία για το αγαθό που μας προσελκύει, βρίσκεται μαζί με το δύσκολο δρόμο που πρέπει να βαδίσει κανείς για να βρει το αγαθό.

Και αυτό σημαίνει το να δεις πραγματικά τον Θεό, σημαίνει το να μην χορτάσει ποτέ η επιθυμία σου. Πρέπει όμως να φλεγόμαστε από επιθυμία για να δούμε κάτι περισσότερο από αυτά που έχουμε ήδη δει. Και έτσι κανένα όριο δεν θα μπορεί να διακόψει την ανάβαση μας προς τον Θεό, γιατί δεν υπάρχει κανένας περιορισμός του αγαθού, και γιατί η αύξηση της επιθυμίας μας για το αγαθό δεν χορταίνεται ποτέ. 

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος για τη μερική γνώση του Θεού

αναρτήθηκε στις 13 Σεπ 2014, 7:32 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

Μόνο τα “οπίσθια” του Θεού

[Τι είναι αυτό που έπαθα φίλοι μου και συνεργάτες; Έτρεχα να φτάσω τον Θεό και με τον σκοπό αυτό ανέβηκα στο βουνό! ]

Διέσχισα το σύννεφο και μέσα από αυτό μπήκα και συγκεντρώθηκα όσο μπορούσα μέσα στον εαυτό μου! Όταν όμως έστρεψα το βλέμμα μου προς το μέρος του Θεού, μόλις είδα του Θεού τα οπίσθια (δηλαδή δεν μπόρεσα να τον δω πραγματικά), και αυτό γιατί σκεπάστηκε η ματιά μου από την Πέτρα δηλαδή από Αυτόν που πήρε σάρκα για εμάς, τον Λόγο.

Και αφού πρόλαβα λίγο, είδα όχι την πρώτη και ουσιαστική φύση, που είναι γνωστή μόνο στον εαυτό της δηλαδή την Αγία Τριάδα, όχι αυτή που μένει μέσα απ’ το καταπέτασμα και καλύπτεται από τα Χερουβείμ, αλλά την τελευταία και απλούστερη φύση που φτάνει σε εμάς. Αυτή η τελευταία φύση Του, όσο γνωρίζω εγώ, είναι η μεγαλειότητα Του, που φανερώνεται μέσα στα κτίσματά Του και σε όλα όσα δημιούργησε και διοικεί.

Αυτά λοιπόν είναι τα οπίσθια του Θεού. Αυτά είναι μετά από Εκείνον, είναι τα γνωρίσματά Του, όπως ακριβώς οι σκιές και οι αντανακλάσεις του ήλιου στο νερό δείχνουν ελάχιστα στα ασθενή μας μάτια τον ήλιο, αφού δεν μπορούν να τον κοιτάξουν κατευθείαν διότι και μόνο μια ακτίνα από το φως του ήλιου νικά την ασθενή μας αίσθηση.

Έτσι οφείλεις να θεολογείς (δηλαδή με διάκριση ουσίας και ενεργειών)! Έστω και αν είσαι ο Μωυσής! Έστω και να σαν τον Παύλο, φτάσεις ψηλά μέχρι τον ουρανό και ακούσεις ρήματα που δεν μπορούν άλλοι να ακούσουν! Έστω και αν γίνεις και ανώτερος από αυτούς και γίνεις άξιος τέτοιας θέσης και τάξης αγγελικής ή αρχαγγελικής! Γιατί και αν ακόμη είναι κάτι εντελώς ουράνιο και κατά την φύση του πολύ υψηλότερο από εμάς και πιο κοντά στο Θεό, ακόμη και αυτό απέχει πολύ από το να κατανοήσει τη φύση του Θεού, ο Θεός είναι πολύ μακριά από εμάς, όσο η φύση Του είναι ανώτερη της δικής μας, που είναι σύνθετη και ταπεινή και ρέπει προς τα κάτω.

Συνεπώς πρέπει να αρχίσω πάλι ως εξής: “το να εννοήσεις τον Θεό είναι εύκολο, το να Τον εξηγήσεις είναι όμως αδύνατον ” όπως φιλοσόφησε ένας από τους ειδωλολάτρες θεολόγους – πολύ έξυπνα κατά τη γνώμη μου – για να δείξει ότι κατάλαβε πόσο δύσκολο είναι να Τον εκφράσει κανείς, αλλά και αν αποφύγει κάθε τυχόν προσπάθεια άλλων, να διαπιστώσουν αν λέει αλήθεια τονίζοντας το ανέκφραστο!

Εγώ αντίθετα λέω “το να εκφράσεις τον Θεό είναι αδύνατον, το να Τον εννοήσεις είναι ακόμη πιο αδύνατο”. Διότι κάθε τι που “εννοείται”, ίσως ο λόγος κατορθώσει αν το εκφράσει, και αν όχι σε ικανοποιητικό βαθμό τουλάχιστον αμυδρά, σε κάθε πρόσωπο που δεν έχει εντελώς κατεστραμμένα τα αυτιά και δεν είναι αργός στη σκέψη. Το να περιλάβει όμως ο άνθρωπος στο μυαλό του ένα πράγμα τόσο μεγάλο, ασφαλώς είναι αδύνατο, εντελώς ακατόρθωτο, όχι μόνο για τους τελείως χαζούς αλλά ακόμη και για τους πιο έξυπνους και φιλόθεους!

Είναι το ίδιο αδύνατον για κάθε γεννητό ον, για όλους όσους έχουν σώμα (την παχιά αυτή σάρκα), να κατανοήσουν την αλήθεια. Και δεν γνωρίζω, μήπως είναι ακατόρθωτο ακόμη και για τις ανώτερες φύσεις να οι οποίες, επειδή βρίσκονται κοντά στο Θεό και φωτίζονται από το φως Του, σίγουρα τότε μπορούν να εξυψωθούν. Και αν όχι ολοκληρωτικά τουλάχιστον σε βαθμό πιο ουσιαστικό και με πιο φανερό τρόπο από εμάς. Και κάθε μια από αυτές τις ουράνιες φύσεις περισσότερο ή λιγότερο η μια από την άλλη, ανάλογα με το τάγμα στο οποίο κάθε μια ανήκει.

Για αυτό το θέμα περιοριζόμαστε να πούμε αυτά. Για όσα αφορούν “τα δικά μας”, όχι μόνο η ειρήνη του Θεού υπερέχει κάθε ανθρώπινο νου και κάθε νόηση, αλλά και όλα εκείνα που “απευθύνονται” στους δίκαιους, σύμφωνα με τις επαγγελίες, και τα οποία ούτε μάτι μπορεί να τα δει, ούτε αυτή να τα ακούσει, ούτε η διάνοια να τα καταλάβει έστω και στο ελάχιστο! Άλλωστε μας διαφεύγει ακόμη και η σύλληψη του κόσμου (η κατανόηση του κόσμου)! (Να έχεις μάλιστα τη βεβαιότητα ότι σχετικά με τον κτιστό κόσμο μόνο μια σκιά γνωρίζεις, όπως λένε “θα δω τους ουρανούς, τα έργα Σου, τη σελήνη και τα αστέρια” και την μεταξύ τους σχέση όσο δε βλέπω τώρα, αλλά θα δω κάποτε!).

πάντως, πολύ περισσότερο από αυτά μας διαφεύγει η Ουσία, που είναι πάνω από αυτά και απ’ την οποία αυτά προέρχονται η Ουσία που κανείς δεν μπορεί να καταλάβει, που δε χωρά σε κανένα μυαλό, όχι μόνο ως προς το ότι υπάρχει, αλλά και ως προς το τι Αυτή είναι!

Δεν είναι χωρίς νόημα ούτε μάταια η πίστη μας. Ακόμη και αυτό όμως δεν το κάνουμε δόγμα! Μην κάνεις πάλι τα ορθά μας φρονήματα αιτία της αθεΐας σου και της συκοφαντικής σου για το Θεό θεολογίας.

Μην μας ειρωνεύεσαι με έπαρση ότι την άγνοια που είναι μέρος της πίστης σου, την κάναμε μέρος της πίστης μας! Γιατί διαφέρει πολύ το να νομίζει κανείς ότι υπάρχει κάτι, απ’ το να είναι σίγουρος ότι υπάρχει.

 

Βέβαια για το ότι υπάρχει Θεός, η αιτία που δημιούργησε τα πάντα και τα συνεχίζει να υπάρχουν, αυτά μας τα διδάσκει και η όραση μας με το να βλέπει ότι υπάρχει γύρω στον κόσμο, τα στερεά, αυτά που κινούνται κατά καιρούς δηλαδή αυτά που μπορεί να φαίνονται ακίνητα αλλά κινούνται. Ο φυσικός νόμος, η τάξη που βρίσκουμε στον κόσμο μας, μας οδηγεί συλλογιστικά στον αρχηγό τους (την Αιτία τους).

Και πράγματι πως θα μπορούσε να δημιουργηθεί το σύμπαν ή πως θα μπορούσε να συνεχίζει και να μην διαλύεται, αν δεν είχε δώσει ο Θεός ύπαρξη σε όλα και δεν τα συγκρατούσε;

Γιατί, όπως κάθε άνθρωπος που θα δει μια κιθάρα εξαιρετικά κουρδισμένη και φτιαγμένη με τον πιο σωστό τρόπο ή θα ακούσει την μελωδία της, ποτέ δεν θα πιστέψει κάτι άλλο, παρά το ότι κάποιος την έφτιαξε και την κούρδισε και – έστω και αν δεν τον γνωρίζει προσωπικά -, η σκέψη του θα πάει σε αυτόν, έτσι και για μας είναι φανερή η Αιτία που δημιούργησε, κινεί και συντηρεί τα δημιουργήματα, έστω και αν δεν μπορεί να Την χωρέσει ο νους μας. Και όποιος δεν φθάνει σ’ αυτό το σημείο μόνος του και δεν βγάζει τα συμπεράσματά του από τις φυσικές αποδείξεις, δεν είναι άνθρωπος με σωστή κρίση.

Και όμως ο Θεός δεν είναι αυτό που τυχόν νομίζουμε με την φαντασία μας, ή αυτό που σκιαγράφησε η λογική μας. Και αν κάποτε κάποιος αξιωθεί έστω και ελάχιστα να Τον καταλάβει, ποια θα είναι η απόδειξη;

Υπάρχει άνθρωπος που επειδή γνώρισε λίγο τον Θεό, να έφτασε στο τελευταίο στάδιο της σοφίας;

Υπήρξε μέχρι τώρα άνθρωπος που να έγινε άξιος για ένα τόσο μεγάλο χάρισμα;

Υπήρξε ποτέ άνθρωπος που σαν συνέπεια του ότι γνώρισε λίγο το Θεό  να έγινε ξαφνικά πιο σοφός και να μπήκε στο μυαλό του Άγιο Πνεύμα τόσο, ώστε να ερευνά και να γνωρίζει τα πάντα, ακόμη και τα βάθη του Θεού, να καταλαβαίνει πλήρως το Θεό και να μην χρειάζεται πλέον άλλη πορεία μπροστά, αφού θα βρίσκεται ήδη στο ανώτερο σημείο που είναι δυνατόν να θελήσει κάποιος, και προς το οποίο τείνει και η φρόνηση και η σκέψη κάθε ανθρώπου “γνωρίζει τα ουράνια”; 

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης για τη δημιουργία του ανθρώπου

αναρτήθηκε στις 13 Σεπ 2014, 7:28 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ

Η δημιουργία του ανθρώπου

“Πήρε, λοιπόν, ο Θεός χώμα από τη γη και έπλασε τον άνθρωπο”. Δεν συμπληρώθηκε η δημιουργία του κόσμου, δεν σταμάτησε η σειρά, για να γίνει η διήγηση της δικής μας δημιουργίας, αλλά λέει: δημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο και σταμάτησε οριστικά από όλα τα έργα.

Και επειδή διέκοψε, μας διδάσκει πως ακριβώς δημιούργησε: “πήρε ο Θεός χώμα από τη γη”. Και όταν ακούς χώμα, διδάσκεσαι το να μη φοβάσαι, το να μη λογαριάζεις το πρόσωπο των ανθρώπων. Και για τον εαυτό σου γιατί νομίζεις ότι είναι κάτι ξεχωριστό; Όταν σου έρχονται σκέψεις που προκαλούν έπαρση και πληγώνουν τη καρδιά, φέρε στο μυαλό σου τη δημιουργία, ξαναθυμήσου το πώς δημιουργήθηκες. “πήρε χώμα ο Θεός από τη γη και δημιούργησε τον άνθρωπο”. Μπορείς να ξεχάσεις ποτέ τον εαυτό σου; Τότε μόνο θα τον ξεχάσεις, όταν φύγεις από τη γη. Αν όμως δεν αποχωρίζεσαι ποτέ τη γη, αλλά είσαι “κολλημένος” με τη γη, βαδίζεις πάνω στη γη, αναπαύεσαι πάνω στη γη, κρίνεσαι πάνω στη γη, και ότι άλλο κάνεις είτε μικρό είτε μεγάλο, αν το κάνεις πάνω στη γη, θυμάσαι πάντα την ταπεινότητά σου.

Είσαι βίαιος και θυμώνεις; Από πού προέρχεται ο θυμός; Δεν προέρχεται από την ντροπή; Γιατί δεν ανέχεσαι να ακούσεις πως είσαι ασήμαντος ως προς την καταγωγή σου. Αμέσως βράζει μέσα σου ο θυμός, και θες να πεις χειρότερα από αυτά που άκουσες. Χαμήλωσε το βλέμμα σου προς τα κάτω, και θα σταματήσει ο θυμός σου. Κοίταξε τη γη και σκέψου. Είπε ασήμαντο στην καταγωγή εμένα, που έχω γίνει από το χώμα; λιγότερο είπε από αυτό που εγώ είμαι.

Γιατί δεν είπε πως προέρχομαι από το χώμα, αλλά έχω γεννηθεί από άνθρωπο. Αλλά πόσο πιο πολύτιμος είναι ο έμψυχος άνθρωπος από τη γη που πατιέται; Εγώ όμως θυμάμαι την πρώτη μητέρα, τη γη, για να μην θεωρώ πως είναι προσβολή το να γεννηθώ από ένα δούλο, αλλά πως είναι τιμή, το να γεννηθώ με ψυχή. Εκείνος όμως που θεωρεί σπουδαίο το να με προσβάλει, κάνει το λάθος να με τιμά περισσότερο, με τον τρόπο που με προσβάλει. Γιατί, με το να έχω συνείδηση της φύσης μου, γνωρίζω ποιος είμαι και από πού κατάγομαι.

Έτσι το να θυμόμαστε το πώς έχουμε δημιουργηθεί από το χώμα, δεν αφήνει ποτέ το θυμό μας να μας πολιορκεί.

Ας είναι σύμμαχος με το μυαλό η γη, αφού πάντα βρίσκεται κοντά μας και μας το θυμίζει. Όταν θες να ικανοποιήσεις κάποια επιθυμία σου, να θυμάσαι τον τρόπο με τον οποίο φεύγεις απ’ τη ζωή. Αν θυμηθείς ότι θα διαλυθείς μέσα στο χώμα θα σβήσει η μανία της επιθυμίας σου. “είσαι χώμα, και στο χώμα θα καταλήξεις”. Να θυμάσαι πως μετά από λίγο αυτό το σώμα που τώρα είναι σφριγηλό, ή η σαρκική επιθυμία που έχεις τώρα, δεν θα υπάρχει ύστερα από λίγο, όταν θα διαλυθεί το σώμα μέσα στο χώμα. να θυμάσαι ότι προέρχεσαι από το χώμα, και θα σβήνει κάθε πονηρή κίνηση. Ας γίνει φύλακας για μας από κάθε αμαρτία αυτή εδώ η υπόμνηση: “ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο παίρνοντας χώμα από τη γη”.

Είναι καλό το να είσαι ασήμαντος, και έμφυτη αυτή η υπόμνηση. Αν έλεγε “ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο παίρνοντας από τον ουρανό”, πότε θα τον προσέχαμε για να θυμόμαστε τη φύση μας;

Η υπόμνηση της μηδαμινότητάς μας γίνεται με όσα είναι πρόχειρα και βρίσκονται κοντά μας από αυτά που πατάμε.

Σκύψε το κεφάλι σου προς τη γη και κατάλαβε ότι πήρες μορφή από το χώμα, που είναι συγγενικό με τη γη. Τι άλλο είναι πιο ευκαταφρόνητο από εμάς; Τι άλλο απ’ τα δικά μας είναι το πιο κατάλληλο για να εξουθενώνουμε τους εαυτούς μας;

 Βλέπεις κάποιον να υπερηφανεύεται, να ντύνεται πλούσια και όμορφα, να φορά κοσμήματα και να ακτινοβολεί από τους πολύτιμους λίθους, και γι’ αυτό να υπερηφανεύεται, να ντύνεται με μετάξι, να έχει δούλους, να επιδεικνύει την ομορφιά του, να βαδίζει επιδεικτικά, να μιλάει με έπαρση, να υπερηφανεύεται για το πλήθος των υπηρετών που σέρνουν γύρω τους; Όταν βλέπεις αυτούς τους άρχοντες, που εμφανίζονται με δυνατή φωνή, όταν βλέπεις αυτούς να τρομοκρατούν κάποιους και να ξεσκίζουν τις σάρκες κάποιων άλλων, να θανατώνουν κάποιους άλλους, μην φοβηθείς, μην τρομάξεις από όσα γίνονται, ούτε και εξαιτίας εκείνου που διατάζει όλα αυτά. Μην σε εντυπωσιάσει η φαντασμαγορία.

Να θυμάσαι ότι ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο παίρνοντας σώμα από τη γη. Αν αυτός είναι κάτι διαφορετικό, να τον φοβηθείς. Αν όμως είναι χώμα από τη γη, περιφρόνησέ τον.

Και έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο. Αυτή η λέξη το “έπλασε”, δεν δηλώνει μια ορισμένη τεχνική ενέργεια του Θεού για τον άνθρωπο; “ο Θεός έπλασε”. Δηλαδή έπλασε όπως πλάθουν οι άνθρωποι τα πήλινα σκεύη; Ασφαλώς όχι.

Γιατί τα πλάσιμο ενός αγάλματος και η διάπλαση του γύψου περιορίζουν τα σημάδια της μορφής μόνο στην επιφάνεια. Βλέπεις π.χ. το άγαλμα πως είναι στημένο και με ποια χαρακτηριστικά. Δείχνει το θυμό του στρατιώτη, ή δείχνει το γυναικείο χαρακτήρα ανάλογα με τη μορφή που έχει. Αλλά το δημιούργημα του Θεού δεν είναι τέτοιο γιατί έπλασε τον άνθρωπο, αλλά η δημιουργική του ενέργεια διαμόρφωσε τα πάντα, με το να προχωρήσει στο εσωτερικό βάθος του ανθρώπου.

Αν είχα στη διάθεσή μου περισσότερο χρόνο, για να σου παρουσίαζα τον τρόπο κατασκευής του ανθρώπου, θα μάθαινες από τον εαυτό σου τη σχετική με σένα, σοφία του Θεού. Θα μάθαινες ότι ο άνθρωπος είναι αληθινά ένας μικρός κόσμος, δηλαδή ένα μικρό στολίδι, και καλά κάνουν όσοι τον εξυμνούν με αυτό το όνομα. Πόσες πραγματείες έχουν γραφτεί γύρω από αυτό το θέμα; Οι ανατομίες των γιατρών, οι προσεκτικές εξετάσεις των γυμναστών ή για την αναλογία των μελών ή για τη μεταξύ τους συμμετρία, όλα αυτά παρεμβάλλονται στη μελέτη για τη κατασκευή του ανθρώπου.

Αλλά για μένα το πρόβλημα είναι άλλο. Που θα βρω ένα λόγο τόσο σημαντικό, ώστε να μπορέσω να εκφράσω με ακρίβεια όσα περιέχονται στην λέξη “έπλασε”; Αλλά ακόμη και αν εγώ δε μιλήσω για τα αυτονόητα, εσύ τα γνωρίζεις.

Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο όρθιο. Αυτό το σχήμα σου το έδωσε ξεχωριστό από τα υπόλοιπα ζώα. Γιατί; Επειδή επρόκειτο να σου αναθέσει αργότερα ένα εξαίρετο έργο. Γιατί τα άλλα ζώα είναι χορτοφάγα και έχουν την κατασκευή τους ανάλογη με τη φύση τους. Το πρόβατο π.χ. έγινε για να βόσκει. Και έχει το κεφάλι να σκύβει κάτω, να βλέπει το στομάχι και όσα βρίσκονται κάτω  απ’ το στομάχι, επειδή για τα πρόβατα σκοπός της ευτυχίας είναι να γεμίζουν το στομάχι τους. Ο άνθρωπος όμως δεν κοιτάζει προς το στομάχι αλλά προς τα πάνω. Το κεφάλι του βρίσκεται πάνω ψηλά, για να προσέχει την προς τα πάνω συγγένεια με τον Θεό. Τα μάτια δεν σκύβουν προς τη γη. Μην βγάζεις λοιπόν τον εαυτό σου έξω από τη φύση. Μην προσέχεις τα επίγεια, αλλά τα ουράνια οπού βρίσκεται ο Χριστός. Γιατί λέει ο Απόστολος: “αν έχετε αναστηθεί μαζί με τον Χριστό, να αναζητάτε τα άνω, όπου υπάρχει ο Χριστός”.

Έτσι πλάστηκες. Και αυτή η κατασκευή είναι σχολείο που διδάσκεσαι το σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκες.

Έγινες για να βλέπεις το Θεό, και όχι για να σέρνεται η ζωή σου στη γη. Όχι για να απολαμβάνεις όσα απολαμβάνουν τα ζώα, αλλά για να πραγματοποιείς τον ουράνιο τρόπο ζωής. Γι’ αυτό “τα μάτια του σοφού βρίσκονται πάνω στο κεφάλι του”, λέει ο σοφός Εκκλησιαστής. Υπάρχει όμως κανένας που να μην έχει τα μάτια στο κεφάλι; Όχι, αλλά βρίσκονται στο κεφάλι για να περιεργάζονται τα υψηλά. Και όποιος δεν προσέχει τα υψηλά, αλλά τα γήινα, έχει μάτια που σέρνονται στη γη.

Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης περί του δέντρου του καλού και του κακού

αναρτήθηκε στις 13 Σεπ 2014, 7:21 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ

Το δέντρο του καλού και του κακού

Αλλά ίσως να ισχυριστεί κάποιος ότι ο άνθρωπος δεν θα ξαναγυρίσει στον ίδιο τρόπο ζωής, αφού αρχικά ζούσαμε με τη τροφή, ενώ στο μέλλον θα απαλλαγούμε απ’ αυτή την υπηρεσία.

Εγώ όμως ακούγοντας την Αγία Γραφή, μαθαίνω πως δεν υπάρχει μόνο σωματική τροφή, ούτε μόνο σαρκική ευχαρίστηση, αλλά γνωρίζω επιπλέον και κάποια άλλη τροφή, ανάλογη με αυτή του σώματος, και της οποίας η απόλαυση φτάνει μόνο στην ψυχή. “φάτε το ψωμί μου”, λέει στους πεινασμένους η σοφία ου Θεού. Και ο Κύριος μακαρίζει όσους πεινούν γι΄ αυτή την τροφή του Θεού. Και αλλού λέει “αν διψάει κανείς, ας έρχεται σε μένα και ας πίνει”. Και ο μεγάλος Ησαΐας λέει “πιείτε για να χαρείτε”, παραγγέλλει σ΄ όσους είναι δυνατοί να γνωρίζουν καλά το δικό του πνεύμα. Υπάρχει μάλιστα και κάποια προφητική απειλή εναντίον εκείνων, οι οποίοι είναι άξιοι τιμωρίας, που λέει ότι θα τιμωρηθούν με πείνα.

Και αυτή η πείνα δεν είναι κάποια στέρηση φαγητού ή νερού, αλλά είναι έλλειψη δυνατότητας να ακούσουν τα λόγια του Κυρίου.

Πρέπει λοιπόν να υπονοούμε έναν καρπό αντάξιο των καρπών της Εδέμ και να μην αμφιβάλουμε πως ο άνθρωπος τρέφεται μόνο με αυτόν. Και οπωσδήποτε και για τη διαμονή μας στον Παράδεισο να μην εννοούμε την τροφή που είναι εφήμερη και ανούσια. “από κάθε δέντρο που υπάρχει στον παράδεισο, θα πάρεις τροφή”.   

  Σε αυτόν που πεινά ποιος δίνει εκείνο το δέντρο, που βρίσκεται στον παράδεισο και περιέχει κάθε αγαθό, που όνομά του είναι τα πάντα, και μέσω του οποίου χαρίζει ο Λόγος την κοινωνία στον άνθρωπο; Γιατί με το Λόγο που είναι για όλα και βρίσκεται πάνω απ΄ όλα, η έννοια όλων των αγαθών είναι ένα ενιαίο σύνολο, ένα όλο. Και ποιος θα με απομακρύνει από εκείνο το δέντρο, του οποίου η απόλαυση είναι ολοκληρωτική; Ασφαλώς είναι φανερό ποιο είναι εκείνο το όλο, του οποίου καρπός είναι η ζωή, όπως επίσης και ποιο είναι αυτό το ανάμεικτο, του οποίου τέλος είναι ο θάνατος. Γιατί ο Θεός, που έκανε τον άνθρωπο να απολαύσει τα πάντα με αφθονία, να γευτεί τον καρπό, ο οποίος είναι κοινός και για τα δυο, δηλαδή για τη γνώση του καλού και του κακού.

    Νομίζω πως πρέπει να πάρουμε για δασκάλους τον μεγάλο Δαυίδ και τον Σολομώντα, για να μας εξηγήσουν αυτό το λόγο.  Γιατί και οι δυο θεωρούν πως η ευχαρίστηση είναι μία, αυτή που προέρχεται από την επιτρεπόμενη απόλαυση, από το όντως αγαθό.

Και ο Δαυίδ λέει “απόλαυσε την απόλαυση του Κυρίου με το παραπάνω”. Ενώ ο Σολομώντας ονομάζει δέντρο της ζωής αυτή την ίδια τη σοφία “που είναι ο Κύριος”.

 Άρα το κάθε δέντρο είναι το ίδιο το δέντρο της ζωής, του οποίου την απόλαυση επιτρέπει ο Λόγος σε εκείνον, που έχει δημιουργηθεί σύμφωνα με τη βουλή του Θεού.

Στην θέση αυτού του δέντρου τοποθετείται ένα άλλο, του οποίου ο καρπός είναι γνώση του καλού και του κακού, χωρίς βέβαια να καρποφορεί το καθένα χωριστά από όσα θεωρούνται αντίθετα. Αλλά παράγει έναν καρπό δύσκολο να τον διακρίνεις, και ανάμεικτο, που είναι ένα μείγμα από τις αντίθετες ποιότητες.

Ο αρχηγός της ζωής απαγορεύει να φας τον καρπό αυτού του δέντρου, τη συνιστά όμως το φίδι, για να ετοιμάσει έτσι την είσοδο στο θάνατο. Και γίνεται πιστευτό το φίδι, επειδή καλύπτει εξωτερικά τον καρπό με ωραίο χρώμα και με την ηδονή, για να διεγείρει πιο πολύ την όρεξη και τη γεύση.

Ποιο είναι λοιπόν εκείνο το δέντρο που έχει ανάμεικτη τη γνώση του καλού και του κακού, και που είναι στολισμένο με τα άνθη των ηδονών, που προκαλούν οι αισθήσεις; Νομίζω πως δε θα πέσω πολύ μακριά από την αλήθεια, αν χρησιμοποιήσω ως αφορμή στην εξέταση την έννοια του γνωστού. Γιατί νομίζω ότι στην προκειμένη περίπτωση η Αγία Γραφή δεν εννοεί την γνώση ως επιστήμη, αλλά βρίσκω μεταξύ γνώσης και διάκρισης κάποια διαφορά που προέρχεται από τη συνήθεια της Γραφής. Γιατί όπως λέει ο Απόστολος, η διάκριση του καλού απ’ το κακό με επιστημονικό τρόπο είναι καρπός μιας άριστης συνήθειας και προϋποθέτει την εξάσκηση των αισθητηρίων.

Γι’ αυτό και δίνει την εντολή να τα δοκιμάζουμε όλα και υποστηρίζει πως γνώρισμα του πνευματικού ανθρώπου είναι η διάκριση. Ενώ η γνώση δεν σημαίνει πάντοτε την επιστήμη και τη θεωρητική γνώση, αλλά την ψυχικά κατάσταση για κάτι, το οποίο έχει χαριστεί.

Όπως π.χ. όταν λέει η Γραφή “γνωρίζει ο Κύριος αυτούς που είναι δικοί του”, καθώς επίσης και στο Μωϋσή: “Σε γνωρίζω περισσότερο απ’ όλους”, ενώ για όσους έχουν κατακριθεί για την κακία τους λέει ότι “ποτέ δεν σας γνώρισα”.

Άρα το δέντρο απ’ το οποίο προκύπτει ως καρπός η ανάμεικτη γνώση είναι απ’ τα απαγορευμένα. Ο καρπός που έχει για υποστηρικτή του το φίδι είναι βέβαια ανάμεικτος από τα αντίθετα, ίσως και για το ότι το κακό δεν εμφανίζεται γυμνό από μόνο του, για να φαίνεται στην πραγματική του διάσταση.

Πράγματι, η κακία τότε θα έμενε ανεκτέλεστη, επειδή δεν θα φαινόταν να είχε κανένα καλό, το οποίο να προσελκύει, για να την επιθυμήσει εκείνος που εξαπατάται εύκολα.

Τώρα όμως είναι κάπως ανάμεικτη η φύση του κακού, και έχει στο βάθος κρυμμένο σαν παγίδα, το θάνατο, ενώ στην επιφάνεια παρουσιάζει κάποια απατηλή εικόνα καλού. Καλό πράγμα φαίνεται στους φιλάργυρους το ωραίο χρώμα της ύλης, αλλά η φιλαργυρία γίνεται η ρίζα απ’ την οποία ξεφυτρώνουν όλα τα κακά. Ποιος θα έπεφτε και θα κυλιόταν στο βρώμικο πηγάδι της ακολασίας, αν δεν θεωρούσε την ηδονή ως κάτι καλό, παρασυρμένος στο πάθος με αυτό το δόλωμα;

Έτσι και τα υπόλοιπα αμαρτήματα έχοντας κρυμμένη μέσα τους τη διαφθορά, φαίνονται επιθυμητά πιο πολύ απ’ την φιλαργυρία, αφού μέσα από κάποια απάτη θεωρούνται για αγαθά απ’ τους επιπόλαιους.

Επειδή λοιπόν οι περισσότεροι χαρακτηρίζουν το καλό από το κατά πόσο αυτό ευχαριστεί τις αισθήσεις, και επειδή υπάρχει κάποια ομοιότητα μεταξύ εκείνου που πράγματι είναι κι εκείνου που φαίνεται ότι είναι καλό, γι’ αυτό απ’ την Αγία Γραφή η επιθυμία που γεννιέται τόσο προς το κακό όσο και προς το αγαθό, ονομάζεται γνώση του καλού και του κακού.

 Η γνώση δεν είναι τελείως κακό πράγμα, γιατί γύρω γύρω έχει το καλό, ούτε όμως είναι και εντελώς αγαθό, γιατί κρύβει από κάτω το κακό.

Αλλά λέει ότι ο καρπός του απαγορευμένου δέντρου περιέχει και τα δυο, και η γεύση του οδηγεί στον θάνατο όσους τον δοκιμάζουν. Και φαίνεται φανερά ότι λέει την αλήθεια, δηλαδή πως μόνο ο Θεός είναι απλός και αποτελείται από ένα είδος κατά τη φύση, και είναι ξένο και άσχετο από κάθε ασάφεια και κάθε σχέση με το κακό. Ενώ το κακό έχει πολλές μορφές και πολλά σχήματα, γιατί άλλο είναι αυτό που φαίνεται, και άλλο είναι στην πραγματικότητα.

 Και η γνώση του κακού που γίνεται μέσω της εμπειρίας, είναι η αρχή και η βάση του θανάτου και της διάλυσης.

Γι’ αυτό εμφανίζει το φίδι τον άθλιο καρπό της αμαρτίας, όχι να είναι από τη φύση του κακό, γιατί τότε δεν θα μπορούσε να εξαπατηθεί ο άνθρωπος από το ολοφάνερο κακό. Αλλά ομορφαίνοντας την επιφάνεια και σαγηνεύοντας από μέσα τη γεύση μα κάποια ηδονή ως προς την αίσθηση, γίνεται πιστευτός από τη γυναίκα όπως λέει η Γραφή: “και είδε η γυναίκα ότι το δέντρο είναι καλό για τροφή και ευχάριστο στα μάτια και ωραίο για να το γνωρίσει, και πήρε από το καρπό του και έφαγε”.

Εκείνη όμως η τροφή έγινε μητέρα του θανάτου για τους ανθρώπους. Αυτή είναι λοιπόν η ανάμεικτη καρποφορία, της οποίας το νόημα εξήγησε ο λόγος με σαφήνεια. Έτσι το δέντρο ονομάζεται δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού. Γιατί όπως ακριβώς τα δηλητήρια που καλύπτουν την πίκρα με τη ζάχαρη, στο βαθμό που γλυκαίνουν φαίνονται πως είναι καλά, ενώ στο βαθμό που καταστρέφουν όποιον πλησιάζουν, αποδεικνύονται το χειρότερο από κάθε κακό. Όταν λοιπόν το απαίσιο δηλητήριο ενέργησε σε βάρος της ανθρώπινης ζωής, τότε ο άνθρωπος, αυτό το σπουδαίο πράγμα και όνομα, που είναι η απεικόνιση της θεϊκής φύσης, έγινε ίδιο με την ματαιότητα, όπως λέει και ο Προφήτης.

Επομένως η θεία εικόνα είναι ίδια με το καλύτερο από όσα υπάρχουν μέσα μας. Ενώ τα άλλα όσα φαίνονται στη ζωή θλιβερά και ελεεινά, βρίσκονται πολύ μακριά απ’ το να μοιάζουν με το Θεό.

Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Η Δημιουργία

αναρτήθηκε στις 13 Σεπ 2014, 7:16 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων   [ ενημερώθηκε 13 Σεπ 2014, 7:17 π.μ. ]

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ

Η Δημιουργία

“Στην αρχή”, λέει, “δημιούργησε ο Θεός τον ουρανό και τη γη” και τα επόμενα που περιέχει το βιβλίο της Κοσμογονίας. Αυτά είναι όσα έγιναν κατά την Εξαήμερο. Νομίζω όμως ότι πριν απ’ την εξέταση των γραπτών, πρέπει να κατανοηθεί αυτό από τον λόγο, ότι η δύναμη συμβαδίζει με τη βούληση στο θέμα της θείας φύσης, και μέτρο της δύναμης, είναι το θέλημα του Θεού. Και το θέλημα είναι σοφία. Γνώρισμα της σοφίας είναι να μην αγνοούμε πως έγιναν τα διάφορα πράγματα, ενώ στη γνώση είναι σύμφυτη η δύναμη.

 Ώστε μόλις έμαθε τι πρέπει να γίνει, η δύναμη των όντων που φέρνει σε ενέργεια αυτό που εννοούμε, και δεν καθυστερεί καθόλου, συμπορεύτηκε με τη γνώση. Αλλά και αδιαχώριστα με τη θέληση εμφανίζεται και το έργο. Γιατί η βουλή (θέληση) είναι δύναμη που συγχρόνως κανονίζει τον τρόπο με τον οποίο θα γίνουν τα πράγματα και προσφέρει τις αφορμές για τη δημιουργία όσων πρόκειται να γίνουν, ώστε όλες οι ενέργειες του Θεού που σχετίζονται με την κτίση να νοούνται μαζί, το θέλημα, η σοφία, η δύναμη, η ουσία των όντων.

Αφού λοιπόν τα πράγματα είναι έτσι κανείς δεν πρέπει να στεναχωριέται ερευνώντας τα σχετικά με την ύλη και ζητώντας το πώς και το από πού, σα να λένε για παράδειγμα: αν ο Θεός δεν έχει ύλη, από πού προέρχεται η ύλη, πως κάποια ποσότητα προέρχεται από κάτι που δεν μετριέται και το ορατό από το αόρατο, και αυτό που ορίζεται με κάποιον όγκο και μέγεθος από κάτι χωρίς μέγεθος και αόριστο; Και όλα τα άλλα που υπάρχουν γύρω από την ύλη, πως τα έφτιαξε Αυτός που δεν έχει τίποτα τέτοιο στη φύση Του; Πραγματικά μία είναι η λύση για όλα όσα κηρύττουμε εμείς για την ύλη, το να μην θεωρούμε ούτε αδύνατη τη σοφία του Θεού, ούτε άσοφη τη δύναμή Του, αλλά να πιστεύουμε ότι αυτά είναι μαζί και ότι είναι ένα, γιατί συγχρόνως και μαζί με το ένα κατανοείται και το άλλο.

 Γιατί και το σοφό Του θέλημα φανερώθηκε με τη δύναμη όσων έκανε και η ενεργητική Του δύναμη τελειώθηκε στο σοφό θέλημα. Αν λοιπόν η σοφία και η δύναμη είναι μέσα στο ίδιο πράγμα, ούτε αγνοεί πως θα βρει ύλη για την κατασκευή των όντων,  ούτε αδυνατεί να μετατρέψει σε ενέργεια κάθε σκέψη.

Και επειδή μπορεί να κάνει τα πάντα για την επεξεργασία των όντων έβαλε με το σοφό και δυνατό θέλημα μαζί όλα όσα συντελούν στην σύσταση των όντων, το ελαφρύ, το βαρύ, το πυκνό, το αραιό, το μαλακό, το σκληρό, το υγρό, το ξηρό, το ψυχρό, το θερμό, το χρώμα, το σχήμα, την περιγραφή, το διάστημα, που όλα είναι έννοιες και ψιλά νοήματα, γιατί τίποτα απ’ αυτά δεν είναι ύλη από μόνα τους αλλά γίνονται ύλη όταν αναμιχθούν μεταξύ τους.

Αν λοιπόν με την υπεροχή της σοφίας και της δύναμης, όλα τα γνωρίζει και όλα τα μπορεί, προσεγγίζουμε κατά κάποιο τρόπο στην υψηλή φωνή του Μωϋσή που λέει ότι “στην αρχή έγινε από τον Θεό ο ουρανός και η γη”. Ο προφήτης συνέταξε το βιβλίο της Γένεσης για να παιδαγωγήσει τους “υπόδουλους” στην αίσθηση προς τον ουρανό.

 Με τον ουρανό δε και με τη γη αρχίζει η γνώση μέσω των ορατών πραγμάτων. Γι’ αυτό ο λόγος ονόμασε τα δυο άκρα όσων ξέρουμε με τις αισθήσεις ως περιεκτικά των όντων, έτσι ώστε λέγοντας ότι απ’ τον θεό δημιουργήθηκαν αυτά που περιέχονται, να συμπεριλαμβάνει κάθε τι που περιέχεται μέσα στα άκρα. Και αντί να πει ότι ο Θεός έφτιαξε όλα τα όντα, είπε ότι “στην αρχή” (“στο κεφάλαιο”) έφτιαξε ο Θεός τον ουρανό και τη γη.  

Μία είναι η σημασία και των δυο λέξεων, της αρχής και του κεφαλαίου. Γιατί και με τις δυο δηλώνεται εξίσου το “ασταμάτητα”.

Πράγματι με τη λέξη “στο κεφάλαιο” δηλώνεται ότι τα πάντα έγιναν συνολικά, ενώ με “την αρχή” δηλώνεται το ακαριαίο και το αδιάσπαστο, εφόσον η αρχή είναι ξένη προς κάθε χρονική έννοια. Όπως το σημείο είναι αρχή της γραμμής και το άτομο αρχή του όγκου, έτσι και το ακαριαίο είναι αρχή του χρονικού διαστήματος.

Η αθρόα (ασταμάτητη) δημιουργία των όντων από την δύναμη του Θεού ονομάστηκε απ’ τον Μωϋσή αρχή, δηλαδή κεφάλαιο, κατά την οποία λέγεται ότι συστάθηκαν τα πάντα, αφού τα ακραία, ουρανός και γη, δηλώθηκαν, ενώ τα μέσα υποδηλώθηκαν σιωπηρά μαζί με τα άκρα. Και εννοώ άκρα σύμφωνα με την ανθρώπινη αίσθηση, η οποία ούτε κάτω από τη γη διεισδύει ούτε τον ουρανό διαβαίνει.   

Επομένως η αρχή της κοσμογονίας επιβάλλει να εννοήσουμε αυτό, ότι ο Θεός έβαλε τις αφορμές και τις αιτίες και τις δυνάμεις όλων των όντων μαζί και με την πρώτη ορμή του θελήματος συγκροτήθηκε η ουσία κάθε όντως, ο ουρανός, ο αέρας, τα αστέρια, η φωτιά, η θάλασσα, η γη, τα ζώα, τα φυτά. Όλα αυτά τα παρατηρούσε “ο θείος οφθαλμός” και όπως λέει η προφητεία “γνώριζε τα πάντα πριν από τη γέννησή τους”.

Με τη δύναμη και τη σοφία όμως που έγιναν μαζί ακολούθησε και μια αναγκαία τάξη, ώστε η φωτιά να προλάβει και να εμφανιστεί πριν από όσα άλλα υπάρχουν στο σύμπαν, και έτσι μετά από εκείνο έρχεται το επόμενο αναγκαίο, και μετά απ’ αυτό το τρίτο, και μετά το τέταρτο και το πέμπτο και τα υπόλοιπα, εμφανιζόμενα όχι κατά τύχη, με κάποια άτακτη και τυχαία σειρά, αλλά όπως η αναγκαία φύση της τάξης απαιτεί την ακολουθία των κτισμάτων.

Έτσι λέει ο Μωϋσής ότι έγιναν τα διάφορα κτίσματα λέγοντας και μερικά λόγια του Θεού που μας οδηγούν στο καθένα απ’ τα κτίσματα με θεολογικά καλό τρόπο, κάνοντας και αυτό. Γιατί κάθε τι που γίνεται σύμφωνα με τη λογική και τη σοφία οπωσδήποτε είναι φωνή του Θεού.

 Γιατί ποια είναι η ουσία του Θεού, δεν το ξέρουμε, λαμβάνοντας όμως υπόψη την σοφία και τη δύναμη, πιστεύουμε ότι έχουμε βάλει στο μυαλό μας το Θεό.

 Γι’ αυτό, όταν δημιουργήθηκε το σύμπαν, πριν εμφανιστεί το κάθε μέρος του χωριστά, υπήρχε σκοτάδι στο σύμπαν. Γιατί η αυγή δεν είχε φανεί ακόμη, όπως και οι πολύτιμοι λίθοι μένουν άφαντοι στο σκοτάδι, αν και μέσα τους έχουν τη φωτιστική δύναμη, γεννώντας τη φωτιά με την ανάμειξή τους, όταν όμως παρουσιαστεί απ’ αυτούς κάποιος σπινθήρας, μαζί με τη λάμψη του φαίνονται και αυτοί. Έτσι όλα ήταν αόρατα και άφαντα, πριν φανερωθεί η φωτιστική ουσία. Μόλις ολόκληρο το σύμπαν εμφανίστηκε εξαιτίας του θείου θελήματος και όλα τα στοιχεία ήταν ανακατεμένα, η φωτιά που ήταν σκορπισμένη παντού σκιάστηκε, αφού συμπιέστηκε από το πλεόνασμα της ύλης.

Επειδή όμως η δύναμή της είναι γρήγορη και ευκίνητη, μόλις δόθηκε από τον Θεό το σύνθημα για τη γέννηση του κόσμου, τότε αμέσως όλα φωτίστηκαν από το φως. Και αυτό που έγινε λόγω της σοφίας και της δύναμης του δημιουργού, μνημονεύθηκε από τον Μωϋσή ως προστακτικός λόγος του Θεού, το “είπε ο Θεός, ας γίνει φως, και έγινε φως”. Γιατί σχετικά με τον Θεό κάθε έργο είναι λόγος. Κάθε τι που γίνεται, γίνεται με λόγο. Και δεν υπάρχει τίποτα χωρίς λόγο, τίποτα τυχαίο και αυτόματο που να εννοείται ότι δημιουργήθηκε απ’ τον Θεό. Αλλά πρέπει να πιστεύουμε ότι σε κάθε κτίσμα υπάρχει μέσα κάποιος σοφός και τεχνικός λόγος, έστω και αν είναι ανώτερος απ’ την διάνοια μας.  

Τι είπε λοιπόν ο Θεός; Επειδή η φωνή αυτού του είδους είναι παραστατική λόγου, νομίζω ότι πρέπει να εννοήσουμε το ρητό θεολογικά, το οποίο αναφέρεται στο λόγο που βρίσκουμε “μέσα” στην κτίση. Γιατί έτσι μας εξήγησε αυτές τις φωνές και ο Δαυίδ λέγοντας, “όλα τα έκανες με σοφία”. Τα προστακτικά λόγια για τη δημιουργία των όντων, ο Δαυίδ τα ονόμασε “εν υπάρχουσα σοφία”. Γ’ αυτό και λέει ότι οι ουρανοί διηγούνται τη δόξα του Θεού, με την έννοια ότι στους επιστήμονες αντί για λόγο, η παρουσιαζόμενη σ’ αυτούς θεωρία γίνεται μέσω της αρμονικής περιφοράς. Πραγματικά, λέγοντας ότι “οι ουρανοί διηγούνται” και “το στερέωμα αναγγέλλει”, διδάσκει αυτούς που ακούν αυτά τα λόγια και ίσως δέχονται και κάποια φωνή και έναρθρο λόγο από την διήγηση των ουρανών, με όσα λέει ότι “δεν υπάρχουν λαλιές ούτε λόγοι που δεν ακούγονται οι φωνές τους”, για να δείξει ότι η σοφία που υπάρχει στον κόσμο είναι λόγος, έστω και αν δεν είναι έναρθρος.

Και πάλι, όταν ο Μωυσής είπε ότι άκουσε τις διδακτικές φωνές του Θεού, στα θαύματα στην Αίγυπτο, ο ψαλμωδός εξήγησε: “έβαλε μέσα τους, τους λόγους των σημείων και των θαυμάτων του στη γη του Χαμ”. Με αυτή τη φράση ο ψαλμωδός υπαινίχθηκε σαφώς ότι η δύναμη κάθε κτίσματος ενεργείται με κάποιο λόγο, αλλά λόγος ονομάζεται η δύναμη για την τέλεση των θαυμαστών έργων.

Επομένως και εδώ πρότρεξε και ξεχώρισε η φωτιστική δύναμη από τα όντα με την ταχύτητα και την ευκινησία της φύσης, χωρίζοντας τον εαυτό της από τα διαφορετικά, και έτσι καταφωτίστηκαν όλα όσα δημιουργήθηκαν με την δύναμή του.

Με ποιον όμως λόγο κάνει αυτά τα πράγματα η ουσία της φωτιάς, μόνο ο Θεός μπορεί να το πει ο οποίος εναποθέτει στην φύση τον φωτιστικό λόγο. Και αυτό το μαρτυρεί ο Μωυσής με όσα λέει “και είπε ο Θεός, ας γίνει φως”, διδάσκοντας αυτό, δηλαδή ότι θείος λόγος είναι το έργο του φωτός που ξεπερνάει κάθε ανθρώπινη διάνοια.

Πραγματικά εμείς βλέπουμε μόνο αυτό που γίνεται και δεχόμαστε το θαύμα με την αίσθηση. Που όμως βρίσκεται η φωτιά και γεννιέται αυτόματα, αν γεννιέται μέσα από την τριβή πετρών, από ποιους ή από ποια άλλη ύλη που τρίβεται με τον εαυτό της και ποια είναι η δύναμη η οποία κατατρώγει ότι αρπαχθεί απ’ αυτό, ενώ λαμπρύνει με φως τον αέρα, αυτό δεν μπορούμε ούτε να το δούμε ούτε να το καταλάβουμε κάπως. Ισχυριζόμαστε μόνο ότι αυτό το θαύμα γίνεται μόνο απ’ τον Θεό, που με την δύναμή του έκανε απ’ τη φωτιά να γίνει το φως, όπως μαρτυρεί και ο Μωυσής “και είπε ο Θεός, ας γεννηθεί το φως, και έγινε φως, και είδε ο Θεός ότι το φως είναι καλό”.

Γιατί μόνο ο Θεός μπορούσε να κάνει κάτι τόσο καλό. Ενώ η φτώχεια της δικής μας φύσης, βλέπει μεν αυτό που γίνεται, το λόγο όμως για τον οποίο γίνεται, ούτε να τον δει ούτε να τον επαινέσει μπορεί, αφού ο έπαινος είναι για όσα γνωρίζουμε και όχι για όσα αγνοούμε.

“Είδε λοιπόν”, λέει, “ο Θεός ότι το φως είναι καλό και διαχώρισε τα όρια του φωτός από το σκοτάδι”. Ο Μωυσής αποδίδει πάλι αυτό σε θεία ενέργεια, διδάσκοντας με τα λεγόμενα ότι όλα έχουν προκαταννοηθεί από τη σοφία του Θεού, όσα πρόκειται να γίνουν με κάποια τάξη και συνέπεια. Όταν δηλαδή η φωτιστική ουσία που είναι σκορπισμένη στο σύμπαν, αθροίστηκε όλη γύρω από τον εαυτό της, όλα τα υπόλοιπα υλικά στοιχεία που κάλυψε σκιάστηκαν.

Αυτό λοιπόν που γίνεται με κάποια λογική αιτία, για να μην το αποδώσει κανείς σε σύμπτωση, ο Μωυσής το ονομάζει έργο του Θεού.

Αλλά βέβαια είναι φανερό σε όλους από τα φαινόμενα, ότι η φύση της φωτιάς είναι οξεία και δε σταματά ποτέ να κινείται. Εκείνο όμως που ο λόγος επιβάλλει να εννοήσουμε “κατ’ ακολουθία” έχει καταγραφθεί ιστορικά από τον Μωϋσή σαν είδος διηγήματος “και έγινε βράδυ και έγινε πρωί”.

Πράγματι ποιος δεν γνωρίζει ότι, εφόσον η κτίση υπάρχει σε δυο κατηγορίες τη νοητή και την αισθητή, όλη η φροντίδα του νομοθέτη είναι τώρα, όχι να εξηγήσει τα νοητά, αλλά να μας υποδείξει μέσω των εννοούμενων όλα τα αισθητά; 

1-10 of 48