Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Απερινόητος ο Θεός /μορφές ειδωλολατρίας

αναρτήθηκε στις 13 Σεπ 2014, 7:45 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

Απερινόητος ο Θεός /μορφές ειδωλολατρίας

Αλλά θα ρωτήσει κανείς γιατί τα είπα όλα αυτά και μάλιστα με πιο περίεργο τρόπο από όσο αντέχει το μυαλό του κόσμου, δηλαδή με τέτοιους συλλογισμούς που έχουν επικρατήσει τώρα τελευταία και που είναι περίπλοκοι και ασαφείς και προωθούν έναν τρόπο σκέψης μπερδεμένο και αινιγματικό; Αλλά εδώ εφαρμόζεται “το δέντρο το γνωρίζεις απ’ τους καρπούς”! Δηλαδή από το σκοτάδι των συλλογισμών που κάνουν, καταλαβαίνει κανείς πόσο είναι το σκοτάδι της πίστης τους, που είναι η αιτία που τους εμπνέει τέτοια δόγματα.

Πάντως εγώ δεν τα είπα αυτά τυχαία, για να κάνω δηλαδή εντύπωση ότι λέω πράγματα πρωτότυπα, και να φανώ ότι έχω περισσή σοφία, αφού μπορώ να κάνω αλλεπάλληλους συλλογισμούς και να ανατρέπω τα μέχρι τώρα γενικώς αποδεκτά (αυτή όπως ξέρουμε ήταν η μεγάλη ικανότητα του Δανιήλ), αλλά για να σας αποδείξω αυτό που ξεκίνησα να αναλύω απ’ την αρχή της ομιλίας μου.

Τι ήταν όμως αυτό; Ότι ο Θεός είναι αδύνατον να κατανοηθεί από νου ανθρώπου, που δεν μπορεί ούτε καν να Τον φανταστεί πόσος είναι! Και αυτό δεν γίνεται ούτε από μίσος (γιατί το μίσος είναι κάτι το τελείως ξένο σχετικά με τη θεία φύση, που είναι απαθής, η μόνη αγαθή και κυρίαρχη, και μάλιστα στην σχέση Της με το σπουδαιότερο από όλα τα λογικά Της δημιουργήματα).

Και πράγματι. Τι θα μπορούσε να ζηλέψει ο Λόγος από τα “λογικά”, αφού ακόμη και το ότι υπάρχουν είναι αποτέλεσμα της υπέρμετρης αγαθότητάς Του; Γιατί τα δημιούργησε τότε; Ούτε για να έχει τιμή ούτε για να θεωρείται αυτάρκης, δηλαδή για να μπορεί να θεωρείται τίμιος και σεβαστός από αυτά με το να είναι άπιαστος γι’ αυτά.

Όμως μια τέτοια εκδοχή οπωσδήποτε είναι σοφιστική και παράξενη όχι μόνο για το Θεό, αλλά ακόμη και για έναν άνθρωπο σχετικά έξυπνο, που αναγνωρίζει στον εαυτό του κάτι καλό μόνο με το να μην αφήνει τους άλλους να έχουν τα πρωτεία.

Αλλά αν αυτό συμβαίνει και για κάποιον άλλο λόγο, οι μόνοι που θα μπορούσαν να το γνωρίζουν είναι αυτοί που πλησίασαν κάπως πιο πολύ το Θεό και έγιναν θεατές των ανεξιχνίαστων βουλών Του (δηλαδή έγιναν Άγιοι), αν βέβαια υπάρχουν άνθρωποι με τέτοια αρετή, που όπως λέει η Γραφή “περπατούν στα ίχνη της αβύσσου”. Πάντως αυτό το λίγο που κατάλαβα, σας το παρουσιάζω, προσπαθώντας με τον λόγο που είναι ένα μικρό μέτρο, να εξηγήσω αυτά που είναι τόσο δύσκολο να κατανοηθούν, για να μη συμβεί και, επειδή αποκτήθηκαν εύκολα, να γίνει και πιο εύκολη η απώλειά τους.

Και πράγματι καθετί που αποκτήθηκε με κόπο, συνήθως κρατιέται πιο πολύ. Αντίθετα ότι αποκτιέται εύκολα, πετιέται πολύ πιο εύκολα, επειδή επικρατεί η σκέψη ότι είναι δυνατόν να το αποκτήσει κανείς πάλι. Έτσι, για εκείνους βέβαια που έχουν μυαλό, καταντά να είναι ευεργεσία η δύσκολη απόκτηση της ευεργεσίας.

Ίσως όμως αυτό να συμβαίνει και για να μην πάθουμε εμείς το ίδιο με τον Εωσφόρο που έπεσε, δηλαδή για να μην αντιταχθούμε με αναίδεια εναντίον του Παντοκράτορα Κυρίου από έπαρση, που θα είχαμε αν δεχόμασταν μέσα μας όλο το φως του Θεού, και συνεπώς θα πέφταμε εξαιτίας της έπαρσης, με τον πιο αξιοθρήνητο τρόπο.

Ίσως πάλι, για να έχουν όταν θα πάνε εκεί κάποιο επιπλέον από εδώ βραβείο της φιλανθρωπίας τους και του λαμπρού βίου τους, αυτοί που εδώ καθάρθηκαν από τις αμαρτίες και περίμεναν με υπομονή ότι ποθούσαν.

Γι’ αυτό ανάμεσα σε εμάς και τον Θεό βρίσκεται αυτό το εμπόδιο, το σώμα μας, όπως παλιά ανάμεσα στους Αιγυπτίους και τους Εβραίους υπήρξε η απόσταση του σύννεφου. Και ίσως γι’ αυτό να ειπώθηκε ότι “υπήρχε σκοτάδι που έκρυβε Αυτόν”, για την σωματικότητα μας, εξαιτίας της οποίας λίγοι, και αυτοί πολύ λίγο, ξεχωρίζουν και βλέπουν τα υπερκόσμια μυστήρια.

Όσοι λοιπόν θα το ήθελαν, ας το φιλοσοφήσουν, και ας προσπαθήσουν να υψωθούν σε όσο πιο ψηλό επίπεδο φιλοσοφικής έρευνας μπορούν. Πάντως εμείς, οι – όπως λέει ο θείος προφήτης Ιερεμίας – “δέσμιοι της γης”, αυτοί που φορούν την παχιά σάρκα, ξέρουμε ότι, όσο είναι αδύνατον να προσπεράσει κανείς την σκιά του, (όσο και αν βιάζεται, γιατί πάντα θα μας προλαβαίνει τόσο όσο πιο πολύ βιαζόμαστε να την φτάσουμε ή να πλησιάσουν όσα βλέπουμε την όρασή μας χωρίς να μεσολαβήσει το φως και ο αέρας ή να γλιστρήσουν τα ψάρια έξω από το νερό), άλλο τόσο είναι αδύνατον να βρεθούν ολοκληρωτικά μαζί με τα νοητά τα σωματικά, χωρίς να μεσολαβήσουν τα σωματικά.

Δεύτερο Μέρος

Πραγματικά, πάντα κάτι θα παρεμβάλλεται απ’ τα δικά μας, τα σωματικά, όσο και αν ο νους μας, χωρισμένος από όσα βλέπει και συγκεντρωμένος μέσα στον εαυτό του, θα προσπαθούσε να πλησιάσει τα συγγενή του δηλαδή τα αόρατα.

Τα ονόματα της Πρώτης Φύσης (του Θεού) δεν είναι: πνεύμα, φωτιά, φως, αγάπη, σοφία, δικαιοσύνη, νους, λόγος και άλλα ανάλογα;

Αλλά πέσ’ μου! Θα μπορούσες ποτέ να συλλάβεις στο μυαλό σου το “πνεύμα” αν δεν σκεφτείς κάτι που το πνέει ορμητικά και διαχέεται τριγύρω; Ή τη “ φωτιά ” χωρίς τα ξύλα και την φλόγα που πάει προς τα πάνω και χωρίς το ιδιαίτερο εκείνο σχήμα και χρώμα της; Ή το “φως” χωρίς να είναι ανακατεμένο με τον αέρα και να πηγάζει από εκείνο που το γεννάει δηλαδή από εκείνο που φωτίζει;

Τι είναι όμως ο νους; Τι άλλο αν όχι εκείνο, που οι κινήσεις του είναι οι σκέψεις που ή ηρεμούν μέσα του ή εξωτερικεύονται; Και τι είναι ο λόγος; Τι άλλο αν όχι κάτι που ή ησυχάζει μέσα μας ή βγαίνει προς τα έξω; Και λέω βγαίνει προς τα έξω γιατί διστάζω να πω διαχέεται. Και αν θυμηθούμε και τη σοφία, τι άλλο θα πούμε ότι είναι αν όχι ένα απόκτημα που αναφέρεται στον συλλογισμό είτε των θείων είτε των ανθρώπινων ζητημάτων;

Και η δικαιοσύνη και η αγάπη τι είναι; Όχι απλώς επαινετές εσωτερικές διαθέσεις, από τις οποίες η μια είναι το αντίθετο της αδικίας και η άλλη του μίσους; Που εντείνονται και χαλαρώνουν, αποκτούνται και χάνονται, και γενικά μας κάνουν και μας αλλάζουν, όπως τα χρώματα στα διάφορα αντικείμενα;

Ή μήπως χρειάζεται να αφήσουμε αυτά στην άκρη και να προσπαθήσουμε να δούμε το Θείο αυτό καθεαυτό, με τρόπο σαν να προσπαθούσαμε από τις διάφορες εικασίες μας να φτιάξουμε μια κάποια εικόνα; Ποιος άραγε θα είναι ο συλλογισμός που θα προέλθει από αυτές τις εικασίας αν όχι αυτές τις ίδιες;

Και πως όλα αυτά μαζί ή το καθένα χωριστά είναι δυνατόν αν αποδώσουν με τέλειο τρόπο το Ον, που είναι το μόνο από την φύση του ασύνθετο και αδύνατο να απεικονιστεί κάπως;

Ο νους μας κουράζεται τόσο πιο πολύ στην προσπάθειά του να υπερβεί τα σωματικά και να έρθει σε επαφή με τα ασώματα, όσο πιο πολύ εξετάζει ταυτόχρονα και την αδυναμία του και το γεγονός πως αυτά που εξετάζει είναι πάνω απ’ τις δυνάμεις του, αφού κάθε λογική φύση επιθυμεί βέβαια το Θεό, την πρώτη Αιτία, αλλά αδυνατεί να Τον καταλάβει για τους λόγους που ανέφερα. Κουράζεται από την μεγάλη του επιθυμία, που φτάνει στο σημείο να υποφέρει.

Δεν αντέχει τη ζημιά και κάνει ένα δεύτερο ταξίδι, ή για να ρίξει μια ματιά σ’ αυτά που μπορεί να δει, και να μεταβάλλει κάτι απ’ αυτά σε Θεό από λάθος εκτίμηση διότι τι από τα ορατά είναι δυνατόν να είναι πιο σημαντικά και πιο θεϊκά από εκείνον που τα βλέπει; και πόσο, ώστε αυτός να είναι εκείνος που προσκυνάει, ενώ εκείνο αυτό που προσκυνείται; - ή μέσω της ωραιότητας των ορατών και της τάξης τους, να γνωρίσουν το Θεό και να χρησιμοποιήσουν την όραση για οδηγό τους προς αυτά που είναι πέρα της αίσθησης της όρασης, και όχι να χάσουν το Θεό, εξαιτίας της μεγαλοπρέπειας των ορατών.

Κατά συνέπεια λάτρεψαν για Θεούς: άλλοι τον ήλιο, άλλοι τη σελήνη, άλλοι τα αστέρια, άλλοι τον ουρανό μαζί με όλα αυτά, στα οποία και απέδωσαν, ότι διοικούν τα πάντα ανάλογα με την ποσότητα και την ποιότητα της κίνησής τους το καθένα. Άλλοι τα στοιχεία δηλαδή το χώμα, το νερό, τον αέρα, την φωτιά επειδή είναι απαραίτητα και χωρίς αυτά δεν θα ήταν δυνατόν ούτε καν να αρχίσει να υπάρχει η ζωή του ανθρώπου. Και άλλοι ότι από τα ορατά ο καθένας του ήθελε! Έκαναν Θεούς τα πιο όμορφα από αυτά που έβλεπαν.

Υπάρχουν ακόμη μερικοί που θεώρησαν για Θεούς ακόμα και τις εικόνες ή διάφορα έργα κυρίως των συγγενών τους – εκείνοι βέβαια που ήταν πολύ συναισθηματικοί και τιμούσαν τους πεθαμένους συγγενείς τους με οτιδήποτε τους θύμιζε-! Παράλληλα λάτρευαν και τις εικόνες διάφορων ξένων, που έζησαν πολύ πριν από αυτούς. Αυτό ήταν αποτέλεσμα του ότι ξέχασαν την πραγματική τους φύση, και ως φυσικό επακόλουθο της τιμής προς αυτούς, που την νόμιζαν νόμιμη και αναγκαία. Και αυτό γιατί τα έθιμα με το αυξημένο κύρος της μακροχρόνιας χρήσης τους θεωρήθηκαν νόμος.

Εγώ πάντως πιστεύω, ότι με το χρόνο μερικοί θεοποίησαν τα τιμώμενα πρόσωπα είτε για να κολακεύσουν τους ισχυρούς, είτε γιατί ήθελαν να επαινέσουν την σωματική τους δύναμη, είτε γιατί θαύμαζαν την ομορφιά τους, αφού βέβαια στην πλάνη τους αυτή έπλασαν και πίστεψαν και κάποιο παραμύθι (που οι ίδιοι έπλαθαν)!

 

Εκείνοι που ήταν περισσότερο δούλοι στα πάθη τους, θεοποίησαν τα ίδια τους τα πάθη. Έτσι τίμησαν για Θεούς το θυμό, την φιλοδοξία, την ασέλγεια, τη μέθη και – αποφεύγω να πω και τι άλλο πάθος μαζί με αυτά -! Το βρήκαν ως δικαιολογία για τα αμαρτήματά τους! Δικαιολογία που δεν είναι ούτε καλή ούτε σωστή!

Και άλλους απ’ τους Θεούς τους άφησαν στη γη, ενώ άλλους τους έκρυψαν… κάτω απ’ τη γη (αυτή ήταν η μόνη τους μυαλωμένη ενέργεια!) και άλλους τους ανέβασαν στον ουρανό! Τι γελοία κατανομή αρμοδιοτήτων!

Αλλά σαν να μην έφταναν αυτά, στο κάθε πλάσμα απέδωσαν κάποια θεϊκή ή δαιμονική ιδιότητα, ανάλογα με την εξουσία που τους παρείχε η πλάνη τους! Τους έφτιαξαν αγάλματα που η πολυτέλειά τους σκανδάλιζε! Και νόμιζαν ότι έπρεπε να τους τιμούν με αίματα και τσίκνες και, κάποιοι λίγοι, με πολύ αισχρές πράξεις, με μανιακές καταστάσεις και με ανθρωποθυσίες! Ασφαλώς όμως, για τέτοιους Θεούς, τέτοιες έπρεπε να είναι και οι θυσίες.

Και όχι μόνο αυτά! Όπως γνωρίζουμε, ξεφτίλισαν τους εαυτούς τους μπροστά στα πιο γελοία πράγματα: στα άγρια θηρία, στα τετράποδα, στα ερπετά, και μάλιστα στα πιο γελοία και αισχρά από αυτά! Ακόμη και σ’ αυτά απέδωσαν τη δόξα που οφείλουμε μόνο στο Θεό. Έτσι δεν μας είναι πια εύκολο να ξεχωρίσουμε ποιους πρέπει να περιφρονούμε πιο πολύ: τους ανθρώπους που τα προσκυνούν ή αυτά τα ίδια που προσκυνούνται;

Κατά τη γνώμη μου, πιο πολύ πρέπει να περιφρονούμε αυτούς που τα προσκυνούν. Και αυτό γιατί, παρ’ ότι ήταν λογικά όντα και είχαν λάβει τη χάρη του Θεού, θεώρησαν πιο σημαντικό από αυτούς κάτι που ήταν κατώτερό τους, κάτι όχι καλύτερό τους! Αλλά ανάμεσα στα άλλα αυτό ήταν και μια πανουργία του Διαβόλου, που οδήγησε τον άνθρωπο σε κακή χρήση του λογικού του και μάλιστα για κάτι τόσο κακό (θεοποίηση των ειδώλων), όπως άλλωστε είναι και τα περισσότερα από τα πονηρά του έργα. 

Και να πως: τους βρήκε να περιπλανούνται ψάχνοντας με λαχτάρα να βρουν το Θεό. Για να αποκτήσει ο ίδιος πάνω τους την εξουσία που ανήκει στο Θεό και να τους “κλέψει” αυτό που γύρευαν (ώστε να μην το βρουν ποτέ) – σα να είχε να κάνει με έναν τυφλό που έψαχνε να βρει κάποιον να του δείξει το δρόμο -  τους γκρέμισε άλλους στον ένα βράχο και άλλους στους άλλους βράχους! Και έτσι βέβαια τους διασκόρπισε, όλους όμως μέσα στο μοναδικό βάραθρο του θανάτου και της αμαρτίας.

Αυτοί έλυσαν το ζήτημα με αυτό τον τρόπο! Εμάς όμως η λογική μας, μας λέει όχι μόνο να ποθούμε τον Θεό αλλά και να μην ανεχόμαστε να είμαστε χωρίς πνευματικό οδηγό και κυβερνήτη. Έτσι λοιπόν η λογική μας, παρ’ ότι ερχόταν σε επαφή με τα ορατά και τα θεωρούσε “απ’ αρχής δημιουργήματα” δεν κόλλησε σ’ αυτά. Και αυτό γιατί δεν είναι λογικό να δίνει κανείς προτεραιότητα έναντι του εαυτού του σε όντα που είναι ομότιμα με αυτόν όσον αφορά τις αισθήσεις δηλαδή από μια κατώτερη άποψη σε σχέση με τη λογική.

Η λογική μας μέσω των αισθητών όντων μας οδηγεί στα υπεραισθητά και μάλιστα σε Εκείνον, χάρη στον Οποίον έλαβαν και αυτά ύπαρξη.

Comments