Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Εσχατολογία

αναρτήθηκε στις 13 Σεπ 2014, 7:41 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων   [ ενημερώθηκε 13 Σεπ 2014, 7:42 π.μ. ]

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ

ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ

1.  Προς όσους λέγουν, αν η ανάσταση είναι πράγμα καλό κι αγαθό, γιατί δεν έγινε μέχρι  τώρα, αλλά ελπίζεται για το μέλλον.

1.      Αλλά ας κρατήσουμε τη σειρά των θεμάτων που έχουμε εξετάσει. Γιατί ίσως να υπάρχει κάποιος, ο οποίος, έχοντας αναπτερώσει το νου του με τη γλυκύτητα της ελπίδας, θεωρεί βάρος και ζημιά την καθυστέρηση να φθάσει γρηγορότερα σ`εκείνα τα αγαθά, τα οποία ξεπερνούν την ανθρώπινη αίσθηση και γνώση. Και την παράταση του χρόνου, που μεσολαβεί ως το ποθούμενο τέλος τη θεωρεί φοβερή. Αλλά ας μην στενοχωρείται, σαν ένα από τα νήπια, που δυσφορεί για τη μικρή αναβολή των πραγμάτων που φέρουν την ηδονή/ γιατί όλα κατευθύνονται σύμφωνα με το λογικό και σοφό σχέδιο του Θεού, και είναι απόλυτη ανάγκη να πιστεύουμε πως τίποτε από όσα γίνονται δεν είναι άσχετο  με το Λόγο του Θεού και με τη σοφία του.

2.      Και θα ρωτήσεις ποιος είναι αυτός ο λόγος, σύμφωνα με τον οποίο δε γίνεται αμέσως η μετάσταση του οδυνηρού βίου προς το ποθούμενο; Αλλά και γιατί παρατείνεται σε χρόνους προκαθορισμένους αυτή η βαρειά και υλική ζωή; Και είναι ανάγκη να περιμένει το τέλος της συμπλήρωσης του σύμπαντος, ώστε σ`εκείνο τον καιρό, όταν θα ελευθερωθεί η ανθρώπινη ζωή σαν από άλλο χαλινό, να ξανατρέξει πάλι ανάλαφρη κι ελεύθερη προς τον μακάριο και απαθή βίο;

3.      Κατά πόσο εγγίζει ο λόγος προς την αλήθεια αυτών που συζητάμε, μπορεί να γνωρίζει σαφώς η ίδια η Αλήθεια. Εκείνο όμως που έρχεται στο νου μου είναι κάτι σαν αυτό; Ισχυρίζομαι, λοιπόν, οτι κατά πρώτο πρέπει να επαναλάβουμε το λόγο : «Ας δημιουργήσουμε τον άνθρωπο», λέγει ο Θεός, «σύμφωνα με την δική μας εικόνα και ομοίωση. Και δημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο, σύμφωνα με την εικόνα του Θεού τον εδημιούργησε». Η μεν εικόνα του Θεού, η οποία υπάρχει σ`όλο το ανθρώπινο γένος, έλαβε το τέλος της. Αλλά ο Αδάμ δεν είχε ακόμη δημιουργηθεί. Γιατί το γήινο κατασκεύασμα, σύμφωνα με μια ετυμολογία της λέξης, όπως λέγουν όσοι γνωρίζουν καλά την εβραϊκή γλώσσα, λέγεται Αδάμ. Γι`αυτό κι ο Απόστολος που είχε διδαχθεί υπερβολικά την πατρική γλώσσα των Ισραηλιτών, ονομάζει τον άνθρωπο, ο οποίος προήλθε από τη γη, χοϊκό , μεταφράζοντας στην ελληνική διάλεκτο το όνομα του Αδάμ. (Παράβαλε: Α` Κορ. 15,45-47).

4.      Δημιουργήθηκε λοιπόν σύμφωνα με την εικόνα ο άνθρωπος, όλο το ανθρώπινο γένος, το θεόμορφο πράγμα. Και δημιουργήθηκε με την παντοδύναμη σοφία όχι ένα μέρος από το όλο, αλλά μονομιάς όλο το πλήρωμα της φύσης. Βλέπει εκείνος που περικλείει όλα τα πέρατα, όπως αναφέρει η Γραφή, η οποία λέγει «Μέσα στο χέρι του Θεού είναι τα άκρα της γης» (Ψαλ. 94,4). Βλέπει εκείνος, που γνωρίζει τα πάντα πριν  από τη δημιουργία τους, αφού περιλαμβάνει μέσα στη γνώση πόσο θα φθάσει κατά τον αριθμό το ανθρώπινο γένος στα επιμέρους. Κι επειδή διακρίνει μέσα στην κατασκευή του ανθρώπου τη ροπή προς το χειρότερο, κι ότι, αφού θα εκπέσει θεληματικά από την ίση με τους αγγέλους τιμή, θα οικειοποιηθεί την κοινωνία προς την ταπεινότητα, γι`αυτό το λόγο αναμιγνύει με τη δική του εικόνα και κάτι από την άλογη φύση. Γιατί στη θεϊκή και μακάρια φύση δεν υπάρχει η διαφορά ως προς τον άνδρα και την γυναίκα. Αλλά αφού μεταφέρει την ιδιότητα από την άλογη δημιουργία στον άνθρωπο, χαρίζει στο ανθρώπινο γένος την αύξηση, όχι όμως ανάλογη με το ύψος της δημιουργίας μας. Γιατί δεν πρόσθεσε στον άνθρωπο τη δύναμη της αύξησης και του πολλαπλασιασμού, όταν δημιουργούσε το κατ`εικόνα, αλλά όταν ξεχώρισε τα δυο φύλα διαφοροποιώντας τα σε άρσεν και θήλυ, τότε είπε «Να αυξάνεσθε και να πολλαπλασιάζεσθε και να γεμίσετε τη γη» (Γεν. 2,22). Κι αυτό δεν είναι γνώρισμα της θεϊκής φύσης, αλλά της άλογης, καθώς επισημαίνει η διήγηση, αναφέροντας, ότι αυτά τα λόγια τα είχε προσθέσει με το λόγο αυτή τη δύναμη στον άνθρωπο, για να αυξάνεται πριν να κάνει στην ανθρώπινη φύση τη διάκριση σε άνδρα και γυναίκα, δε θα είχαμε την ανάγκη της γέννησης με τρόπο παρόμοιο με αυτόν που γεννιούνται τα άλογα ζώα.

5.      Ο Θεός με την προγνωστική του ενέργεια κατενόησε από πριν αυτή τη συμπλήρωση του ανθρώπινου γένους, το οποίο πρόκειται να εμφανισθεί στη ζωή δια μέσου μιας γέννησης που ομοιάζει περισσότερο με εκείνη των ζώων. Γι` αυτό και Εκείνος που κυβερνάει τα πάντα με τάξη και αλληλουχία, αφού η κλίση της φύσης μας προς τα ταπεινά έκανε αναγκαίο για το ανθρώπινο γένος αυτό το είδος της γέννησης, την οποία είδε πριν από τη γένεσή της Εκείνος που βλέπει το μέλλον εξίσου όπως και το παρόν, γι`αυτό προβλέπει και τον ανάλογο για τη δημιουργία του ανθρώπου χρόνο. Κι έτσι να τελειώσει και η παράταση του χρόνου μαζί με την εμφάνιση του περιορισμένου αριθμού των ψυχών. Τότε θα σταματήσει η ρευστή κίνηση του χρόνου, όταν δεν θα δημιουργείται πλέον  ο άνθρωπος δια μέσου του χρόνου. Γιατί, όταν ολοκληρωθεί η δημιουργία των ανθρώπων, μαζί με το τέλος της, θα φθάσει κι ο χρόνος στο δικό του τέλος. Κι έτσι θα σημειωθεί η αναστοιχείωση του σύμπαντος, και μαζί με τη μεταβολή του συνόλου θα μεταβληθεί και ο άνθρωπος, και από φθαρτός και χωματένιος που είναι, θα φθάσει στην απάθεια και στην αιωνιότητα.

 6.     Αυτό το πράγμα νομίζω ότι είχε κατανοήσει ο Απόστολος, ώστε με την επιστολή του, προς τους Κορινθίους να προλέγει το ξαφνικό σταμάτημα του χρόνου και τη διάλυση εκ νέου των στοιχείων των σωμάτων εκείνων που κινούνται, με όσα γράφει : «Ιδού σας αποκαλύπτω μια μυστηριώδη αλήθεια. Όλοι βέβαια δε θα κοιμηθούμε,  όλοι όμως θα μεταμορφωθούμε ακαριαία, ώσπου να ανοίξει και να κλείσει το βλέφαρο, όταν θα χτυπήσει η τελευταία σάλπιγγα» (Α` Κορ. 15,51-52). Γιατί, όταν το ανθρώπινο γένος συμπληρωθεί εντελώς, σύμφωνα με το προκαθορισμένο όριο, επειδή δεν θα λείπει τίποτε πλέον από την συμπλήρωση του αριθμού των ψυχών, διδάσκει ότι θα γίνει ακαριαία η μεταβολή των όντων. Ονομάζει δε ακαριαίο και ανοιγοκλείσιμο του οφθαλμού εκείνο το τέλος του χρόνου, που είναι αμέριστο και συνεχές, ώστε αυτός, ο οποίος έφθασε στο έσχατο και υψηλότατο σημείο της κορυφής του χρόνου, να μην μπορεί πια να υποστεί αυτή την περιοδική αλλαγή του θανάτου, παρά μόνο όταν ηχήσει η αναστάσιμη σάλπιγγα, η οποία θα αφυπνίσει τους κεκοιμημένους και θα μεταμορφώσει όσους θα έχουν απομείνει στη ζωή, όμοια με εκείνους οι οποίοι αλλοιώνονται, λόγω της ανάστασης. Και μονομιάς θα μεταβληθούν προς την αφθαρσία έτσι, ώστε ποτέ πια το βάρος του σώματος να μην σέρνει προς τα κάτω και η γη να μην συγκρατεί πλέον κοντά της τον όγκο του σώματος, αλλά θα παραμένει μετάρσιο δια μέσου του αέρα.  Γιατί, καθώς λέγει «θα αρπαχθούμε με τα σύννεφα, για να συναντήσουμε τον Κύριο στον αέρα, κι έτσι θα είμαστε πάντοτε μαζί με τον Κύριο» (Α` Θες. 4,17).

7.      Ας περιμένει, λοιπόν, αυτός εκείνο το χρόνο, που αναγκαστικά παρατείνεται μαζί με την αύξηση του ανθρώπινου γένους. Άλλωστε και οι γύρω από τον Αβραάμ πατριάρχες είχαν μεν την επιθυμία να δουν τα αγαθά της Βασιλείας και δεν έπαυσαν να ζητούν επίμονα την επουράνια πατρίδα, όπως λέγει ο Απόστολος. Αλλά ακόμη ζουν με την ελπίδα να απολαύσουν αυτή τη χάρη, επειδή ο Θεός πρόβλεψε για μας κάτι καλύτερο, κατά το λόγο του Παύλου, «για να μην απολαύσουν την τελειότητα χωρίς εμάς» (Εβρ. 11,8-40). Αν εκείνοι δέχονται και υπομένουν καρτερικά την αναβολή, μολονότι είδαν από  μακριά τα αγαθά και μόνο δια μέσου της πίστης και της ελπίδας, όπως λέγει ο Απόστολος, γιατί εναποθέτουν την ασφάλεια, για την απόλαυση εκείνων τα οποία ελπίζουν, στην αξιοπιστία εκείνου, που δίνει τις υποσχέσεις, τότε τι πρέπει να κάνουμε εμείς οι πολλοί, για τους οποίους ίσως να μην υπάρχει η ελπίδα για το καλύτερο, εξαιτίας του τρόπου ζωής μα; Έσβησε κι η ψυχή του Προφήτη από την επιθυμία κι ομολογεί με τον ψαλμό αυτό το ερωτικό πάθος, λέγοντας ότι ποθεί ζωηρά και σβήνει η ψυχή του για να βρεθεί στις αυλές του Κυρίου, ακόμη κι αν χρειαστεί να τον πετάξουν κάπου εκεί στην άκρη, ανάμεσα στους έσχατους. Γιατί θεωρεί μεγαλύτερο και προτιμότερο το να είναι έσχατος μαζί με εκείνους, παρά να είναι πρώτος μέσα στα αμαρτωλά καταλύματα της ζωής. Κι όμως ανεχόταν την αναβολή, ενώ μακαρίζει την εκεί διαμονή και κρίνει προτιμότερη τη σύντομη απόλαυσή της από εκείνη την ανθρώπινη, η οποία εκτείνεται σε χιλιάδες χρόνια. Γιατί λέγει «Είναι καλύτερο να ζήσει κανείς μια μέρα μέσα στις αυλές σου, Κύριε, παρά να ζήσει περισσότερο από χιλιάδες ημέρες». Και δε δυσφορούσε για το αναγκαστικό σχέδιο διακυβέρνησης των όντων, αλλά θεωρούσε αφορμή να μακαρίζει τους ανθρώπους και γιατί έτρεφαν την ελπίδα για εκείνα τα αγαθά. Γι`αυτό στο τέλος του ψαλμού σημειώνει «Κύριε και Θεέ των δυνάμεων, είναι μακάριος ο άνθρωπος που ελπίζει σε σένα» (Ψαλ. 83,3.11.13).

 8.Δεν πρέπει, λοιπόν κι εμείς να στενοχωρούμαστε για τη μικρή αναβολή στην απόλαυση των όσων ελπίζουμε αλλά πρέπει να φροντίζουμε, για να μην αποκλειστούμε με την ποινή της αποβολής από τα ελπιζόμενα αγαθά. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος λέγει σ`έναν από τους ανίδεους στα γεωργικά, ότι κατά την περίοδο του θερισμού γίνεται η συγκομιδή των καρπών, ότι γεμίζουν οι αποθήκες, γεμίζει δε και το τραπέζι στον καιρό της αφθονίας των τροφών κι ακόμη λέγει ότι θα ματαιοπονούσε, όποιος θα επέσπευδε την παρουσία του καιρού της ωρίμανσης των καρπών, αφού χρειάζεται να σπέρνει τους σπόρους και με συνεχή και προσεκτική δουλειά να ετοιμάζει για τον εαυτό του τους καρπούς. Γιατί η μεν εποχή της συγκομιδής θα έλθει οπωσδήποτε, είτε το θέλει, είτε δεν το θέλει, στην κανονική της ώρα, αλλά  δεν θα την δουν όμως με τον ίδιο τρόπο τόσο εκείνος, που προετοίμασε για τον εαυτό του την αφθονία των καρπών, όσο κι εκείνος, που η ώρα της συγκομιδής θα τον βρει έρημο  από κάθε προπαρασκευή.

Έτσι  πρέπει, νομίζω, αφού είναι ολοφάνερο σ`όλους δια του θείου κηρύγματος, ότι θα έλθει η ώρα της μεταλλαγής, να μην πολυπραγμονούμε για τους χρόνους που θέτει ο Θεός (Πραξ. 1,7), ούτε να καταγινόμαστε με σκέψεις με τις οποίες εξασθενίζει κανείς την ψυχή ως προς την ελπίδα της ανάστασης. Αλλά αντίθετα να στηρίζεται με την πίστη στα προσδοκώμενα αγαθά, και δια μέσου της αγαθής ζωής και πολιτείας να αγοράζει από τώρα τη μελλοντική χάρη.

 

2. Όποιος δέχεται την αρχή του κόσμου, αναγκαστικά θα συμφωνήσει και για το τέλος του. 

1.      Όταν βλέπει κανείς την τωρινή κίνηση του κόσμου, η οποία διεξάγεται με κάποια αλληλουχία και με την οποία (κίνηση) μετράται η χρονική απόσταση, και υποστηρίζει ότι είναι αδύνατο να σταματήσουν όσα κινούνται, πράγμα το οποίο έχει προαναγγελθεί, ένας τέτοιος άνθρωπος θα αποδειχθεί επίσης πως δεν πιστεύει, ότι στην αρχή δημιουργήθηκαν από το Θεό ο ουρανός και η γη. Γιατί όποιος παραδέχεται πως υπάρχει αρχή για την κίνηση, οπωσδήποτε δεν αμφιβάλλει και για το τέλος. Κι εκείνος που δεν παραδέχεται το τέλος, ούτε και την αρχή παραδέχτηκε. Αλλά όπως αναγνωρίζουμε, πως οι αιώνες έχουν λάβει την ύπαρξη με το λόγο του Θεού, γιατί πιστεύουμε, καθώς λέγει ο Απόστολος (Έβρ. 2,8), ότι όσα βλέπονται έχουν γίνει από εκείνα που δε φαίνονται. Την ίδια πίστη θα δείξουμε και ως προς το λόγο του Θεού, ο οποίος προανήγγειλε ως αναγκαία τη στάση των όντων.

2.      Όσο για το πώς θα γίνει αυτό, πρέπει να το αποκλείσουμε από τη σχολαστική διερεύνηση. Γιατί και εκεί παραδεχθήκαμε με πίστη ότι αυτό που βλέπουμε, έλαβε την υπόσταση από εκείνα που ακόμη δε φαίνονται, αφού παρατρέξαμε την έρευνα των ακατόρθωτων. Και αυτό το κάναμε μολονότι τα λεγόμενα μας υπέβαλλαν την απορία για πολλά, δίνοντας αρκετές αφορμές να αμφιβάλουμε για όσα πιστεύουμε.

3.      Γιατί για όσους προκαλούν αντιρρητικές συζητήσεις, και κει ήταν δυνατό, να ανατρέψουν την πίστη από τα δικαιολογημένα κατά την τάξη, για να μην θεωρείται αληθινός ο λόγος για την υλική δημιουργία. Ο λόγος, τον οποίο θέτει πρώτο στη σειρά η Αγία Γραφή, όταν διαβεβαιώνει με αυτόν, ότι όλα τα όντα έχουν δημιουργηθεί από το Θεό, εκείνοι που υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη θεωρούν πως η ύλη είναι αιώνια μαζί με τον Θεό, και για να θεμελιώσουν το δόγμα, χρησιμοποιούν επιχειρήματα σαν αυτά : Αν ο Θεός είναι απλός κατά τη φύση και άυλος, χωρίς μορφή και μέγεθος κι ασύνθετος, είναι ξένος και προς κάθε περιγραφή ως προς το σχήμα. Όλη όμως η ύλη κατανοείται με τη χρονική παράταση μέσα στο διάστημα και δε διαφεύγει την κατανόηση δια μέσου των αισθητηρίων, δηλαδή με το να αναγνωρίζεται μέσω του χρώματος και του σχήματος και του μεγέθους και της ηλικίας και της σκληρότητας και των υπολοίπων που γύρω απ`αυτά φαίνονται, και από τα οποία κανένα δεν είναι δυνατό να νοηθεί πως υπάρχει στη θεία φύση, ποια επινόηση είναι ικανή να γεννήσει από το άυλο την ύλη και από το χωρίς διαστάσεις, δηλαδή από το άπειρο, τη φύση που έχει διαστάσεις; Γιατί αν υπάρχει η πίστη, πως αυτά έχουν από εκεί την ύπαρξη, είναι φανερό ότι υπάρχουν εν τω Θεώ σύμφωνα με έναν ανείπωτο λόγο, και έφθασαν στη δημιουργία. Αν όμως στο Θεό υπήρχε ότι μοιάζει με την ύλη, τότε πως είναι άυλος, εκείνος που κρατάει την ύλη μέσα του;  Το ίδιο ισχύει και ως προς όλα τα άλλα, με τα οποία χαρακτηρίζεται η υλική φύση. Αν δηλαδή στο Θεό υπάρχει η ποσότητα, πως ο Θεός είναι άπειρος; Αν στο Θεό υπάρχει η συνθετότητα, πως είναι απλός και χωρίς μέρη κι ασύνθετος. Ώστε η λογική μας αναγκάζει να δεχθούμε ή ότι πρέπει να είναι αναγκαστικά υλικός ο Θεός, για το λόγο ότι από εκεί λαμβάνει υπόσταση η ύλη, ή αν θελήσει κανείς να αποφύγει αυτό, είναι αναγκαίο να δεχθεί ότι η ύλη εισήλθε εκ των υστέρων από έξω στο Θεό, για να δημιουργήσει το σύμπαν.

4.      Αν όμως η ύλη ήταν από το Θεό, οπωσδήποτε κοντά στο Θεό θα ήταν κάτι άλλο που υπήρχε μαζί με εκείνον, ο Οποίος υπάρχει χωρίς γέννηση, σύμφωνα με το λόγο της αιδιότητας. ώστε όσοι λέγουν αυτά, δέχονται δυο άναρχα κι αγέννητα, που συνυπάρχουν μεταξύ τους με τον ίδιο τρόπο, το ένα με εκείνον που ενεργεί δημιουργικά, και το άλλο με εκείνον ο οποίος δέχεται αυτή τη δημιουργική ενέργεια. Κι αν εξαιτίας αυτής της ανάγκης υποθέσει κανείς ότι η ύλη εξουσιάζεται αιώνια από το Δημιουργό των όλων, πόση συνηγορία θα βρει για τα δικά του δόγματα ο Μανιχαίος , ο οποίος, αντίθετα, τοποθετεί έξω από την αγαθή φύση την αιτία της υλικής δημιουργίας ως προς το αγέννητό της; Αλλά εμείς έχουμε πιστέψει ακούγοντας τη Γραφή, ότι τα πάντα προέρχονται από το Θεό κι ούτε έχουμε την αξίωση να περιεργαζόμαστε τον τρόπο, με τον οποίο προϋπήρχαν στο Θεό, κάτι δηλαδή που βρίσκεται πάνω από το λογικό μας, επειδή πιστεύουμε πως όλα είναι δυνατά στη θεϊκή δύναμη. Τόσο το να φέρει στην ύπαρξη το ανύπαρκτο, όσο και το να βάλει κατά την κρίση του πάνω στα δημιουργήματα τα είδη.

5.      Κατά συνέπεια, λοιπόν, όπως θεωρούμε αρκετή τη δύναμη της θεϊκής θέλησης ως προς τα δημιουργήματα για τη δημιουργία τους από το μηδέν, έτσι και την ανασύνθεση εκείνων που συνυπάρχουν την αποδίδουμε στην ίδια δύναμη. Και δεν αφήνουμε την πίστη έξω από καθετί το φυσικό. Μολονότι θα ήταν ίσως δυνατό με κάποια έξυπνα επιχειρήματα να πείσουμε όσους μωρολογούν γύρω από την ύλη, να μην νομίζουν ότι αντιπαρερχόμαστε το θέμα χωρίς να το συζητούμε.

 

3. Πως θα μπορούσε και ένας άπιστος, να οδηγηθεί για να πιστεύσει στην Αγία Γραφή, η οποία διδάσκει για την ανάσταση.

1.      Όταν κάποιος στρέφοντας το βλέμμα του προς τα σώματα εκείνα που έχουν διαλυθεί, και κρίνει το Θεό ανάλογα με το μέτρο της δικής του δύναμης, λέγει πως είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί ο λόγος για την ανάσταση δηλαδή να σταματήσουν όσα τώρα κινούνται και να αναστηθούν, ισχυριζόμενος ότι δεν μπορεί να γίνει αυτό, σ`εκείνα που τώρα δεν κινούνται.

2.      Αυτός ας πάρει ως πρώτη και μέγιστη απόδειξη της σχετικής με την ανάσταση αλήθειας την αξιοπιστία της διδασκαλίας γι`αυτήν. Και η πίστη για όσα διδάσκονται έχει την εγγύηση από τη έκβαση εκείνων, για τα οποία έγινε λόγος παλαιότερα. Επειδή η Αγία Γραφή παραθέτει πολλούς και παντοειδείς λόγους, είναι δυνατόν, όταν τους μελετήσουμε, να διαπιστώσουμε, αν και τα άλλα, που αναφέρει, περιέχουν το ψέμα ή την αλήθεια, και δια μέσου εκείνων θα διακρίνουμε και την αλήθεια τη σχετική με την ανάσταση. Γιατί αν είναι ψεύτικοι οι λόγοι για τα άλλα θέματα και φαίνεται πως ελέγχονται ως αναληθείς, οπωσδήποτε ούτε κι αυτή η διδασκαλία βρίσκεται έξω από το ψέμα. Αν όμως όλα τα άλλα περιέχουν μαζί με την αλήθεια και την πείρα, που την επικυρώνει, είναι αναγκαίο να δεχθούμε δια μέσου εκείνων ως αληθινή και τη σχετική με την ανάσταση προφητεία, ας θυμηθούμε όμως ένα ή δυο από όσα έχουν αναγγελθεί προκαταβολικά, κι ας συγκρίνουμε την έκβασή τους αναφορικά με όσα είχαν λεχθεί πρωτύτερα, για να διαπιστώσουμε απ`αυτά αν η διδασκαλία είναι προσηλωμένη στην αλήθεια.

3.      Ποιος αγνοεί την ακμή, στην οποία βρισκόταν ο Ισραηλίτικος λαός, αφού ξεσηκωνόταν σε πολέμους με όλα τα κράτη της οικουμένης; Ποια ήταν τα βασιλικά ανάκτορα στη πόλη των Ιεροσολύμων, τα τείχη, οι πύργοι, η μεγαλοπρέπεια του Ναού; Όλα αυτά φάνηκαν άξια θαυμασμού ακόμη και στους μαθητές του Κυρίου και παίρνοντας τη θέση του θαυμαστή μπροστά σε όσα έβλεπαν, ζήτησαν να μάθουν από τον Κύριο, όπως αναφέρει η ευαγγελική διήγηση, λέγοντάς του : «Τι είδους έργα και τι είδους οικοδομές είναι αυτές;» (Μαρκ. 13,1). Κι ο Κύριος προλέγει σ`αυτούς που θαύμαζαν την τωρινή μορφή, την ερήμωση που θα γινόταν γύρω απ`αυτόν τον τόπο και την καταστροφή εκείνου του κάλλους, αναφέροντας πως μετά από λίγο δε θα μείνει τίποτε από όσα φαίνονται. Αλλά και κατά την ώρα που πλησίαζε το πάθος, οι γυναίκες ακολουθούσαν από κοντά κλαίγοντας για την άδικη απόφαση σε βάρος του Κυρίου. Γιατί με όσα γίνονταν, δεν ήταν σε θέση ακόμη, να κοιτάξουν μακρύτερα το σχέδιο του Θεού. Και ο Κύριος τις συμβουλεύει να σιωπούν, για όσα βλέπουν να γίνονται σε βάρος του, κι ούτε να τα θεωρού άξια για δάκρυα, αλλά να αναβάλουν τον κλαυθμό και τον θρήνο για την αληθινή εποχή των δακρύων (Λουκ. 23, 27-28). Τότε δηλαδή που θα περικυκλωθεί η πόλη από τους πολιορκητές, και οι δοκιμασίες θα φθάσουν σε τέτοιο βαθμό θλίψης, ώστε να θεωρείται ευτυχής όποιος δεν γεννήθηκε. Ανάμεσα σ`αυτά προείπε και τη μιαρή πράξη της μητέρας που θα φάγει το παιδί της, λέγοντας ότι θα μακαρισθεί εκείνες τις μέρες η άγονη γυναίκα. Που είναι, λοιπόν, εκείνα τα βασιλικά ανάκτορα; Που είναι ο Ναός; Που πήγαν τα τείχη; Που χάθηκαν οι πολεμίστρες των πύργων; Που είναι η εξουσία των Ισραηλιτών; Δεν διεσκορπίσθηκαν άλλοι μεν σ`ολόκληρη σχεδόν την οικουμένη, άλλοι δε σε άλλα μέρη; Μαζί δε με την καταστροφή αυτών δεν ερειπώθηκαν και τα βασιλικά ανάκτορα;

4.      Πράγματι νομίζω ότι ο Κύριος προείπε αυτά και τα παρόμοια με αυτά, όχι χάριν των πραγμάτων (γιατί ποιο κέρδος θα απεκόμιζαν οι ακροατές από την προφητεία, για όσα οπωσδήποτε θα συνέβαιναν; Γιατί ακόμη και αν δεν το μάθαιναν από πριν αυτό που επρόκειτο να συμβεί, θα το γνώριζαν ζώντας τι οι ίδιοι), αλλά τα προείπε, ώστε μέσω αυτών να έλθει σ`αυτούς η πίστη για τα ανώτερα. Γιατί η έμπρακτη μαρτυρία γι`αυτά τα συγκεκριμένα γεγονότα, αποτελεί απόδειξη της αλήθειας και για εκείνα.

5.      Όταν ο γεωργός μιλάει για τη δύναμη των σπόρων, και συμβεί να τον ακούει με δυσπιστία ο άπειρος στα γεωργικά, θα είναι αρκετό στον καλλιεργητή, προκειμένου να αποδείξει την αλήθεια των λόγων του, να δείξει τη δύναμη μέσα στον ένα σπόρο απ`αυτούς που βρίσκονται στο δοχείο (που τότε λεγόταν μέδιμνος). Από αυτόν μπορεί να δώσει υπεύθυνη διαβεβαίωση και για τους άλλους. Γιατί όποιος δει ένα σπυρί σίτου ή ένα κριθάρι, ή ότι άλλο τύχει να υπάρχει στο γεμάτο δοχείο, μετά τη σπορά του μέσα στη γη, να γίνεται στάχυ, δια μέσου του ενός ποτέ πια δε θα απιστήσει και για τα άλλα. Έτσι μου φαίνεται πως είναι ικανοποιητική μαρτυρική κατάθεση για το μυστήριο της ανάστασης η αλήθεια, που ομολογείται από όλους σχετικά και με τα υπόλοιπα, τα οποία αναφέραμε.

6.      Πολύ περισσότερο και για την ίδια την ανάσταση είναι η πείρα που αποκτούμε όχι τόσο από τα λόγια, αλλά κυρίως δια μέσου αυτών των ίδιων των έργων. Επειδή δηλαδή το θαύμα της ανάστασης είναι σπουδαίο κι ανώτερο από την πίστη, ο Θεός αρχίζοντας από τα κατώτερα έργα τη θαυματοποιία, εξοικειώνει κάπως ήρεμα την πίστη μας για τα ανώτερα.

 7.     Σαν εκείνη τη μητέρα που τρέφει κατάλληλα το νήπιο, στην αρχή βάζει μέσα στο τρυφερό και υγρό στόμα το γάλα με τη θηλή. Αργότερα, όταν βγάζει δόντια κι αρχίζει να μεγαλώνει, του προσφέρει τον άρτο, όχι βέβαια σκληρό και ακατέργαστο, για να μην πληγωθούν ολόγυρα με τη σκληρότητα της τροφής τα τρυφερά και αγύμναστα ούλα. Αλλά αφού λιώσει καλά με τα δικά της δόντια, κάνει την τροφή ανάλογη και κατάλληλη για τη δυνατότητα εκείνου, στο οποίο την προσφέρει. Έπειτα, όταν η δύναμη αυξηθεί με την προσθήκη της ηλικίας, κι αφού εξοικειωθεί ήρεμα το νήπιο με τις τρυφερότερες τροφές, το πλησιάζει προς τη στερεότερη τροφή. Κατά παρόμοιο τρόπο κι ο Κύριος δια μέσου των θαυμάτων τρέφει και γαλουχεί την ανθρώπινη μικροψυχία, σαν άλλο ασυμπλήρωτο νήπιο. Και πρώτα δείχνει τη δύναμη της ανάστασης σαν σε προοίμιο μέσα στην απελπιστική ασθένεια (Λουκ. 4,38-39). Αυτό ήταν μεν σπουδαίο ως προς το αποτέλεσμα, αλλά δεν ήταν και τέτοιο, ώστε όταν το διηγείται κανείς να μη γίνεται πιστευτός. Γιατί όταν ο Κύριος επιτίμησε  τον πυρετό, που κατάκαιγε φοβερά την πενθερά του Πέτρου, ήταν τέτοια η μετατόπιση του κακού, ώστε, εκείνη, που όλοι περίμεναν να έχει ήδη πεθάνει, να την δυναμώσει, για να υπηρετεί τους παρόντες.

8.      Έπειτα προσθέτει ένα μικρό μέρος στη δύναμη, και ενεργεί ώστε το παιδί του βασιλικού αξιωματούχου, το οποίο βρισκόταν σε σοβαρό κίνδυνο, γιατί έτσι αναφέρει η διήγηση, ότι επρόκειτο να πεθάνει, ενώ ο πατέρας φώναζε : «Πήγαινε, Κύριε, γρήγορα στην Καπερναούμ, πριν πεθάνει το παιδί» (Ιωαν. 4,46-49), να αναστηθεί, ενώ και πάλι είχε γίνει πιστευτό, ότι επρόκειτο να πεθάνει. Σ`αυτή την περίπτωση κατεργάζεται το θαύμα με μεγαλύτερη δύναμη, αφού ουδέ καν επλησίασε στον τόπο, που βρισκόταν το παιδί, αλλά από μακριά, με τη δύναμη της προσταγής απέστειλε τη ζωή.

9.      Και πάλι με σειρά ανεβαίνει πιο ψηλά σε ανώτερα θαύματα. Γιατί όταν κινήθηκε για να θεραπεύσει την κόρη του αρχισυναγωγού, θεληματικά βράδυνε κατά την οδοιπορεία, για να φανερώσει την κρυφή θεραπεία της αιμορροούσας, ώστε στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα να κατακυριεύσει ο θάνατος την άρρωστη κόρη. Κι ενώ πρίν από λίγο αποχωρίστηκε η ψυχή από το σώμα και γινόταν θόρυβος από τις γοερές κραυγές εκείνων, που οδύρονταν εξαιτίας της συμφοράς, ανασταίνει με τον επιτακτικό λόγο του το κορίτσι και πάλι προς τη ζωή, σαν από ύπνο, (Μαρκ. 5, 22-42). Και μέσα από κάποια σειρά και τάξη ανεβάζει την ανθρώπινη ασθένεια προς το ανώτερο.

10.    Έπειτα με άλλο θαύμα υπερβαίνει τα προηγούμενα, και δια μέσου μιας ανώτερης δύναμης ανοίγει για χάρη των ανθρώπων το δρόμο για την πίστη στην ανάσταση. Η Γραφή αναφέρει κάποια πόλη της Ιουδαίας, που λεγόταν Ναίν. Σ`αυτή ζούσε ένα παιδί μονάκριβο κάποιας χήρας. Δεν ήταν πια ένα παιδί, σαν εκείνα, που υπάρχουν μεταξύ των νεαρών, αλλά από αυτή την ηλικία φερόταν σαν άνδρας. Νεαρόν τον ονομάζει ο λόγος. Και με τα λίγα η ιστορία εκφράζει πολλά. Η διήγηση είναι εξ ολοκλήρου ένας θρήνος. Χήρα είναι, λέγει, η μητέρα του νεκρού. Βλέπεις το βάρος της συμφοράς; Πως διεκτραγωδεί ο λόγος τη δοκιμασία με λίγα λόγια; Τι σημαίνει αυτό που λέγει; Ότι δεν υπήρχε γι`αυτήν η ελπίδα της τεκνοποιίας, η οποία θα γιάτρευε τον πόνο, που θα της προξενούσε ο θάνατος του παιδιού της. Γιατί ήταν χήρα η γυναίκα. Δεν μπορούσε να υπολογίζει σε άλλον αντί εκείνου που πέθανε, γιατί ήταν ο μοναδικός που γέννησε. Πόση ήταν η συμφορά γι`αυτό, είναι εύκολο να το συνειδητοποιήσει ο καθένας, που δεν έχει αποξενωθεί από τη φύση. Στους πόνους του τοκετού μόνο εκείνον εγνώρισε, μόνο εκείνον εθήλασε, μόνο εκείνος έκανε γελαστό το τραπέζι γι`αυτήν, ήταν ο μόνος που γινόταν αφορμή χαράς στο σπίτι, παίζοντας, διαβάζοντας, γυμναζόμενος, διασκεδάζοντας στους περιπάτους, στα γυμναστήρια, στις νεανικές συντροφιές. Καθετί που φαινόταν στα μάτια της μάνας ευχάριστο και πολύτιμο ήταν εκείνος μόνο. Βρισκόταν ήδη σε ηλικία γάμου ο νεαρός βλαστός της οικογένειας, το κλωνάρι της κληρονομικής σειράς, το στήριγμα του γήρατος. Αλλά και η υπογράμμιση της ηλικίας ήταν ένας πρόσθετος θρήνος. Γιατί εκείνος που λέγει πως ήταν νεαρός, υπονοεί το άνθος της μαραμένης νεότητας, αφού μόλις είχε αρχίσει να φυτρώνει από κάτω το ελαφρό χνούδι του ανδρικού προσώπου, και το πηγούνι δεν είχε προλάβει να καλυφθεί βαθιά, γιατί ακόμη έλαμπε με το κάλλος των παρειών. Τι ήταν φυσικό να υποφέρει γι`αυτόν, η μάνα; Σαν να κατακαιγόταν μέσα στα σπλάχνα με φωτιά, για να παρατείνει οδυνηρά το θρήνο γι`αυτόν αγκαλιάζοντας το νεκρό σώμα, που είχε μπροστά της, ώστε να μην επισπευσθεί η ταφή του νεκρού, αλλά να την συνέχει ο πόνος και να παρατείνει για περισσότερο χρόνο τα κλάματα για το νεκρό παιδί. Αλλά κι αυτό δεν το άφησε απαρατήρητο η διήγηση. Γιατί λέγει «Όταν ο Ιησούς είδε τη μάνα, συμπόνεσε και πλησιάζοντας, άγγιξε τη σορό, ενώ σταμάτησαν αυτοί που την κρατούσαν. Και τότε λέγει στον νεκρό, Νεαρέ , σε σένα μιλάω, ξύπνα, σήκω επάνω και τον παρέδωσε ζωντανό στη μάνα» (Λουκ. 7,11-15). Βέβαια δεν ήταν και λίγος ο χρόνος, αφότου πέθανε ο νεαρός, αλλά ωστόσο δεν είχε αποτεθεί ακόμη στον τάφο. Και το θαύμα γίνεται από τον ίδιο τον Κύριο αυτοπροσώπως ακόμη σημαντικότερο, αλλά με το ίδιο προστακτικό ύφος.

11.    Η θαυματοποιός ενέργεια όμως προχωρεί σε ακόμη ανώτερο σημείο, ώστε τα όσα συμβαίνουν, να πλησιάζουν προς το θαύμα που αναφέρεται στην ανάσταση, η οποία αμφισβητείται. Ήταν άρρωστος κάποιος από τους γνωστούς και φίλους του ΄κ υρίου. Το όνομα του αρρώστου ήταν Λάζαρος (Ιωαν. 11,11-44). Κι αναβάλλει ο Κύριος την επίσκεψη στο φίλο, παραμένοντας μακριά από τον ασθενή, ώστε να βρεί ο θάνατος το χώρο και τη δύναμη με την απουσία της ζωής, να κάνει το έργο του διαμέσου της ασθένειας. Κι ενώ βρίσκεται στη Γαλιλαία, αναγγέλλει ο Κύριος την ασθένεια του Λαζάρου στους μαθητές, αλλά και την πρόθεσή του για να θεραπεύσει τον άρρωστο. Όμως οι μαθητές φοβήθηκαν εξαιτίας της σκληρότητας των Ιουδαίων, γιατί έκριναν δύσκολη κι επικίνδυνη την επάνοδο στην Ιουδαία, ανάμεσα σ`εκείνους που ήθελαν να φονεύσουν τον Κύριο. Γι`αυτό και βραδύνουν κι αναβάλλουν, και μετά από καιρό επιστρέφουν από τη Γαλιλαία. Παρεμβαίνει όμως ο Διδάσκαλος, κι οδηγούνται από αυτόν οι μαθητές στη Βηθανία, για να μυηθούν κατά κάποιον τρόπο στα πριν από την τέλεση της επίσημης πράξης της γενικής ανάστασης. Και είχαν ήδη περάσει τέσσαρες ημέρες μετά τον θάνατο. Και είχαν τελεσθεί όλα τα έθιμα για το νεκρό, και το σώμα είχε ταφεί στον τάφο. Όπως ήταν φυσικό είχε αρχίσει ήδη να μυρίζει και διαλυόταν για αποσύνθεση και σάπιζε μέσα στην υγρασία της γης, αφού καταστρεφόταν το σώμα αναγκαστικά. Θα έπρεπε να αποφευχθεί το πράγμα, με το να μην εκβιασθεί η φύση, για να αποδώσει και πάλι στη ζωή αυτό που διαλυόταν σε δυσοσμία. Τότε το έργο της καθολικής ανάστασης, το οποίο αμφισβητείται  από μερικούς, αποδεικνύεται δια μέσου ενός θαύματος περισσότερο ζωηρού. Γιατί δεν ανασταίνεται κάποιος από μια επικίνδυνη ασθένεια, ούτε επαναφέρεται στη ζωή, ενώ βρίσκεται στα τελευταία του, ούτε ζωογονείται παιδί που μόλις πέθανε, ούτε ελευθερώνεται από το φέρετρο νεαρός, που πρόκειται να αποτεθεί στον τάφο. Στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν τίποτε από όλα αυτά. Γιατί ο Λάζαρος ήταν άνθρωπος περασμένης ηλικίας, νεκρός από μέρες, ήδη μύριζε και είχε αρχίσει να διαλύεται σε τέτοιο βαθμό, που ούτε στους οικείους δεν ήταν υποφερτό να αφήσουν τον Κύριο να πλησιάσει στον τάφο εξαιτίας της αποφοράς που προερχόταν από το διαλυμένο σώμα. Όταν αναστήθηκε με την πρόσκληση του Κυρίου, πιστοποίησε ο Λάζαρος το κήρυγμα για την ανάσταση, δηλαδή αυτό που είναι προσδοκία για το σύνολο, το οποίο διδαχθήκαμε δια της πείρας αυτού που έγινε στο ένα πρόσωπο, στο επί μέρους άτομο. Γιατί όπως θα συμβεί κατά την αναστοιχείωση του σύμπαντος, του σύμπαντος σύμφωνα με το λόγο του Αποστόλου ότι θα κατέβει ο ίδιος ο Κύριος και με τη διαταγή του και με τη φωνή του αρχάγγελου και με τη σάλπιγγα, θα αναστήσει τους νεκρούς στην άφθαρτη ζωή (Α` Θες. 4,16) έτσι και τώρα έγινε. Εκείνος, που βρισκόταν στον τάφο, αφού αποτίναξε με τη φωνή της προσταγής του Κυρίου το θάνατο, σαν άλλο ύπνο, και πέταξε από πάνω του τη φθορά, που προκαλείται από τη νέκρωση, πετάγεται μέσα από τον τάφο ακέραιος κι αβλαβής, χωρίς να εμποδιστεί για την έξοδο από το γεγονός ότι τα χέρια και τα πόδια ήταν δεμένα με τις ταινίες, που έδεναν τότε τους νεκρούς.

12.    Αυτά είναι άραγε μικρά για να στηρίξουν την πίστη στην ανάσταση των νεκρών; Ή μήπως ζητάς να σου δοθεί και με άλλα παραδείγματα η διαβεβαίωση γι`αυτή την άποψη; Νομίζω όμως πως ο Κύριος δεν είπε άσκοπα στους κατοίκους της Καπερναούμ, αναφέροντάς το στον εαυτό του ως εκπροσώπου όλων των ανθρώπων. «Οπωσδήποτε θα μου πείτε τη γνωστή παροιμία, Γιατρέ, γιάτρεψε τον εαυτό σου» (Λουκ. 4,23). Διότι έπρεπε, αφού εξοικείωνε τους ανθρώπους για το θαύμα της ανάστασης πάνω σε ξένα σώματα, να επικυρώσει την αλήθεια του λόγου μέσα στο ανθρώπινο σώμα, που ο ίδιος είχε φορέσει. Είδες το κήρυγμα να ενεργοποιείται σε άλλους. Σε κείνους δηλαδή που επρόκειτο να πεθάνουν στο παιδί που μόλις πριν από λίγο έπαυσε να ζει, στο νεαρό που μεταφερόταν προς τον τάφο, στο διαλυμένο νερό, σε όλους αυτούς οι οποίοι με ένα πρόσταγμα ξαναγύριζαν στη ζωή εξίσου. Ενδιαφέρεσαι να μάθεις και για όσους μετά από τραυματισμούς κι απώλεια αίματος έφθασαν στο θάνατο, μήπως σ`αυτούς, κάποια μείωση της δύναμης που δίνει τη ζωή, καταργεί τη χάρη; Εκείνον, του οποίου τα χέρια διαπεράστηκαν από τα καρφιά. Κοίταξε Εκείνον που πληγώθηκε με τη λόγχη στην πλευρά. Πέρασε τα δάχτυλά σου μέσα απο τα σημάδια των καρφιών. Βάλε το χέρι σου μέσα στο τραύμα, το οποίο προκάλεσε η λόγχη. Οπωσδήποτε θα καταλάβεις πόσο βαθιά ήταν φυσικό να εισχωρήσει προς το εσωτερικό η αιχμή της λόγχης, αν υπολογίσεις απο το άνοιγμα της πληγής την προς το βάθος είσοδός της. Γιατί, όταν επιτρέπει το τραύμα την είσοδο του ανθρώπινου χεριού, αφήνει να νοηθεί πόσο βαθιά έφθασε η λόγχη. Αν, λοιπόν, αναστήθηκε εκείνος, ο Χριστός, είναι εύλογο να αναφωνήσουμε αυτό που λέγει ο Απόστολος : «πως ισχυρίζονται μερικοί, ότι δεν υπάρχει ανάσταση των νεκρών»; (Α` Κορ. 15,12).

13.    Συνεπώς επειδή κάθε προφητεία του Κυρίου αποδεικνύεται αληθινή από τη μαρτυρία των γεγονότων, αυτό άλλωστε το γνωρίζουμε όχι μόνο από τα λόγια, αλλά κι από εκείνους που ξαναγύρισαν στη ζωή δια μέσου της ανάστασης, έχουμε πάρει έμπρακτα την απόδειξη της εκπλήρωσης της υπόσχεσης. Τότε ποια πρόφαση απομένει για όσους δεν πιστεύουν; Δε θα πούμε γειά σας, σ`εκείνους που αποφεύγουν με τη φιλοσοφία και το κούφιο ψέμα την απλή πίστη, για να κρατήσουμε την απλή ομολογία, αφού μάθαμε από τον προφήτη με συντομία τον τρόπο, με τον οποίο πραγματοποιείται αυτή η δωρεά, ο οποίος λέγει «Θα αφαιρέσεις το πνεύμα, την ψυχή τους, και θα πεθάνουν και θα ξαναγυρίσουν στο χώμα, από το οποίο προέρχονται. Θα εξαποστείλεις το Πνεύμα σου το Άγιο και θα δημιουργηθούν και θα ανακαινίσεις το πρόσωπο της γης». (Ψαλ. 103, 29-30)

 

«Η εβδόμη ημέρα»

«Κι έπαυσε οριστικά ο Θεός απ` όλα τα έργα του κατά την έβδομη μέρα». Ας λέγουν, λοιπόν, οι μαθηματικοί κι όσοι ασχολούνται με τους αριθμούς, που θεωρούν ως σπουδαία τη σοφία,  η οποία κρύβεται σ` αυτούς και λέγουν ότι οι αριθμοί έξη είναι συγγενής με τη δημιουργία του κόσμου. Και τούτο γιατί γεννάει πολύ, γεννώντας από μόνος του πολλούς τύπους αριθμών, κι είναι τέλειος ως προς τα μέρη του. Ας λέγουν αυτά κι όσα άλλα αναφέρουν οι μαθηματικοί στα σχολικά μαθήματα ως προς την εξάδα. Ας πουν αν γνωρίζει ( ο αριθμός έξη) ανάπαυση για τον εαυτό του. Κι ας λέγουν ως προς τον αριθμό επτά, ότι παρατηρείται κάποια στειρότητα στο επτά. Βέβαια ούτε από μόνος του γεννιέται ο αριθμός επτά, ούτε από άλλον. Και για να μην καταντήσω πολυποίκιλο το λόγο, αφήνω αυτή τη συζήτηση, ως προς εσάς, και προχωρώ στα πιο εύλογα. Αλλά αν κανείς διαθέτει κάποιες γνώσεις ως προς τα μαθηματικά, ας έχει υπόψη του, ότι ο θησαυρός και αυτών βρίσκεται σε εμάς.

Συνεπώς αν είναι σπουδαίο πράγμα τα μαθηματικά, εδώ υπάρχουν τα σπέρματα, των μαθηματικών. Εγώ βέβαια δεν πιστεύω γι`αυτά, πως προέρχονται από την κοσμική σοφία, ή ότι προορίζονται για αυτήν. Γιατί όσοι τα καλλιεργούν, κλέβουν (από) εδώ λίγα και καυχιόνται οι ίδιο για τα έργα τους, ωσάν να ήταν σπουδαία. Για να τους αποδείξουμε, λοιπόν, ότι για μας δεν είναι υπολογίσιμα, όσα για εκείνους είναι αξιόλογα, θα προσπεράσουμε με σιωπή το λόγο για τα μαθηματικά. Γιατί ταυτόχρονα η διδασκαλία γι`αυτά δεν είναι κατανοητή από όλο το πλήθος. Αλλά εδώ βρίσκεται συναγμένος ο λαός του Θεού, και δεν περιμένει να ακούσει παράξενα λόγια, αλλά ζητάει τις απαντήσεις για τα δόγματα, που αποσκοπούν στην οικοδομή και στην σωτηρία.

Είναι, λοιπόν, πολύτιμη η έβδομη ημέρα, το Σάββατο. Κι ο αριθμός επτά είναι πολύτιμος για τους Ιουδαίους, γιατί συμπίπτουν μ’ αυτόν οι σκηνοπηγίες, οι σάλπιγγες, η μέρα του ιλασμού. Ο έβδομος χρόνος ήταν γι’ αυτούς πολύτιμος και λεγόταν ο χρόνος της άφεσης. Είχε επιτραπεί σ’ α αυτούς, όταν κατέλαβαν τη γη της επαγγελίας, να καλλιεργούν μεν έξη χρόνια τα χωράφια, αλλά κατά το έβδομο να αρκούνται σ’ αυτά, που θα προέλθουν από μόνα τους από τη γη. Για έξη έτη υπηρετούσε ως δούλος ο Εβραίος και το έβδομο απελευθερωνόταν. Κατά το εβδομηκοστό έτος λύθηκε η αιχμαλωσία τους.

Ας προσθέσουμε σ’ αυτά και τις δικές μας παρατηρήσεις. Είναι γραμμένο ότι « επτά φορές θα πέσει ο δίκαιος και πάλι θα σηκωθεί» ( Παροιμ.14, 16). Έτσι κατανοούμε εμείς τον αριθμό επτά. Ο Ενώχ, έβδομος στη σειρά της δημιουργίας, δε γνώρισε θάνατο. Το γεγονός αυτό προτυπώνει την Εκκλησία. Έβδομος μετά τον Αβραάμ ο Μωυσής πήρε το Νόμο, που σήμανε για τους Εβραίους την αλλαγή του τρόπο ζωής, την κατάλυση της ανομίας, την εμφάνιση της δικαιοσύνης, τη φανέρωση του Θεού, την ευνομία στον κόσμο, την καθιέρωση με νόμο εκείνων, τα οποία πρέπει να πράττονται. Την εβδομηκοστή έβδομη γενιά από τον Αδάμ ήλθε στη γη ο Χριστός. Γνώριζε και ο Πέτρος το μυστήριο του αριθμού επτά, γι’ αυτό και ρώτησε: « Πόσες φορές θα αμαρτήσει σε μένα ο αδελφός μου, κι εγώ οφείλω να τον συγχωρήσω; Μήπως μέχρι επτά; Και ο Κύριος του απάντησε· Δε σου λέγω μέχρι απτά φορές, αλλά μέχρι εβδομήντα φορές το επτά» (Ματθ.18, 22). Λίγο είχε γνωρίσει το μυστήριο, δεν το είχε μάθει καλά, γιατί ήταν ακόμη μαθητής. Είπε, λοιπόν· μέχρι επτά φορές; Κι ο Διδάσκαλος δεν απομακρύνθηκε από τον αριθμό επτά. Απάντησε έτσι, όπως θα καταλάβαινε ο μαθητής. Ξεπέρασε ο Δεσπότης ως προς την αφθονία. Πόσες φορές θα αμαρτήσει κι οφείλω να συγχωρήσω; Γιατί δεν είπε έξι φορές, ή μέχρι εκατό, αλλά μέχρι επτά; και γιατί δεν είπε μέχρι εκατό φορές το εκατό, αλλά πολλαπλασίασε τον αριθμό επτά; Κι έπειτα ούτε ο Πέτρος ρώτησε με άλλον αριθμό, ούτε κι ο Κύριος παραβίασε

το σχετικό με τον αριθμό επτά; Κι έπειτα ούτε ο Πέτρος ρώτησε με άλλον αριθμό επτά κανόνα. Έλαβε υπόψη του ο Πέτρος, πως είναι παλαιά παράδοση το μέτρο, κι ότι έχει ο αριθμός επτά κάποια σημασία για την άφεση των αμαρτημάτων, με την τέλεια ανάπαυση. Αυτού του αριθμού είναι σημείο το Σάββατο, η έβδομη μέρα από την αρχή της δημιουργίας. Ο Πέτρος ρώτησε μέχρι επτά φορές, κι ο Κύριος απάντησε μέχρι εβδομήντα φορές το επτά.

«Οι αμαρτίες τιμωρούνται επτά φορές». Και μήπως δε λέγει : «Εκείνος που φόνευσε τον Κάιν, θα τιμωρηθεί επτά φορές»; (Γεν. 4,15). Ούτε κι εκεί ο αριθμός οκτώ, αλλά ο επτά. Γιατί; Περίμενε λίγο, και θα εξιχνιάσεις το μυστήριο. Η πρώτη αμαρτία (εδώ ο φόνος) τιμωρείται επτά φορές. Ο δεύτερος φόνος, που διέπραξε ο Λάμεχ, τιμωρείται εβδομήντα επτά φορές. Γιατί είναι γραμμένο: «Στην περίπτωση του Κάιν τιμωρήθηκε το έγκλημα επτά φορές, ενώ στην του Λάμεχ εβδομήντα επτά φορές (στ. 24). Εκεί δε όπου ο Πέτρος ρωτάει για την άφεση μέχρι τις επτά φορές, αναφέρεται στην περίπτωση του Κάιν. Αλλά η συγχώρεση που δίνει ο Κύριος μέχρι τις εβδομήντα φορές το επτά, αναφέρεται στην περίπτωση του Λάμεχ, που καταδίκη του ήταν εβδομήντα φορές το επτά. Όση είναι η παράβαση, τόση είναι κι η χάρη. Όπου είναι λίγη η αμαρτία, εκεί είναι λίγη κι άφεση. «Σε εκείνον που χαρίστηκε λίγο, αυτός θα αγαπήσει και λίγο». Και «όπου επλεόνασε η αμαρτία, εκεί δόθηκε με το παρά –πάνω η χάρη» (Λουκ. 7,47 και Ρωμ. 5,20).

Ποιο είναι λοιπόν το μυστήριο, που κρύβεται στον αριθμό επτά; Έβδομη ημέρα λέγεται ο αιώνας της μελλοντικής κρίσης. Κατά την ημέρα εκείνη ο αμαρτωλός θα τιμωρηθεί επτά φορές, ενώ ο υπερβολικά αμαρτωλός θα τιμωρηθεί εβδομήντα φορές επτά. Η φιλανθρωπία του Θεού μας πρωτυπώνει τώρα με σύμβολα, τα όσα θα συμβούν στο μέλλον. Τότε όμως με την παρουσία του θα αποκαλυφθεί καθαρή και σαφέστατη η αλήθεια. Γιατί θα φανερώσει ποιος είναι άξιος για ποια. Σε μας, λοιπόν, τους αμαρτωλούς θα δώσει επταπλάσια την ανταπόδοση, που μας οφείλει, εκτός βέβαια και αν τον εξιλεώσουμε με την μετάνοια και την εξομολόγηση εδώ στη γη. Συνεπώς γνωρίζοντας εκείνη τη φοβερή μέρα, που κρατάει αποταμιευμένη την ανταπόδοση για μας τους αμαρτωλούς, ας φροντίσουμε να πάρουμε με την μετάνοια από πριν την ανάλογη προς την αξία των αμαρτημάτων μας τιμωρία, να διαλύσουμε τα αμαρτήματα, ώστε να αποφύγουμε εκεί το σκληρό πολλαπλασιασμό της αντίδοσης. Έβδομη ημέρα λοιπόν, ονομάζουμε αυτήν εδώ την ζωή, σε σχέση με κείνη την όγδοη, της συντέλειας του αιώνα και της οποίας είναι προτύπωση.

«Κι έπαυσε οριστικά ο Θεός από τα έργα». Δε γίνονται πια έργα του κόσμου τούτου κατά την ημέρα εκείνη. Ούτε γάμοι, ούτε εμπορικές συναλλαγές, ούτε γεωργικές καλλιέργειες, αλλά όλη η γη φοβισμένη, όλη η δημιουργία με αγωνία κι ο ιδρώτας θα τρέχει αδιάκοπα κι οι ενάρετοι θα αγωνιούν για το τι είδους απόφαση θα είναι αυτή που θα εκδοθεί για αυτούς. Ακόμη κι ο Αβραάμ θα κυριευθεί τότε από αγωνία, όχι από φόβο μήπως καταδικαστεί στη γέεννα του πυρός, αλλά για την τάξη των εναρέτων, στην οποία θα καταταχθεί στην πρώτη, ή στη δεύτερη, ή στην Τρίτη. Ο Κύριος θα κατέβει από τους ουρανούς και θα ανοιχθούν οι ουρανοί, θα φανερωθεί η δύναμη του Θεού κι όλη η κτίση θα τρομάξει. Ποιος θα μείνει άφοβος; Ούτε κι αυτοί οι άγγελοι που θα παραστούν, όχι για να λογοδοτήσουν στο Θεό, αλλά οπωσδήποτε η  ένδοξη παρουσία γεννάει σ`όλους τον τρόμο. Δεν έτυχε να ακούσεις αυτό που λέει ο Ησαΐας: «Αν ανοίξεις τον ουρανό, θα τρομάξουν τα βουνά εξαιτίας σου» (Ης. 14,10). Εκείνη την ημέρα η θάλασσα θα παγώσει κι η δημιουργία θα σταματήσει κι η φύση θα νεκρωθεί. Τότε θα αφαρπαγούν οι ενάρετοι, τότε θα γίνουν τα σύννεφα όχημα των εναρέτων, τότε οι άγγελοι θα γίνουν προπομποί των δικαίων. Τότε οι μεν ενάρετοι θα αναληφθούνσαν αστέρια φωτεινά από τη γη στον ουρανό, ενώ οι αμαρτωλοί δεμένοι, φορτωμένοι με το βάρος των αμαρτιών τους, θα πέσουν κάτω και δύσκολα θα συνειδητοποιούν τα όσα συμβαίνουν. Εκείνη, λοιπόν, η έβδομη μέρα διαμορφώνεται από τούτη δω τη ζωή.

     «Κι έπαυσε οριστικά ο Θεός από όλα τα έργα». Σε εκείνη τη μέρα δεν έχουν θέση, όσα γίνονται σε τούτη τη ζωή. Σβήνουν οι νεανικές επιθυμίες. Δεν υπάρχει καμία διάθεση για γάμο, ούτε πια κι η επιθυμία της τεκνοποιίας. Καμία φροντίδα για το χρυσάφι. Ξέχασε ο φιλάργυρος το πορτοφόλι, ξέχασε κι ο μεγαλοκτηματίας τα χωράφια, ξέχασε κι ο δοξομανής τη δόξα. Όλα αυτά έχουν φτερουγίσει οριστικά μακριά από το νου. Ενώ η ψυχή είναι στραμμένη σε εκείνο, που προκαλεί φόβο, για τα προσδοκώμενα δεινά, που κρέμονται πάνω απ`αυτήν. Γιατί ο φόβος διώχνει κάθε εμπαθή λογισμό, που κυκλοφορεί ελεύθερα στις ψυχές μας. Όπου υπάρχει ο φόβος του Θεού, φυγαδεύονται από το νου μας όλες οι κηλίδες των παθών. Αυτή η έβδομη ημέρα, δηλαδή ο παρών αιώνας, η διαρκής επέκταση της ψυχής.

Ακολουθώντας με τη σειρά αυτά που μελετήσαμε φτάσαμε στον τόπο όπου έγινε αυτή φανέρωση. Ας γυρίσουμε όμως στο θέμα μας. Πως γίνεται λοιπόν, αυτός που είδε τον Θεό καθαρά, κατά την διαβεβαίωση της Γραφής η οποία λέει: “και μίλησε ο Θεός στον Μωϋσή όπως μιλάει κανείς στο φίλο του, όταν τον έχει μπροστά του”, και έφτασε σ’ αυτά το σημείο που έφτασε, πως μπορούμε να πιστέψουμε ότι δεν πέτυχε ακόμα όσα έχει ήδη πετύχει, και ότι χρειάζεται να του φανερωθεί ο Θεός, σαν να μην Τον είχε δει ποτέ; Πραγματικά απ’ το ένα μέρος ο λόγος του Θεού συμφωνεί με την επιθυμία του, ο οποίος ζητάει και δεν αρνείται να του κάνει αυτή τη χάρη. Απ’ το άλλο μέρος πάλι, μας απελπίζει όταν λέει ότι είναι αδύνατον για την ανθρώπινη ζωή αυτό που εκείνος ζητάει, δηλαδή να δει τον Θεό. Κοντά όμως στον Θεό υπάρχει κάποιος τόπος, λέει η Γραφή, και στον τόπο υπάρχει πέτρα και στην πέτρα μια τρύπα, στην οποία διατάζει ο Θεός τον Μωϋσή να κλειστεί. Έπειτα βάζει ο Θεός το χέρι Του στα άνοιγμα αυτής της τρύπας και προσκάλεσε τον Μωϋσή. Και αυτός μετά την πρόσκληση, αφού βγήκε έξω απ’ την τρύπα, βλέπει τα νώτα Εκείνου που τον προσκάλεσε. Έτσι έγιναν και τα δυο. Και εκείνος πίστεψε ότι είδε αυτόν που ζητούσε, και η υπόσχεση του Θεού έμεινε αδιάψευστη.

Αν προσπαθήσει κανείς να εξηγήσει όλα αυτά λέξη προς λέξη και κυριολεκτικά, όχι μόνο θα του φανούν σκοτεινά, αλλά και η αντίληψη που θα σχηματίσει για τον Θεό δεν θα είναι καθαρή. Επειδή μόνο όσα εμφανίζονται με σχήμα έχουν μπροστινό και πίσω μέρος. Και κάθε σχήμα περιορίζει και περιγράφει ένα σώμα. Αν φανταστεί κάποιος ότι ο θεός έχει σχήμα, θα πιστέψει οι Αυτός δεν είναι απαλλαγμένος από την ύλη. Αλλά κάθε σώμα είναι οπωσδήποτε και σύνθετο. Και στο σύνθετο βρίσκουμε διαφορετικά στοιχεία ενωμένα μαζί. Αλλά το σύνθετο δεν μπορεί να πει κανείς ότι είναι αδιάλυτο. Και αυτό που διαλύεται δεν μπορεί και να μην φθείρεται, επειδή η φθορά είναι η διάλυση του σύνθετου. Αν λοιπόν, πάρει κανείς τα νώτα του Θεού κυριολεκτικά, θα οδηγηθεί αναπόφευκτα σ’ αυτόν τον παραλογισμό. Επειδή το μπροστινό και το πίσω μέρος υπάρχει μόνο όπου υπάρχει σχήμα, και το σχήμα είναι βέβαια σώμα. Και αυτό διαλύεται βέβαια κατά την φύση του. Γιατί ότι είναι σύνθετο σίγουρα διαλύεται. Και αυτό που διαλύεται δεν μπορεί αν είναι άφθαρτο. Άρα αυτός που εξηγεί λέξη προς λέξη τη Γραφή, θα καταλάβει ότι ο Θεός φθείρεται. Αλλά ο Θεός βέβαια είναι και άφθαρτος και ασώματος.

Αλλά πως αλλιώς μπορούμε να εξηγήσουμε τη Γραφή, πέρα από αυτά που εύκολα εννοούνται; Γιατί αν σε κάποιο σημείο πρέπει να δώσουμε μια ιδιαίτερη ερμηνεία, τότε θα πρέπει να εφαρμόσουμε αυτή την ερμηνεία σε όλο το κείμενο. Γιατί δεν μπορεί να εννοηθεί σύνολο που να μην αποτελείται από μέρη. Άρα και ο τόπος που υπήρχε κοντά στον Θεό και η πέτρα, και η είσοδος του Μωϋσή στην τρύπα, και η τοποθέτηση του χεριού του Θεού πάνω στην τρύπα, και η πρόσκληση και το ότι ο Μωυσής είδε τα νώτα του Θεού, θα πρέπει να εξηγηθούν με την αλληγορική ερμηνεία, δηλαδή θα πρέπει να πιστέψουμε ότι όλα αυτά υπονοούν κάτι το διαφορετικό.

Τι συμπεραίνουμε λοιπόν; Όπως δηλαδή τα σώματα που γέρνουν προς τα κάτω, αν τύχει κάποτε να αφεθούν σε ένα επίπεδο με κλίση, ακόμα και όταν δεν τα σπρώχνει κανείς πια μετά το πρώτο σπρώξιμο, αυτά μόνα τους παρασύρονται με γρήγορη κίνηση στον κατήφορο. Και αυτό συνεχίζεται όσο το έδαφος έχει κλίση, και το αντικείμενο που βρίσκεται σε κίνηση συνεχίζει να κατρακυλά, αφού δεν υπάρχει τίποτα στην αντίθετη πλευρά να το σταματήσει. Το ίδιο συμβαίνει και με την ψυχή, αλλά αντίστροφα, αφού όταν αποδεσμευτεί η ψυχή από τα γήινα αποκτά ανοδική πορεία προς τον ουρανό. Εφόσον μάλιστα δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο να την εμποδίσει  Γιατί ο Θεός τραβάει προς τα πάνω και προς τον εαυτό Του όσους αποβλέπουν σε Αυτόν. Και πάντα θα συνεχίζει την πορεία προς τα πάνω. Γιατί με το να επιθυμεί η ψυχή να μην εγκαταλείψει το παραπάνω ύψος, συνεχίζει την ασταμάτητη κίνηση προς τα πάνω.

Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι και ο Μωυσής ενώ πάντα γινόταν μεγαλύτερος, δεν διέκοψε ποτέ την ανάβαση, ούτε έβαλε στον εαυτό του κάποιο τέρμα στην κίνησή του προς τα πάνω. Αλλά απ’ την στιγμή που πάτησε το πόδι του “στη σκάλα που πατούσε ο Θεός”, όπως λέει ο Ιακώβ, δεν σταμάτησε ποτέ να ανεβαίνει στα παραπάνω σκαλιά, επειδή πάντα έβρισκε το παραπάνω σκαλί από εκείνο στο οποίο είχε φτάσει. Αρνήθηκε την ψεύτικη συγγένεια με την βασίλισσα των Αιγυπτίων. Μεταπήδησε στην ερημική ζωή, την οποία και δεν ενοχλεί ο ανθρώπινος βίος. Βόσκει μέσα του το κοπάδι των ήμερων ζώων. Βλέπει τη λάμψη του φωτός. Ανεβαίνει προς το φως χωρίς κάποιο βάρος. Οδηγεί στην ελευθερία τους συγγενείς και τους συμπατριώτες του. Με το βράχο σβήνει τη δίψα των συντρόφων του. Απ’ τον ουρανό προμηθεύει το ψωμί. Έπειτα με την έκταση των χεριών του, κατατροπώνει τον εχθρό. Ακούει τη σάλπιγγα. Καταφέρνει και μπαίνει στα άδυτα της “αχειροποίητης σκηνής” του Κυρίου. Διδάσκεται τα μυστικά της θείας ιεροσύνης. Εξαφανίζει τα είδωλά. Εξευμενίζει το Θεό. Ξαναπαίρνει τις πλάκες του νόμου, που καταστράφηκαν εξαιτίας της κακίας των Ιουδαίων. Ακτινοβολεί με τη δόξα. Και αν και ανυψώθηκε μέσα από τόσες πολλές αναβάσεις, ο πόθος του να ανέβει περισσότερο δεν σταματούσε, και παρακαλούσε να πετύχει, παρακαλώντας το Θεό να εμφανιστεί σ’ αυτόν, όχι στο βαθμό που ο ίδιος μπορεί να γνωρίσει το Θεό, αλλά όπως Εκείνος είναι.

Νομίζω ότι αυτό το έπαθε από κάποια ερωτική διάθεση που απέκτησε η ψυχή του για το καλό, και παρασύρθηκε συνεχώς προς το ανώτερο, αφού πάντα με αυτό που καταλάβαινε, θέρμαινε όλο και περισσότερο την επιθυμία προς το μυστικό. Και επειδή θεωρούσε αυτό που πάντα έβλεπε ως εικόνα εκείνου το οποίο επιθυμούσε, γι’ αυτό ο φλογερός εραστής επιθυμεί έντονα να χορτάσει απ’ το ίδιο το πρωτότυπο, τον ίδιο το Θεό. Και τολμηρό αίτημα αυτής της επιθυμίας που ξεπερνά κάθε όριο, είναι το να μην απολαμβάνει την ομορφιά του Θεού μέσα από “κάποιους καθρέφτες και ανταύγειες, αλλά κατά πρόσωπο”.

Και η φωνή του Θεού ικανοποιεί το αίτημα, αφού με λίγα αποκαλύπτονται νοήματα ανυπολόγιστου βάθους. Γιατί ο Θεός δεν θα εμφανιζόταν στον υπηρέτη Του Μωϋσή, αν το θέαμα ήταν τέτοιο ώστε να διακόψει την επιθυμία εκείνου που θα το έβλεπε. Άρα σ’ αυτό βασίζεται το να δεις τον Θεό αληθινά, στο να μην εμποδίσεις ποτέ εκείνον ο οποίος επιθυμεί να βλέπει συνέχεια προς Αυτόν. Γιατί λέει: “δεν θα μπορέσεις να δεις το πρόσωπο μου, γιατί δεν θα μπορέσει να ζήσει ο άνθρωπος που θα δει το πρόσωπο μου”. Αυτό λέει βέβαια ο λόγος, αλλά δεν είναι αιτία θανάτου αυτό που γίνεται με όσους βλέπουν το πρόσωπο του Θεού. Άλλωστε πως θα μπορούσε ποτέ να γίνει αιτία θανάτου το πρόσωπο της ζωής, για όσους το πλησιάζουν; Αλλά επειδή απ’ τη φύση του ο Θεός δίνει ζωή, και βρίσκεται πάνω από καθετί, γι’ αυτό εκείνος που φαντάζεται ότι ο Θεός είναι ένα από όσα γνωρίζονται, δεν έχει ζωή, αφού με την αντίληψη και τη φαντασία του, ξέφυγε απ’ τον αληθινό θεό προς αυτά που φαντάζεται ότι υπάρχουν. Γιατί ο αληθινός Θεός είναι η αληθινή ζωή. Και είναι απλησίαστος στη γνώση. Αν είναι λοιπόν απλησίαστη στη γνώση η ζωοποιός φύση, ο Θεός, οπωσδήποτε δεν είναι ζωή αυτό που κατανοείται. Και ότι δεν είναι ζωή, δεν μπορεί να δώσει ζωή. Έτσι ικανοποιείται ο πόθος του Μωϋσή, με το να μένει ανικανοποίητη η επιθυμία του.    

   Με όσα είπαμε διδασκόμαστε ότι ο Θεός είναι απεριόριστος, αφού δεν περικλείεται μέσα σε κανένα όριο. Γιατί αν ταυτιστεί ο Θεός με κάποιο όριο, αναγκαστικά με το όριο θα ταυτιστεί και ότι υπάρχει πέρα απ’ αυτό. Επειδή αυτό που έχει όριο καταλήγει οπωσδήποτε κάπου, όπως για τα πουλιά όριο είναι ο αέρας, και για τα ψάρια το νερό. Και όπως το ψάρι βυθίζεται στο νερό ολόκληρο και το πουλί στον αέρα, και ανάμεσα στο νερό και σ’ αυτό που πλέει ή στον αέρα και στο πουλί, άκρη του τέρματος είναι η επιφάνεια που περικλείει το πουλί ή το ψάρι και αυτής διαδέχεται ο αέρας ή το νερό. Έτσι αναγκαστικά αν ο Θεός νοείται μέσα σε όριο, θα περικλειόταν από το ανομοιογενές κατά τη φύση. Αλλά στη συνέχεια του λόγου βεβαιώνεται ότι αυτό που περιέχει είναι πολλαπλάσιο από το περιεχόμενο.

Από όλους όμως ομολογείται ότι ο Θεός είναι αγαθός. Και οτιδήποτε διαφορετικό από το αγαθό, είναι κάτι, αλλά όχι αγαθό. Αυτό όμως που βρίσκεται έξω από το αγαθό, εννοείται ότι ανήκει στη φύση του κακού. Αποδείχτηκε όμως ότι αυτό που περιέχει είναι πολλαπλάσιο του περιεχόμενου. Όσοι λοιπόν φαντάζονται ότι ο Θεός έχει όριο, αναγκαστικά είναι σαν να λένε ότι Αυτός περικλείεται και μέσα στο κακό. Όποιος βάζει το Θεό μέσα σε όριο, διδάσκει ότι το αγαθό εξουσιάζεται από το κακό. Αυτό όμως είναι άτοπο. Δεν υπάρχει λοιπόν, κανένας περιορισμός για την απεριόριστη φύση του Θεού. Και το απεριόριστο δεν μπορεί να κατανοηθεί. Αλλά όλη η επιθυμία για το αγαθό που μας προσελκύει, βρίσκεται μαζί με το δύσκολο δρόμο που πρέπει να βαδίσει κανείς για να βρει το αγαθό.

Και αυτό σημαίνει το να δεις πραγματικά τον Θεό, σημαίνει το να μην χορτάσει ποτέ η επιθυμία σου. Πρέπει όμως να φλεγόμαστε από επιθυμία για να δούμε κάτι περισσότερο από αυτά που έχουμε ήδη δει. Και έτσι κανένα όριο δεν θα μπορεί να διακόψει την ανάβαση μας προς τον Θεό, γιατί δεν υπάρχει κανένας περιορισμός του αγαθού, και γιατί η αύξηση της επιθυμίας μας για το αγαθό δεν χορταίνεται ποτέ. 

Comments