Πατερική Ανθολογία: Ανθρωπολογία

αναρτήθηκε στις 16 Μαΐ 2014, 1:27 μ.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων   [ ενημερώθηκε 16 Μαΐ 2014, 1:36 μ.μ. ]
Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ

ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ : από το «Περί κατασκευής του ανθρώπου του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης

1.     Γιατί ο άνθρωπος πλάστηκε τελευταίος

2.     Γιατί το ανθρώπινο σώμα είναι όρθιο

3.     «Κατ΄εικόνα και καθ΄ομοίωσιν»

4.     Μία η αρχή της ψυχής και του σώματος

5.     «Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε»

ΟΜΑΔΑ   Γ' ΚΕΙΜΕΝΩΝ: ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ

ΓΙΑΤΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΛΑΣΤΗΚΕ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ

Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης θέλοντας να δείξει τη μεγάλη αξία του ανθρωπίνου όντος, υπογραμμίζει από την αρχή το βασιλικό του δώρο, με το οποίο ο Θεός τον κατέστησε άρχοντα της κτίσεως, αφού τον έπλασε τελευταίο μετά από  όλα όσα συγκροτούν το σύμπαν. Στο «ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ» μαζί με τη συστηματική και ακριβή ανάλυση των βιβλικών δεδομένων συνδυάζονται και οι φιλοσοφικο-επιστημονικές  αντιλήψεις, προκειμένου να φανερωθεί η υπεροχή του ανθρώπου και να συνειδητοποιηθεί ο προορισμός του.

   Οι αρχαίοι Ελληνες φιλόσοφοι είχαν ήδη διατυπώσει πολύ σημαντικές απόψεις για τη φύση του ανθρώπου και την ηθικοκοινωνική του συμπεριφορά, ξεκινώντας ο καθένας από διαφορετική αφετηρία. Υπήρχαν ακόμη και οι μελέτες που εστίαζαν το ενδιαφέρον στην ανατομία και φυσιογνωμία του σώματος, καθώς και σε βασικές λειτουργίες της Ζωής, ( Ιατρικο- Επιστημονική κληρονομιά της αρχαιότητας, καταχωρημένη στα σχετικά βιβλία ) . Ο Άγιος Γρηγόριος, σαφέστατα είναι ενημερωμένος για όλα αυτά. Γνωρίζοντας και τις απαιτήσεις των καλλιεργημένων ανθρώπων της εποχής του, φροντίζει να ανταποκριθεί σ’ αυτές και παράλληλα να μιλήσει για τις υψηλές αλήθειες της αποκάλυψης, οι οποίες υπογραμμίζουν τη θεϊκή καταγωγή του ανθρωπίνου γένους.

 Η ενσωμάτωση των «θύραθεν» αντιλήψεων (περί ανθρώπου) στην πατερική θεολογία είναι καθ’ όλα νόμιμη, διότι  η εκκλησία αποδέχεται την «πρόσληψη» των πολιτισμικών επιτευγμάτων της προ Χριστού εποχής, ως διαδικασία ερμηνείας του περιεχομένου της πίστεως, προς τους «εκτός» αυτής ευρισκόμενος. Η πατερική θεολογία μας επιτρέπει να διακρίνουμε αυτή την «μέθοδο εργασίας» , με έναν ξεκάθαρο τρόπο, αφού μπορούμε να διακρίνουμε τι είναι βιβλική αποκάλυψη σε σχέση με τα υπόλοιπα «θύραθεν» στοιχεία, τα εγκατεσπαρμένα «εδώ και εκεί» μέσα στην αφήγηση.    

 Ενώ, όμως η σύνθεση των πατέρων έχει την διαχρονική της αξία, ως αποστολή προς τους «έξω», ολοφάνερα λείπει στη σημερινή εποχή μια «άλλη σύνθεση» (συμπληρωματική ίσως της πατερικής) η οποία θα συμπεριλαμβάνει τις νεότερες επιστημονικές αντιλήψεις περί ανθρώπου και θα απαντά σε νέα ερωτήματα.

  Είναι σαφές πως η επιστήμη (και η μέθοδος εργασίας της) έχουν τροποποιήσει σημαντικά το «ανθρωποείδωλο» στη σύγχρονη εποχή, ιδιαιτέρως δε οι ανακαλύψεις της βιολογίας (ως κατεξοχήν επιστήμης της ζωής). Οι περί «θείας εικόνας» θεολογικές παραστάσεις λίγο- πολύ θεωρούνται «μεταφυσικές φαντασιώσεις»  Ο άνθρωπος «ερευνάται» ως προέκταση της φύσης και «εξάρτημά» της. Αυτός ο Απόλυτος Βιολογισμός αναπόφευκτα οδηγεί στη θεωρία της εξελίξεως. Αν και έχουν γίνει σημαντικές προσπάθειες θεολόγων να απαντήσουν σε ερωτήματα, που θέτει η εν λόγω θεωρία, ουσιαστικά ελλείπει ένα έργο αντίστοιχο εκείνου του Γρηγορίου Νύσσης.

  Ισως κάτι τέτοιο να επιβάλλεται σήμερα ως απάντηση της ορθοδόξου θεολογίας στην  θεωρία της Εξελίξεως, η οποία (κατά τη γνώμη επιφανών στοχαστών) έγινε διάσημη, λιγότερο για τα ευρήματά της και περισσότερο για την απόπειρα υποκατάστασης της βιβλικής αποκάλυψης περί ανθρώπου, με μια νεα αντίληψη ( και την μόνη ορθή κατά τη γνώμη των Δαρβινιστών).   

 Στους Αγίους Πατέρες βρίσκουμε αναφορές στην εξέλιξη των όντων, όχι όμως τις ίδιες ερμηνείες (για να φανεί έτσι ότι τα αυτά δεδομένα, μπορούν να έχουν τελείως διαφορετικές εξηγήσεις). Οι σύγχρονοι εξελικτικοί θέλουν τον άνθρωπο ως την τελευταία βαθμίδα μιας τυφλής διαδικασίας που αρχίζει από τους ωκεανούς και φτάνει ως το έλλογο όν, όπως το γνωρίζουμε σήμερα.

   Πρόκειται για μια «εκ τω κάτω» θεώρηση της ανθρώπινης υπόστασης, που κυριαρχεί διεθνώς στον επιστημονικό χώρο, παρά τις πολλές ελλείψεις αντικειμενικότητας τις οποίες παρουσιάζει. Το ακόμα χειρότερο για την εξελικτική θεωρία συνίσταται στην δικαιολόγηση του νόμου της ζούγκλας, στις ανθρώπινες κοινωνίες (μικρές ή μεγάλες) ως δήθεν φυσικού νόμου (εξαφάνιση του αδυνάτου, του «κατωτέρου») και στην ιδεολογική κάλυψη των ποικίλων ηθικών παρεκτροπών (ρατσισμός, βία, κλπ).   

 Μπορεί να υποστηριχθεί, ότι η νατουραλιστική θεώρηση της ζωής εξοβελίζει το Δίκαιο από τις σχέσεις, αφού θεωρεί ως «φυσιολογική» κάθε εκδήλωση αγριότητας και υποταγής του ασθενεστέρου. 

 Οι πατέρες της εκκλησίας ( και αληθείς άνθρωποι του θεού), είναι ενήμεροι και αυτοί για την άλογη και κτηνώδη ζωή (την φορά προς το ζωώδες), της δίνουν όμως άλλη ερμηνεία. Η φορά αυτή εξηγείται ως πτώση από τον αρχικό προορισμό (πράγμα που αδυνατεί να δει η επιστήμη και οι λογικές της μέθοδοι) και ως «ένδυση» με «δερμάτινους χιτώνες». Ο άνθρωπος, στην τωρινή του φάση βρίσκεται σε μια «αντίστροφη εξέλιξη» έχοντας απομακρυνθεί από τις αρχικές του καταβολές και έχοντας «εξομοιωθεί τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις».

 Γι’ αυτό το λόγο οι θείοι Πατέρες μπορούν να μιλούν για ανθρώπινη κοινωνία και για αγάπη (ως κατόρθωμα της Πίστης) ενώ οι σύγχρονοι επιστήμονες, πέραν των φυσιοκρατικών τους απόψεων , αδυνατούν να προσφέρουν οποιαδήποτε ηθική ανάταση μέσα από τις «συνθήκες της ύπαρξης» στις οποίες ο άνθρωπος έχει «ριχτεί   Οι μέθοδοι της επιστήμης είναι οι ίδιες φυλακισμένες στις συνθήκες της πτώσης (λέει ο ορθ.στοχαστής Clement Olivier) και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο αδυνατούν να αναχθούν στην αλήθεια για την Πρωταρχική κατάσταση και φύση του ανθρώπου.

    Νομίζουμε πως η ανάγνωση των πατέρων έχει να διδάξει πολλά τους σημερινούς γνωστικούς και να τους διανοίξει νεα πεδία αντίληψης, στην προσέγγιση της φύσης και του προορισμού του ανθρώπου. Χρειάζεται φυσικά παραμέρισμα των προκαταλήψεων για την «υποδοχή» του Αγιοπατερικού λόγου, και θέληση εντίμου διαλόγου, στα όρια της σύνθεσης θεολογίας, φιλοσοφίας και επιστήμης. Να θυμίσουμε εδώ και πάλι, πως η Επιστήμη αποτελεί θείο Δώρο («κύριος έδωκεν ανθρώποις επιστήμην») μέσω του οποίου μπορούμε να θαυμάζουμε τα έργα του Δημιουργού.

Οι ανακαλύψεις της νεότερης βιολογίας δεν θα έπρεπε, κατά ταύτα να οδηγούν στην αθεϊα. Με οδηγό το έργο των πατέρων, η θεολογία οφείλει να προχωρήσει σε μια νέα σύνθεση, ικανή να ανταποκρίνεται στην αναζήτηση των σημερινών γνωστικών, επαναβεβαιώνοντας το κύρος των αποκαλυπτόμενων αληθειών της βίβλου, προς Δόξαν Θεού.

ΚΕΙΜΕΝΟ  1Ο

ΓΙΑΤΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ : Ε.Π.Ε  εκδ. « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΕΡΓΑ ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ,  τ.  5,   σελ.  30.

    Αυτό το σπουδαίο και πολύτιμο πράγμα, ο άνθρωπος, δεν είχε ακόμη εμφανισθεί στον κόσμο των δημιουργημάτων. Άλλωστε δεν ήταν σωστό, να είχε παρουσιασθεί πριν από τους αρχόμενους ο άρχοντας, αλλά αφού προετοιμασθεί έγκαιρα το βασίλειο, στη συνέχεια να παρουσιασθεί ο βασιλιάς. Και τούτο διότι ο Δημιουργός του παντός προετοίμασε για τον μελλοντικό βασιλιά κάποια βασιλική κατοικία. Κι αυτή είναι η γη και τα νησιά και η θάλασσα κι ο ουρανός, που είναι κυρτός σαν οροφή πάνω απ`αυτά.

      Σ`αυτά τα βασιλικά κτήματα εναποθηκεύτηκε πλούτος παντοειδής Κι όταν λέγω πλούτο, εννοώ όλα τα δημιουργήματα, τόσο αυτά που συγκαταλέγονται στα φυτά και στα δέντρα, όσο κι εκείνα που έχουν αίσθηση και πνοή και ψυχή μέσα τους. Ίσως μάλιστα πρέπει, να συμπεριλάβω σ`αυτό τον πλούτο και τα διάφορα υλικά αγαθά, όσα φαίνονται πολύτιμα στα ανθρώπινα μάτια, εξαιτίας του καλού χρώματός τους, όπως είναι το χρυσάφι και το ασήμι κι εκείνες οι πέτρες, που αγαπούν οι άνθρωποι. Κι αυτών όλων έκρυψε την αφθονία μέσα στους κόλπους της γης, σαν να ήταν άλλοι βασιλικοί θησαυροί.

   Κι έπειτα απ`όλα αυτά αναδεικνύει στον κόσμο τον άνθρωπο, ο οποίος σε μερικά από τα θαύματα του κόσμου θα είναι θεατής και σε άλλα κύριος. Κι έτσι με την απόλαυση αυτού του πλούτου αφενός μεν να συνειδητοποιεί τη φρόνηση εκείνου που τον χορηγεί, αφετέρου δε δια μέσου του κάλλους και του μεγαλείου εκείνων που βλέπει, να εξιχνιάζει την απόρρητη, και υπεράνω κάθε λογικής, δύναμη του Δημιουργού.

Γι`αυτούς τους λόγους εμφανίζεται τελευταίος μετά τη δημιουργία ο άνθρωπος, κι όχι γιατί τάχα περιφρονήθηκε μεταξύ των τελευταίων ως απόβλητος, αλλά επειδή έπρεπε να είναι βασιλιάς των υπηκόων ευθύς με τη γέννησή του. Κι ο Θεός, σαν άλλος καλός ξενοδόχος, δεν εισάγει εκείνον, που πρόκειται να γευματίσει, πριν από την ετοιμασία των φαγητών, αλλά όταν τα τακτοποιήσει όλα με ευπρέπεια και στολίσει το σπίτι με τα ανάλογα διακοσμητικά, δηλ. το ανάκλιντρο, το τραπέζι, τότε οδηγεί προς τα ήδη ετοιμασμένα για το γεύμα εδέσματα, τον προσκαλεσμένο στο τραπέζι. 

   Με τον ίδιο τρόπο ο πλούσιος και πλουσιοπάροχος εστιάτωρ του γένους μας, αφού στόλισε καλά την κατοικία με παντοειδή κάλλη κι ετοίμασε αυτή τη σπουδαία και ποικίλη πανδαισία, τότε οδήγησε μέσα τον άνθρωπο.  Και το έργο που του ανέθεσε, δεν ήταν να αποκτήσει αυτά που έλειπαν, αλλά να απολαύσει αυτά που υπήρχαν.  Γι`αυτό τον λόγο και προσφέρει στον άνθρωπο διπλά τα μέσα για την επιτυχία του σκοπού της δημιουργίας του, αναμιγνύοντας το θείο με το γήινο στοιχείο έτσι , ώστε και με τα δυο να έχει σύμφυτη και οικεία την απόλαυση από τον καθένα. Και να απολαμβάνει το Θεό με την πιο θεία φύση, δηλ. με την ψυχή, και τα υλικά αγαθά με την όμοια προς αυτά αίσθηση.

Αξίζει να μην μείνει και τούτο ανεξέταστο το ότι δηλ. η δημιουργία σχεδιάζεται σε γενικές γραμμές κατά κάποιο τρόπο από τη θεϊκή δύναμη, κι αρχίζει να υπάρχει από τη στιγμή που δόθηκε το πρόσταγμα, όταν είχαν τεθεί κάτω τα θεμέλια όλου αυτού του κόσμου και των επί μέρους στοιχείων του για τη σύσταση του σύμπαντος.

    Για τη δημιουργία όμως του ανθρώπου γίνεται από πρίν σκέψη.  Σχεδιάζεται εκ των προτέρων από τον Δημιουργό με την περιγραφή του λόγου αυτό, που πρόκειται να δημιουργηθεί.  Συγκεκριμένα πως ακριβώς ταιριάζει να είναι, με ποιο πρότυπο να ομοιάζει, και για ποιο σκοπό δημιουργήθηκε και τι έργο θα επιτελέσει, όταν δημιουργηθεί και ποια άλλα δημιουργήματα θα εξουσιάζει.  Όλα τα εξετάζει προσεκτικά από την αρχή ο λόγος, ώστε το αξίωμα που θα λάβει ως κλήρο ο άνθρωπος, να είναι προγενέστερο από τη δημιουργία του, αφού θα έχει αποκτήσει την εξουσία των δημιουργημάτων, πρίν ακόμη ο ίδιος δημιουργηθεί.

   Γιατί λέγει «Είπε ο Θεός ας δημιουργήσουμε τον άνθρωπο σύμφωνα με την δική μας εικόνα και την ομοίωση, με το σκοπό να εξουσιάζει τα ψάρια της θάλασσας και τα θηρία της γης και τα πετεινά του ουρανού και τα κτήνη κι όλη τη γη».

 Ώ τι θαύμα είναι αυτό! Δημιουργείται ο ήλιος και δεν προηγείται καμία σκέψη. Το ίδιο και με τον ουρανό, δηλ. τα δημιουργήματα αυτά, που δεν έχουν το όμοιό τους σ`όλη την κτίση. Κι αυτό το θαύμα γίνεται με το λόγο μόνο, χωρίς ούτε το πού , ούτε το πώς,  ούτε κάτι άλλο παρόμοιο να επισημανθεί από το λόγο.  Με τον ίδιο τρόπο και το καθένα απ`όλα τα δημιουργήματα, δηλ. η ατμόσφαιρα, τα αστέρια, ο αέρας που υπάρχει ανάμεσά τους, η θάλασσα, η γη, τα ζώα, τα φυτά, τα πάντα δημιουργούνται με πρόσταγμα.

   Μόνο για τη δημιουργία του ανθρώπου προχωρεί ο Δημιουργός του σύμπαντος με τόση περίσκεψη, ώστε να προετοιμάσει γι`αυτόν και το υλικό της δημιουργίας, να εξομοιώσει τη μορφή του με κάποιο αρχέτυπο κάλλος, να του θέσει εκ των προτέρων το σκοπό για χάρη του οποίου δημιουργείται, να δημιουργήσει γι`αυτόν κατάλληλη και συγγενή ως προς τα έργα τη φύση, ώστε να είναι ικανή  γι`αυτό που υπάρχει μπροστά της.

      Όπως σ`αυτήν εδώ τη ζωή οι τεχνίτες κατασκευάζουν το όργανο ανάλογα με την ανάγκη, έτσι κι ο αριστοτέχνης Θεός δημιούργησε τη φύση μας, σαν άλλο σκεύος κατάλληλο για βασιλικό έργο. Και προετοίμασε τον άνθρωπο να είναι τέτοιος, τόσο με τα ψυχικά πλεονεκτήματα, όσο και μ`αυτή τη μορφή του σώματος, ώστε να ασκεί με επιδεξιότητα τη βασιλική εξουσία.

   Η ψυχή π.χ. δείχνει από μόνη της τη βασιλική και ηγεμονική ιδιότητα, αφού είναι αποχωρισμένη από την άσημη ταπεινότητα και είναι η ίδια ελεύθερη κι απεριόριστη και διοικείται κατά τρόπο αυτεξούσιο, σύμφωνα με τις δικές της επιθυμίες. Αυτό το γνώρισμα σε ποιόν άλλον ανήκει, εκτός από τον βασιλιά;  Κι ακόμη με το να δημιουργηθεί ο άνθρωπος ως εικόνα της φύσης εκείνης, δηλ. του Θεού, που εξουσιάζει τα πάντα, δε σημαίνει τίποτε άλλο, παρά μόνο ότι αυτός δημιουργήθηκε αμέσως βασιλιάς.

    Είναι γνωστό πως εκείνοι που φτιάχνουν σύμφωνα με κάποια ανθρώπινη συνήθεια τις εικόνες των αρχόντων, αναπλάθουν και τα χαρακτηριστικά της μορφής, και μαζί με τα πορφυρά ενδύματα περιγράφουν ταυτόχρονα και το βασιλικό αξίωμα.  Και λέγεται και η εικόνα από συνήθεια βασιλιάς. Κι ο άνθρωπος, λοιπόν, επειδή δημιουργήθηκε για είναι άρχοντας των άλλων,  με την ομοιότητα προς τον Βασιλιά του Παντός, ανορθώθηκε σαν άλλη έμψυχη εικόνα, που βρίσκεται σε κοινωνία με το πρότυπο και με το αξίωμα του βασιλικού ονόματος. Δε φοράει βέβαια πορφυρά ενδύματα, ούτε με τη βασιλική ράβδο και το στέμμα φανερώνει το αξίωμά της, αφού ούτε και το πρότυπο τα έχει αυτά.

  Όμως αντί για την αλουργίδα φοράει την αρετή, που είναι ανώτερη από όλα τα βασιλικά ενδύματα.  Αντί για τη ράβδο στηρίζεται στη μακαριότητα της αθανασίας. Αντί για το βασιλικό στέμμα, στολίζεται με το στεφάνι της δικαιοσύνης. Κι έτσι φαίνεται δια μέσου όλων, ότι είναι εξομοιωμένη με ακρίβεια προς το αρχέτυπο κάλλος, που υπάρχει στο βασιλικό αξίωμα.

   Όμως το θείο κάλλος δεν υπάρχει σε κάποιο σχήμα κι ούτε στολίζεται από το πλεονέκτημα της μορφής, αλλά εμφανίζεται με την ανέκφραστη μακαριότητα, που πηγάζει απ`την αρετή. Οι ζωγράφοι μεταφέρουν στους πίνακες τις ανθρώπινες φυσιογνωμίες με τη βοήθεια χρωμάτων, αφού επιχρίσουν το αντίγραφο με τις ανάλογες και συγγενείς αποχρώσεις έτσι, ώστε να μεταφερθεί με κάθε ακρίβεια το κάλλος του προτύπου στο ομοίωμα. 

   Με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να εννοήσουμε και το δικό μας Πλάστη.  Γιατί δείχνει στο πρόσωπό μας τη δική του εικόνα, όταν με τις αρετές, τις οποίες ρίχνει επάνω μας σαν άλλα χρώματα, στολίζει γύρω – γύρω την εικόνα του, δηλ. την ψυχή μας, ανάλογα με το δικό του κάλλος. Αυτού του είδους τα χρώματα της εικόνας είναι ποικίλα και κάθε μορφής.  Με αυτά ζωγραφίζεται εκ νέου το αληθινό πρόσωπο. Κι αυτά δεν είναι η ερυθρότητα και η φωτεινότητα κι οποιαδήποτε μεταξύ τους ανάμιξη. Ούτε το ελαφρό βαψιμο με μαύρη βαφή, που γίνεται στα φρύδια και στα μάτια, και το οποίο δίνει στις κοιλότητες του προσώπου μια ελαφριά φωτοσκίαση με κάποια ανάμιξη, κι όσα άλλα επενόησαν τα χέρια των ζωγράφων.

  Αλλά αντί γι`αυτά τα υλικά χρώματα χρησιμοποιούνται η καθαρότητα, η απάθεια, η μακαριότητα, η αλλοτρίωση από κάθε κακό κι όσα άλλα ανήκουν σ`αυτή την κατηγορία, με τα οποία διαμορφώνεται στους ανθρώπους η ομοίωση προς το Θεό. Με τέτοια άνθη σμίλεψε ο Δημιουργός τη φύση της δικής του εικόνας.

   Αν μάλιστα μαζί με αυτά εξετάσεις προσεκτικά και τα άλλα, με τα οποία σχηματίζεται το θείο κάλλος, τότε θα βρεις να σώζεται κι ως προς εκείνα και με ακρίβεια η ομοιότητα της εικόνας που υπάρχει ανάμεσά μας. Και να τι ακριβώς εννοώ. Ο Θεός είναι Νους και Λόγος, γιατί καθώς λέγει ο ευαγγελιστής, «Στην αρχή υπήρχε ο Λόγος» (Ιωαν. 1,1). Και οι προφήτες, σύμφωνα με το λόγο του αποστόλου Παύλου, «έχουν νουν Χριστού, ο Οποίος ομιλεί δια μέσου αυτών» (Α` Κορ. 2, 16 και Β` Κορ. 13,3).

   Αλλά κι ο άνθρωπος δε βρίσκεται έξω από αυτά. Βλέπεις μέσα σου και το λόγο και το νου, που είναι απομίμηση και του όντος Λόγου. Ο Θεός είναι αγάπη και η πηγή της αγάπης. Αυτό λέγει κι ο πολύς Ιωάννης « η αγάπη προέρχεται από τον Θεό» κι «ο Θεός είναι αγάπη» (Α` Ιωαν. 4,7-8). Αυτή την αγάπη κάμνει και δικό μας προσωπικό γνώρισμα ο Δημιουργός μας «Με αυτό το σημείο θα σας αναγνωρίζουν οι άλλοι ως μαθητές μου, λέγει ο Κύριος, αν αγαπάτε ο ένας τον άλλο» (Ιωαν. 13,35). Συνεπώς όταν απουσιάζει η αγάπη, μεταβάλλεται όλη η μορφή της εικόνας. Ο Θεός επιβλέπει τα πάντα κι ερευνά τα πάντα. Και συ με την όραση και με την ακοή έχεις αντίληψη για τα όντα. Έχεις και νου, ο οποίος ερευνά κι εξετάζει με ακρίβεια τα όντα.


ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΣΩΜΑ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΙΟ

Ο άνθρωπος μόνος μεταξύ των άλλων έμψυχων όντων διακρίνεται και ξεχωρίζει από την όρθια στάση του σώματός του, η οποία κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης επιτρέπει την ανάπτυξη του λόγου. Οι πατέρες γενικά βλέπουν το σώμα ως «υπηρέτη» της ψυχής χωρίς να το υποτιμούν, αφού είναι πράγματι θεόπλαστο. Ο ίδιος ο θείος Λόγος κατοίκησε σε σώμα και δι’ αυτού ενήργησε «σημεία και τέρατα» και δίδαξε τους ανθρώπους.

    Η κατασκευή του σώματος είναι τέτοια, που να εξυπηρετεί ορισμένες βασικές λειτουργίες και ενώ τα ζώα απλώς τρέφονται και αναπαράγονται, σκύβουν προς τα κάτω αναζητώντας υλική τροφή και εκτελούν ενστικτώδεις κινήσεις (οι οποίες κατά τον Μ.Βασίλειο επίσης αντανακλούν το σχέδιο του Θεού γι’ αυτά), ο άνθρωπος έχει επιπλέον το προνόμιο της όρθιας στάσης, ακριβώς γιατί είναι έλλογος .Αντιλαμβάνεται με τις αισθήσεις του τον κόσμο, συνάμα δε ερμηνεύει τον κόσμο με τη νόησή του και καλλιεργεί πολιτισμό ποικιλοτρόπως.

     Γράφει λοιπόν, ο άγιος Γρηγόριος μεταξύ άλλων και τα παρακάτω, άκρως διαφωτιστικά για το φαινόμενο της ζωής: «Και εγώ  νομίζω πως ο Μωυσής, με όλα όσα λέει, μας φανερώνει κάποια από τις κρυμμένες αλήθειες της πίστης μας και ότι με τα μυστήρια της δημιουργίας, μας παρουσιάζει τη διδασκαλία περί της ψυχής. Γι’ αυτήν έκανε βέβαια υποθέσεις και η ανθρώπινη παιδεία, χωρίς όμως και να την κατανοήσει σαφώς. Μας διδάσκει λοιπόν με αυτά ο λόγος, ότι η ζωτική και ψυχική δύναμη εμφανίζεται με τρεις διαφορετικές μορφές. Η μια είναι μόνο για να αυξάνει και να τρέφει, προσφέροντας σε όσα τρέφονται με αυτή το απαραίτητο για την ανάπτυξη : αυτή ονομάζεται φυσική και εμφανίζεται στα φυτά. Γιατί μπορεί να βρεις και στα φυτά κάποια ζωτική δύναμη, που δεν μετέχει όμως σε καμία αίσθηση.

    Μια άλλη μορφή ζωής, εκτός από την πρώτη, την των φυτών… βρίσκεται στη φύση των ζώων. Γιατί αυτά, όχι μόνον αυξάνουν και τρέφονται, αλλά διαθέτουν αλλά διαθέτουν και τη λειτουργία της αίσθησης και της αντίληψης. Η τέλεια όμως σωματική ζωή, εμφανίζεται καθαρά στη λογική φύση, δηλαδή στην ανθρώπινη. Αυτή και  τρέφεται και αισθάνεται και μετέχει στο λόγο και κυβερνάται από το νου» ( Γρηγ.Νύσσης.  Απαντα, τομ.5 ).

     Τα τελευταία τούτα λόγια του Αγίου, σαφώς υπονοούν τον άρρηκτο σύνδεσμο ψυχής σώματος, αφού ο άνθρωπος έχει «σχεδιαστεί» κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μετέχει και του υλικού και πνευματικού σύμπαντος. Η ίδια η κατασκευή του σώματος (η όρθια στάση) εξυπηρετεί τη λειτουργία του λόγου και στο σημείο αυτό βρίσκεται  μια ουσιώδης διαφορά από το ζωώδες στοιχείο.

  Η σύγχρονη όμως νατουραλιστική (φυσιοκρατική) ερμηνεία του ανθρώπου, θα βρει σ’ αυτόν, μόνο ένα «ζώο που κατασκευάζει εργαλεία» και έτσι «αναπτύσσεται ο εγκέφαλός του», παράγοντας πολιτισμό. Είναι και αυτή μια υπόθεση της ανθρώπινης σοφίας-παιδείας (όπως την χαρακτηρίζει ο Αγιος Γρηγόριος), η οποία εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της Εξελικτικής θεωρίας, για την οποία  έχει γίνει ήδη λόγος. Γι’ αυτό και οι αδυναμίες αυτής της υπόθεσης, ταυτίζονται σχεδόν με τις αδυναμίες κάθε εξελικτικού συστήματος, το οποίο θέλει να εξηγήσει την ανωτερότητα του ανθρώπου (την οποία άλλωστε δεν μπορεί να αρνηθεί), ως προϊόν διαδικασιών τυφλής φύσης, χωρίς Δημιουργό.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ  2Ο

ΓΙΑΤΙ  ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΙΟ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΣΩΜΑ

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ :  Ε.Π.Ε.  εκδ. « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΕΡΓΑ ΓΡΗΓ.  ΝΥΣΣΗΣ,  τ.  5,   σελ.  50.

   Το σώμα είναι όρθιο για τον άνθρωπο και ανυψώνεται προς τον ουρανό και βλέπει προς τα επάνω. Είναι κι αυτά δείγματα της εξουσίας κι αποκαλύπτουν το βασιλικό αξίωμα. Γιατί μόνος ο άνθρωπος μεταξύ των άλλων ζώων είναι έτσι πλασμένος, όλων δε των άλλων τα σώματα σκύβουν προς τα κάτω. Κι αυτό είναι σαφής απόδειξη της διαφοράς της αξίας τόσο εκείνων που υποκύπτουν, όσο και της εξουσίας, η οποία στέκεται πάνω απ`αυτά. Γιατί σ' όλα τα άλλα ζώα τα μπροστινά μέλη του σώματος είναι τα πόδια, γιατί το σκυφτό μέρος χρειάζεται οπωσδήποτε ένα υποστήριγμα.

   Κατά τη δημιουργία όμως του ανθρώπου μπροστινά μέλη του σώματος έγιναν τα χέρια. Γιατί για την ανάγκη της όρθιας στάσης επαρκεί η μια βάση, όταν στηρίζει με ασφάλεια στα δυο πόδια τον άνθρωπο σ`αυτή τη θέση.   Άλλωστε η υπηρεσία των χεριών συνεργάζεται και με την ανάγκη του λόγου. Κι αν κανείς χαρακτηρίζει ως γνώρισμα της λογικής φύσης την εξυπηρέτηση που προσφέρεται από τα χέρια, δε σφάλλει καθόλου.

   Και για να το διαπιστώσεις αυτό, είναι αρκετό να ανατρέξεις με τη σκέψη σου σ`αυτό το κοινό και πρόχειρο παράδειγμα  στο ότι δηλ. φανερώνουμε το λόγο με τα γράμματα, τα οποία σχηματίζουν τα χέρια. Άλλωστε δεν είναι καθόλου αμέτοχο της λογικής κι αυτό, το να μιλάμε, δηλ. με τα γράμματα, και κατά κάποιο τρόπο να συνδιαλεγόμαστε με το χέρι, αφού διασώζουμε τις λέξεις μέσα από τις μορφές των γραμμάτων. Εγώ όμως αποβλέπω και σ`έναν άλλο σκοπό, όταν ισχυρίζομαι ότι συνεργάζονται τα χέρια για την εκφώνηση του λόγου.

Καλύτερα όμως πριν ασχοληθούμε με την εξέταση αυτών, να μελετήσουμε το λόγο, που αφήσαμε ατελείωτο. Γιατί από λάθος μας διέφυγε για λίγο η σειρά των γεγονότων της δημιουργίας. Για χάρη ποιας σκοπιμότητας προηγείται η βλάστηση των φυτών από τη γη και μεταγενέστερα εμφανίζονται τα άλογα ζώα, και μετά τη δημιουργία αυτών έρχεται ο άνθρωπος; Γιατί ίσως να διδασκόμαστε κι αυτό που υπονοείται με αυτό το πρόχειρο παράδειγμα, το ότι δηλ. η χλόη φάνηκε στο Δημιουργό ωφέλιμη για χάρη των ζώων, και τα ζώα για τον άνθρωπο. Για χάρη αυτού, πρίν μεν από τα ζώα βλαστάνει η τροφή τους, και πριν από τον άνθρωπο δημιουργείται αυτό που επρόκειτο να εξυπηρετεί την ανθρώπινη ζωή.

   Αλλά εγώ νομίζω πως ο Μωυσής, με όλα αυτά που γράφει, μας φανερώνει κάποια από τις κρυμμένες αλήθειες της πίστης μας κι ότι με τα μυστήρια της δημιουργίας μας, παρουσιάζει τη διδασκαλία περί τα ψυχής.  Γι`αυτήν έκανε βέβαια υποθέσεις και η ανθρώπινη παιδεία, χωρίς όμως και να την κατανοήσει σαφώς.

   Μας διδάσκει, λοιπόν, με αυτά τα ο λόγος, ότι η ζωτική και η ψυχική δύναμη εμφανίζεται με τρεις διαφορετικές μορφές : Η μια είναι μόνο για να αυξάνει και να τρέφει, προσφέροντας σε όσα τρέφονται με αυτήν το απαραίτητο για την ανάπτυξη. Αυτή ονομάζεται φυσική κι εμφανίζεται στα φυτά. Γιατί μπορεί να βρεις και στα φυτά κάποια ζωτική δύναμη , που δεν μετέχει όμως σε καμία αίσθηση. 

    Μια άλλη μορφή ζωής, εκτός από την πρώτη, την των φυτών, είναι κι αυτή η οποία έχει πάρει πάνω της( ως οικονόμος) και το να αισθάνεται. Αυτή η μορφή ζωής βρίσκεται στη φύση των αλόγων ζώων.  Γιατί αυτά όχι μόνο αυξάνουν και τρέφονται, όπως τα φυτά, αλλά διαθέτουν και τη λειτουργία της αίσθησης και της αντίληψης.

    Η τέλεια όμως σωματική ζωή εμφανίζεται καθαρά στη λογική φύση, δηλ. στην ανθρώπινη. Αυτή και τρέφεται και αισθάνεται και μετέχει στο λόγο και κυβερνάται από το νου.

Εγώ διαιρώ τη λογική φύση των όντων ως εξής:  Το ένα μέρος των όντων αποτελεί το νοητό κόσμο, το δε άλλο αποτελεί οπωσδήποτε τον υλικό κόσμο. (Αλλά τώρα ας αφήσουμε την ανάλυση του νοητού κόσμου στα μέρη του, γιατί δεν είναι γι`αυτά ο λόγος.). Από τον υλικό κόσμο ένα μέρος είναι εντελώς αμέτοχο ζωής, ένα άλλο όμως έχει μέσα του κάποια ζωτική ενέργεια. Και πάλι ένα μέρος των σωμάτων, που έχουν μέσα τους ζωτική ενέργεια, ζει μαζί με την αίσθηση, ενώ το άλλο είναι αμέτοχο αίσθησης. Έπειτα κι αυτό το μέρος των σωμάτων, που έχει αίσθηση, χωρίζεται σε λογικό και άλογο.

   Γι`αυτό κι ο νομοθέτης Μωυσής (που εκθέτει τα της δημιουργίας του κόσμου), λέγει ότι πρώτα, σαν άλλο υπόβαθρο του γένους των εμψύχων, δημιουργείται αυτή η φυσική ζωή, στην οποία εμφανίζεται η βλάστηση των φυτών. Έπειτα απ`αυτά προχωρεί ο Θεός στη δημιουργία εκείνων, που διευθύνονται ανάλογα με την αίσθηση. Σύμφωνα με την ίδια φυσική τάξη, τα ζώα εκείνα που έλαβαν ως κλήρο τη σαρκική ζωή και διαθέτουν αίσθηση, μπορούν να διατηρούν την ύπαρξή τους και χωρίς να μετέχουν στη νοητή φύση.  Εκείνα όμως που ανήκουν στη λογική φύση, δεν μπορούν να υπάρχουν εν σώματι κατά κάποιο τρόπο διαφορετικό, παρά μόνο αν συνανακραθούν με τα αισθητά.

   Γι`αυτό άνθρωπος δημιουργείται τελευταίος μετά από τα φυτά και τα ζώα, επειδή η φύση ακολουθεί με συνέπεια κάποιο δρόμο προς την τελειότητα. Γιατί ο άνθρωπος, αυτό το λογικό ζώο, σχετίζεται με κάθε σημασία που αποδίδεται στις ψυχές. Και τρέφεται μεν σύμφωνα με το φυσικό τρόπο διατροφής των εμψύχων, δίπλα όμως από την αυξητική δύναμη έχει φυτευτεί και η αισθητική, που βρίσκεται κατά τη φύση της μεταξύ νοερής και υλικής ουσίας. Και είναι αφενός μεν πιο πυκνή ( η αισθητική) από τη νοερή ουσία, αφ`ετέρου δε πιο καθαρή από εκείνη, δηλ. την υλική. Έπειτα γίνεται μια κάποια προσαρμογή, κι ανάμιξη της νοερής ουσίας με το λεπτό και φωτεινό μέρος της αισθητικής φύσης, ώστε με αυτά τα τρία συστατικά, δηλαδή το νοερό, το αισθητό και το υλικό, να αποτελείται ο άνθρωπος. 

   Όπως ακριβώς και το διδασκόμαστε αυτό από τον Απόστολο, με όσα γράφει προς τους Θεσσαλονικείς (Α`, Θες. 5,23), όταν εύχεται σ`αυτούς να φυλάξουν ολόκληρη τη χάρη και στο σώμα και στην ψυχή και στο πνεύμα, κατά την ημέρα της Παρουσίας του Κυρίου.  Εκεί αντί για το θρεπτικό μέρος αναφέρει το σώμα, το δε αισθητικό το υποδηλώνει με την ψυχή και το νοερό με το πνεύμα.

    Επίσης κι ο Κύριος διδάσκει με το ευαγγέλιο το γραμματέα, να βάλει μπροστά από κάθε άλλη εντολή την αγάπη προς τον Θεό, που γίνεται ενεργητική με όλη την καρδιά και την ψυχή και την διάνοια. Νομίζω δε ότι κι εδώ την ίδια παραλλαγή αποσαφηνίζει ο λόγος, όταν ονομάζει την μεν σωματική κατάσταση καρδιά, ψυχή δε τη μεσαία, διάνοια δε την ανώτερη φύση, που είναι νοητική και ποιητική δύναμη.

   Γι`αυτό κι ο Απόστολος γνωρίζει τρεις παραλλαγές προαίρεσης. Την πρώτη ονομάζει σαρκική, επειδή ασχολείται με τη γαστέρα και τις γύρω από αυτήν ηδονές και απολαύσεις. Την άλλη ψυχική, η οποία βρίσκεται μεταξύ αρετής και κακίας. Σ`αυτή την κατάσταση η προαίρεση στέκεται πάνω από την κακία, αλλά δε μετέχει εξ ολοκλήρου και στην αρετή. Την Τρίτη τη αποκαλεί πνευματική. Μέσα σ`αυτή βρίσκεται η τελειότητα του κατά Θεόν τρόπου ζωής.

   Γι`αυτό γράφει στους Κορινθίους και τους επιπλήττει για την τάση τους προς τις απολαύσεις και τα πάθη: «Είσαστε σαρκικοί και δεν είσαστε ικανοί να κλείσετε μέσα σας τα τελειότερα δόγματα». Και σε άλλο σημείο κάνει σύγκριση της μέσης κατάστασης της προαίρεσης προς τη τέλεια και γράφει: «Ο ψυχικός άνθρωπος δεν αποδέχεται τα λόγια του Πνεύματος, γιατί τα θεωρεί ανοησία, ενώ ο πνευματικός διακρίνει τα πάντα, χωρίς ο ίδιος να γίνεται κατανοητός από κανέναν» (Α` Κορ. 3,1 και 2, 14-15). Όπως λοιπόν βρίσκεται ψηλότερα ο ψυχικός από τον σαρκικό, σύμφωνα με την ίδια αναλογία, στέκεται πιο ψηλά κι ο πνευματικός από τον ψυχικό.          

Όταν, λοιπόν, λέγει η Γραφή ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε τελευταίος, μετά από κάθε έμψυχο ον, δεν κάνει τίποτε άλλο ο νομοθέτης από το να μας διδάσκει τα περί ψυχής, βλέποντας το τέλειο δημιούργημα, τον άνθρωπο, μεταξύ των τελευταίων σύμφωνα με κάποια αναγκαία σειρά της φυσικής τάξης. Γιατί μέσα στο λογικό συμπεριλαμβάνονται και τα υπόλοιπα. Και στο αισθητικό μέρος υπάρχει οπωσδήποτε και το φυσικό. Εκείνο όμως φαίνεται μόνο γύρω από το υλικό. Φυσικά, λοιπόν, ανεβαίνει η φύση από τα μικρότερα προς το τέλειο, χρησιμοποιώντας σκαλοπάτια, δηλαδή τις ιδιότητες της ζωής.   

   Κι επειδή ο άνθρωπος είναι ζώο λογικό, έπρεπε κατά συνέπεια , το όργανο του σώματος να κατασκευασθεί ανάλογο για τη χρήση του λόγου, όπως μπορείς να δείς και στους μουσικούς, οι οποίοι γράφουν τις μουσικές συνθέσεις, ανάλογα με το είδος του οργάνου, που θα τις εκτελέσει. Και με τις λύρες δεν παίζουν συνθέσεις, που είναι γραμμένες για αυλό, ούτε εκείνες που είναι για αυλούς με κιθάρες. Κατά τον ίδιο τρόπο έπρεπε και η κατασκευή των οργάνων για το λόγο, να είναι κατάλληλη, ώστε να ηχεί φυσικά, όταν θα σχηματίζεται από τα φωνητικά μέρη, ανάλογα με τη χρήση των λέξεων. Γι` αυτό προσκολλήθηκαν στο σώμα και τα χέρια.

   Πράγματι μπορεί καθένας να απαριθμήσει αμέτρητες ανάγκες κατά τη διάρκεια του βίου, για τις οποίες χρησιμεύουν αυτά τα εφευρετικά και υπερεπαρκή όργανα για κάθε τέχνη και για κάθε ενέργεια, σε κείνον που τα χρησιμοποιεί και κατά τον πόλεμο και κατά την ειρήνη, όταν τα χρησιμοποιεί καλά. Αλλά η φύση πρόσθεσε στο σώμα τα χέρια, πέρα από κάθε άλλο σκοπό, κυρίως για χάρη του λόγου.

   Γιατί, αν ο άνθρωπος δε διέθετε τα χέρια, οπωσδήποτε τα μέρη του προσώπου θα ήταν κατασκευασμένα και σ`αυτόν όμοια με τα των τετραπόδων, κατάλληλα για τη χρήση της τροφής. Έτσι θα είχε το πρόσωπο μακρουλό, που θα γινόταν πιο λεπτό κοντά στα ρουθούνια. Τα χείλη θα προεξείχαν μπροστά από το στόμα σκληρά, σαν να είχαν κάλους, σταθερά και χονδρά, για να είναι κατάλληλα για να συλλέγουν τη χλόη. Μέσα από τα δόντια θα βρισκόταν η γλώσσα, διαφορετική όμως και αυτή.  Πως ακριβώς θα ήταν; Πολύσαρκη, σκληρή, τραχειά για να κατεργάζεται μαζί με τα δόντια, αυτό που βρίσκεται κάτω από τα δόντια; Ή ακόμη θα ήταν υγρή κι απλωμένη προς τα πλάγια, όπως είναι των σκύλων και των άλλων ζώων, που τρώγουν ωμά κρέατα, και του καρχαρία, που διαρρέει μέσα από τα μεταξύ των δοντιών διαστήματα;

  Αν, λοιπόν, δεν υπήρχαν τα χέρια στο σώμα, πως θα αποτυπωνόταν σ`αυτό η έναρθρη φωνή, όταν η κατασκευή των γύρω από το στόμα τμημάτων δεν διαμορφωνόταν μαζί με αυτά για τη χρήση του λόγου; Τότε ως αναπόφευκτη συνέπεια θα ερχόταν ή το βέλασμα, ή ο βρυχηθμός, ή το γαύγισμα, ή το να χρεμετίζει ο άνθρωπος, ή να φωνάζει παρόμοια με τα βόδια και τους όνους, ή να μουγκρίζει σαν θηρίο. Τώρα όμως με το να τεθεί στο σώμα το χέρι, μένει απερίσπαστο το στόμα στην υπηρεσία του λόγου.

    Συνεπώς τα χέρια έχουν δοθεί ως ιδιαίτερο γνώρισμα της λογικής φύσης, μια και ο Δημιουργός επενόησε έτσι, ώστε ο λόγος να διευκολυνθεί με τα χέρια.

ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΟΜΟΙΩΣΗ

«Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν»

  Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης στην πραγματεία του «Περί κατασκευής του ανθρώπου» θέτει ένα πολύ σημαντικό ερώτημα, το οποίο και σήμερα απασχολεί κάθε γνωστικό: «Πως γίνεται να είναι εικόνα του θεού, αυτό το όν, που τώρα βρίσκεται μέσα στα πάθη, τις ασθένειες και τη φθορά, αυτό το όν, που καθώς φαίνεται έχει την ίδια μοίρα με το κουνούπι και το ποντίκι (όπως χαρακτηριστικά και με δόση χιούμορ μας το περιγράφει ο Άγιος)».

    Έτσι η ανάπτυξη του θέματος της θείας εικόνος στον άνθρωπο συναρτάται με «γνωστικά» ερωτήματα που χρήζουν διερεύνησης..Ο Άγιος Γρηγόριος συμπεραίνει, πως μέσα στον άνθρωπο υπάρχουν δυο στοιχεία αντιμαχόμενα: αφ’ ενός μεν το στοιχείο της θείας εικόνος, η «φορά προς τα άνω», αφ’ ετέρου δε το στοιχείο της αλόγου φύσεως η «φορά προς τα κάτω». Ωστόσο ο άνθρωπος είναι τέτοιος όπως τον γνωρίζουμε, μόνο «μετά την πτώση του από το αγαθό».

    Η θεία εικόνα δεν εξαφανίσθηκε , λένε οι πατέρες, αλλά εξαχρειώθηκε και έτσι όπως βρίσκουμε το ανθρώπινο ον, βυθισμένο στα βάσανα, δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε σ’ αυτό «το αρχαίο κάλλος».

   Η ορθόδοξη Θεολογία έχει ως αφετηρία της ανθρωπολογίας της, την «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν θεού» πλάση του ανθρώπου και γι’ αυτό το λόγο μπορεί να φωτίσει με άπλετο φως και το ζήτημα του προορισμού του. Ολες οι άλλες θεωρήσεις του ανθρώπου τις οποίες μας δίδει η φιλοσοφία και η επιστήμη, μόνον «σπαράγματα» αληθείας μπορούν να περιέχουν, τα οποία χρειάζεται να ολοκληρωθούν στο φως της Αποκαλύψεως.

   Η βιβλική αποκάλυψη, την οποία προϋποθέτει το έργο του Γρηγορίου Νύσσης, δεν «διαιρεί» τον άνθρωπο σε σώμα και πνεύμα, όπως καθαρά εξηγεί η αφήγηση της Γενέσεως. Αρκετά συχνά στην Αγία Γραφή ο όρος «σάρξ» υποδηλώνει τον όλο άνθρωπο. Μεταξύ σώματος και πνεύματος υπάρχει άρρηκτος σύνδεσμος, τέτοιος που ακόμη και η σύγχρονος επιστημονική ανθρωπολογία αδυνατεί να εξιχνιάσει.

    Εδώ μάλιστα αξίζει να υπενθυμίσουμε και το περίφημο πρόβλημα της σχέσης του εγκεφάλου (ως υλικής βάσης της σκέψης) και του νου ή της ψυχής (πρόβλημα το οποίο υποκινεί ατελείωτες έρευνες και θεωρίες, παραμένοντας πάντα μυστηριώδες και ανεξιχνίαστο) κατεξοχήν αντικείμενο της σημερινής Γνωσιοεπιστήμης.

Στην βιβλική αφήγηση σαφώς διακρίνουμε πρώτιστα την διάπλαση της υλικής φύσης του ανθρώπου (αφού ο θεός κατά την γνωστή ανθρωποπαθή έκφραση, λαμβάνει «χουν από της γης»), η οποία εμψυχούτεται με τη παντοδύναμη ενέργεια της θεότητος, η οποία «εμφυσά» στο πρόσωπο της φιλοτεχνηθείσης μορφής «πνοήν Ζωής». Αυτή, ακριβώς, η εμψυχωμένη ύλη είναι που συνιστά το «ανεπανάληπτο Ένα» της ανθρωπότητας, δηλαδή τη θεόμορφη εικόνα της από όπου κατάγεται και η καθιέρωση μιας αμοιβαίας σχέσης με το θεό, που δικαιολογεί και την αδιάκοπη νοσταλγία και αναζήτησή Του.

   Μπορούμε να βεβαιώσουμε πως τα βασικά σημεία του στοχασμού των Ορθοδόξων Πατέρων έχουν ήδη τεθεί ευκρινώς . Πρώτο σημείο: η ανθρώπινη φύση φέρει επάνω της, σαν ανεξίτηλη σφραγίδα, τη θεία εικόνα, έχει δημιουργηθεί με σκοπό την πρόοδο στο αγαθό, την «ομοίωση» με το Θεό. Δεύτερο σημείο: η ανθρώπινη φύση, στην τωρινή της κατάσταση, δεν είναι ακριβώς στη θέση που την τοποθέτησε ο θεός, έχει εκπέσει από το αρχικό μεγαλείο και χρειάζεται πολύς μόχθος για να ανυψωθεί και πάλι.

  Ετσι μία σύγχρονη ανθρωπολογία της εκκλησίας απαραίτητα οφείλει να εκκινεί από αυτά τα δύο θεμελιακά στοιχεία,εάν θέλει να ορθοτομεί τον λόγο της αληθείας. Διαφορετικά κινδυνεύει από τις πάσης φύσεως αιρετικές αποκλίσεις οι οποίες «συλλαμβάνουν» τον άνθρωπο σε μία αποσπασματικη θεώρηση και ταυτόχρονα οδηγούν σε μη-ορθή σωτηριολογία και κατανόηση του προορισμού του. 


ΚΕΙΜΕΝΟ  3Ο

ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΟΜΟΙΩΣΗ

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ :  Ε.Π.Ε.  εκδ.  « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΕΡΓΑ ΓΡΗΓ.  ΝΥΣΣΗΣ,  τ.  5,   σελ.  112.

Ας επαναλάβουμε και πάλι τη θεία φωνή «Ας δημιουργήσουμε τον άνθρωπο σύμφωνα με τη δική μας εικόνα και ομοίωση».  Μερικοί από τους έξω της Εκκλησίας φαντάσθηκαν πράγματα φτωχά κι ανάξια για την ανθρώπινη μεγαλοφυΐα, εξυψώνοντας, καθώς νόμιζαν, τον άνθρωπο, με το να τον συγκρίνουν προς αυτό τον κόσμο. Γιατί λέγουν πως ο άνθρωπος είναι ένας μικρός κόσμος, που έχει τη σύστασή του από τα ίδια στοιχεία με εκείνα του σύμπαντος. 

    Όσοι όμως με τα μεγάλα ονόματα χαρίζουν τέτοιον έπαινο στην ανθρώπινη φύση, έχουν ξεχάσει ότι παρουσιάζουν ως σεβαστό τον άνθρωπο με τις ιδιότητες που υπάρχουν στο κουνούπι και το ποντίκι, γιατί και εκείνα τα ζώα έχουν τη σύστασή τους  από αυτά τα τέσσερα στοιχεία. Γιατί οπωσδήποτε φαίνεται πως έχει κάποιο μερίδιο, ή μικρότερο ή μεγαλύτερο ως προς το έμψυχο, καθένα από τα όντα. Χωρίς αυτά τα στοιχεία κανένα από όσα διαθέτουν αίσθηση δεν μπορεί  να υπάρχει ως προς τη φύση.

   Ποιο είναι, λοιπόν το μεγαλείο, όταν θεωρείται ο άνθρωπος σαν μορφή και ομοίωμα του κόσμου;  Του ουρανού δηλ. που παρέρχεται, ή της γης που αλλοιώνεται,( ή και όλων εκείνων που μέσα στον ουρανό και στη γη περικλείονται) , και με το πέρασμα αυτού που τα περιέχει, παρέρχονται μαζί κι αυτά;  Αλλά σύμφωνα με το λόγο της Εκκλησίας σε τι έγκειται το ανθρώπινο μεγαλείο;  Όχι βέβαια στην ομοιότητά του προς τον κτιστό, τον  δημιουργημένο κόσμο, αλλά στο γεγονός ότι έχει δημιουργηθεί σύμφωνα με την εικόνα του Δημιουργού της ανθρώπινης φύσης.

Ποιο είναι το νόημα της εικόνας; Ίσως να αναρωτηθείς : πως γίνεται να εξομοιώνεται προς το σώμα το ασώματο; Πως (γίνεται ναεξομοιώνεται) το προσωρινό προς το αιώνιο ,  το μεταβλητό προς το αναλλοίωτο, δια της τροπής,  το εμπαθές και φθαρτό προς το απαθές και το άφθαρτο ,  αυτό που πάντοτε συνυπάρχει και τρέφεται με την κακία προς το χωρισμένο από κάθε κακία ;  Γιατί υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σ`αυτό που νοείται γύρω από το πρότυπο και σ`εκείνο που έχει δημιουργηθεί σύμφωνα με την εικόνα του.  Γιατί η εικόνα προσδιορίζεται με αυτό το όνομα, αν ομοιάζει με το πρότυπο.  Αν όμως η απομίμηση ξεφύγει απ`αυτό που υπάρχει μπροστά ως πρότυπο, είναι κάτι άλλο παρόμοιο κι όχι εικόνα εκείνου. 

   Πως, λοιπόν ο άνθρωπος, αυτό το θνητό και γεμάτο ασθένειες ζώο,  που γρήγορα πεθαίνει, είναι εικόνα της αμόλυντης και καθαρής και αιώνιας φύσης;  Τον αληθινό λόγο γι`αυτό το θέμα τον γνωρίζει με σαφήνεια μόνο η πραγματική Αλήθεια, ο Θεός.  Εμείς, στο βαθμό που μπορούμε, ψάχνοντας για την αλήθεια μέσα από στοχασμούς και υποθέσεις, φρονούμε τα εξής για όσα αναζητούμε :   Ούτε ο θεϊκός λόγος ψεύδεται, λέγοντας πως ο άνθρωπος δημιουργήθηκε σύμφωνα με την εικόνα του Θεού,  ούτε η αξιολύπητη κακοπάθεια του ανθρώπινου σώματος ομοιάζει προς την μακαριότητα της χωρίς πάθη (θείας) ζωής. 

    Γιατί αν κανείς συγκρίνει τον άνθρωπο προς το Θεό, πρέπει να παραδεχθεί το ένα από τα δυο : Ή ο Θεός υπόκειται σε πάθος, ή είναι απαθής ο άνθρωπος. Ετσι  να βρεθεί  ο λόγος της ομοιότητας δια μέσου των ίσων γνωρισμάτων. Αν όμως ούτε ο Θεός είναι εμπαθής, ούτε κι ο άνθρωπος βρίσκεται έξω από το πάθος, άρα απομένει κάποιος άλλος λόγος, σύμφωνα με τον οποίο λέμε, ότι είναι αληθινή η θεία φωνή, που αναφέρει ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε σύμφωνα με την εικόνα του Θεού.

Αυτό το λόγο της Αγίας Γραφής, λοιπόν, πρέπει να τον επαναλάβουμε, μήπως και χειραγωγηθούμε με την βοήθεια των λέξεων προς την κατανόηση αυτού που συζητάμε. Αφού είπε «Ας δημιουργήσουμε τον άνθρωπο σύμφωνα με την εικόνα», και για ποιους λόγους να τον δημιουργήσουμε, προσθέτει και τούτο το λόγο :  ότι δημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο, σύμφωνα με την εικόνα του Θεού τον εδημιούργησε. «Άνδρα και γυναίκα τους εδημιούργησε».

   ( Το είπαμε ήδη και πιο πάνω, ότι αυτός ο λόγος ειπώθηκε από την αρχή, για να καταλύεται η ασέβεια των αιρετικών, για να μάθουμε ότι ο μονογενής Θεός εδημιούργησε τον άνθρωπο σύμφωνα με την εικόνα του Θεού, ώστε να μην ξεχωρίζουμε για καμία αιτία τη θεότητα του Πατρός και του Υιού, αφού η Αγία Γραφή ονομάζει Θεό εξίσου και τους δυο, τόσο Εκείνον που δημιούργησε τον άνθρωπο, όσο κι Εκείνον σύμφωνα με την εικόνα του οποίου δημιουργήθηκε.  ).  Ας αφήσουμε όμως το λόγο γι`αυτά, γιατί πρέπει να ξαναγυρίσουμε τη συζήτηση στο θέμα μας. Πως δηλαδή είναι κι ο Θεός μακάριος κι ο άνθρωπος αξιολύπητος, κι ονομάζεται αυτός από την Αγία Γραφή όμοιος προς Εκείνον.

Επιβάλλεται, λοιπόν, να εξετασθούν τα λόγια με προσοχή. Και θα διαπιστώσουμε πως άλλο βέβαια το δημιουργημένο σύμφωνα με την εικόνα, κι άλλο αυτό που τώρα φαίνεται μέσα στα βάσανα. «Δημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο, σύμφωνα με την εικόνα του Θεού τον εδημιούργησε» λέγει. Τελειώνει η δημιουργία αυτού που δημιουργήθηκε σύμφωνα με την εικόνα. Κι έπειτα επαναλαμβάνει το σχετικό με τη δημιουργία λόγο και συμπληρώνει : «Άνδρα και γυναίκα τους εδημιούργησε».

    Πιστεύω πως είναι στον καθένα γνωστό, ότι αυτός ο λόγος δεν αναφέρεται στο πρωτότυπο. Γιατί, καθώς λέγει ο Απόστολος, «Εν Χριστώ Ιησού δεν υπάρχει ούτε άνδρας ούτε γυναίκα» (Γαλ. 3,28). Κι όμως  ξεχωρίζει ο λόγος τον άνθρωπο σε άνδρα και σε γυναίκα.  Νομίζω πως αποκαλύπτεται από την Αγία Γραφή κάποια μεγάλη αλήθεια με όσα μας λέγει. Κι η αλήθεια είναι αυτή  δυο πράγματα υπάρχουν και διαφέρουν μεταξύ τους στο έπακρο. Το ένα είναι η θεία κι ασώματη φύση, και το άλλο η άλογη και κτηνώδης ζωή. Στη μέση αυτών των δυο βρίσκεται η ανθρώπινη φύση. Και μπορεί κανείς να διακρίνει μέσα στο σύνθετο ανθρώπινο σώμα το μερίδιο του καθενός από τα δυο που αναφέραμε.

    Και της μεν θείας φύσης μερίδιο είναι το λογικό και το διανοητικό, που δεν διακρινόταν ως προς τον άνδρα και τη γυναίκα. Ενώ της άλογης το μερίδιο χωρίζεται κατά την κατασκευή και τη διάπλαση σε άνδρα και σε γυναίκα. Γιατί το καθένα από αυτά τα δυο βρίσκεται οπωσδήποτε στο καθετί, που παίρνει μέρος στην ανθρώπινη ζωή.

   Αλλά καθώς μαθαίνουμε από το Μωυσή που περιγράφει με τη σειρά τη δημιουργία του ανθρώπου, πρώτα δημιουργείται το νοερό, και εκ των υστέρων δημιουργείται για τον άνθρωπο η σχέση και η συγγένεια προς την άλογη φύση. Γιατί πρώτα λέγει ότι «εδημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο, σύμφωνα με την εικόνα του Θεού εδημιούργησε τον άνθρωπο»,  και δείχνει με αυτό που λέγει,( καθώς αναφέρει ο Απόστολος) , ότι σ`αυτόν δεν υπάρχειο άνδρας κι η γυναίκα. Έπειτα προσθέτει τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης, λέγοντας, «Άνδρα και γυναίκα τους εδημιούργησε».

Τι μαθαίνουμε, λοιπόν, απ`αυτό;  Και κανείς ας μη με κατηγορήσει ότι από μακριά φέρω κοντά το λόγο στην έννοια που υπάρχει μπροστά μας. Ο Θεός κατά τη φύση του είναι καθετί που μπορεί να χωρέσει ο νους μας ως αγαθό. Ή μάλλον κι από κάθε αγαθό, που νοείται και γίνεται καταληπτό, είναι ακόμη ανώτερος. Και δεν δημιουργεί τον άνθρωπο για κανένα άλλο λόγο, παρά μόνο γιατί είναι αγαθός. Κι επειδή είναι αυτό που είναι, κι επειδή γι`αυτό παρακινήθηκε να δημιουργήσει τον άνθρωπο, δεν θα έδειχνε μισοτελειωμένη τη δύναμη της αγαθότητάς του, δίνοντας μεν ένα μέρος από τα προσόντα του, λυπούμενος δε να μεταδώσει και το άλλο.  Αλλά η τέλεια μορφή της αγαθότητας βρίσκεται εδώ ακριβώς, στο να δημιουργήσει δηλ. τον άνθρωπο από την ανυπαρξία, και να τον καταστήσει ελεύθερο από την ανάγκη των αγαθών. 

   Επειδή όμως είναι μεγάλος ο κατάλογος των επί μέρους αγαθών, δεν είναι εύκολο να τον περιλάβει κανείς σε αριθμό.  Γι`αυτό, αφού τα περιέλαβε όλα στην περιληπτική λέξη, τα φανερώνει λέγοντας πως ο άνθρωπος δημιουργήθηκε σύμφωνα με την εικόνα του Θεού. Κι αυτό είναι το ίδιο με το να λέγει, ότι δημιούργησε τον άνθρωπο να έχει μετοχή και κοινωνία σε κάθε αγαθό. Γιατί αν ο Θεός είναι το πλήρωμα των αγαθών, κι ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού, άρα με  το να έχει την πληρότητα κάθε αγαθού, ομοιάζει η εικόνα με το πρότυπο.

ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΨΥΧΗ

Χωρίς αμφιβολία, η πλατωνική και νέο-πλατωνική φιλοσοφία της οποίας κάνουν χρήση οι άγιοι Πατέρες, μπορεί να οδηγήσει σε παρεξήγηση των όρων σώμα-πνεύμα και σε απομάκρυνση από την καθαρά βιβλική  θεώρηση του ανθρώπου, ως ψυχοσωματικής οντότητας.. Παραμένουμε πιστοί σ' αυτή τη Βιβλική θεώρηση όταν διαβάζουμε σωστά τους σχετικούς ανθρωπολογικούς όρους,  διότι εάν αυτοί οι όροι  «αναγνωσθούν» φιλοσοφικά και μόνον, μπορεί να  παρασύρουν τη σκέψη σε υποτίμηση του σώματος (σώμα= σήμα ), ως δήθεν φυλακής της ψυχής (Πλάτων), κάτι που ήδη έχει συμβεί αρκετά συχνά στην Ιστορία της Εκκλησίας.

     Το δόγμα όμως περί αναστάσεως των νεκρών μας υποδεικνύει την αξία του σώματος, ως «υπηρέτη» της ψυχής, αφού όλα τα καλά ή τα άσχημα διαπράττονται σε αυτή τη ζωή μέσω αυτού του «υλικού κομματιού» της φύσεώς μας, το οποίο θα περάσει στην αφθαρσία.

Ως ορθόδοξοι δεν πιστεύουμε απλώς στην «αιωνιότητα της ψυχής» αλλά στην «ανάσταση σαρκός». Οι Αγιοι Πατέρες, προκειμένου να διαλεχτούν με τον άνθρωπο της εποχής τους, είναι αλήθεια ότι «μετέγραψαν» τη βιβλική γλώσσα, του ελληνιστικού γεω-πολιτισμικού περιβάλλοντος, ασκώντας ένα είδος ιεραποστολής (με την Παύλεια έννοια). Σε μετέπειτα όμως εποχές οι ίδιοι αυτοί όροι οδήγησαν σε παρερμηνεία των «σημαινομένων» τους και έτσι ίσχυσαν ως «χριστιανική παράδοση» κάποιες αντιλήψεις, ξεκάθαρα απομακρυσμένες από τη βιβλική αποκάλυψη.

  Αλλά και στην ίδια την Πατερική εποχή, είχαμε «πρακτική» εφαρμογή φιλοσοφικών τάσεων λ.χ. στο φαινόμενο του «εγκρατιτισμού», το οποίο κατεδίκασε η εκκλησία με τοπικές συνόδους (π.χ.Σύνοδος Γάγγρας κλπ). Οι εγκρατίται ήσαν ακραίοι ασκητές, που απέφευγαν την κρεοφαγία και το γάμο, όχι για λόγους άσκησης, αλλά διότι τα θεωρούσαν απορριπτέα «αυτά κάθε αυτά», ως σχετιζόμενα με την υλική υπόσταση του ανθρώπου. Οι πατέρες εν προκειμένω απεφάνθησαν δίνοντας το ορθό μέτρο της άσκησης και λέγοντας χαρακτηριστικά πως «δεν έμαθαν να είναι σωματοκτόνοι, αλλά παθοκτόνοι».

Μέσα στην ηθικο-κοινωνική ζωή των πιστών αρκετές φορές υπήρχαν παρεκκλίσεις, ακρότητες αλλά και συνήθειες ελάχιστα βιβλικές. Η περίπτωση των ηθικών «αιρέσεων» είναι ένα καλό δείγμα αυτών των ακροτήτων. Όμως οι άγιοι πατέρες ήσαν πάντοτε άνθρωποι του μέτρου, της βασιλικής οδού. Φρόντιζαν να δηλώσουν «τω βραχεί ρήματι και πολλή συνέσει» όχι μόνον το ορθό της πίστεως, αλλά το ορθόν και του ήθους. Ετσι το ποίμνιο ήταν δυνατόν να ακούει «τι λέγει το πνεύμα» και να ηττάται ο διάβολος, ο εφευρέτης των άκρων (τα άκρα είναι του διαβόλου, έλεγαν οι άγιοι).

Ο εχθρός του ανθρώπινου γένους δεν επιχαίρει μόνον για την ακολασία, την πορνεία, την ασέλγεια κλπ δια των οποίων μιαίνεται το σώμα, αλλά και για την μετ’ υπερηφανείας άσκηση και την εν τη πράξει υποτίμηση της «καλής λίαν» δημιουργίας (νοοτροπία που μολύνει πρώτα το πνεύμα). Όπως, λοιπόν, το ορθοδοξείν «εστί αεί σχοινοβατείν» (όπως λέει κάπου ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος σχετικά με το δόγμα) έτσι και γίνεται και με το ορθώς πράττειν. Ζητείται από εμάς η αληθής εκτίμηση της σχέσης σώματος-πνεύματος στον άνθρωπο, κάτι που μας υποδεικνύεται μέσα από τη θεόπνευστη ερμηνεία των Αγιογραφικών πηγών και με τη συνδρομή της ανθρώπινης σοφίας.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ  4Ο

ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΟΤΙ ΜΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

ΠΡΩΤ.  ΚΕΙΜΕΝΟ :  Ε.Π.Ε.  εκδ.  « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΕΡΓΑ ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ,  τ.  5,  σελ.  206.

 Ο άνθρωπος είναι ένας.  Αυτός που αποτελείται από ψυχή και σώμα. Και δεχόμαστε πως μια και κοινή είναι η αρχή της υπόστασής του, για να μην παρουσιάζεται ο ίδιος προγενέστερος και μεταγενέστερος του εαυτού του, όταν προηγείται το σωματικό στοιχείο και καθυστερεί το ψυχικό. Και πιστεύουμε πως στην προγνωστική δύναμη του Θεού , προϋπήρχε όλο το πλήρωμα του ανθρώπινου γένους.  Γι`αυτό έχουμε και τη συμμαρτυρία της προφητείας. (Δανιήλ, Σωσάννα 42), που λέγει ότι ο Θεός γνωρίζει τα πάντα πριν από τη δημιουργία τους. 

   Αρνούμαστε όμως ότι κατά τη δημιουργία του κάθε ανθρώπου προηγείται το ένα του άλλου, δηλαδή ούτε η ψυχή προηγείται του σώματος, ούτε και το αντίθετο, ώστε ο άνθρωπος να μην επαναστατεί προς τον ίδιο τον εαυτό του,  αφού θα διχάζεται με τη χρονική διαφορά της δημιουργίας των δυο συστατικών του.

   Άλλωστε σύμφωνα με τη διδασκαλία των Αποστόλων η ανθρώπινη φύση μας είναι διπλή (Ρωμ. 7, 14 κ.ε. Α` Πετρ. 3,4). Αποτελείται από τον άνθρωπο που φαίνεται, κι από εκείνον που δε φαίνεται, αλλά είναι κρυφός. Αν ο μεν ένας υπάρχει από πριν, ο δε άλλος δημιουργείται μεταγενέστερα, θα αποδειχθεί ως ελλιπής η δύναμη του Δημιουργού, αφού δεν μπορεί μονομιάς να συμπληρώσει όλο το έργο, και χωρίζοντάς το στα δύο, απασχολείται ιδιαίτερα με το καθένα από τα δυο μισά.

  Για το σιτάρι ή για οποιονδήποτε άλλο από τους σπόρους δεχόμαστε πως, καθετί που υπάρχει γύρω από το στάχυ, έχει συμπεριληφθεί στη δύναμη  του σπόρου, δηλαδή και το χόρτο και η καλαμιά και οι ενδιάμεσοι κόμποι κι ο καρπός και τα άγανα, και τίποτε απ`αυτά, ως προς την αιτία της δημιουργίας, δεν προϋπάρχει ή δε γίνεται από πριν στη φύση του σπόρου.  Αλλά σύμφωνα με κάποια φυσική σειρά φανερώνεται η δύναμη, η οποία βρίσκεται μέσα στο σπέρμα, χωρίς να εισχωρεί εκ των υστέρων άλλη φύση.

    Σύμφωνα με το ίδιο παράδειγμα, νομίζω πως και το ανθρώπινο σπέρμα έχει σπαρμένη μέσα του, μαζί με την πρώτη αιτία της σύστασης, τη δύναμη της φύσης  κι ότι αναπτύσσεται και φανερώνεται δια μέσου κάποιας φυσικής σειράς.  Προχωρεί δε προς την ολοκλήρωση, χωρίς να παίρνει τίποτε απ`έξω επί πλέον, για τη συμπλήρωση του τέλειου ανθρώπου, και προωθεί τον εαυτό της με τάξη προς την τελειότητα.  Ώστε δεν είναι αληθινό να ισχυριζόμαστε, πως υπάρχει η ψυχή πρίν από το σώμα, ούτε το σώμα χωρίς ψυχή, αλλά πως είναι κοινή και για τα δυο η αιτία.  Και σύμφωνα με τον ανώτερο λόγο, αυτή η αιτία έχει κατατεθεί στο αρχικό θέλημα του Θεού, και κατά τον άλλο λόγο υπάρχει μαζί με τις αφορμές της γέννησης.

  Γιατί, όπως μέσα στο σπέρμα που φυτεύεται στο σώμα για τη σύλληψη, δεν μπορεί κανείς να διακρίνει τη διάπλαση των μελών πριν από την διάπλαση, έτσι δεν είναι δυνατό να κατανοήσει τις ιδιότητες της ψυχής σ'αυτό προτού να εξελιχθεί σε ενέργεια .  Κι όπως δεν μπορεί κανείς να αμφιβάλλει, ότι εκείνο το σπέρμα μορφοποιείται ανάλογα με τις διαφορές των αρθρώσεων και των σπλάχνων,  χωρίς να εισέρχεται επί πλέον καμία άλλη δύναμη, αλλά εκείνη (η δύναμη), που βρίσκεται μέσα στο σπέρμα, μεταβάλλεται κατά τρόπο φυσικό αυτή η ίδια σε ενέργεια , έτσι και για την ψυχή μπορούμε να εννοήσουμε το ίδιο κατ`αναλογία :  ακόμη και στην περίπτωση, που δε διακρίνεται δια μέσου κάποιων ενεργειών σ`αυτό το οποίο φαίνεται, δεν παύει να υπάρχει μέσα σ`εκείνο.

   Γιατί ακόμη και η μορφή του ανθρώπου, που πρόκειται να δημιουργηθεί, βρίσκεται δυναμικά μέσα σε εκείνο, διαφεύγει μόνο την προσοχή, επειδή δεν είναι δυνατό να εκδηλωθεί, ως προς τα αναγκαία επακόλουθα.  Έτσι και η ψυχή βρίσκεται στο σπέρμα κι όταν ακόμη δε φαίνεται. Θα εκδηλωθεί όμως δια μέσου της δικής της φυσικής ενέργειας, καθώς θα προχωρεί μαζί με τη σωματική ανάπτυξη.

   Επειδή η δύναμη για τη σύλληψη, δηλαδή το σπέρμα, δεν αποσπάται από νεκρωμένο σώμα, αλλά από έμψυχο και ζωντανό, γι`αυτό θεωρούμε πως είναι αυτονόητο να μη νομίζουμε νεκρό κι άψυχο αυτό, που προέρχεται από ζωντανό οργανισμό και προορίζεται να αποτελέσει αφορμή ζωής.  Γιατί, ότι είναι άψυχο μέσα στο σώμα, είναι οπωσδήποτε και νεκρό.  Και η νέκρωση επέρχεται με τη στέρηση της ψυχής.  Αλλά γι`αυτό δεν θα χαρακτηρίσει κανείς ως παλιότερη τη στέρηση από την κατοχή, αν βέβαια φαντάζεται κανείς το άψυχο, που σημαίνει νεκρότητα, ότι είναι παλαιότερο από την ψυχή. 

  Αν ζητάει κανείς μια πιο σαφή απόδειξη για το ότι εκείνο το μέρος, το οποίο γίνεται αιτία του ζώου που δημιουργείται ζει, είναι δυνατό και δια μέσου άλλων σημείων, με τα οποία ξεχωρίζεται το έμψυχο από το νεκρό, να το αντιληφθεί και από αυτό. Απόδειξη της ανθρώπινης ζωής θεωρούμε τη θερμότητα, την ενεργητικότητα και την κινητικότητα, ενώ η ψύξη και η ακινησία προκειμένου περί των σωμάτων, δεν είναι τίποτε άλλο παρά απόδειξη νεκρότητας.

Κι επειδή αυτό, για το οποίο μιλάμε, δηλαδή το σπέρμα, το βλέπουμε να είναι και θερμό και ενεργητικό, απ`αυτά συμπεραίνουμε πως δεν είναι άψυχο. Κι όπως ως προς το υλικό του μέρος δεν το αποκαλούμε σάρκα και οστά και τρίχες κι όσα άλλα φαίνονται γύρω από τον άνθρωπο, γιατί πιστεύουμε πως είναι εν δυνάμει το καθένα απ`αυτά, χωρίς να φαίνεται κατά την όψη, έτσι πιστεύουμε το ίδιο κι ως προς το ψυχικό του μέρος, δηλαδή ότι το λογικό και το επιθυμητικό και το θυμοειδές κι όσα φαίνονται γύρω από την ψυχή, έχουν θέση και στο σπέρμα, κι ανάλογα με τη δημιουργία και την ολοκλήρωση του σώματος, που βρίσκεται από κάτω ως βάση, αναπτύσσονται μαζί και οι ενέργειες της ψυχής.  

  Γιατί, όπως όταν φθάσει ο άνθρωπος το τέλειο, δείχνει ολοκάθαρα την ενέργεια της ψυχής, έτσι στην αρχή της σύστασής του υποδηλώνει με τον εαυτό του την απαραίτητη κι ανάλογη με την καθημερινή ανάγκη συνεργασία της ψυχής, με το να δημιουργεί η ίδια την κατάλληλη για τον εαυτό της κατοικία με το υλικό, που έχει εναποτεθεί μέσα της. Γιατί σκέπτομαι πως δεν είναι δυνατό να προσαρμόζεται η ψυχή σε ξένα οικοδομήματα, όπως δεν είανι δυνατό να προσαρμοσθεί σε άλλο ανάγλυφο η σφραγίδα που υπάρχει πάνω στο κερί.

  Όπως το σώμα προχωρεί από το πολύ μικρό προς το τέλειο, έτσι και η ενέργεια της ψυχής, με το να είναι κατάλληλα φυτεμένη μέσα στο σώμα, ασχολείται μαζί του κι αναπτύσσεται μαζί του. Πραγματικά από την ενέργεια της ψυχής προηγείται στην αρχική δημιουργία, σαν άλλη ρίζα που κρύβεται μέσα στη γη, μόνο η δύναμη της αύξησης και της θρέψης. Γιατί το μικρό μέγεθος εκείνου το οποίο υποδέχεται, δε βαστάζει το περισσότερο.  Έπειτα, όταν έλθει στο φως το φυτό (δηλαδή το σώμα) και δείξει στον ήλιο το βλαστό, τότε ανθίζει σ`αυτό και η χάρη των αισθήσεων.  Όταν δε πλέον δυναμώσει και φθάσει στο ανάλογο ύφος, αρχίζει να λάμπει, σαν άλλος καρπός, η δύναμη του λογικού, χωρίς όμως να φαίνεται όλη, αλλά αυξάνεται με επιμέλεια μαζί με την ολοκλήρωση του οργάνου. Και καρποφορεί πάντοτε τόσο μόνο, όσο βαστάζει η δύναμη του σώματος, που βρίσκεται κάτω από αυτήν. 

 Αν αναζητείς μέσα στη διάπλαση του σώματος τις ψυχικές ενέργειες, πρόσεχε στον εαυτό σου, λέγει ο Μωυσής (Δεύτερον. 15,9) κα θα διαβάσεις σαν σε βιβλίο την ιστορία των έργων της ψυχής, γιατί η ίδια η φύση σου διηγείται, καθαρότερα από κάθε λόγο, τις ποικίλες ασχολίες της ψυχής μέσα στο σώμα, τόσο σε σχέση με όλα τα όργανα, όσο και με τα επί μέρους.

Νομίζω όμως πως είναι περιττό να διαπραγματεύομαι με λόγια, όσα αφορούν εμάς τους ίδιους, σαν να περιγράφω κάποιο από τα ασυνήθιστα θαύματα. Γιατί ποιός, προσέχοντας τον εαυτό του, έχει ανάγκη να γνωρίσει με λόγια τη δική του φύση;  Επειδή, όποιος γνωρίζει τον τρόπο, με τον οποίο λειτουργεί η ζωή, και διαπιστώνει ότι ο σώμα είναι κατάλληλο για κάθε ζωτική ενέργεια, μπορεί να αντιληφθεί με τι ασχολήθηκε συστηματικά το υλικό μέρος της ψυχής κατά την ψυχική διάπλαση του δημιουργήματος.  Ώστε  δια μέσου και αυτού γίνεται φανερό στους συνετούς, πως αυτό που τοποθετήθηκε μέσα του, δε βρέθηκε νεκρό κι άψυχο στο εργαστήριο της φύσης. Και τούτο γιατί αποσπάσθηκε από ζωντανό σώμα εκείνο το απαραίτητο για τη σπορά του ζώου. 

  Άλλωστε και τις καρδιές των καρπών (τις ψίχες) και τα αποκόμματα από τις ρίζες δεν τα φυτεύουμε στη γη, αφού νεκρωθούν από τη ζωτική δύναμη που υπάρχει μέσα στη φύση τους, αλλά όσο ακόμη διατηρούν μέσα τους κρυμμένη, αλλά οπωσδήποτε ζωντανή, την ιδιότητα του πρωτοτύπου.  Αυτή τη δύναμη δεν τη θέτει μέσα στο γύρω χώμα, φέροντας μέσα από έξω τις δικές του ιδιότητες, γιατί τότε θα έφθαναν στη βλάστηση και τα νεκρά δένδρα.  Αλλά κάνει εμφανή εκείνη τη δύναμη , η οποία βρίσκεται μέσα στο χώμα, όταν με την υγρασία του το χώμα τρέφει το φυτό για να πετάξει και τη ρίζα και το φλοιό και την καρδιά και τις εκβλαστήσεις των κλάδων, ώστε να το καταντήσει τέλειο.  Αυτό όμως δε θα ήταν δυνατό να γίνει, αν δεν είχε τεθεί μέσα στο σπόρο και κάποια φυσική δύναμη, η οποία με το να προσελκύει στον εαυτό της από τα γύρω σημεία τη σύμφυτη και κατάλληλη τροφή, γίνεται θάμνος  ή δένδρο ή στάχυ ή κάποιο άλλο από τα φυτά, που προορίζονται για κάψιμο.

  Τον τρόπο με τον οποίο είναι ακριβώς κατασκευασμένο το σώμα μας, τον μαθαίνει ο καθένας στον εαυτό του, από όσα βλέπει και ζει και νιώθει, παίρνοντας ως δάσκαλο την ίδια τη φύση του. Μπορεί όμως να μάθει τα πάντα με ακρίβεια, αν χρησιμοποιήσει και την εξιστόρηση που έχουν κάνει  σε βιβλία, μετά από κοπιαστικές μελέτες πάνω σ`αυτά τα ζητήματα οι σοφοί για τα παρόμοια.

   Άλλοι από αυτούς διδάσκουν με την ανατομία, σε ποια θέση βρίσκεται το καθένα από τα μέλη μας. Άλλοι γνωρίζουν κι εκθέτουν το σκοπό, για τον οποίο έγιναν όλα τα μέρη του σώματος, ώστε απ`αυτά να είναι ικανοποιητική η γνώση της κατασκευής του ανθρώπινου σώματος, για όσους είναι πιο φιλομαθείς. 

   Αν κανείς ζητάει κοντά σ`αυτούς να γίνει κι η Εκκλησία δάσκαλος και για όλα, ώστε να μη χρειάζεται καθόλου την απ`έξω διδασκαλία, επειδή αυτός είναι ο νόμος που ισχύει για τα πνευματικά πρόβατα, όπως λέγει ο Κύριος, το να μην ακούν δηλαδή ξένη φωνή (Ιωαν. 10,4-5), θα διαπραγματευθώ το θέμα και γι`αυτά με λίγα λόγια. 

 Αυξάνεσθε και Πληθύνεσθε

 Το «αυξάνεσθε» αναφέρεται στην ηλικία, ενώ το «πληθύνεσθε» αναφέρεται στον αριθμό, να γίνεσθε δηλαδή περισσότεροι. Ετσι ερμηνεύει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης την σχετική ορολογία της Γενέσεως. Οπωσδήποτε οι δύο διηγήσεις που καλύπτουν το θέμα της ανθρωπολογίας έχουν πυκνότητα νοημάτων. Σχεδόν κάθε λέξη ή έκφραση περικλείει μέσα , πλούσιες ερμηνευτικές δυνατότητες για την καταγωγή και τον προορισμό του ανθρώπου. Οι πατέρες διαβάζοντας τη Γένεση, συνεχώς «επεκτείνουν» οι ίδιοι τα νοηματά της, φωτιζόμενοι άνωθεν όπως και ο ίδιος ο συγγραφέας της

   Ο άνθρωπος, κατά τον άγιο Γρηγόριο, πλάστηκε για να αυξάνει «εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» και σταδιακά να προχωρεί στην ενωσή του με το Θεό. Η πτώση ανέκοψε αυτή τη διαδικασία. Γι’ αυτό στην τωρινή φάση της Ιστορίας, επέτρεψε ο Θεός «οικονομικώς» να αναπαράγεται ο άνθρωπος με τον ίδιο τρόπο που αναπαράγονται και τα ζώα, ώστε να συνεχίζεται η ύπαρξή του μέσα στο χρόνο.

   Αυτή η δυνατότητα του εδόθη, διότι ο Θεός, ως παντογνώστης, είχε προϊδει την στροφή του προς τα αισθητά και τον εφοδίασε εκ των προτέρων με όλα όσα χρειάζεται για να συνεχίσει να επιβιώνει και να εξασφαλίζει την διαδοχή του.  Γι’ αυτό ο γάμος νομοθετήθηκε στην Εδέμ «εις αλληλοβοήθειαν και διαδοχή του γένους των ανθρώπων» (Ευχή της εκκλησίας).

    Για ορισμένους πατέρες, η διαδοχή του ανθρωπίνου γένους, ακόμα και αν δεν συνέβαινε η πτώση, θα γινόταν με τον ίδιο τρόπο, που γίνεται και τώρα. Αλλοι (και μεταξύ αυτών και ο Γρηγόριος Νύσσης) λένε πως ο πολλαπλασιασμός θα γινόταν με «πνευματικό» και «αγγελικό» τρόπο, αν ο άνθρωπος έμενε στην αρχική του θέση, ευρισκόμενος σε κοινωνία με τον Θεό. Εδώ μπορούμε  να πούμε, πως πρόκειται για ένα θέμα θεολογούμενο (όπως και μερικά άλλα, ερμηνευτικού χαρακτήρα) και η εκτιμησή μας, υπερ της μίας ή της άλλης γνώμης, δεν θέτει σε κίνδυνο τη σωτηρία μας.

  Είμαστε όμως βέβαιοι, πως στα καίρια ζητήματα της Αρχής και του Τέλους του κόσμου και του Ανθρώπου , οι Θείοι Πατέρες «εν μέρει» μόνο μας απαντούν και πάντοτε στα όρια των αντιληπτικών μας ικανοτήτων, φροντίζοντας να μας «επαναφέρουν στην τάξη» (όπως φαίνεται από εκφράσεις που χρησιμοποιούν στο λόγο τους), με προτροπή της μετ’ απλότητος και «παιδικής» εμπιστοσύνης, εγκαταλείψεώς μας στα όσα μας απεκάλυψε ο Θεός, μέσω των δούλων του προφητών και αποστόλων.

 Αυτός είναι ο λόγος που ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης ανεπιφύλακτα παραθέτει τις γνώμες του (βεβαιώνοντας πως είναι τέτοιες με εκφράσεις όπως «εγώ νομίζω» ή «τα περισσότερα από αυτά ο Θεός τα γνωρίζει» κλπ) και επεξεργάζεται πλείστα όσα γνωστικά θέματα με άνεση (και συνάμα με άρτια φιλοσοφική και επιστημονική γνώση).

   Θα μας πει λ.χ. για τις ηλικίες του ανθρώπου, τον τρόπο της αύξησης του και το πώς η κοσμική παιδεία όλα αυτά τα έχει ερευνήσει, εντάσσοντας στην αφήγησή του γνώσεις της «θύραθεν» σοφίας και εναρμονίζοντας τα με το βιβλικό κείμενο. 

  Εντυπωσιακή είναι, επίσης η ερμηνεία του «κατακυριεύσατε της γης», την οποία ο άγιος αποδίδει δια του τρόπου της λογικής εποπτείας πάνω στην κτίση και όχι μόνον δια της πληρώσεως του χώρου με νέες υπάρξεις. Και η σύγχρονος Ανθρωποκεντρική φιλοσοφία συμφωνεί με τούτο: μπορούμε να κυριαρχήσουμε στο Σύμπαν, είμαστε οι κατακτηταί του, μέσω της Ορθολογικής Επιστήμης και της Τεχνολογίας, δηλαδή της πρακτικής εφαρμογής των λογικών ερευνών μας . Η διαφορά είναι ότι η σύγχρονος φιλοσοφία θεωρεί το ανθρώπινο ον ως αυτόνομο, αφού εν πολλοίς αρνείται την ύπαρξη πραγματικοτήτων «εκτός» του ανθρώπου, άρα αρνείται και τον «φωτισμό» του ανθρωπίνου λόγου από το πνεύμα του Θεού.

  Εξαιτίας αυτής της αντιλήψεως η κυριαρχία επι της φύσεως «εκτρέπεται» σε καταδυναστεία των δημιουργημάτων του Θεού, όπως φαίνεται καθαρά στις διάφορες καταχρήσεις της τεχνολογικής προόδου, με τις συνεπαγόμενες απογοητεύσεις από την «ηθική» της Επιστήμης και της Γνώσης. Μόνον η επάνοδος στην ορθή Ανθρωπολογία και Κοσμολογία της Αποκαλύψεως και των Πατέρων, μπορεί να σώσει από τις καταστροφές στις οποίες αλάνθαστα οδηγείται  ο κόσμος μας, από την άνευ θεού "κυριαρχία" επ' αυτού και την συνεπαγόμενη αλαζονεία των  ανθρώπων.

ΚΕΙΜΕΝΟ 5Ο

"ΑΥΞΑΝΕΣΘΕ ΚΑΙ ΠΛΗΘΥΝΕΣΘΕ"

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ :  Ε.Π.Ε.  εκδ.  « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΕΡΓΑ ΓΡΗΓ. ΝΥΣΣΗΣ,  τ.  5,  σελ.  384.

«Και εδημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο».  Τι είναι, λοιπόν ο άνθρωπος; Εμείς θα δώσουμε τον ορισμό, σύμφωνα με όσα διαβάσαμε και διδαχθήκαμε. Γιατί εμείς δεν έχουμε ανάγκη να δανειζόμαστε ξένους όρους, ούτε και να παρεμβάλλουμε ως  συμπλήρωμα, όσα προέρχονται από τη ματαιότητα (δηλαδή από τη φιλοσοφία) στο αληθινό νόημα. 

    Άνθρωπος είναι το λογικό δημιούργημα του Θεού, που δημιουργήθηκε σύμφωνα με την εικόνα του Δημιουργού του.  Αν λείπει κάτι απ`αυτό τον ορισμό, ας το σκεφτούν εκείνοι που καταξοδεύτηκαν για να αποκτήσουν τη φθειρόμενη σοφία. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε σύμφωνα με την εικόνα του Θεού.  «Και ευλόγησε ο Θεός τον άνθρωπο κι είπε σ`αυτόν :  Να αυξάνεσθε και να πολλαπλασιάζεσθε και να γεμίσετε τη γη».  Αυτή  είναι κι η ευλογία των ψαριών. «Κι είπε ο Θεός : Να ξεπετάξουν τα ύδατα ερπετά με ψυχές ζωντανές κι έτσι έγινε». Έπειτα είπε ο Θεός «Να αυξάνεσθε και να πολλαπλασιάζεσθε και να γεμίσετε τα ύδατα».

     Λοιπόν τι περισσότερο από αυτό; Αναγκαστικά σου χάρισε ο Θεός αυτά. Σου έδωσε και τα κοινά με τα άλλα ζώα και σου επιφυλάσσονται τα ιδιαίτερα. Γιατί και συ αυξάνεις, όπως και τα άλλα ζώα. Από τα αρχικά μικρό φθάνεις στην ολοκλήρωση με τις διαδοχικές προσθήκες. Με τον ίδιο τρόπο και τα άλογα και τα σκυλιά. Έτσι κι οι αετοί κι οι κύκνοι κι όλα, όσα θα μπορούσες να αναφέρεις. Από την πρώτη μικρή κυοφορία, με τη σταδιακή προσθήκη απολαμβάνουν την τέλεια αύξηση. Και πάλι με τη μείωση ξαναγυρίζουν στο λιγότερο. Όσα ήταν, λοιπόν, κοινά της φύσης των ζώων και σε μας τα χάρισε.

«Να αυξάνεσθε», δηλαδή να τρέφεσθε για να γίνεται μεγάλοι, επειδή γεννιώσαστε μικροί και να υπάρχει ένα όριο στην ανάπτυξη. Επειδή κατά τα πρώτα επτά χρόνια τρεφόμαστε, και στη δεύτερη εβδομάδα των ετών σημειώνεται η ανάπτυξη του σώματος, αυτό δεν σημαίνει ότι υποχρεωτικά θα αναπτυσσόμαστε κατά τον  ίδιο τρόπο σε κάθε χρονική περίοδο της ζωής μας, ανάλογα με τις επταετίες που διαδοχικά θα προσθέτουμε στην ηλικία μας. 

    Τα πρώτα επτά χρόνια αποτελούν την παιδική ηλικία. Φανερά σημάδια αυτής της ηλικίας είναι η αλλαγή των δοντιών. Τα πρώτα πέφτουν, ξεφυτρώνουν τα δεύτερα.  Προς το τέλος των δεκατεσσάρων χρόνων αρχίζει η δεύτερη περίοδος της ανάπτυξης. Η δεύτερη, λοιπόν, είναι η παιδική. Γιατί πρώτα γεννιέται νήπιο, έπειτα γίνεται παιδί, ύστερα έφηβος, μετά από τα δεκατέσσερα κι απάνω γίνεται άνδρας. Εδώ είναι τα όρια της τρίτης ανάπτυξης.

   Να αναπτυσσόσαστε, λοιπόν. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως αν φθάσεις στα εκατό χρόνια, θα είσαι επιδεκτικός ανάπτυξης από το πρώτο μέχρι το εκατοστό έτος. Αυτό το «αυξάνεσθε» είναι μια λέξη ειπωμένη με σοφία κι έχει αποταμιευμένη την προνοητικότητα. Να αναπτυσσόσαστε μέχρι ενός σημείου, αλλά δε θέτει όρια στην ανάπτυξη. Κατά την ώρα της σύλληψης, που συντελείται στη μήτρα, σπέρνονται κι οι προϋποθέσεις της ανάπτυξης. Γιατί δεν είναι μετά απ`αυτό, (δηλαδή τη σύλληψη), νεότερο το χάρισμα της ηλικίας, που εμφανίζεται εκ των υστέρων, αλλά οι καταβολές που έγιναν στο μητρικό κόλπο έχουν ταυτόχρονα καταβάλλει και τις ικανότητες για την ανάπτυξη.

    Πέφτουν τα δόντια, αντιλαμβανόμαστε ότι αναπτύχθηκε τόσο το ύψος. Μετράει ο πατέρας το παιδί στα τρία του χρόνια. Και υπολογίζει ότι θα έχει το διπλάσιο απ`αυτό ύψος, όταν τελειώσει η περίοδος των επτά ετών. Γιατί όσο φθάσει στην τριετία, δυο φορές τόσο θα είναι, ή ξανά τόσο θα είναι κατά τη συμπλήρωση της ανάπτυξης. Αυτό είναι το μέτρο της ανθρώπινης φύσης μέχρι τέλους, μέχρις ενός ορίου, από την πρώτη επταετία μέχρι τη δεύτερη. Σ`αυτή λοιπόν την ηλικία, η θερμότητα είναι περισσότερη, η σωματική διάπλαση γίνεται κατά διαστήματα, η υγρότητα ξηραίνεται, τα μέλη ισχυροποιούνται. 

     Στην αρχή τα μέλη είναι απαλότερα από των ενηλίκων, γιατί οι άνθρωποι δεν έχουν φθάσει ακόμη το τέλειο. Γιατί είναι ακόμη νεοφτιαγμένο το σώμα τους κι ακατάλληλο για δουλειές που απαιτούν αντοχή. Αποκτάει, λοιπόν, ο άνθρωπος την ελαφρότητα και την ευκινησία. Και στην τρίτη επταετία φθάνει στην πλήρη ανάπτυξη. Δεν αυξάνει πια σε ύψος το ανάστημα του σώματος. Μετά την τρίτη επταετία, όταν ξεκουραστεί η φύση από τους κόπους της προς τα  άνω ανάπτυξης αρχίζει στο εξής να προχωρεί προς τα πλάγια και , κατά κάποιο τρόπο, να θεμελιώνει γύρω-γύρω αυτά που υψώθηκαν, και να τοποθετεί γύρω από αυτά πάχη, και να ισχυροποιεί τα μέλη του σώματος.

   Αυτά τα επιτελεί η φύση σύμφωνα με τη δική της σειρά. Αυτή η σειρά καθιερώθηκε από την αρχή με το θεϊκό πρόσταγμα, που τότε ακούστηκε, κι έκτοτε προχωρεί δια μέσου όλης της δημιουργίας μέχρι το τέλος: «Να αυξάνεσθε και να πολλαπλασιάζεσθε».

                                                  Β.

«Να αυξάνεσθε», για να μην περιορισθεί σ`έναν μόνο η δημιουργία.  «να πολλαπλασιάζεσθε», για να μην μείνει στον ένα, αλλά και στους πολλούς. «Και να γεμίσετε τη γη». Να την γεμίσετε δε όχι με το να την κατοικείτε, γιατί έτσι θα ζούσαμε στενόχωρα, αν ήταν η γη τόση, όση για να μας χωρεί.  Να την γεμίσετε, αλλά με την κυριαρχία.  Γιατί σε μας έδωκε ο Θεός την κυριαρχία της γης. «Να γεμίσετε τη γη» όχι βέβαια και την διακεκαυμένη και την ακαλλιέργητη και την παγωμένη και αδιάβατη, ούτε κι αυτή βέβαια την γεμίζουν οι άνθρωποι αναγκαστικά, αλλά μας έκαμε εξουσιαστές να την γεμίζουμε. Και την γεμίζουμε με την δύναμη του νου.

            Όταν π.χ. βλέπουμε πόση είναι η έκταση της διακεκαυμένης κι ακατοίκητης ζώνης, όταν ξέρουμε πόση είναι η βόρεια περιοχή, η οποία εξαιτίας της υπερβολικής ψύξης της μένει ακαλλιέργητη κι αχρησιμοποίητη, δε γεμίζουμε τη γη ;  Όταν εκλέγουμε τη χρήσιμη έκταση κι απορρίπτουμε όση είναι άχρηστη για διαμονή των ανθρώπων, δε γεμίζουμε τη γη ; Ώστε μας έκανε κυρίαρχους με το λόγο του : «Να γεμίζετε τη γη».  Και μην πεις ότι επειδή δεν κάνουμε χρήση όλης της γης, δεν έχουμε και την κυριαρχική εξουσία πάνω σ`όλη τη γη.

    Γιατί και συ όταν αγοράζεις π.χ. το σιτάρι, δεν είσαι κύριος όλης της ποσότητας του σιταριού.  Επειδή από το σιτάρι ένα μόνο μέρος είναι φαγώσιμο,  το δε άλλο, δηλαδή τα πίτουρα, είναι για πέταμα.  Και τις πέτρες πετάς επίσης ως άχρηστες, καθώς κι ότι άλλο, ακατάλληλο για φαγητό, έχει αναμιχθεί, και το άχυρο λιχνίζεις και το ζιζάνιο αποβάλλεις, όταν προτιμάς εκείνο που είναι καθαρό για τη διατήρηση της ζωής.

   Το ίδιο , λοιπόν, συμβαίνει και με τη γη.  Ένα μέρος της, το καλύτερο, δόθηκε για κατοικία των αξίων.  Ένα άλλο μέρος, το απαραίτητο, στη γεωργία, και το άλλο αφέθηκε ως βοσκότοπος, των τετραπόδων ζώων. Σε ερωτώ κι εσύ απάντησέ  μου : Μπορώ να κάνω τη διαθήκη μου, σύμφωνα με τη θέλησή μου, επειδή είμαι κυρίαρχος, με βάση τη δωρεά του Δημιουργού μου; «Και να γεμίσετε τη γη και να είστε εξουσιαστές των ψαριών της θάλασσας και των πτηνών του ουρανού και των θηρίων της γης».

Comments