Επτά αποσπάσματα από το έργο «Aπό την 25η ώρα στην αιώνια ώρα» του Virgil Georgiou

αναρτήθηκε στις 9 Αυγ 2014, 1:37 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων

Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ

 1. Άνοιξα τα μάτια μου μπροστά σε μια εικόνα.

            Το πρώτο πρόσωπο που πρόβαλε μπροστά μου στον κόσμο αυτό ήταν ο πατέρας μου.

            Φαντάσθηκα πάντα την ανθρώπινη μνήμη σαν μια ταινία, πάνω στην οποία καταχωρούνται – όπως στο φωτογραφικό φιλμ – όλες οι εικόνες της ζωής, από το λίκνο μέχρι τον τάφο. Το μάτι, σαν μια φωτογραφική μηχανή, καταγράφει αυτόματα κάθε τι που προβάλει μπροστά στο φακό του. Η μνήμη όμως δεν διατηρεί παρά μονάχα τις εικόνες και τις σκηνές που έχουν ενδιαφέρον. Το υπόλοιπο κομμάτι της ταινίας πετιέται μέσα στον αχανή χώρο της λησμοσύνης, σαν κάτι το άχρηστο. Όπως πετούν το περιεχόμενο του σκουπιδοτενεκέ.

            Η πρώτη λοιπόν εικόνα της ζωής μου, που υπάρχει πάνω στο φιλμ της μνήμης μου, μια εικόνα σε μεγάλο πλάνο – που η ανάμνησις φύλαξε ευλαβικά και που ο χρόνος αντί να την ξεθωριάση την έκανε πολύ πιο όμορφη – είναι η εικόνα του πατέρα μου.

            Θα ‘πρεπε να ήμουν μέσα στην κούνια μου. Και κείνος ήταν σκυμμένος πάνω μου. Γεμάτοι θάμβος, ο πατέρας μου κι εγώ, κυττούσαμε ο ένας τον άλλον. Και η περιέργεια μου αυτή, μπροστά στην πρώτη εικόνα του κόσμου, ήταν ασφαλώς δικαιολογημένη, τη στιγμή που μόλις εγκατέλειπα τη νύχτα της ανυπαρξίας. Γιατί, πριν από τον πατέρα μου, δεν είχα δη τίποτε άλλο. Ο αμφιβληστροειδής χιτών των ματιών μου ήταν παρθένος. Και για μένα το παν ήταν καινούργιο μέσα στο σύμπαν. Από το άλλο μέρος το θάμβος του πατέρα μου μπροστά στη θέα του μικρού και ολοκαίνουργου  προσώπου μου ήταν επίσης δικαιολογημένο. Δεν ήταν ακόμη είκοσι χρονών. Δεν είχε ξεπεράσει ακόμη την εφηβεία. Το σώμα του εξακολουθούσε να μεγαλώνη. Τα κόκκαλά  του ολοένα και δυνάμωναν, γιατί δεν είχε ακόμη φθάσει στην ώριμη ηλικία. Και ήταν γεμάτος δέος που είχε γίνει πατέρας. Με κυττούσε σαν να έπεσα ξαφνικά απ΄ τον ουρανό.

            Η έκπληξις λοιπόν ήταν αμοιβαία.

            Με υπερηφάνεια σκέπτομαι πως η πρώτη εικόνα του γήινου αυτού κόσμου που απέκτησα υπήρξε ένα ανθρώπινο πρόσωπο. Ατενίζοντας την φυσιογνωμία ενός ανθρώπου, έβλεπα τον Θεό. Και κείνος που ατενίζει τον Θεό βλέπει ολόκληρο το σύμπαν. Ο Ιησούς Χριστός σαρκώθηκε για να μας δείξη την ανθρώπινη φυσιογνωμία του Θεού. Μας το λέει καθαρά : «Ο εωρακώς εμέ εώρακε τον πατέρα». Η πιο υπέροχη εικόνα του Θεού είναι πάντα ο άνθρωπος.

            Αλλά και για ένα δεύτερο λόγο νιώθω υπερήφανος, γιατί το πρώτο πράγμα που είδα στη γη ήταν το πρόσωπο του πατέρα μου. Σε λίγο καιρό τα μάτια μου θα κλείσουν και δεν θα φωτογραφίζουν πια εικόνες στης ζωής. Οι νεκροί είναι τυφλοί στα πράγματα της γης. Ετοιμάζομαι λοιπόν με κάθε επιμέλεια για το μεγάλο ταξείδι. Τα περισσότερα χρόνια μου τα έχω πια ζήσει. Τα έχω ξοδέψει. Όπως ξοδεύουν τα γραμμάτια μιας συναλλαγής. Αυτό που μου μένει είναι τόσο λίγο μπροστά σ’ αυτό που έχω πια ξοδέψει, που έχω ζήσει. Και όμως σ’ όλη μου τη ζωή, πουθενά και σε καμμία περίπτωσι δεν είδα, ούτε ακόμη και στα όνειρα, μια εικόνα πιο όμορφη από εκείνη, την πρώτη, που αποτυπώθηκε επάνω στη μνήμη μου, την εικόνα του πατέρα μου. Ούτε οι πίνακες των ζωγράφων, ούτε τα θαυμάσια της φύσεως, ούτε οι ακτινοβόλες μορφές των ωραίων γυναικών, ούτε η ανυπέρβλητη ομορφιά των παιδικών προσώπων μπόρεσε να συγκριθή με την ομορφιά της πρώτης εκείνης εικόνας που ατένισα επί της γης: την μορφή του πατέρα μου.

            Πρέπει να εξηγηθώ πως η μορφή του πατέρα μου δεν μοιάζει με τις αναρίθμητες άλλες παραστάσεις, που η μνήμη έχει αποτυπώσει, σαν σε φωτογραφική ταινία. Αυτή η πρώτη μορφή ήταν εντελώς διαφορετική: ήταν μια εικόνα.

Ε ι κ ό ν α είναι μια ελληνική λέξις που σημαίνει ο μ ο ί ω μ α.

Μια εικόνα στην πραγματικότητα είναι ένα ομοίωμα, αλλά ένα ομοίωμα που δεν είναι αποκλειστικά γήινο. Είναι ένα ομοίωμα               θ ε α ν δ ρ ι κ ό , ουράνιο μαζή και γήινο. Είναι μικτό, όπως το δείχνει το επίθετο θ ε α ν δ ρ ι κ ό ς, που σχηματίζεται από τις ελληνικές λέξεις Θεός και ανήρ, θεός δηλ. και άνθρωπος μαζή.

Μια φωτογραφία , που είναι ένα γήινο ομοίωμα, και αν ακόμα είναι η φωτογραφία ενός αγίου, δεν μπορεί ποτέ να χρησιμοποιηθή για εικόνα. Οι κανόνες της ορθοδόξου εικονογραφίας το απαγορεύουν κατηγορηματικά. Αν μια μέρα ανακαλύψουν την φωτογραφία ενός αγίου, δεν θα μπορέση να τοποθετηθή στη θέσι της εικόνος του αγίου αυτού. Γιατί μια φωτογραφία είναι το αποκλειστικά γήινο ομοίωμα του ανθρώπου. Ενώ η εικόνα είναι το καθαρό και ωλοκληρωμένο ομοίωμα του ανθρώπου με όλες τις γήινες και ουράνιες διαστάσεις του.

Σε μια εικόνα, το ανθρώπινο ομοίωμα έχει απαλλαγή από την βαρειά και φθαρτή ύλη, απ’ την οποία είναι καμωμένο στη φυσική ζωή. Και είναι σωστό η εικόνα να είναι έτσι αλαφρωμένη και περιωρισμένη στις γνήσιες γραμμές της. Γιατί οι άγιοι, που η εικόνα παρουσιάζει, είναι μεν άνθρωποι με σώμα και σάρκα, έζησαν όμως σαν τους αγγέλους, που είναι άυλοι. Στην εικόνα λοιπόν το ανθρώπινο σώμα και ομοίωμα είναι απαλλαγμένα, ελαφρωμένα, εξαγνισμένα, καθαρισμένα από τον πηλό και τη σκόνη και όλα τα γήινα υλικά, τα βαρειά και εφήμερα. Στην εικόνα  το ανθρώπινο ομοίωμα αποδίδεται εξαγνισμένο και προσεγγίζει το πρωτότυπο του ανθρώπου. Στη γήινη ζωή του ο άγιος δεν μπορεί να είναι τέτοιος όπως τον παρουσιάζει η εικόνα. Όπως και μέσα στη φύσι δεν υπάρχει νερό καθαρό. Κάθε νερό και το πιο καθαρό ακόμη είναι ανακατεμμένο με άλατα , με αέρια και άλλα υλικά που είναι ξένα προς τη φύσι του νερού. Το καθαρά χημικό νερό, που αποτελείται από υδρογόνο και οξυγόνο, σύμφωνα με τον τύπο, δεν υπάρχει παρά μόνο θεωρητικά. Αλλά και αν ακόμη αυτό το νερό υπήρχε στη φύσι, δεν θα μπορούσε να το πιή κανείς: το χημικά καθαρό νερό, το αληθινό νερό, δεν είναι πόσιμο.

Το ίδιο ισχύει και για το ανθρώπινο ομοίωμα. Στη γήινη ζωή, όπως το πόσιμο νερό, έτσι και το ανθρώπινο ομοίωμα, είναι ακάθαρτο. Είναι βεβαρυμένο. Είναι αναμεμιγμένο. Περιέχει κάθε είδος ακαθαρσίας, που έχει προστεθή αργότερα στην αρχική φύσι και δεν έχει καμμία σχέσι μ’ αυτό.

Στην ορθόδοξη εικόνα, το ανθρώπινο ομοίωμα ζωγραφίζεται όπως ήταν στην αρχή, όπως ήταν στην δημιουργία του κόσμου. Κάθε εικόνα αντιπροσωπεύει το α ρ χ έ τ υ π ο ν, το πρωτότυπο του ανθρώπου. Στην εικόνα το ανθρώπινο σώμα είναι ελευθερωμένο από τους νόμους της ύλης, του χρόνου και του χώρου. Το ανθρώπινο ομοίωμα, αποκαταστημένο έτσι στους αρχικούς έτσι στους αρχικούς τύπους και τις ιδιότητες, είναι αιώνιο και μοιάζει προς τον Θεό, που υπήρξε το πρότυπο. Μια εικόνα λοιπόν δεν εκφράζει μια πραγματικότητα αυτού του κόσμου, της γης. Κάθε εικόνα μοιάζει με ένα παράθυρο που ανοίγεται προς τον ουρανό. Έτσι και το ομοίωμα που βλέπομε ζωγραφισμένο στην εικόνα είναι μια πραγματικότης του ουρανού. Το ανθρώπινο πρόσωπο, η μορφή του αγίου ή της αγίας που είναι ζωγραφισμένη στην εικόνα, είναι ακριβώς αυτοί που έζησαν επί της γης και που εύκολα τους αναγνωρίζομε, χωρίς όμως να τους αναγνωρίζωμε «κατά σάρκα». Γιατί τώρα είναι ουράνια δημιουργήματα και στον ουρανό δεν μπορούμε κανένα να αναγνωρίσωμε «κατά σάρκα». Ο ζωγράφος αγίων εικόνων αναλαμβάνει ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα. Γιατί είναι αδύνατο με σάρκινα χέρια, με φθαρτά υλικά – όπως το λάδι, η μελάνη και τα χρώματα – να ζωγραφίσης πραγματικότητες που δεν υπάρχουν παρά στον ουρανό και που είναι αιώνιες. Για να προσεγγίση όσο το δυνατόν περισσότερο το θείο και ουράνιο πρότυπο ο εικονογράφος δεν έχει παρά ένα μέσο: την χρήσι των συμβόλων. Και τούτο σημαίνει ότι έχει να κάνη αισθητή μια ανώτερη πραγματικότητα μ’ ένα έμμεσο τρόπο, γιατί η πραγματικότης αυτή δεν μπορεί να γίνει προσιτή άμεσα.

Μια μόνο τέλεια εικόνα υπάρχει στην Εκκλησία, αλλά αυτή είναι αχειροποίητος , που δεν έγινε δηλ. με ανθρώπινο χέρι. Είναι η μορφή του Χριστού που αποτυπώθηκε θαυματουργικά και χωρίς μεσολάβησι ανθρώπινου χεριού και που είναι γνωστή με το όνομα «το άγιο Μανδήλιο».

Εκτός απ’ την αχειροποίητο,  οι άλλες εικόνες αναπαριστάνουν με υλικά του κόσμου τούτου και με σύμβολα τις θείες πραγματικότητες του ουρανού.

Για μένα η πιο ωραία απ’ όλες τις εικόνες είναι η μορφή του πατέρα μου, όπως έχει αποτυπωθή στη μνήμη μου την πρώτη φορά που άνοιξα τα μάτια μου στον κόσμο, μέσα στην κούνια μου. Αυτή ήταν εντελώς σύμφωνη με τους κανόνες και τις αυστηρές διατάξεις της βυζαντινής εικονογραφίας όπως το διεπίστωσα αργότερα. Το γεγονός , ότι είδα μπροστά μου μια τόσο ωραία εικόνα, μόλις άνοιξα για πρώτη φορά τα μάτια μου, χάραξε αποφασιστικά την πορεία της ζωής μου.

Από μια άποψη η εικόνα μοιάζει με τις αφφίσες των τουριστικών γραφείων , που μας δείχνουν μια λαμπρή εμφάνισι της χώρας στην οποία προσκαλούμεθα να πάμε. Έτσι κάθε τουριστική αφφίσα είναι μια πραγματική πρόσκλησι για ένα ταξείδι σε μια υπέροχη χώρα. Η εικόνα είναι κι’ αυτή μια πρόσκλησι για το μεγάλο ταξείδι στον ουρανό. Η εικόνα, όπως οι αφφίσες του τουρισμού, μας δείχνει τις ουράνιες πραγματικότητες. Ανοίγοντας τα μάτια μου μπροστά σε μια εικόνα, επήρα συγχρόνως μια πρόσκλησι για τον ουρανό. Αυτή η πρόσκλησι ήταν ίσως η αφορμή που το ταξείδι στον ουρανό έγινε η μοναδική μέριμνα της ζωής μου. Γνωρίζοντας ότι είμαι καλεσμένος αλλού, δέχθηκα χωρίς καμμιά ιδιαίτερη ευχαρίστησι τις θέσεις που μου προσέφεραν στον κόσμο αυτό, επί της γης. Ήξερα πως είναι μέτριες και προσωρινές. Ήξερα πως «ο ουρανός μοι θρόνος, η δε γη υποπόδιον των ποδών μου».

Όταν κανείς γνώρισε ένα μέρος της ουρανίου πραγματικότητος, ακόμα και αν η πραγματικότης αυτή είναι ένα μικρό κομματάκι, που μόλις ένιωσε μέσα απ’ το παράθυρο μιας εικόνος, τότε το βρίσκει σωστό ότι η γη είναι μικρή, μέτρια και πτωχή. Συνειδητοποιεί πως η γη δεν αξίζει παρά σαν υποπόδιο των ποδών, για ν’ ανέβη εκεί ψηλά. Αυτό που αποφάσισα να κάμω και αυτό που πάντοτε έκαμα. Έζησα τραγουδώντας: «Εις ουρανούς συνάνελθε. Γενού μετά των παραπεμπόντων αγγέλων … Αρθήναι ταις πύλαις διακέλευσαι, υψηλοτέραις γενέσθαι». Έτσι έγιναν τα πράγματα. Όπως άλλα παιδιά γίνονται ναυτικοί γιατί στην απαλή τους ηλικία έτυχε να δουν εικόνες της θαλάσσης, έτσι κι εγώ αγάπησα τον ουρανό. Ο ουρανός έγινε ο σκοπός της ζωής μου. Γιατί η εικόνα του πατέρα μου μπροστά στην οποία άνοιξα τα μάτια μου, ήταν ένα θέαμα του ουρανού. Και αυτή ήταν που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην κατεύθυνσι της ζωής μου.

Η κατεύθυνσις που πήρα στη ζωή μου στον κόσμο αυτό έγινε αιτία να δοκιμάσω άπειρες δοκιμασίες. Κι αυτές δε θα τελειώσουν παρά με τον θάνατό μου. Οι σύγχρονοί μου – οι άνθρωποι του επιστημονικού και υλιστικού αυτού αιώνος, που δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς να μετρούν, να υπολογίζουν και να καθορίζουν ακριβώς το κάθε τι – πασχίζουν να προσδιορίσουν με ακρίβεια επιστημονική την κατεύθυνσι της ζωής μου, των σκέψεών μου, των απόψεών μου και των ενέργειών μου. Όπως κάνουν άλλωστε για κάθε άνθρωπο. Για να προσδιορίσουν επακριβώς την κατεύθυνσι που παίρνει ένα άτομο, χρησιμοποιούν φυσικά την πυξίδα. Δυστυχώς η βελόνα της πυξίδος δεν δείχνει παρά τις κατευθύνσεις επί της γης. Οι σύγχρονοί μου λοιπόν με την πυξίδα στο χέρι βεβαίωσαν, πολύ επιστημονικά, πως η κατεύθυνσι μου δεν είναι ούτε προς τα δεξιά, δηλ. προς τη Δύσι, ούτε προς τα αριστερά, δηλ. την Ανατολή, ούτε προς τα εμπρός ούτε προς τα πίσω. Κατέληξα λοιπόν στο συμπέρασμα πως δεν έχω καμμία κατεύθυνσι. Πως πορεύομαι αδιάφορα. Όπως ο άνεμος. Και αυτό τους φάνηκε τόσο ύποπτο και τόσο επικίνδυνο ώστε να μου προξενήσουν τρομερούς πόνους. Κατά βάθος τους δικαιολογώ γι’ αυτό. Γιατί θέλουν να γνωρίσουν τη στάσι και την κατεύθυνσι που παίρνει ο καθένας στη ζωή του για να μπορούν να τον εποπτεύουν, να τον βοηθούν, αν βρίσκεται στη γραμμή που επιδοκιμάζει η εξουσία ή να τον σκοτώνουν, αν ακολουθή μια άλλη γραμμή. Εμένα , από τη στιγμή που δεν μπορούν, με την πυξίδα στο χέρι, να προσδιορίσουν την κατεύθυνσι των βημάτων μου δεν μπορούν ούτε να με βοηθήσουν, για να έχουν ενδεχομένως ένα ακόμη οπαδό, ούτε να με σκοτώσουν, για να έχουν ένα αντίπαλο λιγώτερο. Σ’ όλη μου τη ζωή είχαν με μένα πολλές σκοτούρες. Γιατί βρισκόμουν πάντα εκεί όπου δεν με περίμεναν. Η πυξίδα δεν έδειχνε ποτέ που ακριβώς πήγαινα. Παρά τις φασαρίες που προξένησα στους συγχρόνους μου έχω την συνείδησί μου ήσυχη. Το λάθος είναι αποκλειστικά δικό τους. Γιατί χρησιμοποιούν μηχανές, σαν τη πυξίδα, που δεν δείχνουν παρά μόνο τα τέσσερα σημεία του ορίζοντος και ποτέ τον ουρανό. Έτσι επειδή οι μηχανές τους δεν δείχνουν τον ουρανό συμπέραναν απ’ αυτό ότι ο ουρανός δεν υπάρχει. Τόσο το χειρότερο γι’ αυτούς! Γιατί ο ουρανός είναι ακριβώς το σημείο της κατευθύνσεως μου. Θα μπορούσα από πολλή καλωσύνη ν’ αρνηθώ τον ουρανό για να ευχαριστήσω τους συγχρόνους μου, αλλά δεν υπάρχει τέτοιο θέμα. Μπορώ να υποχωρήσω σε όλα, όχι όμως στο σημείο αυτό. Είμαι καλεσμένος στον ουρανό. Είναι η πρώτη πρόσκλησις που πήρα με την εικόνα του πατέρα μου μόλις άνοιξα τα μάτια μου. Απ’ όλες τις προσκλήσεις που πήρα στη ζωή μου είναι η μόνη στην οποία φροντίζω να ανταποκριθώ απόλυτα με την παρουσία μου.    


2. Πατέρας μου και πατέρας όλων

            Τα γεγονότα συνέβησαν ως εξής: Ήταν Κυριακή. Για μας κάθε Κυριακή είναι Πάσχα. Είναι η μέρα της Αναστάσεως. Η Κυριακή δεν μοιάζει με καμμιά απ’ τις άλλες μέρες, όπως και το Πάσχα δεν μοιάζει με τις άλλες γιορτές, όσο μεγάλες κι είναι, όπως ακριβώς το φεγγάρι δεν μοιάζει με κανένα από τα εκατομμύρια αστέρια που υπάρχουν γύρω του. Επειδή λοιπόν δίνομε μια τέτοια σημασία στις Κυριακές, οι εβδομάδες στην πατρίδα μου μοιάζουν να έχουν μια μέρα περισσότερο απ’ ότι έχουν αλλού. Ξέρομε πως ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε έξι μέρες και πως η έβδομη μέρα ήταν το Σάββατο. Αλλά ύστερα από τις επτά αυτές μέρες ήρθε ήλθε η Κυριακή. Dies Octava, η όγδοη ημέρα. Γιατί μια Κυριακή ήταν που ο Ιησούς Χριστός με την Ανάστασί του ωλοκλήρωσε την καινούργια αυτή δημιουργία – είναι η πιο σπουδαία απ’ τις επτά πρώτες μέρες. Και δεν οφείλεται στο ότι έχομε γευθή τη Θεολογία, που μετρούμε την Κυριακή σαν όγδοη μέρα. Και οι αρχαίοι διδάσκαλοι και Πατέρες της Εκκλησίας το ίδιο έκαναν. Και η dies octava, η όγδοη μέρα της εβδομάδας είναι μια ανάμνησις που μας άφησαν οι άγιοι κατάδικοι, τους οποίους έστελναν τους τρεις πρώτους χριστιανικούς αιώνες στα χρυσορυχεία της πατρίδος μου και οι οποίοι μας έφερναν το Ευαγγέλιο και το βάπτισμα.

            Ήταν λοιπόν μια Κυριακή. Μετά τη θεία Λειτουργία. Παρατηρούσα τους χωρικούς που έβγαιναν από την εκκλησία. Ο πατέρας μου στεκόταν στα σκαλοπάτια και χαιρετούσε κάθε πιστό. Όλο το χωριό ήταν εκεί. Γιατί, την Κυριακή, κανείς ποτέ δεν λείπει από τη θεία Λειτουργία. Ήταν ακόμη εκεί και οι ορεσίβιοι γέροντες με τις λευκές τους γενειάδες, ζωντανές μορφές των πατριαρχών της Βίβλου, οι γυναίκες, οι άντρες και τα παιδιά. Όλοι με τα ρούχα της Κυριακής, με φορεσιές λινές ή μάλλινες πάντοτε όμως άσπρες σαν το γάλα και σαν το χιόνι. Το λευκό είναι το εθνικό χρώμα στην Pedrodava. Για όλες τις ηλικίες και για τα δύο φύλα. Αλλά η καθαριότης του λευκού χρώματος των ρούχων ήταν ασήμαντο πράγμα μπροστά στην αγνότητα των βλεμμάτων και των μορφών. Όλοι οι πιστοί καθώς έβγαιναν απ’ τη θεία Λειτουργία έμοιαζαν μεταμορφωμένοι, απαλλαγμένοι από κάθε γήινη ασχολία, αγιασμένοι. Και κάτι πιο πολύ από αγιασμένοι: θεωμένοι… Ήξερα γιατί όλες οι μορφές ήταν ωραίες και γιατί όλα τα βλέμματα ήταν λαμπερά. Γιατί οι άσχημες γυναίκες ήταν όμορφες. Οι τραχείς ξυλοκόποι ακτινοβολούσαν στα μάγουλα τους και στα μέτωπά τους ένα φως που έμοιαζε με το φωτοστέφανο των αγίων. Τα παιδιά ήταν σαν άγγελοι. Βγαίνοντας από τη θεία Λειτουργία όλοι οι άντρες και όλες οι γυναίκες του χωριού μας ήταν Θεοφόροι, φορείς δηλ. του Θεού. Είχαν όλοι κοινωνήσει. Και μέσα στις αρτηρίες τους έτρεχε το αίμα του Θεού. Θεωμένοι. Βέβαια οι άνθρωποι αυτοί ήταν χωρικοί αγροίκοι, άθλιοι και πτωχοί. Ήξεραν τι ήταν. Γι’ αυτό πριν κοινωνήσουν έλεγαν την ακόλουθη προσευχή:

«Κύριε, ο Θεός μου, οίδα, ότι ουκ ειμί άξιος ουδέ ικανός, ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής…

Και ως κατεδέξω εν σπηλαίω και φάτνη αλόγων… και εν τη οικία Σίμωνος του λεπρού… ούτω καταδέξαι εισελθείν εις τον οίκον της ταπεινής μου ψυχής, του λεπρού και αμαρτωλού».

Και ο Θεός, ύστερα από τη θεία Κοινωνία, είχε εισέλθη «υπό την στέγην» κάθε ψυχής, σ’ όλες τις ψυχές του χωριού μας. Και βγαίνοντας από την εκκλησία έφεραν τον Θεό μέσα τους. Και βάδιζαν με προφύλαξι, όπως βαδίζουν όταν μεταφέρουν κάποιο πράγμα ανεκτίμητο. Και ήταν έτσι θεοφόροι, φορείς του Θεού. Όταν κανείς μεταφέρη μια λάμπα ή ένα κερί, το πρόσωπό του φωτίζεται από τη φλόγα. Όταν φέρη κανείς μέσα του τον Θεό, το Φως των φωτών, φωτίζεται εσωτερικά με τέτοιον τρόπο ώστε όλη η σάρκα του και όλο το σώμα του μεταμορφώνονται, εξωραΐζονται. Όλοι γνωρίζομε πως οι καλλιτέχνες επάνω στη σκηνή, καθώς ερμηνεύουν το ρόλο τους, μεταμορφώνονται κυριολεκτικά, όταν τους αγκαλιάζουν τα φώτα των προβολέων. Κάτω απ’ τον έντονο αυτό φωτισμό με δυσκολία θα αναγνώριζε κανείς το γυιό του ή την κόρη του. Τόσο πολύ αλλάζουν. Με την ίδια ακριβώς δυσκολία αναγνώριζα και εγώ τους κατοίκους του χωριού μας, όταν έβγαιναν απ’ την εκκλησία, φέρνοντας το Θεό «υπό την στέγην της ψυχής των». Τόσο ήταν ωραίοι, λαμπροί, υπέροχοι… Ποτέ μου δεν είδα ούτε δέρμα ούτε σάρκα πιο όμορφα όσο στις μορφές των θεοφόρων, των ανθρώπων που φέρουν μέσα τους το εκθαμβωτικό φως του Θεού. Η σάρκα τους ήταν θεωμένη, χωρίς βάρος και όγκο, μεταμορφωμένη από το φως του θείου Πνεύματος.

Παρατηρούσα λοιπόν την κίνησι των χωρικών φορέων του Θεού, όπως παρατηρεί κανείς ένα θέαμα. Και όπως κάθε θεατής, που παρευρίσκεται σε ένα θέαμα, ήμουν γοητευμένος.

Όλοι οι χωρικοί, που σαν το διαμάντι, ακτινοβολούσαν το φως, πλησίαζαν τον πατέρα μου. Σταματούσαν μπροστά του σε μια μικρή απόστασι. Υποκλίνονταν όπως μπροστά σε μια εικόνα. Και αυτό μου φαινόταν φυσικό. Γιατί ο πατέρας μου ήταν μια εικόνα. Έπειτα οι πιστοί, τεντώνοντας τα δυο τους χέρια με τις παλάμες ενωμένες σε σχήμα ποτηριού, δέχονταν το δεξί χέρι του πατέρα μου, όπως δέχεται κανείς ένα άγιο λείψανο, και το έφεραν ευλαβικά στα χείλη τους, το ασπάζονταν, όπως ασπάζεται κανείς τον ευλογημένο άρτο, την αναφορά, πριν τη φάη. Ο πιστός, φιλώντας το δεξί χέρι του πατέρα μου, έλεγε:

-Ευλόγησε με, πάτερ μου.

Και ο πατέρας μου απαντούσε:

-Ο Θεός να σε ευλογή, παιδί μου.

Ήταν η πρώτη φορά που το μάθαινα αυτό: Όλοι οι άνθρωποι έλεγαν τον δικό μου πατέρα «πατέρα μου»! Και κείνος – ο θαυμαστός και σεβαστός πατέρας μου – έλεγε όλους τους κατοίκους του χωριού «παιδί μου»!

Η έκπληξις με συνεκλόνισε. Ήταν απίστευτο. Η πρώτη μου αντίδρασις ήταν ν’ αρνηθώ να πιστεύσω μια τέτοια υπερβολή. Είπα πως δεν είχα ακούσει καλά. Ένα τέτοιο πράγμα δεν μπορούσε να είναι αληθινό. Αν και ήμουν ακόμη πολύ μικρός ήξερα κιόλας πως δεν πρέπει κανείς να εμπιστεύεται στις αισθήσεις, γιατί το μάτι σε ξεγελάει και το αυτί σου λέει ψέματα. Πλησίασα λοιπόν τον πατέρα μου. Κόλλησα επάνω στα γόνατά του. Και αμέσως το πληροφορήθηκα. Δεν υπήρχε πια αμφιβολία. Το απίστευτο πράγμα ήταν αληθινό: όλοι οι χωρικοί, φιλώντας το δεξί χέρι του πατέρα μου, τον έλεγαν «πατέρα μου». Τον δικό μου πατέρα τον έλεγαν όλοι «πατέρα». Και κείνος – ο θαυμαστός, ο σεβαστός  μου πατέρας – έλεγε «παιδί μου» όλους τους χωρικούς. Έκλεισα τα μάτια μου για να μη βλέπω πια ένα τέτοιο θέαμα. Ξέσπασα σε λυγμούς και έφυγα. Όσο μπορούσα μακρύτερα. Για να μην ακούω και να μη βλέπω πια. Μια τέτοια αδικία ήταν αβάσταχτη για την εύθραυστη και μικρή ύπαρξί μου. Ύστερα απ’ αυτή τη μέρα εξέταζα προσεκτικά τα παιδιά των γειτόνων μου. Ήταν παιδιά της ίδιας ηλικίας με μένα. Και κυττάζοντας τα, ξεσπούσα κα πάλι σε λυγμούς. Γιατί καθένα απ’ τα παιδιά αυτά – αντίθετα από μένα – είχε το δικό του πατέρα. Αποκλειστικά δικό του. Όχι όπως εγώ. Γιατί εγώ είχα ένα πατέρα που έπρεπε να μοιράζωμαι με όλο το χωριό. Και κανείς, κανείς στον κόσμο ολόκληρο, δεν μπορεί να φαντασθή τον πόνο που μπορεί να δοκιμάση ένα πολύ μικρό πλάσμα, ανακαλύπτοντας πως ο λατρεμένος πατέρας του είναι πατέρας όλου του κόσμου. Αυτό ήταν πολύ χειρότερο από το να μη είχα καθόλου πατέρα…

3. Δάκρυα και θεολογία

Το μεσημέρι της μέρας εκείνης δεν θέλησα να φάω. Κρύφτηκα. Και έκλαιγα για τη δυστυχία μου. Ο πατέρας μου ήλθε για να με παρηγορήση.

-         Γιατί κλαις; με ρώτησε.

-         Όλα τα παιδιά του κόσμου έχουν το δικό τους πατέρα, εκτός από μένα, είπα.

-         Εσύ, κι εσύ έχεις ένα πατέρα. Εγώ είμαι ο πατέρας σου.

- Ναι, είσαι ο πατέρας μου. Αυτό είναι σωστό. Αλλά δεν είσαι αποκλειστικά δικός μου πατέρας. Είσαι ο πατέρας όλων των ανθρώπων. Μη μου πης πως αυτό δεν είναι σωστό. Και συνέχιζα να κλαίω. Είσαι πατέρας ακόμη και κείνων που είναι πιο μεγάλοι από σένα στην ηλικία. Τους άκουσα και τους είδα. Πατέρας των γερόντων! Τους αποκαλούσες «παιδιά σου». Είσαι ο πατέρας όλου του κόσμου. Πατέρας του καθενός. Είσαι ακόμη πατέρας των κακών και βρωμερών ανθρώπων.

Η δυστυχία μου με εμπόδιζε να μιλώ. Μια θηλειά μ’ έπνιγε στον λαιμό. Και οι λέξεις σταμάτησαν να βγαίνουν απ’ το στόμα μου. Κι’ είχα δίκιο να είμαι δυστυχής. Γιατί αγαπούσα τον πατέρα μου. Και όταν αγαπά κανείς ένα πράγμα θέλει να του ανήκη αποκλειστικά. Όταν κανείς αγαπά ένα λειβάδι, ένα κήπο, ένα ζώο ή ένα πράγμα θέλει να το έχη στην απόλυτη κατοχή του. Το να κατέχης και να σου ανήκη ένα πράγμα που αγαπάς είναι νόμος της φύσεως. Αυτός που αγαπά είναι έτοιμος να πληρώση οποιαδήποτε τιμή και να κάνη οποιαδήποτε θυσία για να κάνη δικό του το πράγμα που αγαπά. Όταν ένας άντρας αγαπά μια γυναίκα την παντρεύεται και την κάνει «γυναίκα του»… Όταν αγοράζω ένα σπίτι, γίνεται «το σπίτι μου». Έτσι είναι καμωμένη η ανθρώπινη φύσις. Ο κολλεκτιβισμός, κι αν ακόμη είναι πιο δίκαιος και πιο δικαιολογημένος απ’ την προσωπική ιδιοκτησία, δεν μπόρεσε να μπολιαστή στην ανθρώπινη φύσι. Και η χριστιανική Εκκλησία επεχείρησε να πραγματοποιήση την κοινοκτημοσύνη και τον κολλεκτιβισμό, καταργώντας την ατομική ιδιοκτησία. Όμως απέτυχε. Όπως απέτυχαν όλες, απόλυτα όλες, οι προσπάθειες του είδους αυτού. Το αποτέλεσμα των πειραμάτων αυτών είναι ότι κάνουν δυστυχείς μέχρι θανάτου εκείνους που υποχρεώνουν να τα υποστούν. Η χριστιανική Εκκλησία εγκατέλειψε μια για πάντα την ουτοπία αυτή : το να πραγματοποιήση δηλ. την κοινοκτημοσύνη επί της γης. Την εγκατέλειψε όχι βέβαια χωρίς λύπη, αλλ’ οπωσδήποτε χωρίς καμμιά αμφιβολία. Και διακηρύττει πως η ατομική ιδιοκτησία είναι ένας απαραίτητος θεσμός, τουλάχιστον για τον απατηλό αυτόν κόσμο… Πρέπει να ανέχεσαι την κατάστασι αυτή των πραγμάτων, σαν μια παραχώρησι στην ανθρώπινη αδυναμία και όχι να την χειροκροτής σαν ευκταία καθ’ εαυτή. Το ιδανικό – εάν βεβαία η ανθρώπινη φύσις μπορούσε να φθάση σ’ αυτό – είναι η κοινοκτημοσύνη. Communis enim usus omnium, quae sunt in hoc mundo, omnibus esse depuit.

Πάντως όταν κανείς αγαπά ένα πράγμα δεν μπορεί να το παραχωρήση και το παραδώση στην κοινή χρήσι.

-Εγώ σε αγαπώ τόσο πολύ! Και τώρα ανακαλύπτω πως είσαι πατέρας όλου του χωριού, είπα.

Τα δάκρυα μου κάποτε σταμάτησαν. Κι όμως υπήρχαν κι άλλα δάκρυα να κυλήσουν.

-Πες μου, γιατί είσαι ο πατέρας όλων των ανθρώπων; Το ποθούσα τόσο πολύ να είχα κι εγώ ένα δικό μου πατέρα. Απόλυτα δικό μου… Όπως τα’ άλλα παιδιά. Γιατί λοιπόν δεν ανήκεις αποκλειστικά σε μένα;

-Είμαι πατέρας όλων γιατί είμαι ιερεύς, απάντησε ο πατέρας μου.

Είχε βαθειά στεναχωρηθή για μένα, χωρίς όμως να μπορή            ν’ αλλάξη την κατάστασι αυτή.

-Πώς λοιπόν είσαι πατέρας όλων; ξέσπασα πάλι. Είσαι ακόμη πατέρας και των ανθρώπων που δεν κατοικούν στο χωριό μας;

Και το ρώτησα αυτό γιατί, μέχρι τότε, δεν είχα δη παρά μονάχα τους κατοίκους του χωριού μας να τον ονομάζουν «πατέρα».

-Ναι, απάντησε. Είμαι ο πατέρας των ανθρώπων που κατοικούν στο χωριό μας. Και πατέρας εκείνων που κατοικούν σε άλλα χωριά και στα χωριά ακόμη που βρίσκονται στην άλλη άκρη της γης. Είμαι πατέρας ανθρώπων που ποτέ μου δεν είδα. Κι όμως είμαι πατέρας των. Και κάτι ακόμη περισσότερο : είμαι ο πατέρας των ανθρώπων που πέθαναν και είναι θαμμένοι από πολλούς αιώνες τώρα.

Τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά μου. Δάκρυα καυτά, σαν λυωμένο μέταλλο. Με πολύ δυσκολία μπόρεσα να ρωτήσω, τρομαγμένος απ’ το πρωτάκουστο γεγονός που μόλις είχα ακούσει;

-Είσαι ο πατέρας των νεκρών; Όλων των νεκρών;

Το ποτήρι της δυστυχίας μου είχε πια ξεχειλίσει. Ο πόνος μου έγινε πιο μεγάλος γιατί ο πατέρας μου μου απάντησε καταφατικά:

-Είμαι ο πατέρας των νεκρών. Είμαι ο πατέρας των ζωντανών και είμαι ο πατέρας αυτών που θα γεννηθούν αύριο, σ’ ολόκληρο τον αιώνα ή σε χίλιους αιώνες μέχρι τη συντέλεια του κόσμου.

Ήμουν τόσο βαθειά θλιμμένος απ’ την τρομερή αυτή αποκάλυψι, ώστε ήμουν έτοιμος να εγκαταλείψω τον πατέρα μου. Έμοιαζα τη στιγμή εκείνη με τους προγόνους μου, τους Αθάνατους, που δεν παραδέχονταν παρά μονάχα το απόλυτο, που δεν καταλάβαιναν τις ελαφρές διαφορές, τους συμβιβασμούς, τις συμφιλιώσεις ή τις συναλλαγές. Ο Θεός μου χάρισε ένα πατέρα, ένα δώρο προσωπικό, τόσο προσωπικό όσο είναι το σώμα σας και δεν δεχόμουν να γίνη αυτός ένα κοινό πράγμα. Ήταν δικός μου. Αποκλειστικά δικός μου. Και αν δεν θα μπορούσα να τον έχω αποκλειστικά δικό μου, θα προτιμούσα να τον εγκαταλείψω. Όπως οι Αθάνατοι προτίμησαν να πεθάνουν καλύτερα παρά να ζήσουν μαζή με τους κατακτητές των. Ήμουνα  τόσο μικρός που δεν ξεπερνούσα το γόνατο του πατέρα μου, όμως τον αγαπούσα και δεν ήθελα να τον έχω μοιρασμένο.

-Σ’ εγκαταλείπω, του είπα. Μια κι έχεις τόσα παιδιά, άλλα ζωντανά, άλλα πεθαμένα ή άλλα που πρόκειται να γεννηθούν, δεν έχεις ανάγκη από μένα. Δεν είμαι παρά ένα ακόμη δυστυχισμένο παιδί, ανάμεσα σ’ εκατομμύρια παιδιά, στο καθένα απ’ τα οποία λες τρυφερά : «παιδί μου».

Αλλά δεν είχα το θάρρος και τη δύναμι να φύγω. Έμενα ακίνητος , τόσο δα μικρός μπροστά στον πατέρα μου και έκλαιγα, έκλαιγα.

-Γιατί ο ιερεύς είναι πατέρας τόσων πολλών ανθρώπων; Ρώτησα.

Ο πατέρας μου σιωπούσε. Ήταν κι αυτός λυπημένος όπως κι εγώ. Ήταν ανάστατος. Δεν του είχαν έλθη ποτέ στο νου οι ερωτήσεις που του είχα κάνει. Αν και ο πατέρας του ήταν ιερεύς, όπως κι αυτός ο ίδιος. Οι ερωτήσεις μου τον γέμιζαν κατάπληξη. Ήταν ερωτήσεις εντελώς καινούργιες και απροσδόκητες. Δεν περίμενε ούτε τα δάκρυα μου ούτε τη ζήλεια μου. Ήμουνα ένα παιδί με ποιητικό χάρισμα κι ο προορισμός μου ήταν να βλέπω το βάθος των πραγμάτων. Όπως οι άλλοι άνθρωποι τα βλέπουν με τη βοήθεια των ακτίνων Χ. Ο ποιητής είναι μια ανθρώπινη ύπαρξι που ζη αποκλειστικά για να σηκώνη την αυλαία των όρων, των κανόνων, των λέξεων για να βλέπη και να δείχνη και στους άλλους αυτό που κρύβεται πίσω απ΄ την αυλαία αυτή. Ο ποιητής σχίζει κάθε ετικέττα για να δη τι βρίσκεται από κάτω. Οι άλλοι άνθρωποι ευχαριστούνται να παρατηρούν την ετικέττα.

Επιπλέον ο πατέρας μου ήταν ταραγμένος από τα δάκρυά μου και τον πόνο μου γιατί ήταν ακόμη πολύ νέος. Μόλις είχε βγη από το σεμινάριο. Ήμουνα το πρώτο του παιδί. Θάθελε πολύ να με παρηγορήση όπως παρηγορούν συνήθως τα παιδιά. Μα δεν ήθελε να μου πη μισόλογα ή ψέμματα. Δεν μπορούσε να μου απαντήση οτιδήποτε. Το να είναι κανείς χριστιανός σημαίνει πριν απ’ όλα ότι είναι σοβαρός άνθρωπος. Να μη παίρνη τίποτε στα ελαφρά. Κάθε ενέργεια του χριστιανού, ακόμη και η απάντησις που δίνει σ’ ένα παιδί που κλαίει, πρέπει να είναι κάτι το σοβαρό. Γιατί κάθε πράξις, για τον χριστιανό, δεν έχει συνέπειες μονάχα εδώ κάτω, σ’ αυτή τη γήινη ύπαρξι, αλλ’ ακόμη και κυρίως εκεί ψηλά και για πάντα. Και μέχρι την συντέλεια των αιώνων. Ένας πιστός άνθρωπος αγνοεί τελείως την υποκρισία. Με την υποκρισία και το διεστραμμένο πνεύμα μπορεί κανείς να κρύψη την πραγματικότητα απ’ τους γείτονες και τους γήινους δικαστές κι έπειτα να περιμένη την λήθη. Για τον χριστιανό είναι ακριβώς το αντίθετο. Και αυτή η ύπαρξις της υποκρισίας είναι γι’ αυτόν αδιανόητη. Γιατί ο χριστιανός γνωρίζει πως τίποτε δεν μπορεί να ξεγελάση το μάτι του Θεού, και πως η λήθη είναι αδύνατη στη μνήμη του Θεού και πως ενώπιόν του τίποτε δεν μπορεί να κρυφθή.

Ο πατέρας μου λοιπόν δεν μπορούσε παρά να μου απαντήση με σοβαρό τρόπο. Αυτό που επρόκειτο να μου πη έπρεπε ν’ αποτελή μια αξιόλογη απάντησι και ενώπιον ακόμη του Θεού. Αν και θ’ απευθυνόταν σ’ ένα τόσο μικρό παιδί. Και έκλαιγα. Ήταν η πρώτη μου μεγάλη δυστυχία. Και τα δάκρυά μου ζυμώνονταν με την θεολογία, που υπήρξε η πηγή της πρώτης μου οδύνης επί της γης…

 

4. Το μεγάλο θεολογικό ειδύλλιο.

  Απ’ την ημέρα αυτή και πέρα οι συζητήσεις μου με τον πατέρα μου ήταν θεολογικές. Αποκλειστικά. Γιατί η μεγάλη οδύνη μου ήταν που είχα ένα πατέρα «μαζικό». Ήξερα πως ήμουν το μοναδικό του παιδί. Κι ήμουνα ο μόνος που είχα το δικαίωμα να τον λέω «πατέρα» και πως μου ανήκε αποκλειστικά η ευτυχία να με λέη ο πατέρας μου «παιδί μου». Κι όμως αυτός έλεγε «παιδί» του όλο τον κόσμο και όλοι οι άνθρωποι τον έλεγαν «πατέρα». Σκεπτόμουνα πως αν ο πατέρας μου είχε ένα επάγγελμα όπως όλος ο κόσμος, δεν θα δοκίμαζα αυτόν τον τρομερό πόνο. Και θα είχα ένα πατέρα αποκλειστικά δικό μου. Το ήξερα και υπέφερα για την τύχη μου να είμαι παιδί ενός ιερέως. Κι όμως παρ’ όλα αυτά ποτέ δεν θέλησα να ήταν ο πατέρας άλλο πράγμα ή να είχε άλλη δουλειά εκτός απ’ αυτή του υπηρέτου του Θεού, μέσα στον οίκο του Θεού, στον ουρανό δηλαδή.

-Η δουλειά σου σαν ιερεύς είναι να τελής τη θεία Λειτουργία, να βαπτίζης τα παιδιά, να εξομολογής τους άντρες και τις γυναίκες, να τους κοινωνής και να ζητάς την ευλογία του Θεού για τα έργα τους, τους κόπους και τις χαρές τους… Ενταφιάζεις τους νεκρούς, προσεύχεσαι για τους ζωντανούς, στεφανώνεις τους νέους ανθρώπους… Αυτό είναι το έργο ενός ιερέως. Κι είναι λοιπόν απαραίτητο να είσαι ο πατέρας όλων και να τους λες όλους παιδιά σου και κορίτσια σου, αυτούς που είναι ξένοι και που δεν είναι παιδιά σου όπως εγώ;

-Ένας ιερεύς είναι ο πατέρας των ανθρώπων επί της γης, όπως ο Θεός είναι ο πατέρας των ανθρώπων στον ουρανό, απάντησε ο πατέρας μου. Το έργο ενός ιερέως, όπως και το έργο του Θεού, είναι αποκλειστικά ένα πατρικό έργο.

Δεν καταλάβαινα. Ήμουν τόσο μικρός, μόλις επτά χρονών. Η ηλικία μου ήταν τόσο λεπτή όσο και δυο σελίδες απ’ το αλφαβητάριο. Κι ήταν πολύ δύσκολο να καταλάβω. Η αλήθεια είναι πως η ζωή του κάθε χριστιανού, ακόμη και του πιο μικρού, δεν αρχίζει την μέρα της γεννήσεώς του, αλλά φθάνει στην ημερομηνία της δημιουργίας του κόσμου. Όπως δεν υπάρχουν μέσα στη φύσι άτομα της ύλης σε ελεύθερη κατάστασι, έτσι δεν υπάρχουν και χριστιανοί μεμονωμένοι, αυτόνομοι. Η ζωή του χριστιανού αρχίζει με τη δημιουργία του πρώτου ανθρώπου. Η ιστορία του κόσμου είναι στενά συνυφασμένη και αχώριστη με την προσωπική ζωή του κάθε ανθρώπου, του κάθε χριστιανού. Η ζωή ενός ανθρώπου δεν μπορεί να εντοπισθή σ’ ένα μονάχα τόπο και σ’ ένα μονάχα χρόνο. Για να γράψης τη βιογραφία ενός ανθρώπου- κι αν ακόμη υπήρξε τόσο μικρός όσο ήμουνα εγώ την εποχή εκείνη – πρέπει ν’ αρχίσης με την κατάλυσι της έννοιας του χρόνου και του τόπου, που χωρίζουν. Κάθε χριστιανός είναι σύγχρονος του πρώτου ανθρώπου και όλων των ανθρώπων όλων των εποχών και όλων των κατοικημένων περιοχών. Κανένας χριστιανός δεν είναι μόνος στον κόσμο. Κανένας χριστιανός δεν έζησε, δεν ζη και δεν θα ζήση ποτέ μόνος, σε μια μονάχα εποχή, σ’ ένα μόνο χρόνο και σ’ ένα συγκεκριμένο μέρος. Ένας χριστιανός ζη σ’ όλους τους καιρούς, στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον, ταυτόχρονα και παντού  όπου υπάρχουν άνθρωποι. Η ιστορία του κάθε χριστιανού είναι η πλήρης ιστορία του κόσμου, με τις επτά ημέρες της δημιουργίας και την όγδοη ημέρα της καινούργιας δημιουργίας, που έγινε με την Ανάστασι.

Ακούγοντας τον πατέρα μου να λέη αυτά τα πράγματα το μυαλό μου θόλωσε.

-Δεν ήξερα πως είμαι τόσο παλαιός, είπα.

Απ’ τη μέρα αυτή έμαθα πως όλοι οι άνθρωποι είναι σύγχρονοι και πως η ηλικία είναι θέμα φυσικής καταστάσεως, υλικό θέμα, που δεν έχει ουσιαστική σχέσι με τον άνθρωπο καθ’ εαυτόν. Δημιουργήθηκα κι εγώ μαζή με τον πρώτο άνθρωπο. Η ζωή του ήταν ζωή μου.

Ακούγοντας λοιπόν την διήγησι της Γενέσεως, άκουγα την προσωπική μου βιογραφία.

-Ο άνθρωπος «Θεού τε κτίσμα τυγχάνων Θεός είναι κεκελευσμένος» μου είπε ο πατέρας μου κυττάζοντάς με.

Τώρα ήξερα πως αυτή η εντολή – Θεόν γενέσθαι – είχε δοθή και σε μένα. Γιατί η ιστορία του πρώτου ανθρώπου ήταν και δική μου ιστορία. Και αυτό ήταν για μένα μια ευχάριστη έκπληξις. Είναι πολύ ευχάριστο ν’ ακούη κανείς πως κάποιος έχει την αποστολή να γίνη στρατηγός, υπουργός, βασιληάς. Αλλά η αποστολή να γίνη κανείς Θεός είναι πολύ πιο μεγάλη…. Ύψιστη.

«Ο Θεός ύστερα από την δημιουργία του ανθρώπου, που ήταν ολοκαίνουργιος, και ολόμορφος του είπε : Άνθρωπε, θα είσαι κύριος της γης και ανώτερος απ’ ότι υπάρχει στο σύμπαν. Θα είσαι ίσος με μένα, τον Θεό σου. Και σαν εγγύησι της ομοιότητος σου με τον Θεό σου δίνω από τώρα το κατ’ εξοχήν θείο προνόμιο: την ελευθερία».

«Ο Θεός γνώρισε στον άνθρωπο πως είναι το μοναδικό ελεύθερο πλάσμα μέσα σ’ ολόκληρο το σύμπαν. Τα ζώα, τα φυτά, τα άστρα, το φεγγάρι και ο ήλιος, τα ορυκτά και ολόκληρη η άψυχη  και έμψυχη φύσις, όλα είναι αλυσοδεμένα με τους μηχανικούς νόμους στα ένστικτά τους και στις συνθήκες της ζωής τους. Ο άνθρωπος μόνο είναι ελεύθερος, όπως ο Θεός. Η αποστολή του ανθρώπου ήταν να κληρονομήση τη Βασιλεία του πατέρα του, του Θεού και να συμμετάσχη σ’ όλα τα θεϊκά μυστήρια».

Είχα κοκκινήσει μέχρι τα αυτιά μου από ευχαρίστησι και χαρά. Ήξερα τώρα πια τους τίτλους της ευγενείας που μου είχαν δοθή και τα δικαιώματα που είχα αποκτήσει με τη γέννησί μου: Ήμουνα λοιπόν το παιδί του Θεού και όμοιος με Κείνον. Ήμουν υπερήφανος για τους αδελφούς μου, τους άλλους ανθρώπους. Ήμουνα θεοειδής. Ήμουνα κληρονόμος της Βασιλείας του Θεού. Κι ήμουνα ελεύθερος , σαν τον Θεό. Ήμουνα τόσο ευτυχισμένος για την ανθρώπινη κατάστασί μου που είχα ακόμη λησμονήσει την μεγάλη, την τρομερή οδύνη που είχαν προκαλέσει οι αποκαλύψεις αυτές : τον πόνο να έχω ένα πατέρα που έπρεπε να μοιράζωμαι μ’ όλον τον κόσμο, γιατί ακριβώς ήταν ιερεύς…


5.  Ο δερμάτινος χιτών, η στολή της καταδίκης μας.

-         Ο πρώτος άνθρωπος δεν εξεπλήρωσε την αποστολή του, μου είπε ο πατέρας μου. Ο πρώτος άνθρωπος δεν επέτυχε την ένωσι του με τον Θεό και την πλήρη θέωσι της δημιουργίας.

Τα μάτια μου βούρκωσαν. Κι είχα δίκιο να κλάψω. Η πτώσις του πρώτου ανθρώπου ήταν και δική μου πτώσις. Και λυπόμουνα που ο Θεός δεν έκανε κάτι για να εμποδίση την πτώσι αυτή. Να δώση π.χ. στον άνθρωπο λιγώτερη ελευθερία… Αλλά μια ελευθερία περιωρισμένη δεν είναι ελευθερία. Ο άνθρωπος κατείχε την αυθεντική, τη θεία και χωρίς όρους ελευθερία. Ούτε και ο Θεός δεν μπορούσε να εισέλθη στον άνθρωπο, αν ο άνθρωπος δεν του άνοιγε την πόρτα για να τον δεχθή. Όπως λέγει η Γραφή: «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω˙ εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν …εισελεύσομαι». Ο άνθρωπος ήταν τόσο ψηλά τοποθετημένος που ούτε και ο Θεός δεν ήθελε να τον εμποδίση να κάνη αυτό που του φαινόταν καλό. Οι πατέρες της Εκκλησίας το λένε σαφώς: «Ου γαρ γεννά γνώμην το Πνεύμα μη θέλουσαν». Ο άνθρωπος έπραξε το κακό γιατί ήταν ελεύθερος. Γιατί το κακό προϋποθέτει πάντα την ελευθερία. Χωρίς ελευθερία δεν υπάρχει κακό. Χωρίς ελευθερία το κακό δεν είναι παρά μια ανάγκη, μια εξωτερική βία, μια ξένη κατοχή. Αλλά αν το κακό δεν είναι δυνατό χωρίς ελευθερία, δεν είναι, πολύ περισσότερο, το καλό. Το αληθινό, το θείο καλό δεν υπάρχει χωρίς ελευθερία. Ο άνθρωπος έπραξε το κακό. Τιμωρήθηκε με την έξοδο του απ’ τον Παράδεισο.

            - Πριν εξορισθούν απ’ τον Παράδεισο, ο άντρας και η γυναίκα του, ντύθηκαν με τον δερμάτινο χιτώνα, όπως οι κατάδικοι του κοινού δικαίου, πριν σταλούν στα κάτεργα, ντύνονταν με ραβδωτές στολές.

            -Πόσο καιρό οι φτωχοί άνθρωποι φορούσαν τους δερμάτινους χιτώνες; Ρώτησα.

            -Τους φορούμε πάντα τους δερμάτινους αυτούς χιτώνες, μου αποκρίθηκε ο πατέρας μου. Είναι η σάρκα μας, αυτή η βαρειά και  φθαρτή ύλη που προξενεί τα γεράματα, την αρρώστια και τον θάνατο. Είναι όλα αυτά ο δερμάτινος χιτώνας μας, η στολή της καταδίκης μας.

            Τι φρικτή έκπληξις για μένα! Δεν ήξερα μέχρι εκείνη τη μέρα πως φορούσα μια στολή καταδίκης. Έτσι για πρώτη φορά κύτταξα με αγωνία και τρόμο τα χέρια μου, το στήθος μου και τα πόδια μου. Λοιπόν το κορμί μου ήταν αυτό: μια στολή καταδίκης!

            Βέβαια, ο δικός μου δερμάτινος χιτώνας ήταν πολύ μικρός. Κι όμως ντρεπόμουν τόσο πολύ γι’ αυτό. Τρομερά ντρεπόμουν.

            -Εσύ έχεις τιμωρηθή πιο λίγο απ’ τους άλλους ανθρώπους, είπα στον πατέρα μου, κυττάζοντας την άυλη σιλουέττα του. Σου λείπει η βαρειά σάρκα. Δεν έχεις παρά λίγα κόκκαλα κι ένα λευκό δέρμα που είναι σχεδόν διαφανές. Το σώμα σου είναι καμωμένο μ’ ένα μίνιμουμ ύλης. Ο Θεός δεν σου έδωσε το σώμα σου για τιμωρία ούτε τον δερμάτινο χιτώνα σου για στολή καταδίκης, αλλά μονάχα για να μπορής να φορής το ράσο του ιερέως. Ο θεός πρέπει να σε αγαπά πολύ, γιατί σου έδωσε ένα τόσο ελαφρό δερμάτινο κάλυμμα.

            Ήμουνα πολύ περήφανος για τον πατέρα μου. Είχε πραγματικά ένα μίνιμουμ βαρειάς σάρκας: όπως ακριβώς οι άγιοι των εικόνων. Και η σάρκα του ήταν μεταμορφωμένη απ’ το πνεύμα. Ύστερα από αυτή τη θεώρησι, αγαπούσα πιο πολύ τον πατέρα μου. Για το άυλο στοιχείο της υπάρξεως του. Και για τη χάρι που είχε πάρει να φοράη ένα διαφανή δερμάτινο χιτώνα.

            -Ο Θεός είναι άπειρα καλός, είπε ο πατέρας μου. Όταν είδε τους ανθρώπους, ντυμένους με τις στολές της καταδίκης των να πλανώνται, να οδύρωνται και να υποφέρουν επί της γης, τους λυπήθηκε. Όπως κάθε  πατέρας λυπάται τα παιδιά του που τιμώρησε και έδιωξε απ’ το σπίτι. Είπε ο Θεός , υποχωρώντας στην πατρική του καλωσύνη: θα τους ξανακαλέσω στο σπίτι μου. Έστειλε τον Υιό του, τον Ιησού Χριστό στη γη για ν’ αναζητήση τους ανθρώπους και να τους συμμαζέψη στην πατρική αγκαλιά. Να τους κάνη και πάλι θεούς, όπως το είχε αποφασίσει στην αρχή της Δημιουργίας. Η κάθοδος του Χριστού στη γη είχε σκοπό να κάνη τους ανθρώπους θεούς. Όπως το λέει τόσο καθαρά ο ιερός Αυγουστίνος: «Ο Χριστός σαρκώθηκε για να γίνη ο άνθρωπος Θεός» - «Christus incarnates est, ut hommo fieret Deus». Και πριν απ’ τον ιερό Αυγουστίνο όλοι οι πατέρες της Εκκλησίας διεκήρυξαν την ίδια αλήθεια.

            Ο Ιησούς Χριστός ντύθηκε κι αυτός τον δερμάτινο χιτώνα της καταδίκης, που φορούν οι άνθρωποι και κατέβηκε στη γη. Κι εκεί αφέθηκε να σταυρωθή για να εξαλείψη το σφάλμα των ανθρώπων. Έτσι έκανε ξανά τους ανθρώπους  παιδιά του Θεού και τους χάρισε το δικαίωμα να κληρονομούν τη Βασιλεία.

            Όταν ο Ιησούς Χριστός ωλοκλήρωσε το υπέροχο αυτό έργο, ξαναγύρισε στους ουρανούς. Κοντά στον Πατέρα του. Αλλά πριν εγκατελείψη τη γη συγκέντρωσε τους Αποστόλους του και τους έδωσε το Άγιο Πνεύμα, τη Θεία δηλ. δύναμι για να μπορούν κι αυτοί να κάνουν τους ανθρώπους παιδιά του Θεού, όπως ακριβώς ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός το έκανε. Και δίνοντας ο Χριστός τη θεία αυτή δύναμι είπε στους Αποστόλους: «Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντέλειας του αιώνος». Και ο Θεός έμεινε πραγματικά επί της γης, επειδή ακριβώς εμπιστεύθηκε τη δύναμη του αυτή στους Αποστόλους. Και οι Απόστολοι με τη σειρά τους μετέδωσαν τη θεία δύναμι δια της χειροτονίας, με την επίθεσι των χεριών, στους ιερείς και τους επισκόπους. Από γενεά σε γενεά η θεία φλόγα της ιερωσύνης – δια της επιθέσεως των χειρών επί της κεφαλής – μεταδόθηκε μέχρις εμάς. Η αλυσίδα της ιερωσύνης ξεκινάει από τον Ιησού Χριστό και συνεχίζεται, χωρίς καμμιά διακοπή, δια της επιθέσεως των χειρών, δια μέσου των Αποστόλων και όλων των επισκόπων, δυο χιλιάδες τώρα χρόνια, μέχρις εμένα, τον πατέρα σου.

Ύστερ’ από μένα η θεία δύναμι της ιερωσύνης, που δόθηκε από τον Κύριο στους Αποστόλους και στους ιερείς, θα περάση σε σένα, αν είσαι άξιος να την δεχθής. Και έπειτα στα παιδιά σου και στα εγγόνια σου και στους απογόνους σου, που θα διαλέξη ο Θεός, μέχρι την συντέλεια των αιώνων. Κι αυτό για να μένη ο Θεός κοντά στους ανθρώπους, δια της παρουσίας του ιερέως. Το έργο του ιερέως είναι πέρα ως πέρα ένα πατρικό έργο. Τώρα λοιπόν καταλαβαίνεις γιατί όλοι λένε τον ιερέα «πατέρα» : γιατί ο ιερεύς είναι εκείνος που κάνει ξανά τους ανθρώπους παιδιά του Θεού.

            Είχα κυριολεκτικά κολλήσει επάνω στον πατέρα μου, την ώρα που μου έλεγε:

            -Ο ιερεύς συγχωρεί τους ανθρώπους, εν ονόματι του Θεού, όπως ακριβώς ο Θεός τους συγχώρησε με το βάπτισμα και το χάρισμα της υιοθεσίας. Αυτόν, που κάνει τους ανθρώπους παιδιά του Θεού, οι άνθρωποι τον λένε «πατέρα», όπως λένε και τον Πατέρα του ουρανού…

            Κοντά στον πατέρα μου, ένοιωθα ακριβώς όπως και ο Μωυσής μπροστά στον Θεό επάνω στο όρος. Γιατί κι εγώ ήθελα να καλύψω το πρόσωπό μου.

            Ένοιωθα κι έβλεπα, πάνω απ’ το κεφάλι του πατέρα μου – την φλόγα – την γλώσσα της ιερής φωτιάς, όμοια με κείνη που κατέβηκε απ’ τον ουρανό, στο κεφάλι των Αποστόλων. Και ο πατέρας μου είχε τώρα την φλόγα της ιερωσύνης, που του μεταβιβάσθηκε όπως οι ολυμπιακοί δρομείς μεταβιβάζουν τη φλόγα.  Και φοβόμουνα μήπως η θεία αυτή φλόγα της ιερωσύνης χαθή. Αργότερα κατάλαβα τι δράμα μπορεί να είναι ο θάνατος ενός επισκόπου που παύει πια να μεταδίδη τη φλόγα. Όλος ο κόσμος τότε χάνει το θείο φως. Μου διηγήθηκαν πως μια ομάδα μεταναστών έφθασε στο Νέο Κόσμο μαζή με τον επίσκοπό τους. Έφτιαξαν την Εκκλησία και η ζωή τους κυλούσε ήσυχα. Μια μέρα όμως ο επίσκοπος πέθανε ξαφνικά. Και οι χριστιανοί βρέθηκαν απότομα στο σκοτάδι. Χωρίς Θεό. Γιατί ακριβώς το χέρι του επισκόπου, που μόνον αυτό μπορούσε να μεταδώση τη φλόγα της ιερωσύνης, ήταν νεκρό. Μέσα στην απελπισία τους οι φτωχοί μετανάστες, για να μη μείνουν χωρίς τη φλόγα της ιερωσύνης και χωρίς το θείο φως που μεταδόθηκε στους ανθρώπους, για να μη πεθάνουν στα σκοτάδια, σκέπτονταν να θέσουν το χέρι του νεκρού επισκόπου πάνω στο κεφάλι του διαδόχου του. Όμως ένα νεκρό επισκοπικό χέρι δεν μπορεί να μεταδώση τη φλόγα της ιερωσύνης. Και οι εξόριστοι χριστιανοί, μπροστά στο νεκρό χέρι του επισκόπου των, ένιωσαν πως μαζή με κείνον και ο Θεός είχε πεθάνει γι’ αυτούς. Τη στιγμή που πέθανε ο επίσκοπος ήσαν σαν να έσβησε ξαφνικά ο ήλιος.

            Ο πατέρας είχε αυτό το θείο φως. Και φοβόμουνα για τη ζωή του. Γιατί το φώς της ιερωσύνης είναι τόσο πολύτιμο και η ύπαρξις του ήταν τόσο εύθραυστη.

            Μ’ αυτή τη φλόγα ο ιερεύς συνεχίζει το έργο της όγδοης ημέρας, το έργο της καινούργιας δημιουργίας του κόσμου, το έργο της θεοποιήσεως του κόσμου.

            Είχα αμφιβολία γι’ αυτό που άκουσα. Γι’ αυτό ρώτησα:

            -Μου είχες πει πως φορούμε πάντα τους φρικτούς δερμάτινους χιτώνες, τις στολές της καταδίκης μας. Ο Θεός όμως μας συγχώρησε και μας χάρισε το χάρισμα της υιοθεσίας και μας έκανε κληρονόμους του. Γιατί λοιπόν να κατοικούμε στο γήινο κάτεργο και να φορούμε τα ρούχα της καταδίκης;

            Ο πατέρας μου μου εξήγησε πως αν ο άνθρωπος, αν και τιμωρημένος και ντυμένος με τον δερμάτινο χιτώνα και εξόριστος του Παραδείσου, είναι ένα δημιούργημα θεϊκού γένους. Ούτε όμως ο Ιησούς Χριστός, ούτε οι ιερείς, που έλαβαν το Άγιο Πνεύμα, σέρνουν τους ανθρώπους στον ουρανό για να τους κάνουν Θεούς, όπως ο ποιμένας σέρνει το κοπάδι του στο μαντρί. Με τη σάρκωσι του Χριστού και την ιερωσύνη των ιερέων οι άνθρωποι πήραν τη συγγνώμη και προσκαλούνται να συνειδητοποιήσουν τα δικαιώματά τους, να ξαναγίνουν δηλ. παιδιά του Θεού. Αλλά οι άνθρωποι, επειδή ακριβώς είναι ελεύθερα πλάσματα, μπορούν κάλλιστα ν’ αρνηθούν την πρόσκλησι. Ο Θεός έδωσε στον κάθε άνθρωπο το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως. Μόνον τα κτήνη και τους σκλάβους οδηγούν με τη βία και σέρνουν κατά κοπάδια. Όταν όμως πρόκειται για ελεύθερα και θεοειδή πλάσματα – τους ανθρώπους – τα προσκαλούν. Και τίποτε περισσότερο. Και ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα ν’ αρνηθή ή να δεχθή την πρόσκλησι. Καθένας ξεχωριστά. Προσωπικά. Γιατί δεν υπάρχουν άντρες και γυναίκες στον πληθυντικό. Μόνο στον ενικό. Αλλ’ ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε μόνο ελεύθερος. Είναι ακόμη και μοναδικός, όπως μοναδικός είναι και ο Θεός. Η πρόσκλησις λοιπόν είναι φτιαγμένη στον ενικό αριθμό και στέλλεται στον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Αυτή ο μοναδικότης του κάθε ανθρώπου, που μας διαφοροποιεί απ’ τα ζώα, τα φυτά και τ’ άλλα δημιουργήματα, που έχουν δημιουργηθή ομαδικά, μου άρεσε αφάνταστα όσο και το δώρο της ανθρώπινης ελευθερίας.

            -Αντί λοιπόν να ζηλεύης και να κλαις, όταν οι άντρες και οι γυναίκες λένε «πατέρα» τον δικό σου πατέρα, που είναι ιερεύς, πρέπει να ευχαριστής τον Θεό για τη χάρι που σου έχει δοθή.

            -Ποια χάρι; Ρώτησα.

            -Είμαι διπλά πατέρα σου κι είσαι διπλά παιδί μου: μια φορά κατά σάρκα και μια φορά κατά πνεύμα. Σκέψου καλά πως τ’ άλλα παιδιά έχουν ένα πατέρα, που είναι πατέρας τους μόνο μια φορά, κατά σάρκα.

Εκείνη τη βραδιά ευχαρίστησα για πολύ τον Θεό. Όχι, δεν είχα ένα «μαζικό» πατέρα, που έπρεπε να μοιράζωμαι με όλους τους ανθρώπους, τους ζωντανούς, τους νεκρούς και κείνους που θα γεννηθούν. Είχα ένα πατέρα που ήταν διπλά πατέρας μου. Και ήμουνα διπλά παιδί του. Κι αυτό ήταν μια τόσο μεγάλη ευτυχία που ποτέ μου δεν είχα ονειρευθή.


6. Παιδικά χρόνια στον ουρανό επί της γης.

          Έτσι στα παιδικά μου χρόνια πλέχθηκε ένα μεγάλο θεολογικό ειδύλλιο. Ποτέ μου δεν έπαιξα κοσμικά παιχνίδια. Κάτι περισσότερο: Έδειξα πάντα αδιαφορία για ότι κοσμικό, λαϊκό ή κακό. Έτσι, όταν αργότερα έμαθα απ’ τα βιβλία ότι το κακό – ακριβολογώντας επιστημονικά – δεν υπάρχει, ήμουνα πάρα πολύ ευχαριστημένος. Γιατί είχα κάθε πεποίθησι απ’ τα παιδικά μου χρόνια ακόμη, πως το κακό δεν μπορεί να υπάρχη στην πραγματικότητα. Και τώρα ήμουν ευτυχισμένος γιατί είχα μια καινούργια διαβεβαίωσι. Πραγματικά, αν ένα πράγμα είναι κακοκαμωμένο, είναι σαν να μην είχε γίνει καθόλου. Αν η μαγείρισσα ετοιμάζη ένα τόσο άσχημο φαγητό, που θα ‘πρεπε να το πετάξη πριν το σερβίρη, είναι σαν να μην το έχη μαγειρέψει καθόλου. Αν ο τσαγγάρης μου φτιάχνη ένα ζευγάρι παπούτσια, που δεν μπορώ να φορέσω, είναι σαν να μη τα έχη ποτέ φτιάξει. Αν κανείς ζη μονάχα με το σώμα του, για μια επιδερμική ηδονή, αγνοώντας το καλύτερο κομμάτι του εαυτού του – το ανθρώπινο πνεύμα, που είναι θείο – είναι σαν να μη έχη ζήσει καθόλου. Αυτοί που ζουν μονάχα με τις αισθήσεις τους και με τα σώματά τους, είναι σαν να μη ζουν καθόλου. Δεν υπάρχουν. Δεν υπήρξαν ποτέ. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Θωμάς ο Ακινάτης αρνείται την ύπαρξι των αμαρτωλών γράφοντας : «Όσο οι άνθρωποι είναι αμαρτωλοί, δεν υπάρχουν».

            Στους Ινδούς το «υπάρχειν» είναι συνώνυμο με το «καλό». Οι δυο λέξεις έχουν την ίδια σημασία. Το «μη υπάρχειν» είναι συνώνυμο με το «κακό».

Το να υπάρχης λοιπόν σημαίνει να είσαι καλός. Το να μη υπάρχης σημαίνει να είσαι κακός. Αλλά υπήρχαν και άλλοι λόγοι για τους οποίους αγνοούσα πλήρως το κακό και τον βέβηλο κόσμο. Πρώτα απ’ όλα ζούσα μέσα σ’ ένα υπέροχο σύμπαν, το οποίο με θάμβωνε με το ανυπέρβλητο μεγαλείο του. Ζούσα μέσα στην ιερή αγκαλιά της εκκλησίας.

            Η εκκλησία είναι μια εικόνα αρχιτεκτονική. Κάθε εκκλησία είναι το αντίγραφο του ουρανού. Ζούσα λοιπόν στον ουρανό επί της γης. Μέσα στο δικό μου σύμπαν βρίσκονταν όλα τα θεϊκά και κοσμικά μεγαλεία. Η ιερή ακολουθία της εκκλησίας τελείται ταυτοχρόνως και στον ουρανό. Κάθε ακολουθία είναι διπλή: η μια πλευρά της είναι εδώ κάτω και η άλλη εκεί ψηλά , στον ουρανό. Ο Θεός, οι άγγελοι, οι άγιοι συμμετέχουν αοράτως σε κάθε λειτουργία. Στην αρχή εκείνο που μου προξενούσε μεγαλύτερο ενδιαφέρον ήταν οι άγγελοι. Ήξερα πως είναι στο πλευρό μου. Κι αυτό με συγκινούσε πολύ, αν και δεν τους έβλεπα. Τον πατέρα μου , μόλις έμπαινε στην εκκλησία, οι άγγελοι τον περιτριγύριζαν. «Οι άγγελοι παρεστήκασι τω ιερεί», γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Οι ουράνιες δυνάμεις, συγκεντρωμένες ευλαβικά γύρω απ’ το θυσιαστήριο όπου υπάρχει το θύμα, στοχάζονταν εκστατικά το άπειρο μεγαλείο του Θεού. «Πλήθως αγγέλων… στολάς αναβεβλημένων λαμπράς, και το θυσιαστήριον κυκλούντων».

          Ο πατέρας μου δεν ήταν ποτέ μόνος μέσα στο ιερό βήμα. Ποτέ. Γιατί «ο περί το θυσιαστήριον πληρούται τόπος (υπό των αγγέλων) εις τιμήν του κειμένου (Χριστού).

            Ο πατέρας μου, αν και είχε ένα ανθρώπινο σώμα, είχε κριθή άξιος να γίνη υπηρέτης του Θεού στον ουρανό και να είναι ο σύντροφος των αγίων, των Χερουβίμ και των Σεραφίμ. Και κάτι περισσότερο: κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας οι άγγελοι διακονούσαν τον πατέρα μου. Γιατί

            άγγελοι  διακονούμενοι τη τραπέζη, αυτός πάρεστιν ο Χριστός» 

          «ότι γαρ άπας ο αήρ αγγέλων εμπέπλησται, άκουσον τι φήσιν ο Απόστολος, εντρέπων τας γυναίκας ώστε έχειν κάλυμμα επί της κεφαλής».

            Ο πατέρας μου ντυμένος με χρυσά και ασημένια άμφια, δεν είχε πια καμμιά σχέση με την γη και τον κόσμο τούτο. Τα ιερατικά άμφια σημαίνουν πως ο ιερεύς έχει κόψει κάθε δεσμό του με τον κόσμο και πως είναι η προσωποποίησις του Θεού. Όταν ο ιερεύς υψώνη τα χέρια, πρέπει να αποκτά την βεβαιότητα πως ανοίγει φτερά, σαν τους αγγέλους.

            Ο άγιος Γερμανός μας λέει:

            «Οι πρεσβύτεροι κατά μίμησιν των Σεραφικών Δυνάμεων είσι, ταις στολαίς, δίκην πτερύγων κατακεκαλυμμένοι».

Όταν ο πατέρας μου άγγιζε με τα δάκτυλά του και χρησιμοποιούσε τα ιερά αντικείμενα, τα ιερά σκεύη, τα καλύμματα της αγίας Τραπέζης, γινόταν κατά ένα μοναδικό τρόπο ο επίγειος συνεργάτης του Θεού. Δάνειζε τα χέρια του στον Θεό για να τον υπηρετήσουν στα έργα του κόσμου τούτου. Ο Θεός όμως ήταν που λειτουργούσε αόρατα. Οι άγγελοι βοηθούν και υπηρετούν τον ιερέα πάντα στις ιερές ακολουθίες.

            Τα τροπάρια και οι ύμνοι ψάλλονταν εν χορώ από τον πατέρα μου και τους αγγέλους. Έναν απ’ τους ύμνους αυτούς  - τον τρισάγιον – τον έχουν συνθέσει οι ίδιοι οι άγγελοι και τον απεκάλυψαν  στους πιστούς μέσα στο καθεδρικό ναό της Κωνσταντινουπόλεως.

            «Σκέψου, λέγει ο άγιος Χρυσόστομος στους ιερείς, κοντά σε ποιους και με τη συνοδεία ποιων θα ικετεύσεις το Θεό: με τα Χερουβίμ. Σκέψου σε ποιον ουράνιο χορό θα συμμετάσχης. Γι’ αυτό κανείς ας μη ραθυμή σ’ αυτούς τους ιερούς και μυστικούς ύμνους! Κανείς ας μη σκέφτεται γήινα, αλλά, απαλλαγμένος από κάθε βέβηλο πράγμα και μεταφερμένος ολόκληρος στον ουρανό, σαν να βρίσκεται κοντά στη θεία δόξα και να πετάη μαζή με τα Σεραφίμ, να ψάλλη τον τρισάγιον ύμνο του Θεού της δόξης και της μεγαλειότητος».

            Με το να ζω κάθε στιγμή στον ουρανό, μπόρεσα από πολύ νωρίς να γνωρίσω τέλεια όλες τις ουράνιες ιεραρχίες. Μπορούσα ν’ αναγνωρίσω από μακρυά ένα Χερουβίμ, χωρίς να το συγχέω με τους άλλους αγγέλους γιατί τα Χερουβίμ είναι «πολυόμματα». Τα Σεραφίμ κυκλώνουν το θυσιαστήριο και έχουν «εξ πτέρυγες… και ταις μεν δυσί κατακαλύπτουσι τα πρόσωπα εαυτών, ταις δε δυσί τους πόδας και ταις δυσί πετόμενα κέκραγεν έτερον προς το έτερον, ακατάπαυστοις στόμασιν, ασιγήτοις δοξολογίαις, τον επινίκιον ύμνον άδοντα, βοώντα, κεκραγότα και λέγοντα: Άγιος, Άγιος, Άγιος…».

            Και επειδή στην εκκλησία όλα εκφράζονται με σύμβολα, τα είχα μάθει όλα. Ήξερα πως «το πτερόν εμφαίνει την αναγωγικήν οξύτητα, και το ουράνιον και προς το άναντες οδοποιητικόν, και το παντός χαμαιζήλου δια το ανώφορον εξηρημένον».

            Τα φτερά των αγγέλων είναι εξαιρετικά ελαφρά και η ελαφρότης των αυτή δείχνει πως δεν έχουν καμμιά γήινη κλίσι, αλλά ανεβαίνουν με πάσα καθαριότητα και χωρίς κανένα βάρος προς τα άνω. Ήξερα πως όλοι οι άγγελοι έχουν γυμνά πόδια και πως ποτέ δεν εικονίζονται ποδεμένοι και πως « το γυμνόν και ανυπόδετον , το άφετον και εύλλυτον και άσχετον και καθαρεύον της των εκτός προσθήκης και το προς την απλότητα την θείαν ως εφικτόν αφομοιωτικόν».

            Τα ιερατικά άμφια και κοσμήματα του ιερέως πατέρα μου, οι στολές των αγίων, οι μορφές των μαρτύρων, των ομολογητών, των πατριαρχών και των προφητών στις εικόνες, η παρουσία των θείων και ουράνιων δυνάμεων, το θυσιαστήριο, η θυσία, η μουσική, η ποίησις των δεήσεων – της Εκτενούς – όλα ήταν υπέροχα, εκθαμβωτικά και ανυπέρβλητα μέσα στο ουράνιο μου σύμπαν, που ήταν μαζή και τόπος της γεννήσεώς μου. Ήξερα πως κάθε στιγμή με συνοδεύουν, με οδηγούν και με προστατεύουν οι ακτινοβόλες και θείες δυνάμεις. Στα δεξιά μου, βρισκόταν, αόρατος πάντα μα προσεκτικός σ’ όλες τις κινήσεις μου, ο φύλακας άγγελος μου. Πολύ κοντά μου ακόμη βρισκόταν ο άγγελος φύλακας της αγίας μας Εκκλησίας, ο άγγελος φύλακας του σπιτιού μας, ο άγγελος του πατέρα μου, του χωριού μας και ο άγγελος φύλακας της δυστυχισμένης χώρας μου, της Ρουμανίας… Ποτέ δεν χωρίσθηκα απ’ τις ουράνιες αυτές προσωπικότητες κι αυτές ήταν που με μόρφωσαν, με έμαθαν να μιλώ, να κυττάζω, να περπατώ, να προσεύχωμαι. Αυτές οι ουράνιες προσωπικότητες, που από τον ουρανό είχαν έλθει κοντά μου, απ’τον καιρό που γεννήθηκα, αυτές ωδηγούσαν τα βήματά μου, διώρθωναν την πορεία μου, τα λόγια μου και την όλη μου στάσι μέσα στη ζωή. Ήταν πάντα αόρατες κοντά μου, παντού όπου κι αν πήγαινα.

            Απ’ αυτό το θείο σύμπαν, μέσα στο οποίο ήμουνα το μόνο γήινο πρόσωπο, βγήκα για πρώτη φορά τη μέρα που επρόκειτο να πάω σχολείο. Κι ήταν τότε που για πρώτη φορά περπάτησα επάνω στη βέβηλη γη. Γιατί εγώ γεννήθηκα σε μια ιερή περιοχή, γεννήθηκα μέσα στο πρεσβυτέριο. Γεννήθηκα μέσα στην αγκαλιά της εκκλησίας, στον ουρανό.


7.Ζωή στον ουρανό.

Στο κέντρο του ιερού χώρου, στον περίβολο, πολύ κοντά στο πρεσβυτέριο που γεννήθηκα, υψωνόταν η εκκλησία. 

Η εκκλησία, όπως την έχουν δη, δεν είναι ένα γήινο οικοδόμημα. Ποτέ. Αν και είναι κτισμένη επί της γης. Εξ άλλου η εκκλησία, δεν μοιάζει με κανένα άλλο οικοδόμημα. Διότι είναι ένα αντίγραφο, μια γήινη απομίμησις της αληθινής εκκλησίας, που βρίσκεται στον ουρανό. Κάθε εκκλησία βρίσκεται στον ουρανό, όπως μας την περιγράφει ο Άγιος Ιωάννης στην Αποκάλυψι. Τα κτίσματα που βλέπομε στο κέντρο των πόλεων και των χωριών και που ονομάζομε εκκλησίες δεν είναι παρά αντίγραφα – περισσότερο ή λιγώτερο επιτυχημένα – του πρωτοτύπου.

Είναι αδύνατον να κατασκευάσης επί της γης μια ουράνια κατοικία – διότι δεν μπορείς να κατασκευάσης τον ουρανό με μάρμαρο, με γρανίτη ή με ξύλο – ούτε με κανένα άλλο βαρύ υλικό απ’ αυτά που διαθέτομε στη γη. Ένα ουράνιο οικοδόμημα πρέπει υποχρεωτικά να είναι κατασκευασμένο με υλικά ουράνια. Όμως δεν τα έχομε. Κατασκευάζομε λοιπόν επί της γης, σύμφωνα με τις αποκαλύψεις που έγιναν στους προφήτες, το αντίγραφο της εκκλησίας μας του ουρανού, χρησιμοποιώντας τα σύμβολα. Το σύμβολο είναι ο τρόπος να εκφράζωμε με εικόνες, έμμεσα, τις πραγματικότητες που δεν μπορούμε να εκφράσωμε άμεσα, επειδή μας λείπουν τα μέσα. Το να εννοής ένα σύμβολο σημαίνει να συμμετέχης στην παρουσία που εκφράζει. Για τους μη πιστούς μια εικόνα, μια εκκλησία, η τέλεσις της θείας Λειτουργίας και αυτή η λατρεία ακόμη, οποιαδήποτε κι αν είναι, δεν έχουν καμμιά αξία. Όπως ακριβώς δεν έχει καμμιά αξία για ένα αναλφάβητο το πιο καλό βιβλίο του κόσμου. Αυτός που δεν είναι πιστός μπροστά σε μια εκκλησία, σε μια λειτουργία, σε μια εικόνα παραμένει τόσο ξένος, όσο και ένας που δεν ξέρει τα γράμματα της αλφαβήτου μπροστά σ’ ένα βιβλίο.

Το πρώτο σύμβολο της εκκλησίας είναι το σχήμα ενός καραβιού, που κατευθύνεται πάντα προς ανατολάς. Το σχήμα του καραβιού θυμίζει συμβολικά πως η εκκλησία δεν είναι γήινο πράγμα. Ο ρόλος της είναι να αρμενίζη, όπως ένα πλοίο, πέρ’ απ’ τη γη. Ακόμη η εκκλησία είναι μια εικόνα του Θεού και υπό την έννοια αυτή εκφράζει τον κόσμο ολόκληρο, διότι ο Θεός είναι το Πάν. Η εκκλησία χωρίζεται σε τρία μέρη, διότι ο Θεός είναι Τριάς. Το κύριο μέρος της εκκλησίας είναι το ιερό βήμα, που συμβολίζει τις ανώτερες και επουράνιες σφαίρες του κόσμου, όπου βρίσκεται ο θρόνος του θεού. Μέσα στο ιερό βήμα στέκεται ο ιερεύς, που αντιπροσωπεύει τον Θεό εδώ κάτω. Το υπόλοιπο της εκκλησίας εκφράζει τον ορατό κόσμο. Ο τρούλλος της εκκλησίας συμβολίζει τον ουράνιο θόλο. Το δάπεδο της εκκλησίας συμβολίζει αυτό που υπάρχει πάνω στη γη. Στον τρούλλο, πάνω από τις άλλες εικόνες , βρίσκεται ο Παντοκράτωρ. Αυτός συμβολίζει την κοινωνία της αγάπης και την ένωσι εν Χριστώ, την ένωσι των Αγίων της γης με τους Αγίους του ουρανού. Γι’ αυτό ακριβώς κάτω από τον Παντοκράτορα, στο κέντρο των εικόνων, βλέπει κανείς τον Σωτήρα και απ’ εδώ και απ’ εκεί τη Μητέρα του και τον Βαπτιστή, τους Αγγέλους και τους Αποστόλους μαζή με τους άλλους Αγίους. Και τούτο για να διδασκώμαστε πως ο Χριστός είναι στον ουρανό με τους Αγίους και πως συγχρόνως είναι μαζή μας και ακόμη πως θα έλθη μια μέρα.

Κάτω απ’ τις εικόνες αυτές, συγκεντρωμένοι σε σύναξι, βρίσκονται οι πιστοί. Και ανάμεσα σε μας, τους πιστούς, που έχομε συγκεντρωθή για τη θεία Λειτουργία και τους Αγίους του ουρανού, δεν υπάρχουν σύνορα: ο ουρανός και η γη δεν ξεχωρίζονται κατά τη διάρκεια της λειτουργίας. Γι’ αυτό ακριβώς ο ιερεύς θυμιατίζει με τον ίδιο τρόπο τον Χριστό, τους Αγίους και τους πιστούς της γης. Όλοι είναι συγκεντρωμένοι στο ίδιο καράβι και αποτελούν ένα σύμπλεγμα οι εν ουρανοίς και οι επί της γης. Διότι η εκκλησία είναι κυρίως η συμφιλίωσις του ουρανού και της γης, η ώσμωσις του ουράνιου και του επίγειου, χάρις στην παρουσία του Χριστού.

Τα σύμβολα είναι άπειρα. Όλα στην εκκλησία εκφράζουν τη συνάντησι του ουρανού και της γης. Εδώ, το ουράνιο και το επίγειο αναμιγύονται, όπως τα νερά ενός ποταμού μέσα σ’ ένα κόλπο. Η εκκλησία όπως η εικόνα, είναι ένα συμπλήρωμα της λειτουργικής προσευχής και αποτελεί ακέραιο τμήμα της λειτουργίας.

Έχοντας λοιπόν υπ’ όψιν ότι η εκκλησία είναι ο ουρανός επί της γης, μπορώ να βεβαιώσω, χωρίς καμμιά υπερβολή, πως την παιδική μου ηλικία ολόκληρη την πέρασα στον ουρανό. Μέσα δηλ. στην εκκλησία και μέσα στα ιερά σκηνώματα… Τα παιδικά μου χρόνια, κυρίως και μεταφορικώς, υπήρξαν μια ανυπέρβλητη, μια συνεχής λειτουργία.

Μόλις μπόρεσα να περπατήσω, άρχισα κοντά στον πατέρα μου να συμμετέχω σ’ όλες τις ακολουθίες : στις λειτουργίες, στους ενταφιασμούς, στις βαπτίσεις, στους γάμους και στα Te Deum – στις δοξολογίες. (Εμείς , οι Ρουμάνοι, είμαστε αριθμητικά ο δεύτερος ορθόδοξος λαός του κόσμου. Είμαστε ο μόνος λαός που συνδυάζει δυτικά και ορθόδοξα στοιχεία. Όταν π.χ. λειτουργούμε στη γλώσσα μας, χρησιμοποιούμε πολλές λατινικές λέξεις).

Ο ιερεύς δεν μπορεί να τελέση τη θεία Λειτουργία, όπως και πολλές άλλες ακολουθίες, χωρίς να παρευρίσκεται τουλάχιστον ένας άνθρωπος. Αυτό το δεύτερο πρόσωπο ήμουν πολύ συχνά εγώ. Και γνωρίζομε πως εκεί που υπάρχει ο λειτουργός ιερεύς και ένας μόνος πιστός, εκεί είναι πάντοτε παρών και ο Θεός. Αυτά τα τρία πρόσωπα, ο Θεός , ο ιερεύς και ο πιστός, σχηματίζουν, μόνο αυτοί, μια πλήρη Εκκλησία. Το μυστικό σώμα του Χριστού. Σε μας τους Ορθόδοξους το επίθετο «καθολική» δεν προσδιορίζει ποσοτικά μια Εκκλησία, αυτή δηλ. που εκτείνεται σ’ όλους τους λαούς και σ’ όλους τους τόπους της γης, αλλά ποιοτικά. Διότι εκείνος που είναι ενωμένος με τον Θεό είναι ενωμένος με το σύμπαν ολόκληρο. Καμμιά λοιπόν Εκκλησία δεν μπορούσε να είναι μεγαλύτερη , περισσότερο παγκόσμια και καθολική από την Εκκλησία που αποτελούσαμε ο Θεός, ο πατέρας μου κι εγώ, αν και δεν είμαστε παρά τρεις, μέσα σε μια μικρή ξύλινη εκκλησία, κάπου βαθειά στα βουνά της Petrodava. Το ήξερα κι αυτό. Ήξερα πως συνιστούσαμε μια Εκκλησία, που πιο μεγάλη και πιο παγκόσμια δεν μπορεί να υπάρχη, διότι δεν υπάρχει τίποτε πιο μεγάλο και πιο παγκόσμιο απ’ τον Θεό, που ήταν μαζή μας και που αντιπροσωπεύει τα πάντα.

Το κορύφωμα της ζωής μας ήταν η τέλεσις της θείας Λειτουργίας. Η ευχαριστία δεν είναι μια επανάληψις της θυσίας του Χριστού, αλλ’ όμως είναι πάντα ένα μοναδικό μυστήριο, που πραγματοποιείται κάτω από τα μάτια μας. Έτσι γινόμουν μάρτυς και σύγχρονος του Χριστού, της ζωής του, του πάθους του επί του Γολγοθά και της Αναστάσεως του. Μερικές φορές η θερμή πίστις μου πλημμύριζε την παιδική ύπαρξί μου μ’ ένα παράφορο αίσθημα. Είχα μια ποιητική και χριστιανική ψυχή και ένοιωθα μια βαθειά λύπη που δεν είχα ζήσει την εποχή του Χριστού. Επιθυμούσα να τον δω πολύ μικρόν μέσα στη φάτνη, όπως τον είδαν οι μάγοι και οι βοσκοί. Ο πατέρας μου μου απαντούσε πως είμαι σύγχρονος του Χριστού και πως κάθε χριστιανός είναι επίσης σύγχρονος του Χριστού. Μου έλεγε τα λόγια του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου:

Δεν είσαι συ ο μοναδικός Χριστιανός, που λυπάσαι γιατί δεν είδες τον Χριστό. «Πόσοι νυν λέγουσιν, εβουλόμην αυτού την μορφήν ιδείν, τον τύπον, τα ιμάτια, τα υποδήματα! Ιδού αυτόν οράς, αυτού άπτη, αυτόν εσθίεις… Ουκ εν φάτνη οράς, αλλ’ εν θυσιαστηρίω, ου γυναίκα κατέχουσαν, αλλ’ ιερέα παρεστώτα… Και ουχ οράς μόνον, αλλά και άπτη και ουχ άπτη μόνον, αλλά και εσθίεις και λαβών οίκαδε αναχωρείς».

Κι αυτό είναι αληθινό. Υπήρχε κάποιος ραββίνος που ισχυριζόταν πως μέχρι τη γιορτή της Σκηνοπηγίας – το φθινόπωρο – ένοιωθε την επίδρασι του ιερού κρασιού που είχε πιη το Πάσχα. Εγώ, μέχρι το θάνατό μου, θα νοιώθω πάνω στα χείλη μου τη θέρμη του ασημένιου κουταλιού, με το οποίο κάθε φορά κοινωνούσα. Κι ήταν φυσικό να μείνη η θέρμη αυτή πάνω στα χείλη μου : γιατί το κουτάλι της κοινωνίας ονομάζεται Λαβίς και συμβολίζει τη λαβίδα, με την οποία το Σεραφίμ παίρνει τα αναμμένα κάρβουνα πάνω απ’ το θυσιαστήριο του Θεού, όπως περιγράφει ο Ησαΐας :»Και απεστάλη προς με εν των Σεραφείμ και εν τη χειρι είχεν άνθρακα, ον τη λαβίδι έλαβεν από του θυσιαστηρίου και ήψατο του στόματός μου».

Κοινωνώντας, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, παίρνομε θεία αναμμένα κάρβουνα «ώστε η θεία φωτιά της επιθυμίας, που καίει μέσα μας, να κάψη τα αμαρτήματά μας, να φωτίση την καρδιά μας και, μετέχοντας στη θεία φωτιά, να αγνισθούμε και να θεωθούμε».

Παίρνομε τη θεία Κοινωνία – τα αναμμένα κάρβουνα – όρθιοι, με τα χέρια σταυρωμένα, μπροστά στις βασιλικές πύλες του ιερού, που συμβολίζουν τις πύλες του Παραδείσου. Άκουγα, την ώρα της κοινωνίας, τη φωνή του Χριστού που μου έλεγε:

«Εγώ ταις σαρξί τρέφω ταις εμαίς, εμαυτόν υμίν παρατίθημι… Αδελφός ηθέλησα υμέτερος γενέσθαι. Εκοινώνησα σαρκός και αίματος δι’ υμάς πάλιν αυτήν υμίν την σάρκα και το αίμα, δι’ ων συγγενής εγενόμην, εκδίδωμι».

«Ο Θεός έσμιξε το αίμα του με το δικό μας για να μας φτιάξη μια καινούργια ύπαρξι, ενωμένη μαζή του».

Ύστερα από κάθε Κοινωνία, ένοιωθα όχι μόνο καθαρισμένος από κάθε αμαρτία, αλλά ακόμη θεωμένος, γιατί μέσα στο σώμα μου είχα το ίδιο αίμα με το Θεό. Ήμουνα παιδί του Θεού εξ αίματος. Έφερα τον Θεό μέσα μου. Ήμουνα θεοφόρος. Έτσι κατάλαβα γιατί οι πιστοί είναι μεταμορφωμένοι και ωραίοι, όταν βγαίνουν απ’ τη θεία Λειτουργία, όπως οι καλλιτέχνες που τους φωτίζουν τα φώτα της σκηνής. Είναι γιατί φέρουν τον Θεό μέσα τους, μέσα στο σώμα τους και Εκείνος τους φωτίζει.  Ύστερα από κάθε Κοινωνία δεν ένοιωθα μόνο παιδί του Θεού, αλλά και αδελφός εξ αίματος με όλους τους χριστιανούς ολόκληρου του κόσμου. Ήμουνα αδελφός εξ αίματος με όλους τους χριστιανούς που έζησαν, με εκείνους που ζουν τώρα και μ’ εκείνους που θα ζήσουν αύριο, διότι είχαν, έχουν και θα έχουν μέσα στις φλέβες τους το ίδιο θείο αίμα που κι εγώ έχω μέσα στο δικό μου σώμα. Αυτή η ανθρώπινη και παγκόσμια αδελφοσύνη είναι το χριστιανικό πλήρωμα. Σ’ αυτήν την παγκόσμια λειτουργία τα πάντα ενώνονται και το σύμπαν ολόκληρο γίνεται ένα. Κοινωνούσα με τον Θεό και Εκείνος κοινωνούσε μαζή μου. Αυτές τις στιγμές ζούσαμε στην αιωνιότητα. Διότι η αιωνιότης αρχίζει εδώ κάτω, στη γη. Και όταν βρισκώμαστε στην Εκκλησία, βρισκόμαστε κιόλας στον ουρανό. Είμαστε κιόλας στην αιωνιότητα. Και σ ‘αυτή την αιωνιότητα πέρασα ολόκληρη την παιδική μου ηλικία…

Comments