Έρως και Θάνατος

αναρτήθηκε στις 6 Δεκ 2013, 9:48 π.μ. από το χρήστη Lweb Διαδικτυακές Λύσεις   [ ενημερώθηκε 18 Δεκ 2013, 11:27 π.μ.από Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων ]

Ὡς γνωστό, ὁ S. Freud (1856-1939) διατύπωσε δύο θεωρίες γιά τά ἀνθρώπινα ἔνστικτα: τήν κλασική (1915) καί τή λεγόμενη δυαδική θεωρία (1920), ἡ ὁποία δέχεται ὅτι ὁ ἀνθρώπινος ψυχισμός δονεῖται βασικά ἀπό τήν ὁρμή ζωῆς (Lebenstrieb), πού ἀντιστοιχεῖ σέ ὅ, τι ἀποκαλοῦμε «ἔνστικτο» ἤ «ὁρμή» αὐτοσυντήρησης (Selbst-Erhaltungstrieb ἤ self-preservation1) ἤ Ich-Trieb καί ἀπό τή Libido, δηλ. τό sexual instict. Καί τά δύο αὐτά εἴδη ἐνστίκτων ὁ ἴδιος ὁ Freud ἀργότερα, στά ἔργα του <Jenseits des Lustprinzips> (1920), <Massenpsychologie und Ich Analyse> (1921) καί <Das Ich und das Es> (1923), συγχώνευσε στήν ἔννοια τοῦ «ἔρωτα» (Eros), προσθέτοντας (γιά ἀντιστοίχιση πρός τήν ὁρμή τῆς αὐτο-καταστροφῆς) τό λεγόμενο «ἔνστικτο τοῦ θανάτου» (Todestrieb), πού ἀντανακλᾶ τήν <ἀρχή τῆς Nirvana> (Thanatos).

Ζωή καί θάνατος συνυφαίνονται5· κατασκευή καί καταστροφή εἶναι καταστάσεις ἀδιαχώριστες: ἡ βρώση εἶναι μία διαδικασία καταστροφῆς, σκοπός τῆς ὁποίας ὅμως εἶναι ἡ θρέψη τοῦ ὀργανισμοῦ. Ὁμοίως, ἡ σεξουαλική πράξη ἀποτελεῖ μία ἔκφραση ἐπιθετικότητας, ὁ σκοπός της ὅμως εἶναι ἡ πλήρης ἕνωση τῶν δύο προσώπων6.

Βέβαια, στό ‚Eros und Thanatos‛ (<Jenseits des Lustprinzips>, 1920) ὁ Freud ὑποστήριζε ὅτι ἡ πίστη στόν θάνατο δέν βρίσκει κανένα σημεῖο ὑποστήριξης μέσα στά ἔνστικτά μας καί ὅτι τό ἀσυνείδητο δέν γνωρίζει τήν ἔννοια τοῦ θανάτου, ἀφοῦ «κατά βάθος κανείς δέν πιστεύει στόν ἴδιο τό θάνατό του, ὄντας στό ὑποσυνείδητό του πεπεισμένος γιά τήν προσωπική του ἀθανασία»· ὁμοίως, ἕως τό 1914 (βλ. Formulierungen über die zwei Prinzipien des psychischen Geschehens, 1911) ὁ Freud θεωροῦσε τά ἔνστικτα ὡς δυνάμεις τῆς ζωῆς, πού τείνουν στόν πολλαπλασιασμό ἤ, τουλάχιστον, στή διατήρηση τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς8. Ἀργότερα, πειστικές αἰτίες τόν ὤθησαν νά παρεμβάλει τήν ἔννοια τοῦ Ναρκισσισμοῦ, ἐντάσσοντας τό ἔνστικτο τῆς αὐτοσυντήρησης στόν αὐτο-ερωτισμό9. Ἡ δυναμική ἀντίθεση μεταξύ τοῦ λεγόμενου «πρωτογενοῦς ναρκισσισμοῦ»―εἴδους «λιβιδινικῆς κάθεξης» σέ μία ὁρισμένη στιγμή― καί τῆς (ἀντικειμενότροπης) σεξουαλικῆς libido12 ἀντανακλᾶται στήν ἀντίθεση μεταξύ ναρκισσιστικῆς libido καί «ἐνστίκτου θανάτου» (ἔνστικτα καταστροφῆς: ἐπιθετικότητα) . Ἔτσι, τά ἔνστικτα γιά τόν Freud ὁδηγοῦν μέ μία ἀκαταμάχητη ἐντροπία, σέ

ἀντιστροφή τοῦ πόθου τῆς ἀθανασίας, δηλ. στόν θάνατο14. Σήν ἐπιθετικότητα συνδέει καί ὁ Lacan μέ τή ναρκισσιστική σχέση· στό οἰδιπόδειο σύμπλεγμα, ἡ ἐπίθεση τοῦ παιδιοῦ πρός τόν πατέρα του ἔρχεται νά ἐνδυναμώσει τόν ναρκισσισμό τοῦ παιδιοῦ15. «Στή ναρκισσική ἀναδίπλωση», γράφει ὁ Pierre Fougeyrollas, «ὑπάρχει μία πισωδρόμηση τῆς ζωτικῆς ὁρμῆς, πού ἡ αἰσιοδοξία, ἡ ἐπιστημονικότητα καί ὁ ρασιοναλισμός, κληρονομία τοῦ δέκατου ἔνατου αἰώνα, δέν ἐπαρκοῦν γιά νά τήν ἐξηγήσουν» 16. Ὡστόσο, ἄν γιά τή δική μας ὕπαρξη τό ἀσυνείδητό μας λειτουργεῖ ἄλλοτε «προστατευτικά» καί «ἐγωιστικά», καί ἄλλοτε αὐτοκαταστροφικά (πρβλ. Μαζοχισμό), γιά ὅλους τούς ἄλλους μπορεῖ ἀκόμα καί νά «σκοτώσει» (ὡς θανατική ψυχικά τιμωρία), ἀκόμα καί γιά μικροπράγματα! Ἔτσι, τό ἀσυνείδητο βλέπει, τελικά, τόν θάνατο ἀφενός μέν ὡς καταστροφέα τῆς ζωῆς καί ἀφετέρου ὡς κάτι τό ἀνύπαρκτο καί ἐξωπραγματικό.

Σό δίπολο ἔρως καί θάνατος, πού εὐρύτερα ἀντιστοιχεῖ στό παλιό φιλοσοφικο-θεολογικό πρόβλημα τῆς ἐναρμόνισης εἶναι (δηλ. βιοφιλίας, δημιουργικότητας, λόγου, τάξης, ἡσυχίας, ἁρμονίας, κάλλους, ἕλξης, συνοχῆς/κοινωνίας καί φιλότητος /ἀγάπης) καί γίγνεσθαι (δηλ. νεκροφιλίας, χάους, ἀταξίας, δαιμονισμοῦ, δυσμορφίας, ἀ-λογίας, ἄπωσης, διάσπασης/διχασμοῦ, καταστροφικότητας, ἐγωισμοῦ καί νείκους/πολέμου), ἔχει ἀποτελέσει ἀπό τήν ἐποχή ἤδη τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων Σραγικῶν καί τοῦ Πλάτωνα προσφιλέστατο θέμα γιά πολλούς συγγραφεῖς.

Στήν Π.Δ. ὁ Ἐκκλησιαστής (3, 2) παρατηρεῖ σχετικά: «καιρός τοῦ τεκεῖν καί καιρός τοῦ ἀποθανείν», συσχετίζοντας τούς δύο ἀνθρώπινους πόλους: τή γέννηση καί τόν θάνατο. Ὁμοίως, τό Ἆσμα Ἀσμάτων (8, 6) συγκρίνει τήν ἀγάπη μέ τόν θάνατο. Κατά τούς ἀνατολικούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (Θεόφιλο Ἀντιοχείας, Μ. Βασίλειο, Ἰωάννη Φρυσόστομο, Γρηγόριο Ναζιανζηνό καί Γρηγόριο Νύσσης), τό ὡς ἄνω ζεῦγμα αὐτό (ἔρως καί θάνατος) δέν ὀφείλεται οὔτε στήν ἀντίστοιχη ὀρφική διδασκαλία, κατά τήν ὁποία ἡ γέννηση ἀντιμετωπιζόταν ὡς θάνατος καί ὁ θάνατος ὡς γέννηση, οὔτε στό γεγονός ὅτι τάχα καί τά δύο αὐτά μεγέθη (ἔρως καί θάνατος), ὡς ὁριακά, ἐνέχουν, κατά τή βίωσή τους, ἀνυπέρβλητη δυσκολία (πρβλ. Ἆσμα Ἀσμάτων καί φροϋδική «ὁρμή ζωῆς» καί «ὁρμή θανάτου») ἤ βιώνονται μέσα σέ ἕνα εἶδος ἀπέραντης (ὑπαρξιακῆς) μοναξιᾶς. Κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, «ὅπου θάνατος, ἐκεῖ γάμος», γιατί ἐνῶ προπτωτικά (ὅπου ἐπικρατοῦσε ἡ ἀγάπη) ἡδονή προκαλοῦσε ὁ ἔρωτας τοῦ Ἄλλου, μεταπτωτικά (ὅπου ἐπικρατεῖ ὁ ἀτομισμός) ἡδονή προκαλεῖ ὁ θάνατος τοῦ Ἄλλου (πρβλ. ἐπιθετικότητα). Μόνο, λοιπόν, μέσω τοῦ «θανάτου» (ὑπαρξιακοῦ

«θνήσκειν»: «σταυροῦσθαι»), πού ὅμως δέν εἶναι φθορά (σήψη) ἀλλά νέκρωση, τοῦ (ἐγωκεντρικοῦ) ἑαυτοῦ μας, μποροῦμε, κατά τό ὑπόδειγματοῦ «σαββατισμοῦ» τῆς σαρκωμένης Ἀγάπης (Ἰ. Φριστοῦ), νά ἀγαπήσουμε τόν Ἄλλο (συνάνθρωπο, Ἐκκλησία) ἀληθινά, καί ἔτσι νά ὑπερβοῦμε τήν κτιστότητα, τήν (πτωτική) φθορά καί τελικά τόν θάνατο, δηλ. νά ἀναστηθοῦμε καί νά ἑνωθοῦμε «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως» μέ αὐτό τό Ἄκτιστο (βλ. θέωση). Μέ αὐτή τήν ἔννοια, κάθε ἔρωτας γεννᾶ ἕναν θάνατο: βιολογικά (μετά ἀπό τή γέννηση κάθε ἀνθρώπου ἀκολουθεῖ ὁ θάνατός του) καί ψυχολογικά (κάθε γνήσιος ἔρωτας ὡς αὐτοθυσία προϋποθέτει τόν θάνατο τοῦ Ἐγώ· ὅσο μεγαλύτερη ἡ ἀγάπη, τόσο περισσότερος ὁ πόνος). Ἡ «ἀπώλεια» αὐτή τοῦ Ἐγώ35 λαμβάνει χώρα κατ’ ἐξοχήν στόν Θεῖο Ἔρωτα (βλ. ἐμπειρία ἕνωσης μέ κάτι πού ὑπερβαίνει τόν ἑαυτό μας) τῶν Μυστικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔτσι μέσω τῆς «συνουσίας» (βλ. ἱερό γάμο) τους μέ τό Θεῖον ξεπερνοῦν εμπειρικά τόν θάνατο. Ὁ Βέλγος Ρωμαιοκαθολικός ἱερέας και ψυχαναλυτής Antoine Vergote, ἀκολουθώντας τόν Freud ―ἀλλά, βεβαίως, πολλούς αἰῶνες πρίν, καί τόν Πλάτωνα― ἀναφέρεται α) στήν ἐπιθυμία/libido (πού σχετίζεται μέ τόνἔρωτα), β) στήν ἐπιθετικότητα (βλ. θυμό)―παράγωγο τῆς ὁποίας, κατά τόν Vergote, συνιστᾶ τό ἔνστικτο (ὁρμή) τοῦ θανάτου―, καί γ) στό ἔνστικτο τῆς ἐπιβολῆς. νύμφωνα μέ τόν Vergote, ἡ κατά Freud ―πού ἔτσι ἐμφανίζεται ἀντίθετος σέ ἕναν αἰσιόδοξο Ἀνθρωπισμό, μολονότι ἐπιδίωκε τή θετική ἀπό τή μεριά τοῦ ὑποκειμένου ἀναγνώριση τῶν ἐνστίκτων―«ὁρμή θανάτου» δρᾶ ἐντός τοῦ ἐνστίκτου τῆς ζωῆς καί δέν παρουσιάζεται καθαρά ἀπό μόνη της. Βέβαια, ὁ Vergote, μέ βάση τήν πολιτισμική Ἀνθρωπολογία καί τή θρησκευτική Υαινομενολογία, προχωρεῖ πέρα ἀπό τή φροϋδική ἀντίληψη στή διαπίστωση τοῦ φόβου τοῦ θανάτου. Ὁ φόβος αὐτός, κατά τόν Vergote, εἶναι ὑπαρκτός, καί μάλιστα συνέβαλε στή γέννηση, μέσα στόν ἄνθρωπο, τῆς ἐπιθυμίας γιά ζωή. Γιά τόν Vergote, δένὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ θάνατος εἶναι τό μεγαλύτερο τραῦμα, πού μπορεῖ νά πλήξει τόν ἀνθρώπινο ναρκισσισμό (πού ἐκφράζεται μέ ἕναν βαθύ πόθο ἀθανασίας, τόν ὁποῖο γιά παράδειγμα ὁ Οὐαλλός νευρολόγος και ψυχαναλυτής Alfred Ernest Jones (1879 – 1958) ἀποκαλεῖ κληρονομικό «Θεο-σύνδρομο»)44· αὐτός μάλιστα εἶναι ὁ λόγος, γιά τόν ὁποῖο «βαθιά καί λανθάνοντα τραυματικά ἴχνη, παραμένουν ἀκόμα ζωντανά, προκαλώντας ἄγχος καί φαντασιώσεις ἀσυνείδητα». Ἡ κλινική ἐμπειρία τοῦ Vergote μέ καταθλιπτικούς ἀσθενεῖς τοῦ ἐπέτρεψε νά κατανοήσει βαθύτερα τή δυσκολία τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν νά ἀνεύρουν ἕναν τρόπο ὑπέρβασης τῆς κατάστασής τους: «ἡ κατάθλιψη χαρακτηρίζεται ἀπό μία ἐνδόρρηξη τῆς ζωτικῆς δυνάμεως, ἕνα (ὑπαρξιακό) κενό ἤ μία κατάρρευση τῆς σφυγμικῆς ἤ τῆς συναισθηματικῆς ἔντασης πρός τόν κόσμο καί τούς ἄλλους». 

Πράγματι, τό παθολογικό ἄγχος ἀναπαράγει τό ἀσυνείδητο ἄγχος τοῦ θανάτου. Ἡ ἔρευνα τοῦ K. Magni ἐπιβεβαιώνει τήν κλινική ἐμπειρία: ὁ ἄνθρωπος, ὅπως ἀπωθεῖ τή σεξουαλικότητα ἤ τήν ἐπιθετικότητά του, μπορεῖ ἐπίσης νά ἀπωθήσει καί τή σκέψη (ἤ/καί τόν φόβο) τοῦ θανάτου. Ἡ θανάσιμη αὐτή ἀπειλή (πού μπορεῖ, γιά παράδειγμα, νά ἐκδηλωθεῖ μέ μία μορφή κοινωνικῆς ἀπόσυρσης, δηλ. φυγή ἀπό τήν πραγματικότητα ἤ ψυχο-σωματική νόσο)49, στήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος, μέ κάθε τρόπο, ἀντιστέκεται (résistance), ἀναγκάζει τόν ἴδιο νά ἀναζητήσει κάπου ἀλλοῦ ἔρεισμα καί νόημα ζωῆς, πού θά τοῦ ἐξασφαλίσουν μία ἀνεκτή μορφή «ἐπιβίωσης» μέσα σέ αὐτές τίς ὁριακές του καταστάσεις. Ἀλλ’, ἄν, γιά τήν κοσμική σκέψη, ἡ ἀγάπη (καί γενικά ἡ διαπροσωπική ἀνθρώπινη κοινωνία) διασώζει ἀπό τόν θάνατο (καί τόν φόβο του), πόσο μᾶλλον ἡ πίστη/ἐμπιστοσύνη στήν (ἀπόλυτη καί αὐθεντική) Θεία Ἀγάπη/Κοινωνία! Ἔτσι, ὁ Vergote συσχετίζει τή βιολογική ὁρμή γιά ζωή (ἔνστικτο αὐτοσυντήρησης) μέ τήν ἐπιθυμία γιά το Ἀπόλυτο (τό «Θεῖον»): Ὁ «Θεῖος ἔρωτας» (πρβλ. τή θρησκεία) καθίσταται ἡ ἀντιστάθμιση (ἀντίδοτο) τοῦ θανάτου. Ὁ Βιβλικός Μονοθεϊσμός εἶναι ἡ Πίστη, πού, περισσότερο ἀπό ὁποιαδήποτε ἄλλη Θρησκεία, ἀντιτάσσεται στόν θάνατο, μέ τήν ἐλπίδα μιᾶς ἄλλης ἐσχατολογικά ζωῆς καί τή «μνήμη θανάτου». Βέβαια, τό ὅλο αὐτό ζήτημα, κατά τή χριστιανική Θεολογία, συνδέεται γενικότερα μέ τήν Σελική Κρίση καί τήν ἔννοια τῆς (σωματικῆς) ἀνάστασης τῶν νεκρῶν, ἡ ὁποία ὑπεμφαίνεται στίς παιδικές ἐπιθυμίες.

Ὁ Χριστιανισμός ἀπέναντι στόν θάνατο στέκεται κατά τόν πλέον ρεαλιστικό καί ἰσορροπιστικό τρόπο, συμφιλιώνοντας ἔτσι τήν ἀνθρώπινη ζωή μέ τόν θάνατο. Εἶναι γεγονός ὅτι ὁλόκληρη ἡ χριστιανική βιοτή εἶναι σταυροαναστάσιμη, ὅπως ἀκριβῶς καί ἡ λειτουργία τῶν ἐκκλησιαστικῶν μυστηρίων. Ὁ μυστηριακός δεῖπνος τῆς Θείας Εὐχαριστίας τελεῖται ἐν μέσω ἑνός θανάτου/θυσίας (τῆς σταυρικῆς).Μάλιστα δέ, ὁ ἱερός Φρυσόστομος χρησιμοποιεῖ τίς λέξεις «πόθον» καί «ἀκατάσχετον ἔρωτα» (τῶν πιστῶν γιά τούς μάρτυρες), γιά νά περιγράψει τό ἦθος τῆς χαρμολύπης τοῦ «λαοῦ τοῦ Θεοῦ», μέ τήν ὁποία θά πρέπει νά τιμᾶται ἡ μνήμη τῶν Ἁγίων. Ἔτσι, ὁ πιστός, ἀπ’ τή μία, ἀγαπᾶ τή ζωή, καί, ἀπ’ τήν ἄλλη, ἔχει ἐπίγνωση τοῦ θανατου του. Κατ’ ἀρχήν, ὁ χριστιανικός λόγος ὑπενθυμίζει στόν ἄνθρωπο τήν κτιστή καί πεπερασμένη του φύση. Ἔπειτα, ἡ ἐπαγγελία μέλλουσας ζωῆς συνδέεται μέ τή μνήμη τοῦ θανάτου58. Ἐπίσης, ἡ ἐπαγγελία αὐτή ὑπενθυμίζει μία ἀλήθεια: ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ζωή εἶναι καρπός  πνευματικῆς μεταμόρφωσης (μετάνοιας), πρᾶγμα πού προϋποθέτει τήν ἀποδοχή τῆς πεπερασμένης φύσης τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ θρησκευτική ―καί μάλιστα ἡ χριστιανική― στάση αὐτή ἀπέναντι στόν θάνατο φαίνεται ὑγιής ψυχολογικά, δεδομένου ὅτι ὁ ἄνθρωπος (αὐθ)υποβάλλεται διαρκῶς στήν ἰδέα νά φαντάζεται τόν ἑαυτό του ἀθάνατο καί παντοδύναμο. Συνεπῶς, μία ἐσωτερική (ὥριμη) θρησκευτικότητα/πνευματικότητα, σέ προσωπικό ἐπίπεδο, θά διευκολύνει τή συνειδητή ἀντιμετώπιση τοῦ θανάτου, ὅπως καί τή λειτουργία τοῦ φόβου, πού αὐτός προκαλεῖ. Ἀντίθετα, ἡ ὁποιαδήποτε ἀδυναμία σύνδεσης τῆς θρησκευτικῆς πίστης μέ τόν θάνατο θά ἀποκάλυπτε μάλιστα γιά τόν Vergote, ἡ γαλήνη ἤ ἡ ἀγωνία μέ τή σκέψη τοῦ θανάτου ἐπηρεάζει ὁλόκληρη τήν ψυχική διάθεση τοῦ ἀτόμου τήν ἀπουσία ἐσωτερικῆς (ὥριμης) θρησκευτικότητας/πνευματικότητας, ἐκτός καί ἄν τό ὑποκείμενο βίωσε μία μεταμορφωτική σχέση.

Comments