Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 14. Η αμφισημία των δερματίνων χιτώνων

αναρτήθηκε στις 3 Αυγ 2014, 5:25 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων

Ορθόδοξος Φιλοσοφία της Αποκαλύψεως

Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ

14.  Η ΑΜΦΙΣΗΜΙΑ ΤΩΝ ΔΕΡΜΑΤΙΝΩΝ ΧΙΤΩΝΩΝ

(από το βιβλίο του Παν. ΝΕΛΛΑ : ΖΩΟΝ ΘΕΟΥΜΕΝΟΝ)

Η πατερική διδασκαλία για την εικόνα και τους δερμάτινους χιτώνες, προσφέρει νομίζουμε, πέρα από μια ορθόδοξη κατανόηση του αν­θρώπου, και το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα μπορούσε να στηριχθεί η ορθόδοξη θεολογία, για να βοηθήσει α­ποτελεσματικά το σύγχρονο κόσμο. Η στάση της ορ­θόδοξης θεολογίας απέναντι στον κόσμο προσδιορίζε­ται από τα παραπάνω ως ριζικά κριτική και ταυτό­χρονα, ως το ίδιο ριζικά θετική. 

   Ή ορθόδοξη θεολογία καλείται κατ' αρχήν να κρίνει και να καταδικάσει ανυποχώρητα την αυτονομία σε όλα τα επίπεδα και όλες της τις μορ­φές. Μελετώντας την ανθρωπολογική διάσταση της αμαρτίας, βλέπουμε πώς η αυτονομία είναι η πηγή και το περιεχόμενο της αμαρτίας, επειδή αποτελεί παραχάραξη της αλήθειας του ανθρώπου, ακρωτηριασμό και εγκλω­βισμό του στη βιολογικότητα.  Το έγκλημα αυτό γίνε­ται μεγαλύτερο, όταν ο ντυμένος με τους δερμάτινους χιτώνες άνθρωπος τους αυτονομεί στη συνέχεια και αυτούς. Στην περίπτωση αυτή οι δερμάτινοι χιτώνες εμφανίζονται με την αρνητική μόνο όψη τους, λειτουρ­γούν ως φρόνημα της σαρκός και οδηγούν, κατά τον Παύλο, αναπότρεπτα στο θάνατο.

    Αυτό σημαίνει για τις μέρες μας, πώς ή αυτονόμηση του νόμου, της σε­ξουαλικότητας, της τεχνολογίας, της πολιτικής κλπ. κινδυνεύει να οδηγήση την ανθρωπότητα σε μια ηθική, πολιτιστική, ακόμα και βιολογική αυτοκαταστροφή. Ή χριστιανική θεολογία έχει χρέος να κηρύξη με ένταση την αλήθεια αυτή, γιατί πραγματικά "εσχάτη ώρα εστί".

  Αλλά για να κάνη το έργο αυτό η σύγχρονη χρι­στιανική θεολογία, οφείλει να ξαναβρεί την ευαγγελική και πατερική γνησιότητά της.  Είναι αδύνατο να ακου­στή ο λόγος της από οποιοδήποτε αξιοπρεπή σημερινό άνθρωπο, όταν παρουσιάζει την αμαρτία ως απειθαρχία σε εξωτερικές εντολές ή, ακόμη χειρότερα, ως απειθαρ­χία σε μια παγιωμένη κοινωνική ή πολιτιστική κατά­σταση.  Η παραχάραξη της βιβλικοπατερικής διδασκαλίας από τη χριστιανική θεολογία, τη δύση αρχικά, υπήρ­ξε μεγαλύτερη και είχε συνέπειες οδυνηρές. Ή αντίλη­ψη δτι αρχική φύση του Αδάμ ήταν η βιολογική του συγκρότηση, στην οποία προστέθηκε από το Θεό ως υπερφυσικό δώρο ή χάρις, οδήγησε σοβαρούς αναζη­τητές της γνησιότητας του ανθρώπου, μέσα σε γενικότερες βέβαια συνθήκες και κάτω και από άλλες επιδρά­σεις, στην απόρριψη του Θεού.

  Αντίστοιχες συνέπειες είχε το αξίωμα του Αυγου­στίνου σύμφωνα με το οποίο «si homo non periisset, Filius hominis non venisset». Αυτό παγίδεψε το Χριστό και κατ' επέκταση τη χριστιανική ζωή, τις πραγματικότητες της Εκκλησίας, των μυστηρίων, της πίστεως κλπ., στα όρια πού προσδιορίζει ή αμαρτία. Ο Χριστός δεν είναι στην προοπτική αυτή τόσο ό δη­μιουργός και ανακεφαλαιωτής των πάντων, το Α και το Ω πού λέει η Γραφή, αλλά μονοδιάστατα ο λυτρω­τής από την αμαρτία. Η χριστιανική ζωή δε νοείται τόσο ως πραγμάτωση του αρχικού προορισμού του Αδάμ, ως δυναμική μεταμόρφωση του ανθρώπου και του κόσμου και ένωση με το Θεό, αλλά ως απλή απο­φυγή της αμαρτίας. Τα μυστήρια δεν είναι πραγμάτωση εδώ και τώρα της Βασιλείας του Θεού και φανέρω­σή της, άλλα απλά θρησκευτικά καθήκοντα ή μέσα για να αποκτηθεί η χάρις. Το ίδιο τα καλά έργα και η πί­στη.

  Τα όρια στενεύουν με τον τρόπο αυτό ασφυκτικά. Η Εκκλησία ξεχνάει τον οντολογικό δεσμό της με τον κόσμο. Και ο κόσμος μη βλέποντας τη γνησιότητά του να καταξιώνεται μέσα στην Εκκλησία, μιλάει για αλλοτρίωση και κόβει τη σχέση του μ' αυτή.  Η θεολογία της εικόνας και των δερμάτινων χιτώ­νων ξεπερνάει τις δυσκολίες αυτές, κι άλλες παραπλή­σιες, και μπορεί να βοηθήσει πραγματικά τον κόσμο.

  Βλέποντας τον άνθρωπο και τον κόσμο ως εικόνα, τι­μά την εικόνα και το υλικό πού εικονίζει την εικόνα. Όταν το υλικό ζητάει να αυτονομηθεί, να μην εικονίζει το αρχέτυπο αλλά τον εαυτό του, δε διστάζει να διακη­ρύξη ότι με την πράξη του αυτή το υλικό αυτοκαταστρέφεται.  Καταδικάζει ριζικά την πράξη της αυτονό­μησης, αλλά συνεχίζει να αγαπά το τραυματισμένο και φθαρμένο υλικό, αφού ο Θεός το αποδέχθηκε και του'δωσε με την αγάπη του τις νέες δυνατότητες και την καινούργια λειτουργικότητα των δερμάτινων χιτώνων.

   Τιμά τους δερμάτινους χιτώνες, το γάμο, την επιστή­μη, την πολιτική, την τέχνη κλπ., χωρίς όμως να διστάζει να ειδοποιεί τους ανθρώπους ότι η αυτονόμηση και αυτών φέρνει την τελική παγίωση της αμαρτίας και την απώλεια του ανθρώπου μέσα της.  Με την ταυτό­χρονη αυτή κρίση και καταξίωση του κόσμου η ορθό­δοξη θεολογία μένει πιστή στη βιβλικοπατερική διδα­σκαλία για το δίμορφο χαρακτήρα των δερμάτινων χι­τώνων.  

  Η θέση αυτή της παραδόσεώς μας έχει για το σημερινό κόσμο ιδιαίτερη σημασία. Δείχνει από το ένα μέρος, ότι το να εναποθέση ό άνθρωπος την ελπίδα του αποκλειστικά στους δερμάτινους χιτώνες, σε ο­ποιαδήποτε έκφραση τους, αποτελεί όχι μόνο ματαιοπονία και ουτοπία, αλλά τραγικό λάθος.

    Γιατί αυτονομημένοι οι δερμάτινοι χιτώνες λειτουργούν αντίστροφα.  Πραγματικά, δεν είναι τυχαίο αλλά φυσικό και αναπόφευκτο για την αντεστραμμένη αυτή τάξη των πραγμάτων, ειλικρινείς επαναστάσεις για την ελευθερία να οδηγούν μόλις πετύχουν στην υποδούλωση, η μεγάλη ανάπτυξη της παραγωγής να οδηγεί στον πληθω­ρισμό, η διατήρηση της ειρήνης να απαιτεί την αύξηση των εξοπλισμών, δηλαδή την προετοιμασία του πολέ­μου.

    Φωτισμένοι κοινωνιολόγοι οδηγήθηκαν από την ορθή μελέτη των φαινομένων αυτών να προτείνουν, ότι το πρόβλημα της ανθρωπότητας στις μέρες μας είναι ηθικό, μεγάλοι οικονομολόγοι ότι είναι πρόβλημα αυ­τοσυγκράτησης στην κατανάλωση ή εγκράτειας, μεγά­λοι φιλόσοφοι ότι είναι πρόβλημα οντολογικό.  Έχουν δίκαιο, αλλά όλες αυτές οι θέσεις είναι ακόμη ανεπαρ­κείς. Για την αγία Γραφή και τους ορθόδοξους πατέ­ρες, το κέντρο του προβλήματος είναι η πίστη στο Θεό, δηλαδή το αν ο άνθρωπος τοποθετεί ή όχι το σκοπό του στο Θεό.

  Αν ο σκοπός του ανθρώπου τοποθετηθεί μέσα στην κτίση, σε χαμηλότερο (ευημερία) ή υψηλότερο (ηθική τάξη) επίπεδο, πολύ περισσότερο αν το είναι του ανθρώπου κατανοηθεί ενδοκοσμικά, δημιουργείται οπωσδήποτε αδιέξοδο, αφού η κίνηση, η εξέλιξη προς το άκτιστο ανακόπτεται και ο θεοειδής από τη φύση του άνθρωπος ακρωτηριάζεται περιοριζόμενος στην ενδοκοσμικότητα.  Στην περίπτωση αυτή οι δυνάμεις πού κινούν τον άνθρωπο και τον κόσμο αποπροσανατολί­ζονται, αλληλοσυγκρούονται και αυτοεξουδετερώνονται.  Για το λόγω αυτό, από αγάπη δηλαδή για τον άν­θρωπο, η ορθόδοξη θεολογία νοιώθει το χρέος να είναι στην καταδίκη της αυτονομίας ριζική και ανυποχώρη­τη.

   Από το άλλο μέρος όμως, ή ίδια αγάπη κάνει την ορθόδοξη θεολογία να τοποθετείται θετικά μπροστά στον κόσμο, με την ίδια και στο σημείο αυτό ανυ­ποχώρητη ριζικότητα.  Γιατί ό κόσμος είναι δη­μιούργημα του Θεού και οι ίδιοι οι δερμάτινοι χιτώνες, η δεύτερη θετική όψη τους, ευλογία και δώρο του Θεού.

  Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι στο θέμα αυτό χαρακτηριστικά σαφής και επίμονος. Διδάσκει, μιλώντας για το συγκεκριμένο θέμα των τεχνών,ότι οι τέχνες αναπτύχθηκαν μετά την πτώση προοδευτικά πάνω στη γη. Και βλέπει στην κοινωνική και επιστημονική, όπως θα λέγαμε σή­μερα, αυτή εξέλιξη να λειτουργεί και να αναπτύσσεται θετικά η δύναμη με την οποία προίκισε την ανθρώπινη φύση ο Θεός.  

   «Ορα δε μοι κατά μικρόν, αγατητέ, πώς η του κόσμου σύστασις οικονομείται· και έκαστος υπό της παρά Θεού σοφίας εγκειμένης τη φύσει ευρετής εκ προοιμίων τέχνης τινός γέγονε, και ούτως είς τον βίον εισήνεγκε τα των τεχνών επιτηδεύματα. Ο γαρ πρώτος την έργασίαν εύρε επί της γης, ο μετ' αυτόν την ποιμαντικήν,  έτερος  την  κτηνοτροφίαν  και  άλλος  την μουσικήν, έτερος την χαλκευτικήν, ούτος δε (ό Νώε) την άμπελουργικήν από της έγκειμένης τη φύσει διδασκαλίας επενόησε».

  Σε άλλη ομιλία του, θεωρεί τη φυσική ικανότητα του ανθρώπου να υποτάσσει και να χρησιμοποιεί τις δυνάμεις της αλόγου φύσεως, ως δώρο και ευλογία του Θεού. Ο ίππος, λέει, είναι ταχύτερος από τον άνθρω­πο.  Αλλά όσο ταχύς κι αν είναι, δε μπορεί να διανύσει πάνω από διακόσια στάδια τη μέρα. Ο άνθρωπος ό­μως, αλλάζοντας υποζύγια μπορεί να διανύσει πάνω από δυο χιλιάδες στάδια.

   «Ώστε, συμπεραίνει, όπερ εκείνω το τάχος, τούτω ό λογισμός και ή τέχνη παρ­έσχε μετά πλείονος της υπερβολής... Των αλόγων ουδέ έν ζώων, συνεχίζει, έτερον προς την εαυτού χρείαν υπόζευξαι δύναται, ο δε άνθρωπος πάντα έπεισι, καί δια της ποικίλης τέχνης της παρά του Θεού δο­θείσης αυτώ, προς την μάλιστα αυτώ προσήκουσαν οικονομίαν έκαστον υπάγει των ζώων».  Αναμφίβο­λα βρίσκεται στην κατεύθυνση της διδασκαλίας αυτής το να πούμε σήμερα, πώς είναι δώρο του Θεού η τέχνη με την οποία ό άνθρωπος δαμάζει «προς την μάλιστα αυτώ προσήκουσαν οικονομίαν», τη δύναμη του ατμού ή του ηλεκτρισμού ή του ατόμου.

  Νοιώθουμε συχνά φόβο μπροστά στα επιτεύγματα της σύγχρονης επιστήμης, στην ατομική π.χ. ενέργεια. Όπως ένοιωθαν φόβο πολλοί χριστιανοί τον καιρό του Γαλιλαίου, επειδή έβλεπαν ένα ορισμένο κοσμοείδωλο, μέσα στο οποίο αισθάνονταν ασφαλισμένοι να αλλάζει. Αλλά οι άγιοι, πού δεν εναποθέτουν την ελπίδα τους σε κανένα κοσμοείδωλο και σε καμιά συγκεκριμένη μορφή πολιτισμού, δε φοβούνται . Αντίθετα χαίρουν και δοξάζουν το Θεό για τις καινούργιες τέχνες πού μ' αυτές οι άνθρωποι μέσα στις καινούργιες ανάγκες κάθε εποχής οικονομούν τη σύσταση του κόσμου τους.  Ό άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το βιβλίο της Γενέσεως, γράφει επί πλέον ότι ο Θεός «της οικείας φιλανθρωπίας την ύπερβολήν επεδείξατο» και με το ότι  «πολλά έτερα και αναρίθμητα είδη είς αυ­τόν (τον πεπτωκότα άνθρωπο) κατέθετο».

   Πρόκειται για τις νέες λειτουργίες με τις οποίες προίκισε ό Θεός τον αμαρτήσαντα άνθρωπο, για τη θετική όψη των δερμάτινων χιτώνων. «Σύ δε σκόπει», δηλαδή άνοιξε τα μάτια σου, βλέπε, επιμένει αλλού : «και τα νηχόμενα δια του βάθους των υδάτων και τα είς ύψος αίρόμενα (και τις επίγειες και τις θαλάσσιες ή υποθαλάσσιες και τις κοσμικές δυνάμεις, θα λέγαμε σήμερα) υπέταξε σοι δια της τέχνης ο Δεσπότης».  Όλα αυτά είναι αίτια δο­ξολογίας του Δημιουργού: «Μένωμεν τοίνυν τα αυτά λέγοντες, συνεχίζει αίτιολογώντας την επιμονή του, θαυμάζοντες Αυτού την κηδεμονίαν, εκπληττόμενοι την σοφίαν, την φιλανθρωπίαν, την υπέρ ημών πρόνοιαν».

   Τίθεται βέβαια εδώ και παραμένει με κρίσιμη διαρ­κώς οξύτητα το πρόβλημα της χρήσης των δερ­ματίνων χιτώνων. Γιατί ή ίδια πραγματικότητα, η βιολογικότητά μας, σε όλες τις διαστάσεις και λειτουρ­γίες της, μπορεί με την παρέμβαση της ελευθερίας μας να παρουσιάση σε κάθε στιγμή την αρνητική αποτρό­παια όψη της ή τη θετική.  Αλλά κι' όταν παρουσιάζουν την αρνητική όψη τους οι δερμάτινοι χιτώνες δε φταίνε αυτοί οι ίδιοι, πα­ρά η ελευθερία μας. Ό ίερός Χρυσόστομος, στη συνέ­χεια του κειμένου για τίς τέχνες πού παραθέσαμε, δια­πιστώνει ότι ο Νώε  «εφύτευσεν αμπελώνα και έπιεν εκ του οίνου και εμεθύσθη. (Έτσι) το της αθυμίας φάρμακον, το της υγείας ποιητικόν, επειδή εις αμετρίαν υπερ­έβη δια την άγνοιαν ου μόνον ουδέν ώφέλησεν, αλλά και έλυμήνατο αυτού τη καταστάσει».

  Και θέτοντας το κρίσιμο ερώτημα:  «Άλλ' ίσως είποι τις άν· και τίνος έ­νεκεν τοσούτων γέμον κακών φυτόν είς τον βίον εισηνέχθη;», και απαντά:  «Μη απλώς τα επιόντα φθέγγου, άνθρωπε. Ου γαρ το φυτόν κακόν, ούτε ο οίνος πονηρόν, άλλ' η παρά το δέον χρήσις... Όταν (λοιπόν) ίδης την του οίνου χρήσιν, επιλέγει, μη τω οίνω το πάν λογίσθηστι,  αλλά τη προαιρέσει τη διεφθαρμένη και προς την κακίαν αυτομολησάση.  Άλλως δε και εννόησον, που χρήσιμος γέγονεν ο οίνος και φρίξον, άν­θρωπε. Ή γαρ ύπόθεσις της σωτηρίας ημών... δια τού­του τελείται· ίσασιν οί μεμυημένοι» .

  Ο άγιος είναι κατηγορηματικός στη δήλωσή του πού θα είχε ασφαλώς και στις μέρες μας πολλές εφαρμογές— ότι η αμπελουργική τέχνη και το παραγό­μενο από αυτή αγαθό, είναι πράγματα καλά και ότι ό κίνδυνος να δημιουργηθεί από τη χρήση τους κακό δεν προέρχεται από αυτά, αλλά από την ελεύθερη προαίρε­ση του ανθρώπου.

Την κοινή και θεμελιώδη αυτή θέση των πατέρων εκφράζει με την ίδια κατηγορηματικότητα και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός:  «Μη κάκιζε την ύλην· ου γαρ άτιμος. Ουδέν γαρ άτιμον, ο παρά Θεού γεγένηται. Των Μανιχαίων τούτο το φρόνημα.  Μόνον δε άτιμον, ο μη την αιτίαν έσχεν εκ Θεού, άλλ' ημέτερον εστίν εύρημα, τη εκ του κατά φύσιν είς το παρά φύσιν αυτεξουσίω εκκλίσει τε και ροπή του θελήματος, τουτέστιν η αμαρτία».

   Αλλά ο ιερός Χρυσόστομος προχωρεί στο παρα­πάνω κείμενο του βαθύτερα.  Ο οίνος, που «ελυμήνατο του Νώε τη καταστάσει», δεν είναι μόνο «αθυμίας φάρμακον» και «υγείας ποιητικόν», είναι πολύ περισσότερο εκείνος δια του οποίου τελείται «η υπόθεσις της σωτηρίας ημών», η θεία Ευχαριστία.

Δεν είναι άσχετο προς το θέμα μας να υπογραμμίσουμε ότι με βάση τη μεγαλειώδη αυτή πατερική αρχή, ότι δηλαδή ο κόσμος αποτελεί μέσο ένωσής μας με το Θεό, δομήθηκε η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας.  Στο Αγιασματάριο βρίσκουμε ακολουθίες για τη σπο­ρά, τον τρυγητό, το ξεκίνημα μιας δουλειάς, για όλες τις χαρές και τις λύπες του ανθρώπινου βίου.  Όλες οι λειτουργίες της ζωής προσλαμβάνονται από την Εκ­κλησία και αγιαζόμενες λειτουργούν ορθά: βοηθούν τον ανθρώπινο βίο, ... ξεπερνούν τα όρια του συγκεκριμένου χώρου και χρόνου και μυούν τον άνθρωπο στο άπειρο, δηλαδή υψώνονται σε μυστήρια.

Θα έπρεπε να επιμείνουμε αναλυτικά και δια μα­κρών στη μελέτη της ορθής και πλήρους αυτής χρή­σης των δερματίνων χιτώνων. Άλλα κάτι τέτοιο θα ωδηγούσε την έρευνα τούτη μακριά από το συγκεκρι­μένο θέμα της. Θα περιοριστούμε να αναφέρουμε εδώ, πώς στην πατερική  προοπτική η ορθή χρήση προσδιορίζεται βασικά από την αρχή του μέτρου.  «Το μείζον της χρείας περιττόν της χρείας εστί καί άχρηστον· υπόδεισαι υπόδημα του ποδός μείζον· εμπο­δίζει γαρ σοι προς το βάδισμα», γράφει ο ιερός Χρυσό­στομος.  Η πλήρης εξ άλλου ανάπτυξη των δερματίνων χιτώνων γίνεται με την ύψωσή τους σε πνευματικές αισθήσεις, δηλαδή με τη μεταμόρφωση τους σε λειτουργίες του σώματος του Χριστού.

   Τα θέ­ματα «πνευματικές αισθήσεις» και «ενοίκησις Χριστού», παραθεωρημένα από τη σύγχρονη θεολογία, αποτελούν ωστόσο κεντρικούς άξονες της πατερικής διδασκαλίας. Από τον Ωριγένη, τους Καππαδόκες και τον Μακάριο τον Αιγύπτιο, περνούν αναπτυσσόμενα στους Μάξιμο Όμολογητή, Ιωάννη Δαμασκηνό, Συμεών το νέο Θεο­λόγο, Γρηγόριο Παλαμά, Νικόλαο Καβάσιλα και φθά­νουν ως το Νικόδημο Αγιορείτη.  

 Σύμφωνα με τη δι­δασκαλία αυτή o Χριστός ενοικώντας στον άνθρωπο ενώνει με τις αισθήσεις και λειτουργίες του δικού του σώματος τις ποικίλες ψυχοσωματικές αισθήσεις και λειτουργίες του ανθρώπου, κι έτσι οι τελευταίες γίνον­ται αισθήσεις και λειτουργίες του αναστημένου σώματος του Χρiστο;y, δηλαδή πνευματικές και αθάνα­τες. Γι’ αυτό ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, πού τόσο πολύ μιλάει για το μεταπτωτικό ένδυμα των δερματί­νων χιτώνων, καταλήγει, μέσα στην καινούργια πραγ­ματικότητα πού δημιουργεί ό Χριστός, να πή ότι Αυ­τός τελικά γίνεται και αποτελεί το καινό ένδυμα του ανθρώπου: «Ίησούν δε λέγει είναι το ένδυμα».

Comments