Ορθόδοξος Φιλοσοφία: 4.Ο κόσμος ως θεία δημιουργία

αναρτήθηκε στις 27 Ιουλ 2014, 12:31 μ.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων

Ορθόδοξος Φιλοσοφία της Αποκαλύψεως

Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ

4.  Ο  ΚΟΣΜΟΣ ΩΣ ΘΕΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

Η αφήγηση της αρχής του κόσμου, όπως έχει αποτυπωθεί στο Βιβλίο της Γένεσης (1ο Κεφάλαιο), οφείλει να αναγνωσθεί ως «η πρώτη Πράξη του Θεού» δια της οποίας προήχθη  «εις το Είναι» σύνολη η  κτιστή δημιουργία. Πρόκειται για τη γραπτή μαρτυρία της ενάρξεως της Θείας Οικονομίας, η οποία εδόθη ως γνώση στον άνθρωπο «δι’ αποκαλύψεως».

  Τι σημαίνει όμως αυτή η έκφραση; (δι' αποκαλύψεως). Έχομε συνηθίσει να ομιλούμε για αποκάλυψη και να εννοούμε κάτι που έρχεται απλώς «έξωθεν» στον άνθρωπο, εντελώς άσχετο με τη δομή του πνεύματός του.  Αυτό, όμως, είναι λάθος γιατί ο άνθρωπος μετέχει ενεργά του γεγονότος της θεο-κοσμογνωσίας, αφού λ. χ. έχει κατασκευάσει μια γλώσσα στην οποία εκφράζεται και μέσω της οποίας έχει ήδη απεικονίσει τον κόσμο, δίδοντάς του ορισμένη ερμηνεία.  Ετσι μπορούμε να ονομάσουμε το γεγονός Αποκάλυψη ως  θεανθρώπινο , οπότε χρειάζεται να ξεπερνάμε τους ανθρωπομορφισμούς ή τους κοινωνιομορφιοσμούς της γλώσσας, νοούντες «θεοπρεπώς» τα λεγόμενα ( κατά τη συμβουλή των Αγίων Πατέρων μας ).

     Εν προκειμένω (στην περίπτωση δηλ. της μωσαϊκής αφηγήσεως για την αρχή του κόσμου), ό,τι εδόθη ως γνώση (=φανέρωση αυτού που είναι ήδη καλυμμένο)  αναφέρεται σε εκείνο στο οποίο «φυσικώς» θα έπρεπε να έχει αναχθεί ο άνθρωπος, εάν δεν είχαν σκοτισθεί τα  πνευματικά του αισθητήρια, με την απώλεια της θείας Χάριτος ( απώλεια γνώσης ).

      Για να είμαστε περισσότερο σαφείς :  ο Θεός φανέρωσε στο Μωυσή (εν παραβολαίς και συμβόλοις) μια αλήθεια, την οποία το πνεύμα των συγχρόνων του αδυνατούσε να δει, στην κατάσταση σκοτασμού του νου και απολυτοποιήσεως των κτισμάτων. Ότι φανέρωσε ο θεός δεν είναι ακριβώς κοσμολογία, με την επιστημονική σημασία του όρου, ούτε μπορεί να αντιπαραβληθεί με οποιαδήποτε επιστημονική γνώση/θεωρία για το σύμπαν και τη σύστασή του (θεωρία είτε παλαιότερη, είτε σύγχρονη). Είναι κατά ακρίβειαν εξιστόρηση του κόσμου ως θεϊκού έργου (ως κτίσεως).

      Η αφήγηση της δημιουργίας υπονοεί ήδη τον τεχνίτη και το τεχνούργημα, εξ’ ού και η εικονική φύση της (από τις πραγματικότητες της κοινωνικής ζωής: ο κατασκευαστής που παράγει κάτι εργαζόμενος). Η βίβλος μάλιστα υπογραμμίζει πως ο Θεός «εργάζεται» αδιάκοπα ( όχι μόνον παράγοντας τα σύμπαντα αλλά και συντηρώντας τα-ανακαινίζοντάς τα ) , όπως το επισημαίνει και ο ίδιος ο Λόγος κατά την «εν σαρκί επιδημία του» προς εμάς:

      «ο Πατήρ μου έως άρτι εργάζεται, καγώ εργάζομαι».

      Η Δημιουργία άρχισε να υφίσταται με το πρόσταγμα του «εν Τριάδι» θεού, εκ μη προϋπαρχούσης ύλης.  Αυτή Κατάγεται «εκ του μηδενός» ( έννοια ασύλληπτη για την ανθρώπινη σκέψη ) και δεν είναι αιώνια , όπως πρέσβευαν πολλοί φιλόσοφοι της αρχαιότητος. Τούτο μάλιστα έρχεται να το επιβεβαιώσει και η σύγχρονη επιστήμη, ιδιαίτερα μετά από τις αστρονομικές κατακτήσεις του 20ου αιώνος.  Κόσμος, χώρος και χρόνος δεν μπορούν να νοηθούν ο ένας ανεξάρτητος από τον άλλο. Οι άνθρωποι , καθώς βιώνουμε τη χρονικότητα,  αναλογιζόμαστε τι να είναι άραγε η αιωνιότητα.  Αλλά, ζώντας μέσα στη ροή του χρόνου και τοποθετημένοι σε κάποιο σημείο του χώρου, ως πεπερασμένα όντα, αδυνατουμε να έχουμε μια παράσταση της αιωνιότητος , η οποία προφανώς είναι κάτι το ποιοτικώς «διάφορον» εν σχέσει με την κτιστότητα του χωροχρόνου, της οποίας διαθέτουμε κάποια εικόνα.

       Γι’ αυτό και οι Θείοι Πατέρες, ερμηνεύοντας τη βιβλική ορολογία μας λένε πως πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ ακτίστου και ανάρχου Δημιουργού-Θεού και κτιστής Φύσης, η οποία «ετέθη σε λειτουργία» μαζί με το χρόνο, παραχθείσα «εκ του μηδενός» μέσω του προστάγματος: γενηθήτω. Αυτό το γεννηθήτω της Θείας Οικονομίας  υπονοεί συνάμα, πως τίποτε απ’ όσα υπάρχουν στον κόσμο (είτε αισθητά, είτε νοητά) δεν μπορεί να λατρευτεί ως είδωλο.  Όλα αυτά είναι σχετικά και όχι απόλυτα. Και τούτο ισχύει για κάθε μορφής ειδωλολατρεία , είτε παλαιότερη είτε σύγχρονη, που θέλει να προσδώσει ιερό χαρακτήρα σε κάποιο «στοιχείο» του κόσμου.

   Ο Θεός φανερώνεται στον άνθρωπο για να του πει πως Μόνος Αυτός οφείλει να προσκυνείται: «Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνω λατρεύσεις» (Έξοδος).   Αυτή είναι η συνεπής προέκταση του «Εγώ ειμί ο Ων» (ο μόνος υπάρχων πραγματικά, που συνιστά και το πρώτο βιβλικό όνομα του Πατρός της Καινής Διαθήκης), που στο επίπεδο του δημιουργημένου κόσμου ερμηνεύεται «ού ποιήσεις σεαυτώ είδωλον». Ως Δόγμα Πίστεως εξάλλου αυτό ομολογείται στο πρώτο άρθρο του Συμβόλου: «Πιστεύω εις έναν Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, Ποιητήν ουρανού και γης…» .                        

Β.

     Οι Άγιοι Πατέρες συνάπτοντας τους βιβλικούς όρους με την φιλοσοφική και επιστημονική σκέψη  των Ελλήνων, ερμήνευσαν συγχρόνως την πρώτη πράξη της Θείας Οικονομίας, « ενσωματώνοντας » τις κοσμολογικές γνώσεις, που τους παρείχε η ελληνική φιλοσοφία (ως έρευνα των πρώτων αρχών – κοσμολογία)  στο πλαίσιο του ενθέου λόγου.  Το έργο αυτό κατ’ εξοχήν επιτέλεσε ο Μ. Βασίλειος, αποτυπώνοντας τις σκέψεις του στις Θ’ ομιλίες στην «Εξαήμερο».

     Ο πυρήνας της αποκαλυφθείσης αληθείας, όπως διακρίνουμε στα κείμενα των ομιλιών του, παραμένει η ίδια η Μωσαϊκή αφήγηση, είναι δε το έργο της σύνθεσης (νόμιμη καθ’ όλα διαδικασία, ως πατερική αρχή της πρόσληψης του πολιτισμικού περιβάλλοντος και μεταμόρφωσής του «εν Θεώ»), που « αυξάνει » τους θεοπαράδοτους λόγους και τους αποθησαυρίζει στην εκκλησία.

     Πράγματι, οι θεοπαράδοτοι λόγοι της Γενέσεως μας παρουσιάζουν ένα σύμπαν απαλλαγμένο από ειδωλικές προβολές ( ή δαιμονικές δυνάμεις ) , ολοκαίνουργιο καλλιτέχνημα «ενώπιον» του Δημιουργού του, ο οποίος μάλιστα αφού ολοκληρώνει   το έργο του,  κατόπιν το επιθεωρεί, βρίσκοντάς το «καλό λίαν». Πρώτη και βασική αλήθεια της Γενέσεως είναι συνεπώς η κτιστότητα του κόσμου, η οποία μάλιστα επέτρεψε στους Αγίους Πατέρες να εξάγουν όλα τα αναγκαία συμπεράσματα του τρόπου ύπαρξης όλων των όντων. Ετσι το έργο των Πατέρων αποτελεί «πρέκταση» της Βίβλου – θεόπνευστη ερμηνεία της.

 Πως κατόρθωσε λ.χ. ο Μ. Βασίλειος να διατρανώσει «την φύση των όντων» και να μας δώσει μια τόσο διευρυμένη ερμηνεία της Γένεσης, που μπορεί να χρησιμεύσει ως πρότυπο στην εκκλησία και ως «κανών πίστεως»;  Η ορθόδοξος Θεολογία παραδέχεται πως αυτό το κατόρθωμα είναι έργο της  «εν της εκκλησία» ερμηνείας της Αγίας Γραφής  και με το ίδιο το φώς του Λόγου που «εποίησε τα όντα».  «Η κοσμολογία» γράφει ο Clement Olivier (σημειώσεις ορθόδοξής κοσμολογίας). «Είναι μια γνώση, που μας δόθηκε εν Χριστώ δια του Αγίου Πνεύματος και μέσα από τα μυστήρια της εκκλησίας».

      Ο κόσμος παρήχθη «εις το είναι» με το πρόσταγμα του θεού – Λόγου. «εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα».  Συνέπεια του γεγονότος αυτού μπορεί να θεωρηθεί η λογικότητα η οποία διέπει το Σύμπαν, η αρμονία και η τάξη στην οποία έχουν όλα τη σημασία τους  - το λόγο τους. Τίποτε το παράλογο ή το ά – λογο δεν υπάρχει στη δημιουργία, ( εκτός βέβαια από όσα ο άνθρωπος έχει παραγάγει , μέσα στην αποστασία του, ως συνέπειες της αμαρτίας ).

    Η σειρά και η  τάξη της δημιουργίας διαφαίνονται ακόμη και από τη διαδοχή των ενεργειών του θεού, ο οποίος παράγει ΤΟ ΠΑΝ  ( από τα απλούστερα μέχρι τα συνθετότερα ) κατά τρόπο ανεπανάληπτο, ώστε και αυτή ακόμη η σύγχρονος επιστήμη της βιολογίας θέλοντας να συνοψίσει την εξέλιξη των όντων, επιβεβαιώνει τους λόγους της Γραφής, στη διαχρονική τους δύναμη.

   Όπως γράφει ο Άγιος Μάξιμος  ο ομολογητής (περί διαφόρων αποριών, Ρ.G.91 1360ΑΒ)  «Το μυστήριο της σαρκώσεως  του Λόγου συγκεφαλαιώνει όλο το νόημα των νοητών και αισθητών κτισμάτων. Όποιος γνωρίζει το μυστήριο του Σταυρού και του Τάφου γνωρίζει το λόγο των πραγμάτων. Όποιος μυηθεί στο κρυμμένο νόημα της Αναστάσεως, γνωρίζει το σκοπό για τον οποίο ο Θεός από την πρώτη αρχή δημιούργησε τα πάντα».                                    

Γ.

    Δημιουργία στην εβραϊκή γλώσσα σημαίνει ακριβώς tsemach = σπέρμα: είναι αυτό που προσφέρεται προς ανάπτυξη και τελείωση. Το ότι αυτή η τελείωση δεν επετεύχθη, τούτο οφείλεται στην ελεύθερη επιλογή του πρώτου ανθρώπου (του Ιερέα και Βασιλιά της κτίσεως), να φθάση με το δικό του τρόπο στη Θέωση: «έσεσθε ως Θεοί» (είναι το αμάρτημα που επαναλαμβάνεται ανά τους αιώνες, με τη μία ή την άλλη μορφή).  Αυτό το αμάρτημα είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την απώλεια της θεϊκής χάριτος, η οποία γέμιζε τα πάντα στην αρχή της δημιουργίας και μέσα σ’ αυτήν εκινείτο και ο πρώτος άνθρωπος. – Αδάμ.  Πρόκειται για το κοσμοϊστορικό γεγονός της Πτώσης (όπως χαρακτηρίζεται στην βιβλικό/πατερική γλώσσα),  της «έκπτωσης» δηλαδή από μια Ανώτερη Κατάσταση σε μια Κατώτερη, εντός της οποίας κινείται πλέον ο Ιστορικός άνθρωπος

  Ακριβώς δε επειδή η επιστήμη και η φιλοσοφία του πεπτωκότος ανθρώπου είναι «φυλακισμένη» στις συνθήκες που δημιούργησε η πτώση» (Clement Olivier Η  ΘΕΛΟΛΟΓΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ )  αδυνατεί να αναχθεί (με τις μεθόδους που διαθέτει) και να συλλάβει την αρχική κατάσταση της Δημιουργίας. Οι σοφοί των Ελλήνων κατά τον Μ. Βασίλειο (Ά ομιλία εις το εξαήμερον) αστόχησαν σ’ αυτό το σημείο (να συλλάβουν δηλ. το γεγονός της αρχής της Δημιουργίας), γιατί ενώ είχαν τόσες γνώσεις για τον κόσμο, εν τούτοις δεν κατάφεραν το του Μωυσέως (να πουν δηλαδή «εν αρχή εποίησεν ο Θεός») διότι αυτός ο εκλεκτός του Θεού και φίλος, σε σχέση με αυτούς, είχε πρώτα καθαρίσει τα μάτια της διάνοιας του με τη διαρκή προσπάθεια να ανυψωθεί πάνω από την ύλη και την «βαρύτητα» της (να προχωρήσει στην άσκηση, όπως θα έλεγαν οι νηπτικοί πατέρες της εκκλησίας). 

  Στο σημείο αυτό μάλιστα της «αρχής» «σκοντάφτουν» και όλοι εκείνοι οι σοφοί της εποχής μας (φυσικοί, Αστρονόμοι, βιολόγοι, γεωλόγοι κ.α.) που επιχειρούν να εξιχνιάσουν την προέλευση του κόσμου και του ανθρώπου με την περιορισμένη δύναμη του ανθρώπινου νου,  αρνούμενοι αρκετοί εξ αυτών δε πεισματικά, πως υπάρχει και μια «εν Θεώ» όραση της δημιουργίας. Ως εκ τούτου χαρακτηρίζουν τη Βίβλο ως έργο απλώς του ανθρώπινου πνεύματος, (στην προσπάθεια του να εξηγήσει τα Πρώτα Ερωτήματα), ως επανάληψη κάποιας αρχαϊκής θρησκευτικής  μυθολογίας.  

  Αξίζει εν τούτοις να σχολιάσουμε τις προσπάθειες των σύγχρονων σοφών και γνωστικών αν θέλουμε να εμβαθύνουμε  στο πράγματι εκπληκτικό εγχείρημά τους να ανακαλύψουν το μυστικό της λειτουργίας του Σύμπαντος και της ζωής μέσα σ’ αυτό (βλ. εντελώς πρόσφατα την θεωρία των Πάντων). Διότι αυτή καθ’ αυτή η προσπάθεια υπονοεί σαφώς πως υπάρχει μέσα στην ίδια την έρευνα κάτι το έμφυτο, το οποίο είναι «δεδομένο» στη φύση του ανθρώπου: είναι η «απορία» με τη φιλοσοφική (ή την κοινή της) έννοια που κινεί το έλλογο όν, προς κατανόηση και ερμηνεία του κόσμου που τον περιβάλλει. 

 Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα απάντηση, όσον αφορά στο χαρακτήρα της σύγχρονης επιστήμης και σύμφωνα με τον Sherrard ο κάθε επιστήμων «θα δει» μόνο εκείνο που έχει προεπιλέξει να δει. Ετσι είναι αναπόφευκτη η Μηχανιστική ερμηνεία της Φυσικής πραγματικότητος, αφού  όταν εργάζεται κανείς με ποσότητες (αποκλείοντας κάθε άλλη προσέγγιση ως « ποιητική » ),  κρίνει και αναλύει τα δεδομένα του με το " λογικό νου" ( όπως λέει χαρακτηριστικά ο SHERRARD ) τα ταξινομεί και κατασκευάζει τις θεωρίες του.  Δεν πρόκειται για " Αντικειμενική" εικόνα της λειτουργίας της φύσης, διότι ο ίδιος ερευνητής ,εάν είχε μια άλλη  "εννοιολογική " αφετηρία , θα οδηγείτο σε διαφορετικά συμπεράσματα.

 Εδώ ο Sherrard επισημαίνει ( και αυτό είναι το συμπέρασμα των αναλύσεών του) πως στο φως της παραδοσιακής σοφίας ( ως ανώτερης μορφής γνώσης ), ο κόσμος συλλαμβάνεται τελείως διαφορετικά, αφού προσεγγίζεται θα λέγαμε με άλλο "εργαλείο ".  Και πράγματι εάν ο κόσμος είναι έργο του θεού, μόνον " εν Αυτώ " μπορεί να γίνει γνωστός και δια μέσου της Σοφίας την οποία παρέχει, σε εκείνους που Τον εμπιστεύονται.  Η ειδωλοποίηση της επιστήμης είναι γνώρισμα των νεοτέρων χρόνων, στην προσπάθεια του Δυτικού νου να αποσυνδέσει τη γνώση από τη θρησκεία, την οποία αρκετά συχνά θέλησε να ρίξει στα «άχρηστα» της ιστορίας .

 Γνώση και πίστη, όμως, στην παράδοση των πατέρων της εκκλησίας συνυπάρχουν, αφού η πίστη οδηγεί στη γνώση και το αντίστροφο. Γι΄αυτό και ο αληθινά πιστός δεν έχει να φοβηθεί τίποτα από την επιστημονική γνώση, όταν αυτή περιορίζεται στα πλαίσια του αισθητού κόσμου. Τον ανησυχεί όμως (για τις συνέπειές της) εκείνη η απόπειρα που ιδεολογικοποιεί  την επιστήμη, θέτοντάς την στην υπηρεσία της  άρνησης της εν Θεώ αποκαλύψεως, κάτι άλλωστε που βλέπουμε να γίνεται με πολλαπλές αφορμές από άλλα πεδία της ζωής ( λ.χ. Τέχνη, Ηθική κ.ο.κ. )

   Η παραδοσιακή σοφία ωστόσο μπορεί να βοηθήσει τους θιασώτες της επιστήμης στην  πνευματική τους « θέα ». Να τους κάνει δηλαδή  να εκτιμήσουν πως οι θεόσοφοι Πατέρες της εκκλησίας στα όρια της ένωσής τους με τον Θεό (με την χρήση της «μεθόδου» της πίστεως, προσευχή, θεία φώτιση κλπ) «δέχονται την τέλεια γνώση των κτισμάτων, βλέπουν τον κόσμο «εν τω Θεώ», διαπερασμένον από τις Ενέργειές Του, να αποτελεί μία «ολότητα», που βρίσκεται στα χέρια του Θεού» (Vladimir Lossky, Η μυστική θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας).   Αυτή η πνευματική άνοδος είναι που επέτρεψε στους Πατέρες να διερμηνεύσουν τον «νου» των Γραφών (Αγιοπνευματικώς – Φωτιστικώς) και να ξεπεράσουν τις «σωματικές εκφράσεις» (Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός) της Βίβλου, καθιερώνοντας κάποτε μια νέα ορολογία, πλήρη νοήματος και προσιτή στο πεπαιδευμένο ακροατήριο τους.

  Είναι αλήθεια, πως η «λιτή» κοσμολογία της Γραφής «περιορίζεται» στις πρώτες σελίδες της Γενέσεως, με μια πυκνότητα νοημάτων. Διαποτίζει όμως, ολόκληρη τη Βίβλο , από την αρχή ως το τέλος.  Στο βιβλίο της αποκαλύψεως λ.χ. ο Θεός φαίνεται να εγκαινιάζει «καινήν γην και καινούς ουρανούς». Αυτό αποδεικνύει πως η  Δημιουργία ( ως δόμηση της κτίσης - εξαήμερος), όχι μόνον συνιστά απαρχή των Ενεργειών του Θεού «προς» τον κόσμο, αλλά και χωρίς αυτήν ( και την επακολουθήσασα πτώση του ανθρώπου )  είναι αδύνατον να ερμηνευθούν τα λόγια και οι πράξεις του θεού στη Βίβλο, ως ουσιώδεις πλευρές της οικονομίας του Θεού – Πατρός (ο οποίος «δη’  Υιού» και εν «Αγίω Πνεύματι» ποιεί και ανακαινίζει τα πάντα). Είναι αδύνατον να κατανοηθεί η Εκλογή ενός λαού, η Απολύτρωση και η Πορεία προς την τελείωση. 

  Είναι το Πνεύμα, λοιπόν που μαρτυρεί  πως : «εν αρχή» εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην», μέσω των συμβολικών εικόνων της ανθρώπινης γλώσσας (και κατά προέκταση της Εβραϊκής νοοτροπίας, εν προκειμένω).  Άλλωστε δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά: η αποκάλυψη μόνο « ανθρωποποιημένη » μπορεί να μας δοθεί, στο μέτρο της δικής μας αντίληψης για τον κόσμο (εξ ου και η ομοιότης της εξαημέρου με πολλές αρχαίες κοσμογονίες ), και όπως την εκφράζει η συμβατική γλώσσα . «Ουρανός και γη»  είναι τα όρια της κτίσης τα «άκρα» της δημιουργίας.  Έτσι όλη η «κοσμολογία» της Βίβλου οφείλει να νοηθεί θεοπρεπώς αφού αφαιρεθεί το κάλυμμα των περιορισμών της γλώσσας (ο N. Berdiueff στο έργο του ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ έχει επιχειρήσει εμβριθή ανάλυση στον τρόπο με τον οποίο μας είχε δοθεί η Αποκάλυψη).

   Οι Άγιοι Πατέρες ερμηνεύοντας τη Γραφή και το γλωσσικό της περίβλημα την έφεραν σε επαφή με το οικοδόμημα (των γνώσεων) των Ελλήνων σοφών, το οποίο ορθώς δεν κατεδάφισαν. Αυτό οφείλεται στο ότι είδαν στους Έλληνες μια προσπάθεια να ερμηνεύσουν τον κόσμο (συχνά λέγοντας τα αντίθετα και αναιρώντας ο ένας σοφός τον άλλο), η οποία προσπάθεια θα έπρεπε να ολοκληρωθεί "εντός" του Ενθέου λόγου. Και είναι αυτό ακριβώς που επιχειρούν να κάνουν: Να συλλέξουν δηλαδή όλα τα «θραύσματα αληθείας» και να τα ενσωματώσουν (ως γνώση) μέσα στο χώρο της πίστεως ως ενιαία θεώρηση της κοσμικής πραγματικότητας, ευρισκόμενης στα χέρια του Θεού.   Αν διαβάσουμε προσεκτικά τα κείμενα των ομιλιών του Μ. Βασιλείου, θα διαπιστώσουμε πως η «ΕΞΑΗΜΕΡΟΣ» έχει οικοδομηθεί με υλικά από την επιστημονική και φιλοσοφική παράδοση.

    Εάν ο Άγιος ετράνωσε «τη φύσιν των όντων» και «κατεκόσμησε τα ήθη των ανθρώπων», αυτό το έκανε αξιοποιώντας και τις γνώσεις που προσέλαβε (από σχολές της Αθήνας και της πατρίδας του, Καισαρείας), με ιδιαίτερη επιμέλεια.  Υπάρχουν λ.χ. εξαιρετικές λεπτομέρειες – περιγραφές της ζωής (από το φυτικό και το ζωικό βασίλειο) ενσωματωμένες μέσα στην Εξαήμερο και με στόχο την παιδαγωγία, αφού τα σχετικά παραδείγματα φανερώνουν πόση «αδίδακτη σοφία» έχει κατασπείρει ο Δημιουργός μέσα στην φύση. Προβάλλεται έτσι η Ενυπόστατη Σοφία, μέσω της οποίας έχει «δομηθεί» σύνολη η Δημιουργία.

 Η αφήγηση της Γενέσεως υποτυπώνει, κατά το Μ. Βασίλειο (και άλλους Πατέρες) και τα Θεία Δόγματα: στο τέλος της θ' ομιλίας του στην εξαήμερο, ο Άγιος δείχνει καθαρά (ερμηνεύοντας τις σχετικές εκφράσεις) ότι οι διατυπώσεις «ας κάνουμε τον άνθρωπο» «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση», υπονοούν την Τριαδικότητα του Θεού και την ομοουσιότητα του Λόγου προς τον Πατέρα.  Επίσης η διατύπωση: «και έκανε ο Θεός τον άνθρωπο» (με την αποφυγή του πληθυντικού), μπορεί να περιορίσει το νου να μην σκέφτεται πολυθεϊστικά, όπως έκαναν οι Έλ ληνες. «Ας χαίρεται λοιπόν», προτρέπει ο Άγιος «ο ευσεβής με τα δόγματα της αλήθειας και ο Κύριος ας δοξαστεί». 

   Σήμερα οφείλουμε να εκτιμήσουμε το γεγονός, ότι η Παλαιοδιαθηκική Αποκάλυψη, ερμηνευμένη από τους Πατέρες , συνετέλεσε στην αποειδωλοποίηση του κόσμου, "σπάζοντας" τον κύκλο των αιώνιων επιστροφών του, οι οποίες τον αναδείκνυαν θεό άναρχο και αιώνιο (και σ’ αυτό, μας πείθουν  οι γνώμες πολλών φιλοσόφων της αρχαιότητας, Ελλήνων, Ινδών, Κινέζων κ.λπ.) στη θέση του όντως Θεού (που έχει τις ιδιότητες, οι οποίες αποδίδονταν στην ύλη), ως πνευματικής Αρχής, που μόνη αυτή αξίζει να λατρεύεται.

   «ουκ ελάτρευσαν τη κτίσει οι θεόφρονες παρά του Κτίσαντα».

Comments