Πατερική Ανθολογία: Εκκλησία - Μυστήρια

αναρτήθηκε στις 15 Ιουλ 2014, 8:36 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ

ΟΜΑΔΑ   ΚΕΙΜΕΝΩΝ : ΧΡΙΣΤΟΣ – ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΗ

Πέντε πατερικά κείμενα για την Εκκλησία και τα Μυστήρια μαζί με βοηθητικά εισαγωγικά σχετικά κείμενα.

ΒΙΒΛΙΚΗ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ

  Ο λόγος  για την εκκλησία (η εκκλησιολογία) έχει λεχθεί πως δεν είναι υπόθεση εννοιολογικών αναλύσεων, τουτέστιν υπόθεση απλής περιγραφής ορισμένων γνωρισμάτων της, (όπως γίνεται λ.χ. σε ένα σχολικό μάθημα θεολογίας ή σε ένα «σεμινάριο»). Η επισήμανση αυτή πρέπει να μας κάνει προσεκτικούς στην προσέγγιση της «φύσης» ή της «ουσίας» της εκκλησίας ως του οργανισμού εκείνου, του οποίου οι ρίζες «βυθίζονται» στη θεία ζωή. Ισως να μην πρόκειται κάν για οργανισμό, με τη συνηθισμένη σημασία του όρου στις εγκόσμιες σχέσεις. Επομένως, η καλύτερη μέθοδος «περιγραφής» της εκκλησίας είναι κατά την ορθόδοξο Πατερική Παράδοση να αφήσουμε να μας μιλήσει γι’ Αυτήν η ιδια η ένθεος Αποκάλυψη, όπως έχει αποθησαυριστεί στους κόλπους Της.

Εμείς εκείνο που έχουμε να κάνουμε είναι να παρακαλούμε το θεό να μας διανοίξη «τον νουν των Γραφών», ώστε να ερμηνεύσουμε σωστά τον Αγιογραφικό λόγο. Διότι ισχύει εδώ το ίδιο ακριβώς, που ισχύει και και με το θεανδρικό πρόσωπο του Κυρίου, αφού ως γνωστόν, επιστράτευση της ίδιας βίβλου είχαν όλες οι αιρετικές απόπειρες ερμηνείας της υπόστασής Του, ως απεσταλμένου του θεού προς σωτηρίαν των ανθρώπων. Και αυτές οι ερμηνείες προφανώς υπήρξαν  αποτέλεσμα της «εκτός της εκκλησίας», «αφώτιστης» διανοητικής δράσης των πάσης φύσεως «γνωστικών».

  Προσεγγίζοντας συνεπώς την εκκλησία χρειάζεται να έχουμε την αίσθηση, πως  πρώτιστα προσεγγίζουμε το «μυστήριο των μυστηρίων», τη «σκηνή του θεού ανάμεσα στους ανθρώπους», την είσοδο της θείας ζωής μέσα στο ανθρώπινο, για την οποία το μόνο που μπορεί να πεί κανείς είναι : «έρχου και ίδε», δηλαδή «είσελθε σε μία άλλη πραγματικότητα». Αλλά για να ειπωθεί ενας τέτοιος λόγος υποθέτει βίωση της πραγματικότητος της εκκλησίας, η οποία προφανώς δεν είναι μία απλή «ιδέα» στο νου μας.

   Η «καρδιά της εκκλησίας» κρύβεται αρκετά συχνά από τα μάτια μας , διότι την σκεπάζουν οι διάφορες κοινωνιολογικές μορφές με τις οποίες εμφανίζεται στο Ιστορικό προσκήνιο. Ευρισκόμενοι μέσα σ’ αυτήν την κατάσταση ( της «κοινωνικής μας ύπαρξης» ), αρχίζουμε να στοχαζόμαστε για την σημασία των διαφόρων «χειρονομιών», των δραστηριοτήτων ή των συμβόλων, τα οποία αποτελούν μέρος της φανερώσεώς της στον κόσμο. Και, κρίνοντας την «θεσμική» παρουσία της εκκλησίας , αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε για την «αποτελεσματικότητά»  της στον ιστορικο-κοινωνικό κόσμο, ως «φορέα αλλαγής».

  Τα εύλογα ερωτήματα που γεννιώνται από την «αποτελεσματικότητα» της εκκλησίας ( αφού φαινομενικά δεν έκανε «καλύτερο» τον κόσμο ) , σε συνάφεια με το «κομμάτιασμα» του Σώματος του Χριστού σε αναρίθμητες ομολογίες και σέκτες, κατά τους νεότερους χρόνους, έφεραν την εκκλησιολογία στο προσκήνιο του θεολογικού ενδιαφέροντος , κυρίως τον 20ο αιώνα. Η ζήτηση μάλιστα της «αληθινής εκκλησίας» οδήγησε πολλούς  και σε  μεθόδους αναγωγής στις πρώτες «κοινότητες πίστεως», υπήρξε γόνιμος προβληματισμός, μελέτη της ιστορίας εξέλιξης , καθορισμός «εννοιολογικών πλαισίων» και φυσικά πολλοί σχετικοί διάλογοι , χρήσιμοι οπωσδήποτε  από την σκοπιά της «μερικής θέασης» εκάστου θεολόγου - ερευνητού του θέματος.

      Μετά από όλη αυτή την αναζήτηση, το βασικό ερώτημα της εκκλησιολογίας μπορεί να συνοψιστεί από ορθοδόξου πλευράς στην εξής πρόταση  : πως μπορούμε εμείς οι άνθρωποι να «εξαντλήσουμε» το μυστήριο, το οποίο είναι συνώνυμο του θεανθρώπινου μυστηρίου, όταν ζούμε έξω από την πραγματικότητά του ; και πότε ζεί κανείς την πραγματικότητα της εκκλησίας ;

   Εν τέλει, τι μαρτυρεί γι’ Αυτήν την πραγματικότητα  ο ίδιος ο Αγιογραφικός λόγος, ο οποίος για να ερμηνευθεί αυθεντικά προϋποθέτει ήδη την ζωή της εκκλησίας ; Πριν δώσουμε μια ορισμένη απάντηση, ας εξετάσουμε προσεκτικά τις βιβλικές αφηγήσεις, επικαλούμενοι τη φώτιση του θεού, για την ορθή κατανόηση των λεγομένων.

      Η Γένεση μας ομιλεί για τον κόσμο. ως έργο της παντοδυναμίας και πανσοφίας του θεού και μας τον παρουσιάζει ως «καλή λίαν» Δημιουργία. Στις τελευταίες σελίδες της Βίβλου, η  Αποκάλυψη του Ιωάννη  μιλώντας μας για μία νέα Δημιουργία , για «καινήν γην και καινούς ουρανούς», αναφέρεται στο «αρνίον το εσφαγμένον από καταβολής κόσμου». Ετσι η Αρχή κλείνει ήδη μέσα της το Τέλος. Τούτο σημαίνει ότι η Δημιουργία είναι μία «πράξη του θεού», που εμπεριέχει τη σύσταση της εκκλησίας, ως «κοινωνίας αγίων» ( Communio Sanctorum ).

 Πιο συγκεκριμένα ο θεός, αφού  έφτιαξε τον κόσμο και τον διακόσμησε ως «κατοικία», έφτιαξε έπειτα και έναν ιδιαίτερο χώρο την Εδέμ, όπου  τοποθέτησε το τελευταίο από τα δημιουργήματά του , τον άνθρωπο, ως «βασιλέα της κτίσεως». Η δημιουργία στην εβραϊκή γλώσσα ονομάζεται Tsemax- σπέρμα. Υπονοείται στην έκφραση αυτή ( ( κατά τους Αγίους Πατέρες ), πως κόσμος και άνθρωπος δεν βρίσκονταν σε μία οριστική και απαρτισμένη κατάσταση, αλλά σε μία κατάσταση δυνατότητος τελειώσεως. Και τη δυνατότητα αυτή ήταν «εντεταλμένος» να την πραγματώσει ο άνθρωπος, ως έλλογο ον και ως «μεταίχμιο» του υλικού και πνευματικού Σύμπαντος.

 Η κατοικία της Εδέμ συνιστά την πρωταρχική εκκλησία, αφου ο πρώτος άνθρωπος-Αδάμ βρίσκεται σε «κοινωνία» μετά του Δημιουργού του. Η θεία χάρις πληροί τα πάντα στην αρχή της Δημιουργίας , θεός-κόσμος και άνθρωπος ζουν σε αρμονία μεταξύ τους. Αυτή η κατάσταση ( που διακρίνεται για την παρουσία της χάριτος του θεού ), αποτελεί την Αρχέτυπη Εκκλησία, αφού όλη η  ιερά ιστορία δεν είναι τίποτε άλλο παρά   πορεία «προς» την Εδεμική μακαριότητα. Δεν μπορούμε να σκεφθούμε την Εκκλησία χωρίς την Εδέμ ούτε να ερμηνεύσουμε την ιστορική της παρουσία.        

    Αλλά το σχέδιο του Δημιουργού ( για συνειδητή πρόοδο προς το αγαθόν ) ανεκόπη από την ανταρσία των πρωτοπλάστων, ανταρσία που είχε και καταστροφικές κοσμικές συνέπειες. Ορισμένοι στοχασταί , που κινούνται στα όρια της ορθοδοξίας, βρίσκουν δυσαναλογία μεταξύ της Αδαμικής παραβάσεως και του κακού , που επικρατεί στον κόσμο.

Βεβαίως ενώπιον του μεγέθους της κοινωνικής δυστυχίας , αλλά και ενώπιον της αδυναμίας του ανθρώπου μπροστά στα ανυπότακτα στοιχεία της φύσης δύσκολα μπορεί κανείς να εννοήσει την κατ’ αυτόν «απάθεια» του θεού.

     Και πράγματι ορθολογικά δεν μπορούμε να συλλάβουμε ούτε την πορεία των ιστορικο-κοινωνικών γεγονότων, ούτε τα πεπρωμένα των ανθρώπων στην εγκόσμια διαδρομή τους. Αγνοούμε τους τρόπους με τους οποίους ο θεός «κυβερνάει» την ιστορία και τα διάφορα γεγονότα  (και σε προσωπικό αλλά και σε οικουμενικό έπίπεδο ), Μόνο οι Αγιοι έχουν στα χέρια τους «τα κλειδιά» της ιστορίας και όσοι υπήρξαν αποδέκτες των θείων αποκαλύψεων. Αλλά και αυτοί μόνο ένα μέρος του θεϊκού σχεδίου μπορούν να εννοήσουν. Ετσι η αρχική κατάσταση της Δημιουργίας μας είναι και αυτή αποκεκαλυμμένη προφητικά και οφείλουμε να τη δεχόμαστε με ανεπιφύλακτη εμπιστοσύνη στα λόγια της  Γραφής.

    Ολόκληρη η Βίβλος συνιστά μία απέραντη θεολογία της ιστορίας,  ένα ανεπανάληπτο χρονικό των «πράξεων του θεού» που οδηγούν σε συγκεκριμένο σκοπό.  Ετσι, και αφού μεσολαβήσει η έξοδος από την Εδέμ ( γνωστή σε όλους μας ως «πτώση» ), εμφανίζεται ο Αβραμ - κεντρικό πρόσωπο της Παλαιάς Διαθήκης –ο οποίος γίνεται  « φορέας »  των επαγγελιών – υποσχέσεων του Ζώντος Θεού. Υποσχέσεων μιας «γης της επαγγελίας», που δεν είναι παρά τύπος της επουράνιας Ιερουσαλήμ, ( ο δρόμος προς την οποία άνοιξε με την ίδια την ενσάρκωση - σκήνωση του θεού εν μέσω του λαού του και την ίδρυση της ιστορικής  εκκλησίας του ).

 Ο Αβραμ, ζώντας εν μέσω ενός λαού πού προσκυνεί τα είδωλα, καλείται να εξέλθη  « εκ της γής και εκ της συγγενείας του » και να πορευθεί στη Γη που θα του υποδείξει ο Θεός

      Διαβάζουμε στη Γένεση  ( κεφ. 12, 1-3 ) :

      Ο Κύριος είπε στο Αβραμ : « φύγε από τη χώρα σου, από τους συγγενείς σου και από το σπίτι του πατέρα σου, και πήγαινε σε μια χώρα που εγώ θα σου δείξω. Θα κάνω από σένα ένα μεγάλο έθνος και θα σε ευλογήσω. Θα κάνω το όνομά σου ξακουστό και θα είσαι ευλογία για τους άλλους. Θα ευλογώ όποιον σε ευλογεί και θα καταριέμαι όποιον σε καταριέται. Με εσένα θα ευλογηθούν όλα τα έθνη της γης ». ( Αγ. Γραφή σε μτφρ. –  εκδ. Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας ).

     Ο Αβραμ ανταποκρίνεται στην κλήση του Θεού και η ενέργεια αυτή θα ονομαστεί Πιστότητα – Πίστη, που αποτελεί ως γνωστόν τον « άξονα » γύρω από τον οποίο περιστρέφεται όλη η Παλαιά Διαθήκη.  Θα γίνει κατ’ αυτόν τον τρόπο  η αρχή όλων των μετέπειτα ενεργειών του Θεού, « του Κυρίου του Σύμπαντος » , ο Οποίος κατευθύνει ουσιωδώς την Ιερή Ιστορία σε ένα σωτηριώδη σκοπό. Ο Αβραμ θα μετονομαστεί σε Αβραάμ και αυτή η αλλαγή θα είναι διαρκής μαρτυρία της Πιστότητός του, μαρτυρία επίσης της εκπλήρωσης της θεϊκής υπόσχεσης ότι θα γίνει πατέρας « πλήθους εθνών ».

     Η Βίβλος μας πληροφορεί παρακάτω, , πως « όταν ο Αβραμ ήταν εννενήντα εννέα ετών, του φανερώθηκε ο Κύριος και του είπε :  Εγώ είμαι ο Θεός Παντοκράτορας ( Ελ - Σαδδάι ). Να ζεις σύμφωνα με το θέλημά μου και να είσαι τέλειος. Θα συνάψω μαζί σου διαθήκη, και θα σου δώσω πολλούς απογόνους ».

     Ο Αβραμ έπεσε με το πρόσωπό του στη γη και ο θεός του είπε :  « αυτή είναι η διαθήκη που κάνω μαζί σου : θα γίνεις πατέρας ενός πλήθους εθνών. Δεν θα ονομάζεσαι πιά Αβραμ αλλά Αβραάμ γιατί θα σε κάνω πατέρα πλήθους εθνών…… Τη διαθήκη μου τη συνάπτω μαζί σου, αλλά θα ισχύει και για όλες τις γενιές των απογόνων -  διαθήκη αιώνια, ώστε να είμαι θεός δικός σου και των απογόνων σου. Σ’ εσένα και στους απογόνους σου θα δώσω τη χώρα όπου τώρα κατοικείς σαν ξένος, όλη τη χώρα τηςΧαναάν, για αιώνια ιδιοκτησία και  θα είμαι θεός τους ». ( Γεν. 17, 1-8 ).

     H έξοδος του Αβραμ προς μία καινούργια γη είναι ουσιαστικά απόσπαση από έναν γνώριμο και οικείο χώρο και πορεία προς το άγνωστο, το ελπιζόμενο, με μόνη «εγγύηση» τη θεϊκή πιστότητα.  Εδώ  εκφράζεται  ταυτόχρονα και η αρετή  του Αβραάμ - «γενάρχου πλήθους εθνών»- , η οποία φανερώνει την ανταπόκριση στις επαγγελίες του θεού, με την ελπίδα ενός μέλλοντος που μόνο Εκείνος γνωρίζει. Στην έξοδο συνεπώς του Αβραάμ υπάρχει ένα αγαθό το οποίο  του προσφέρεται σαν στόχος, στόχος «ορισμένος» από τον ίδιο το θεό.

         Η «γη της επαγγελίας», ωστόσο, είναι όπως θα λέγαμε σήμερα ένας «υλικός στόχος». Γι’ αυτό και δεν αποτελεί παρά «σκιά» των μελλόντων, των «ουρανίων αγαθών» τα οποία υποσχέθηκε ο Κύριος σε όσους τον ακολουθήσουν στην πορεία του για  μία Νέα Ιερουσαλήμ πλέον, την ουράνια Πόλη.

 Έτσι και η ζωή των πιστών του ( των χριστιανών ) θα είναι ουσιαστικά «οδός», πορεία προς το μέλλον , την έσχατη μακαριότητα- όπου και το Πλήρωμα όλων των αγαθών. Και προτύπωση της «προς τα άνω πορείας» είναι η πορεία του λαού του θεού προς μία καινούργια γη.

            Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε πως Άγιοι άνδρες της Παλαιάς Διαθήκης τη στιγμή που ο βίος τους «κυλούσε στο συνηθισμένο του ρυθμό» ( όπως θα λέγαμε σήμερα ) παίρνουν ένα θεϊκό μήνυμα, που τους οδηγεί σε άλλο δρόμο., τους κάνει λ.χ. προφήτες , τους στέλνει να κηρύξουν , όπως ο Ιωνάς, να ελέγξουν παραβάσεις ακόμη και να αποδώσουν δικαιοσύνη ή να κατευθύνουν το λαό σε ορισμένη πορεία. Οι Άγιοι αυτοί άνδρες συνιστούν την Εκκλησία της Παλαιάς Διαθήκης, όπως μας λένε οι θείοι Πατέρες,

     Και ο Απόστολος Παύλος λέει γι’ αυτούς τους Δίκαιους άνδρες , πως παρ’ όλο που ήσαν «μαρτυρηθέντες διά της πίστεως, ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν, του θεού περί ημών κρείττον τι προβλεψαμένου».

Ενώ ήσαν Δίκαιοι και ο θεός έκανε μέσω αυτών θαυμαστά σημεία, ένδειξη της πίστεώς τους, δεν είχαν το προνόμιο που έχομε εμείς , να είμαστε «μάρτυρες» της Καινής Διαθήκης, της «εν σαρκί» ελεύσεως του Υιού του θεού ανάμεσά μας και της εσαεί παραμονής του  στην ιστορία , δια του σώματός του – της εκκλησίας

Η Παλαιά Διαθήκη είναι μια πορεία πτώσεων και επανορθώσεων, ένα χρονικό – μικρογραφία της Παγκόσμιας Ιστορίας. Η  εκλογή του Ισραηλιτικού λαού στοχεύει στην «μαρτυρία» προς τα έθνη, ότι ο μόνος αληθινός θεός είναι ο «θεός του Αβραάμ του Ισαάκ και του Ιακώβ» , με την επίδειξη της δύναμής του και της άμεσης επέμβασής του στις δυσκολίες ( θεός των σωτηρίων ). Υπάρχει συνεπώς μια εκκλησία στην Π. Διαθήκη, με την έννοια της «σκηνής του θεού» ανάμεσα στο λαό του, εκκλησία – τύπος εκείνης που φανερώθηκε στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, την ημέρα της Πεντηκοστής.

Η σχέση του θεού με αυτή την εκκλησία παριστάνεται ως ερωτική σχέση. Το Ασμα Ασμάτων είναι  για τη Ραββινική παράδοση το βιβλίο που μιλάει συμβολικά για την Αγάπη του θεού  προς το λαό του , αγάπη υπέρτατα ερωτική. Ο Απ. Παύλος  θα θεωρήσει το γάμο ως  μυστήριο «εις Χριστόν και εις την εκκλησίαν», εκφράζοντας με τη σειρά του την αγάπη του θεού προς τον  νέο λαό , τον νέο Ισραήλ, τον οποίο περιποιήθηκε  «δια του ιδίου αίματος».

Ο Χριστός ήρθε πρώτα για να συγκεντρώσει τα «απωλωλότα πρόβατα οίκου Ισραήλ» : «εις τα ίδια ήλθεν και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον». Και τότε ήρθε η σειρά των εθνών να εισέλθουν στην εκκλησία για να γίνει «μία ποίμνη και εις ποιμήν» , την οποία θα ποιμάνη Εκείνος  «εν ράβδω σιδηρά».  Ετσι συνεχίζεται η «ζύμωση» της Ιεράς Ιστορίας» εντός του πλαισίου της Παγκοσμίου Ιστορίας κατά το σχέδιο  του Δημιουργού, εξ’ ου και ο Ιεραποστολικός χαρακτήρας της εκκλησίας, άμεσα συνδεδεμένος με τη φύση της.

     Αποτελεί σταθερή γραμμή της θεολογίας πως η αποδοχή του απολυτρωτικού έργου του Κυρίου, είναι αποδοχή ενός  έργου επανένωσης «των πριν διεστώτων». Η αλήθεια  αυτή  «διαγράφεται»  μέσα στην Καινή Διαθήκη, οι θεόπνευστοι συγγραφείς της οποίας εκφράζουν περιεκτικά μια  «θεολογία της απολυτρώσεως» : Εργο του Χριστού ήταν να «ανοίξη» πάλι την Εδέμ, οπότε κάθε φορά που τελείται η θεία ευχαριστία  ( η οποία μυστηριωδώς συνεχίζει την άπαξ προσφερθείσα σταυρική θυσία ) και μετέχομε σ’ αυτήν είναι σαν να στεκόμαστε στον παράδεισο.

     Στο σημείο ακριβώς του πόσο πραγματική ( και όχι συμβολική ) είναι η παρουσία του θεού  στα Τίμια Δώρα κρίνεται αποφασιστικά όλη η εκκλησιολογία των προτεσταντών, με την συναφή θεωρία τους περί «αοράτου εκκλησίας». Η σύναξη μάλιστα των πιστών «επι το αυτό» ξεπερνάει το χαρακτήρα μιας απλής συγκέντρωσης, συναισθηματικού χαρακτήρα ή μιας ακρόασης του θείου λόγου και διανοητικής αποδοχής του.

Είναι σύναξη η οποία κλιμακωτά ολοκληρούται στην πραγματική ένωση με το θεό, οπότε  η εν-τύπωση του θείου λόγου στις καρδιές και το νού αποτελεί προστάδιο της ουσιαστικής «εν σαρκί» κοινωνίας μετά του δημιουργού.

     Η «εν σαρκί» παρουσία οδήγησε κάποιους Πατέρες να εκφράσουν τη σκέψη, ότι ο Κύριος του Σύμπαντος, μέσα στην προαιώνια βουλή του  «έκτισε» τον άνθρωπο με την προοπτική να ενωθεί μαζί του ολοκληρωτικά, οπότε η ενσάρκωση θα γινόταν ακόμα και εάν δεν μεσολαβούσε η πτώση.

 Συνεπώς η ύπαρξη της εκκλησίας έχει ήδη «εγκαινιασθεί» στην Εδέμ με την προοπτική της Βασιλείας , τουτέστιν της αγαπητικής περιχωρήσεως του θεού μετά των δημιουργημάτων του, κάτι που προϋποθέτει  την ελεύθερη συγκατάθεση του ανθρώπου και την υπακοή στις εντολές του.

       Πως όμως «εκτυλίσσεται» το σχέδιο του θεού σε όλη του την έκταση ουδείς των ανθρώπων γνωρίζει. Ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του , αφού φτάσει  ( μέχρι του σημείου που του χορηγήθηκε από την χάρη του θεού )  να εξηγήσει την πώρωση του Ισραηλιτικού λαού, λέγοντας πως ο θεός «συνέκλεισε τους πάντας εις απείθειαν, ίνα τους πάντας ελεήσει». σταματάει την αφήγησή του και έκπληκτος αναφωνεί : «Ω,βάθος πλούτου και σοφίας του θεού ! Τις γαρ έγνω νουν Κυρίου ή τις σύμβουλος αυτού εγένετο» .

      Μας αρκεί, λοιπόν,  ως άνθρωποι να γνωρίζουμε  πως όλες οι ενέργειες του θεού (όπως τις εξιστορεί η Βίβλος ), είναι ενέργειες επανασυστάσεως της διακοπείσης στην Εδέμ κοινωνίας, με την είσοδο και φανέρωση της εκκλησίας στο χρόνο , ως προετοιμασίας για την ερχόμενη Βασιλεία.

   Αυτήν την ερχόμενη Βασιλεία ευλογούμε κάθε φορά που αρχίζει η θεία Λειτουργία. « Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» Γιατί αυτή η Βασιλεία ταυτίζεται με τον Τριαδικό Θεό που είναι η Απόλυτη Κοινωνία Αγάπης., η αιώνια εκκλησία –αρχέτυπο κάθε ιστορικής μορφής κοινωνίας.

     Kατά ταύτα η εκκλησία έχει ουράνια προέλευση,, αλλά «φυτεύτηκε» πάνω στη γη σαν Νέα Εδέμ. Ο Χριστός ενώνοντας το ουράνιο με το επίγειο πραγματοποίησε ( ως Νέος Αδάμ ) εκείνο που θα έπρεπε να είχε πραγματοποιήσει ο Πρώτος Αδάμ. ( απ΄Παύλος ). Ενωσε τη γη με τον ουρανό, «αιροντας» τις αμαρτίες του κόσμου,  και  άνοιξε πάλι την Εδέμ, καλώντας στη σωτηρία όλη την ανθρωπότητα.

     Η εκκλησία βρίσκεται «εδώ» για να μας ανεβάσει στους ουρανούς, στη Βασιλεία , που αν και έχει ήδη εγκαινιασθεί, είναι υπόθεση του μέλλοντος αιώνος , υπόθεση «ανακαιφαλαίωσης» των πάντων  «εν τω Χριστώ», στον Οποίο θα υποταχθούν τα πάντα (επίγεια ουράνια και καταχθόνια ). Στην παρούσα φάση , ο κόσμος έχει λυτρωθεί  «δυνάμει», αλλά αυτή η προσφερθείσα δωρεάν λύτρωση απαιτεί την «συνεργία» (όρος – κλειδί στην Πατερική θεολογία ) και του ανθρώπου, για να μεταβληθεί σε λύτρωση εν «ενεργεία».

     Ο χρόνος ανάμεσα στην Ενσάρκωση και την Παρουσία είναι χρόνος, όπου το κακό εξακολουθεί να «λειτουργεί» στον κόσμο, ο σίτος να συναυξάνεται μαζί με τα ζιζάνια, η δε εκκλησία να προετοιμάζει  «τέκνα της Βασιλείας». παρατείνοντας το Χριστό μέσα στην ιστορία.  Υπάρχει, συνεπώς, και μία Ιεραποστολική δραστηριότητα, η οποία είναι «σύμφυτη» με τη ζωή της εκκλησίας, δραστηριότητα που αποσκοπεί στο να μεταβάλει τον εκπεσόντα κόσμο και άνθρωπο σε «καινήν κτίσιν».

     Από την σκοπιά αυτή κάθε κήρυγμα είναι ουσιωδώς «κήρυγμα σωτηρίας», επέκταση του λόγου του θεού στο χρόνο, κλήση για μετάνοια ( «μετανοείτε , ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών» ) , σπορά η οποία βλαστάνει εάν πέσει σε «γη αγαθή», οπότε  αρχίζει  να καρποφορεί  για το μεγάλο θερισμό, όπου όλα τα καλά θα περάσουν στην αιωνιότητα. Και τότε «ο Κύριος του θερισμού», κατά τον αψευδή λόγο της Γραφής, θα δοκιμάσει τα πάντα  «εν τω πυρί» , εγκαινιάζοντας  «καινήν γην και καινούς ουρανούς», που είναι και το πέρασμα της εκκλησίας στην μετα-ιστορική της κατάσταση, όπως την αποτυπώνει  η Αποκάλυψη.

       Και αυτός που καθόταν στο θρόνο είπε : «να, όλα τα κάνω καινούργια». Και μου λέει : «Γράψε, γιατί τα λόγια μου είναι αληθινά και αξίζει κανείς να τα εμπιστευθεί». Και πρόσθεσε : «Εκπληρώθηκαν όλα΄ εγώ είμαι το Αλφα και το Ωμέγα, η αρχή και το τέλος΄ εγώ σ’όποιον διψάει θα δώσω δωρεάν να πιεί από το νερό που δίνει ζωή.  Αυτά θα τα κληρονομήσει ο νικητής΄ και εγώ θα είμαι θεός του και αυτός παιδί μου». ( Αποκάλυψη Ιωάννη,  21, 5-7 ).

 

Εκκλησία : το σώμα του Χριστού

   Από τη σύντομη αυτή εξιστόρηση καταλαβαίνει κανείς, ότι από τη Γένεση έως την Αποκάλυψη η βίβλος μας εκθέτει  το  δράμα του ανθρώπου, το οποίο «παίζεται» ανάμεσα στην Εδεμική  Πρωτο-εκκλησία αφ’ ενός και στην Πόλη του θεού –κατοικητήριο των Αγίων αφ’ ετέρου , όπου δεν υπάρχει πλέον νύχτα και ημέρα ( ιστορικός χρόνος ), ούτε πόνος , ούτε δάκρυα, αλλά αιώνια διαμονή μετά του θεού και «μεταμόρφωσις από δόξης εις δόξαν». 

    Η δράση του θεού , οι ενέργειές του «προς» τον κόσμο η αυτοαποκάλυψή του ως Αγάπη και η «κένωσή» του στο πρόσωπο του Λόγου , δεν είναι τίποτε άλλο παρά πράξεις του «ουράνιου Νυμφίου», ο οποίος θέλει να «παραστήσει εαυτώ ένδοξον  την εκκλησίαν, μη έχουσαν σπίλον ή ρυτίδα ή τι των τοιούτων, αλλ’ ινα ή αγία και άμωμος».

 Ετσι το θεανδρικό μυστήριο παραπέμπει στο μυστήριο της εκκλησίας και  στους γάμους της θεότητας με την ανθρωπότητα, οι οποίοι ήδη έχουν τελεσθεί στο πρόσωπο του Θεανθρώπου με την ένωση των δύο φύσεων «ατρέπτως, αναλλοιώτως, αχωρίστως, ασυγχύτως».

 Αν θέλουμε , λοιπόν , να μιλάμε για την εκκλησία κατά τρόπο αυθεντικό, οφείλουμε να έχουμε διαρκώς τυπωμένα μέσα στο νου μας τα λόγια της Αγιογραφικής Αποκάλυψης  και με «σημείο εκκίνησης»  το βιβλικό λόγο να προχωρούμε στην οποιαδήποτε «συστηματική  διαπραγμάτευση»  του θέματος, με την πεποίθηση ότι αυτή η εργασία μας αποτελεί με τη σειρά της απλώς ένα σχεδίασμα «υπηρετικό» της θεολογίας της εκκλησίας, τόσο χρήσιμης για τον σύγχρονη ποιμαντική δραστηριότητα.

Γιατί όταν αγνοούμεε  «την καρδιά της εκκλησίας» ή όταν έχομε  γι’ Αυτήν λανθασμένες πεποιθήσεις, ολισθαίνουμε όπως είναι φυσικό και στο «πρακτικό μέρος», με αποτέλεσμα μία μονομερή ( άρα αιρετική ) σύλληψη του υπέρτατου μυστηρίου, προς το οποίο οφείλει να  «δείχνει» σταθερά μια ορθόδοξος εκκλησιολογία.

Η ορθοδοξία δεν είναι, εν συνόψει, το αντίθετο απλώς της ετεροδοξίας, στο προκείμενο θέμα, είναι η φανέρωση της καθολικότητος της ζωής στο πρόσωπο του θεανθρώπου και του ιστορικού Σώματός του, η φανέρωση του σκοπού για τον οποίο από την αρχή κτίστηκαν τα πάντα.  

     «ίνα ζωήν έχωσι και  περισσόν έχωσι»

 Όταν ο Απ. Παύλος γράφει για «το μυστήριον το αποκεκρυμμένον από των αιώνων εν τώ θεώ», ( Εφεσ. 3, 9 ), δηλώνει σαφώς την προαιώνια ύπαρξη της εκκλησίας μέσα στη σοφία του θεού, τον μεταϊστορικό χαρακτήρα της.  «εξελεξάμην υμάς εν Αυτώ προ καταβολής κόσμου, εις το είναι υμάς Αγίους»      ( Εφεσ. 1,  4 ).

     Η εκκλησία έχει «εισβάλει» μέσα στην ανθρώπινη ιστορία και «εκβάλει» στην ουράνια Πόλη της Αποκαλύψεως, όπου τελειώνει και το κοσμικό δράμα μέσα από την τελική κρίση του θεού. Αυτή μάλιστα η κρίση των εσχάτων καιρών έχει «επιβληθεί» στο Δημιουργό λόγω της αποτυχίας του ανθρώπου να προοδεύσει  «εις το αγαθόν» με την αυτόβουλη προσπάθειά του. Η Εδεμική παράβαση είναι ήδη αστοχία ( αμαρτία ) στην ολοκλήρωση του ανθρωπίνου προορισμού, αλλά ο θεός δεν μπορεί να εκβιάσει την ελεύθερη βούληση, μοναδική περίπτωση «αδυναμίας» Του.

  Γιατί η τιμωρητική οργή  «κατά» του ανθρώπου μετά την εκδήλωση της «προτίμησής» του στην Εδέμ ; Σ’ αυτό το ερώτημα δεν θα μπορέσουμε ποτέ να απαντήσουμε ικανοποιητικά , εάν δεν το προσεγγίσουμε από τη σκοπιά της θείας Αγάπης. Στα πλαίσια αυτά, πως θα μπορούσε να μείνει απαθής ο θεός μέσα στον «μανικό ερωτά» του  για τον άνθρωπο, τη στιγμή που ο τελευταίος το «προδίδει» για να στραφεί σε μία Γνώση χωρίς αγάπη και σε έναν εωσφορικό και φίλαυτο σφετερισμό του θεϊκού Είναι ( «έσεσθε ως θεοί» ), όταν αυτό το Είναι δεν ανήκει στην τάξη της Δημιουργίας , αλλά «ανήκει» στην απειρία, την αφθαρσία, την αιωνιότητα – θεμέλιο παντός υπαρκτού ;

     Η αλαζονεία από αυτή τη σκοπιά είναι έλλειψη ακριβούς αυτογνωσίας. Γι’ αυτό και οι Πατέρες λένε πως η ταπείνωση , ως αρετή , είναι η εύρεση της πραγματικής μας θέσης στον κόσμο και  η γνώση πως είμαστε πεπερασμένα δημιουργήματα «χους από της γης» εμψυχωμένα  από τη θεία πνοή.

     Ο Θεός «οργίζεται» όταν παραβιάζεται η τάξη της δημιουργίας. Το θέλημά του ταυτίζεται με το ίδιο «το αγαθόν». Αρα η τιμωρητική του επέμβαση συνιστά εκδήλωση της φύσης Του, η οποία αντιτίθεται στη διασάλευση της ανθρωποκοσμικής αρμονίας, την οποία ο ίδιος έχει «αρχιτεκτονήσει». Ετσι ο «ζήλος» του για τον άνθρωπο είναι έκφραση ενδιαφέροντος για την πνευματική φύση του τελευταίου, η οποία υποβιβάζεται με την παραβίαση των «όρων ζωής», που έθεσε στον παράδεισο.

  Οταν αναφερόμαστε στα όσο μας λέει η Βίβλος,  πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν μας το συμβατικό χαρακτήρα της γλώσσας , πράγμα που θα μας κάνει να υψωνόμαστε , (όσο είναι εφικτό στην ανθρώπινη κατάστασή μας,) σε θεοπρεπή κατανόηση των λεγομένων. Και η αφήγηση της «πτώσης» περιγράφει πραγματικά γεγονότα της πρωτοϊστορίας, με εικόνες συμβολικές και παραβολικές.

Δεν υπάρχει επομένως απόλυτη αντιστοιχία  ανάμεσα στο θεϊκό και το ανθρώπινο, οπότε δεν μπορούμε  να δεχόμαστε τα περί «ερωτικού ζήλου» του θεού, στην ίδια μορφή που υπάρχει αυτός ο ζήλος στις ανθρώπινες σχέσεις.

     Αλλά και δεν υπάρχει άλλος τρόπος, με τον οποίο θα μπορούσαμε νε ερμηνεύσουμε την  «συμπεριφορά» του θεού , της οποίας έτσι έχομε μια «παράσταση», ενδεικτική των ενεργειών Του, ( στο μέτρο που μας έχει αποκαλυφθεί). Η  τιμωρητική διάθεση του θεού, κατά ταύτα , δεν αποτελεί «γνώρισμα της φύσης του», αλλά «αντίδραση» ενός «πληγωμένου εραστή», (δηλούμενη ανθρωπομορφικά).

     Και βέβαια εισπράττει η ανθρωπότης τιμωρίες, ( που έκαναν στο παρελθόν αιρετικούς να απορρίψουν το θεό της Παλαιάς Διαθήκης,  ως δημιουργό του κόσμου , για να οικοδομήσουν τις μυθοπλασίες τους ), όμως όλες οι σχετικές αναφορές της Βίβλου χρειάζεται να «φιλτραρισθούν»  μέσα από την Πατερική ερμηνευτική , για να πάρουν το δρόμο τους  σε μία ορθόδοξο εκκλησιολογική προοπτική.

    Η προοπτική αυτή μπορεί να  έλθει στην εποχή μας και ως «θεραπεία» της ειδικής ευαισθησίας πολλών , που κατέληξαν να γίνουν άθεοι έπειτα από κάποιο  «χτύπημα της μοίρας», το οποίο αδυνατούσε να εξηγήσει η περιορισμένη λογική τους.

    Οφείλουμε στη συνάφεια αυτή να επισημάνουμε και τις ακρότητες της Μεσαιωνικής περιόδου, οι οποίες προκάλεσαν την έκρηξη του συγχρόνου αθεϊσμού, που δεν δέχτηκε για θεό του έναν ουράνιο τρομοκράτη - επιτηρητή της Ηθικής. Και η υπέρβαση της αντίληψης αυτής , που κλείνει το δρόμο προς το ευαγγέλιο, είναι καθήκον της θεολογίας, εάν φυσικά δεν έχει «μολυνθεί» από παρεκκλισεις  Δυτικής  προέλευσης.

     Ετσι η ορθόδοξος εκκλησιολογία χρειάζεται να βεβαιώση το βάθος και το ύψος της θείας Αγάπης, ερμηνεύοντας  την υπέρτατη  σταυρική  θυσία στην γνήσια διάστασή της, που δεν είναι άλλη από την εύρεση του «απωλολότος προβάτου», το οποίο ανεζήτησε με κάθε κόπο ο  «καλός ποιμήν».


ΟΜΑΔΑ  ΚΕΙΜΕΝΩΝ : ΕΚΚΛΗΣΙΑ-ΜΥΣΤΗΡΙΑ

ΚΕΙΜΕΝΟ 1 :  ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

[ ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ: ΠΡΟΟΙΜΙΟ ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑΣ ]

ΠΡΩΤ.  ΚΕΙΜΕΝΟ : Ε.Π.Ε.  εκδ.  « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ,  τ.  4,  σελ.  50.

Α' ΜΕΡΟΣ

 Ο πανάγιος κι αληθινά θεφάντωρ Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης στην  πραγματεία του για την εκκλησιαστική Ιστορία έχει συλλάβει κι εξηγήσει αντάξια στη μεγαλωσύνη του νου του τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται  στην τελετή της αγίας σύναξης. Γι’ αυτό πρέπει να έχωμε  υπ’ όψη ότι ο λόγος μας δεν εκθέτει τα ίδια πράγματα, ούτε  προχωρεί από τους ίδιους δρόμους. Αποτελεί τόλμημα  και θράσος και πλησιάζει την ανοησία να θελήση κανένας να δοκιμασθή στα ίδια μ’ εκείνον, ενώ  δεν μπορεί να εισχωρήσει σ’ αυτά και να τα κατανοήση. Κι ακόμα να προβάλη σαν δικά του επιτεύγματα, όσα μυστήρια φανερώθηκαν θεϊκά σ’ εκείνον μονάχα με την ενέργεια   του Πνεύματος.

   Θα εκτεθούν εδώ  όσα, με την ιδέα ότι τα έχει εκείνος φιλάνθρωπα περιλάβει στην έκθεσή του, έχουν οι άλλοι  από θέληση του Θεού παραλείψει να εκθέσουν και να γυμνάσουν έτσι κατά την επιθυμία τους την ίδια τους διάθεση για τα θεία κι εκείνα, με τα οποία γίνεται γνωστή σ’ εμάς,  σύμμετρα νοημένη, η ολόφεγγη ακτινοβολία των τελουμένων και πιασμένους στο δίχτυ του πόθου της, μας κρατάει κοντά της. Τούτο για να μη μείνουν ολότελα αργοί οι μεταγενέστεροι  καθ’ όλη τη χρονική διάρκεια της ζωής αυτής, επειδή δε θα έχουν το λόγο που μισθώνει στην καλλιέργειά της  θείας εκείνης αμπέλου, στην πνευματική εργασία μέσα στην  πνευματική άμπελο, και επιστρέφει το πνευματικό δηνάριο της θεϊκής και αληθινά βασιλικής εικόνας, συλημμένο στην αυγή της ζωή από τον πονηρό με απάτη κατά την παράβαση της εντολής.

   Δεν υπόσχομαι ακόμα ότι θα εκθέσω με τη σειρά, όλα όσα είδε στη μυστική θεωρία του ο μακάριος γέροντας, ούτε τους ίδιους τους λόγους του, όπως τους εννοεί  ο ίδιος κι όπως τους διατύπωσε. Εκείνος ήταν φιλόσοφος και δάσκαλος όλης της σοφίας, που από την πολλή αρετή και τη μακρόχρονη και συστηματική του απασχόληση και τριβή με τα θεία, απελευθέρωσε τον εαυτό του από τα  δεσμά της  ύλης κι από τις φαντασίες, που αυτή προξενεί.

   Ηταν το πνεύμα του δίκαια λουσμένο στις θεϊκές λάμψεις και γι’ αυτό μπορούσε ν’ αντικρύζη κατάματα όσα δε βλέπουν οι πολλοί κι ο λόγος του ήταν ακριβέστατος εξηγητής  των στοχασμών του. Σαν τον καθρέφτη, που δεν τον σκοτεινιάζει η κηλίδα κανενός πάθους κι έχει τη δύναμη να  κρατήση και ν’ αποκαλύψη  γνήσια όσα οι άλλοι μήτε να στοχαστούνε δεν μπορούν. Και έτσι μπορούσαν οι ακροατές να  βλέπουν όλο το νου πάνω στο όχημα  του λόγου να παρουσιάζωνται όλα όσα νοήθηκαν ολοκάθαρα με όλο το νόημά τους και να τα δέχωνται μεταφερμένα με τη βοήθεια του  λόγου.

  Θα σας εκθέσω όσα διασώζει η μνήμη μου κι όσο  μπορεί η σκέψη μου να παρακολουθήση θαμπά κι ακόμα  πιο θαμπά ο λόγος μου να διατυπώση. Θα μιλήσω  όμως  μ’ ευλάβεια, με τη χάρη του Θεού, που ρίχνει φως στα σκοτεινά. Και δεν πρέπει, θαρρώ να νομίζετε, σεις που  γνωρίζετε να κρίνετε ορθά, ότι κατ’ άλλο τρόπο και  σκέφτομαι κι έχω τη δυνατότητα να μιλώ από ό,τι μπορώ πραγματικά να σκέφτωμαι  και να λέγω κι απ’ ό,τι δίνει η θεία χάρη σύμφωνα με τη δύναμη, που κατά πρόνοια μου αναλογεί, ακόμα κι αν εκείνος, που μου παράδωσε τα μυστικά αυτά κι έγινε δάσκαλός μου, φτάνη σε ύψος αφάνταστο.

    Το να ζητής ίσο αποτέλεσμα από κείνους, που δεν είναι ίσοι στην αρετή και τη γνώση, δεν απέχει, νομίζω, από την προσπάθεια  μερικών να δείξουν, ότι η σελήνη φωτίζει ίδια με τον  ήλιο κι από τους άλλους που βιάζουν, όσα δεν είναι ίδια σε όλα., να συμφωνήσουν σε όλα μεταξύ τους. Πράγμα αδύνατο  κι ακατόρθωτο.

Ας προηγήται ο Θεός σε όσα λέμε και σκεφτόμαστε, ο μοναδικός νους όσων νοούν και όσων νούνται, ο λόγος όσων λέγουν και όσων λέγονται, η ζωή όσων ζούνε κι όσων ζωοποιούνται που είναι και γίνεται τα πάντα για τα πάντα, γιϳαυτά τα ίδια που είναι και γίνονται και που για τον εαυτό του με κανένα τρόπο δεν είναι και δε γίνεται τίποτα απ’ όσα αναφέρονται σε κάποιο απ’ αυτά, που  είναι και γίνονται, αφού δεν είναι καθόλου κατά τη φύση της ίδιας τάξης με κανένα από τα όντα. Για τούτο δέχεται πιο πολύ ν’ αποδίδεται σ’ εκείνον σαν συγγενικώτερο προς τη φύση του, το μη είναι, επειδή υπερβαίνει το είναι.

    Γιατί-  αν είναι απαραίτητο για μας να  γνωρίσωμε  τη διαφορά του Θεού και των δημιουργημάτων – είναι ανάγκη ν’ αποτελή θέση για τον πέρ’ από τα όντα ό,τι  είναι αφαίρεση για τα όντα κι αντίθετα, ο,τι  αποτελεί θέση για τα όντα να είναι αφαίρεση για τον περ’ απ’ αυτά και να  θεωρούνται ότι είναι ισχυροί  γι’ αυτόν οι δύο χαρακτηρισμοί και πάλι, ότι κανένας από τους δύο δεν είναι ισχυρός  γι’ αυτόν – το είναι και το μη είναι, θέλω να πω.

     Είναι ισχυροί και οι δύο, επειδή ο καταφατικός βεβαιώνει ότι ο Θεός υπάρχει κατά το λόγο που είναι δημιουργός των  πάντων. Κι ο αποφατικός αποφάσκει, κατά το λόγο της υπερβατικότητας του είναι του Θεού πάνω από όλα τα όντα. Και πάλι όμως δεν είναι κανένας ισχυρός γι’ αυτόν, γιατί κανένας δεν παριστάνει εκείνον που ζητούμε τι είναι σύμφωνα με την ουσία και τη φύση του.

    Γιατί είναι φυσικό κανένα από τα όντα και λεγόμενα κι από τα μη όντα και μη λεγόμενα να μην είναι παραπλήσιο μ’ εκείνο, με το οποίο – είτε ως όν είτε ως μη όν- δεν  έχει κατά τη φύση στο σύνολό του αιτιακό σύνδεσμο. Γιατί είναι απλή κι άγνωστη κι απρόσιτη σ’ όλους η ύπαρξή του και ανερμήνευτη ολότελα  και πέρα από κάθε κατάφαση κι απόφαση. Αυτά για το σημείο τούτο. Αλλά ας προχωρήσωμε στο προκείμενο θέμα του λόγου μας.                                                    

Β' ΜΕΡΟΣ

Πως  και με ποιο τρόπο η αγία Εκκλησία είναι εικόνα και τύπος του Θεού

Ελεγε , λοιπόν, ο μακάριος εκείνος γέροντας  κατά ένα πρώτο  συμβολισμό της θεωρίας του, ότοι η αγία Εκκλησία είναι τύπος κι εκείνα του Θεού, επειδή έχει το ίδιο μ’ αυτόν έργο κατά τη μίμηση και κατά τη μορφή.

Αφού εδημιούργησε δηλαδή ο Θεός τα πάντα με την άπειρη δύναμή του και τα έφερε στην ύπαρξη, τα συγκρατεί, τα συνενώνει και χαράζει τα όριά τους. Συνδέει με την πρόνοιά του το ένα με το άλλο και με τον εαυτό του, και τα  νοητά και τα αισθητά. Και κρατώντας μαζί γύρω από τον  εαυτό του τα πάντα, στα οποία είναι αιτία κι αρχή και τέλος, ενώ κατά τη φύση βρίσκονται σε διάσταση, τα κάνει  να συγκατανεύουν το ένα στο άλλο σύμφωνα με μια  τάση τους, την τάση προς αυτόν, σαν βασική αρχή της σχέσης. Σύμφωνα μ’ αυτήν οδηγούνται όλα σε μία ταυτότητα  κίνησης και ύπαρξης, που αποκλείει την κατάλυση και τη  σύγχυση.

     Κανένα από τα όντα προβαδίζοντας, δε στασιάζει  εναντίον κάποιου άλλου, ούτε αποσπάται απ’ αυτό σύμφωνα  με τη διαφορά που χαρακτηρίζει τη φύση και την κίνησή του.

Συμφύονται όλα μαζί με όλα χωρίς να συγχέωνται, σύμφωνα με την ακατάλυτη σχέση και  φύλαξη της μοναδικής αρχής  κι αιτίας, που καταργεί κι επισκεπάζει όλες τις σχέσεις, που θεωρούνται ιδιαίτερες μεταξύ όλων ανάλογα με τη φύση καθενός από τα όντα. ϳΌχι με το να τις καταστρέφη και να τις αναιρή και να τις κάνη να μην υπάρχουν, αλλά με το να τις νικά και να λάμπη απάνωθέ τους, όπως ακριβώς  το σύνολο πάνω από τα μέρη τους ή και με το να  παρουσιάζεται σαν αιτία του συνόλου αυτού σύμφωνα με την οποία και το ίδιο το σύνολο και τα μέρη του συνόλου, είναι φυσικό να φαίνωνται και να υπάρχουν, γιατί έχουν ολάκερη την αιτία τους να λάμπη απάνωθέ τους.

     Κι όπως ο ήλιος ξεπερνά τη λάμψη των άστρων και στη φύση  και στη δύναμη, έτσι κι αυτά σαν αποτελέσματα μιας αιτίας, δείχνουν την αιτία τους αυτή να καλύπτη όλη την ύπαρξή τους. Γιατί, όπως τα μέρη προέρχονται από το όλο, έτσι είναι  φυσικό και τα αιτιατά να αντλούν την ισχύ τους από την αιτία και να  γνωρίζονται απ’ αυτή και ν’ αφήνουν την ατομικότητά τους ν’ αδρανή, όταν, πιασμένα μέσα στην αναφορά προς την αιτία, λάβουν εξ ολοκλήρου την ποιότητα εκείνης  σύμφωνα με τη αδιάσπαστη, όπως είπαμε, δύναμη που  έχει η σχέση τους μ’ αυτήν.

    Αφού τα πάντα μέσα στα πάντα είναι ο Θεός, που με  απέραντο μέτρο υπερβαίνει τα πάντα, θα γίνη ορατός ολομόναχος σε όσους έχουν καθαρή σκέψη.

   Τούτο θα γίνη, όταν ο νους, καθώς αναλογίζεται θεωρητικά  τους λόγους των όντων, σταματήση στον ίδιο το Θεό,  σαν αιτία κι αρχή και τέλος της δημιουργίας και της γένεσης  όλων, ένα βυθό αδιάστατο που περιέχει τα πάντα.

   Κατά τον ίδιο τρόπο και η αγία Εκκλησία του Θεού θ’ αποδειχθή ότι ενεργεί ανάμεσά μας, όπως ο Θεός,  αρχέτυπο εκείνος κι εκείνη εικόνα του. Είναι βέβαια πολλοί κι αμέτρητοι σχεδόν στον αριθμό οι άνδρες κι οι γυναίκες και  τα παιδιά που διαφέρουν και κατά το φύλο και κατά τη  μορφή, την εθνικότητα και τις γλώσσες, τις περιπέτειες της ζωής  τις ηλικίες, τις γνώμες, την τέχνη, τους τρόπους, τις συνήθειες, τα επαγγέλματα. Και στις επιστήμες πάλι και στ’ αξιώματα, στις τύχες, στους χαρακτήρες, στις διαθέσεις  διακρίνονται μεταξύ τους και διαφέρουν πολύ όσοι έρχονται  σ’ αυτή και δέχονται απ’ αυτή την αναγέννησή τους και την αναδημιουργία τους με τη  δύναμη του πνεύματος.

    Δίνει όμως σ’ όλους αυτούς και χαρίζει μία κατά ίσο μέτρο θεϊκή μορφή και θείο όνομα και να προέρχωνται και να ονομάζωνται  από το Χριστό. Τους δίνει ακόμα τη μία απλή κι ασύνθετη και αδιαίρετη σχέση που δημιουργεί η πίστη, που τις  πολλές  κι αναρίθμητες διαφορές, που καθένας έχει, μήτε καν  ότι δεν υπάρχουν δεν επιτρέπει να γίνη γνωστό, επειδή  όλα γενικά σ’ αυτήν κατευθύνονται και συναντιούνται. Μέσα σ’ αυτήν  κανένας τίποτα εντελώς δεν ξεχωρίζει από το κοινό για χάρη  δική του. ϳΟλοι συμφύονται ο ένας με τους άλλους  και συνδέονται μέσα στη μία απλή κι αδιαίρετη χάρη και δύναμη της πίστης. ϳΗτανε, λέει, όλων η καρδιά και η ψυχή μία, ώστε από διάφορα μέλη να είναι ωστόσο και να φαίνεται ένα σώμα άξιο αληθινά του ίδιου του Χριστού, της αληθινής κεφαλής μας.

Στο σώμα αυτό, λέει ο Θείος Απόστολος, δ ε ν  υ π ά ρ χ ε ι  ά ν δ ρ α ς   κ α ι γ υ ν α ί κ α, ο ύ τ ε  Ι ο υ δ α ί ο ς   κ α ι  ϳΕ λ λ η ν α ς, ο ύ τ ε  π ε ρ ι τ ο μ ή   κ ι  α κ ρ ο β υ σ τ ί α,  ο ύ τ ε   β ά ρ β α ρ ο ς   ο ύ τ ε   Σ κ ύ θ η ς,   ο  ύ τ ε  δ ο ύ λ ος    ο ύ τ ε   ε λ ε ύ θ ε ρ ο ς. Α λ λ ά   τα  π ά ν τ α   κ α ι   μ ε σ α   σ τα   π ά ν τ α         είναι Αυτός που με τη μία κι απλή πάνσοφη  δύναμη της καλωσύνης του περικλείει τα πάντα  μέσα του, σαν ένα κέντρο από ευθείες, που ακτινωτά ξεκινούν απ’ αυτό, σύμφωνα με την ίδια απλή κι ενιαία αιτία  και  δύναμη.

   Δεν αφήνει τις αρχές των όντων ν’ απομακρυνθούν μαζί με τα τέλη τους, περιορίζοντας κυκλικά τις προεκτάσεις τους και οδηγεί προς τον εαυτό του τις διακρίσεις  των όντων, που ο ίδιος εδημιούργησε. Δε θέλει  ν’ αποξενωθούν όλότελα μεταξύ τους και να γίνουν εχθρικά τα  πλάσματα και τα δημιουργήματα του ενός Θεού και να μην έχουν σχετικά με τι και που να παρουσιάσουν τη φιλία και  την ειρήνη και την ταυτότητα μεταξύ τους, οπότε θα κινδυνέψη, με το  χωρισμό τους από το Θεό, να μεταπέση το είναι τους στο μη είναι.

   Είναι, λοιπόν, εικόνα του Θεού, καθώς είπαμε, η αγία Εκκλησία, γιατί πραγματοποιεί την ίδια ένωση ανάμεσα  στους  πιστούς, που κάνει ο Θεός, ακόμα κι αν τυχαίνη να  είναι διαφορετικοί στα ιδιώματα κι από διαφορετικούς και τόπους και τρόπους εκείνοι, που μέσα σ’ αυτήν γίνονται με  την πίστη  ένα σώμα. Την ένωση αυτή, κατά φυσικό τρόπο την πραγματοποιεί ο Θεός, χωρίς να προκαλήται  σύγχυση  στην ουσία των όντων. Την διαφορά μεταξύ τους, όπως έχει δειχθεί, την αμβλύνει και την οδηγεί στην ταυτότητα με την αναφορά και την ένωση με τον εαυτό του, σαν αιτία κι αρχή και τέλος.



ΚΕΙΜΕΝΟ 2. :  Η ΘΕΙΑ  ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ

(ΝΙΚΟΛΑΟΣ   ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ ) 

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ :  Ε.Π.Ε.  εκδ.  « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »  

ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ,  τ.  22,  σελ.   410.                                                                                                                               

Η αρετή  δε φέρνει μόνη της την καρποφορία, παρά μόνο όταν συνδεθούμε με τον Χριστό και κοινωνήσουμε το Σώμα και το  Αίμα του. Τότε τα ουράνια  αγαθά  γίνονται πραγματικότητα: η άφεση των αμαρτιών και η κληρονομιά της βασιλείας του Θεού, που είναι καρπός της αγιότητας του Χριστού.

 

   Απ’ την αγία Τράπεζα παίρνουμε το Σώμα του Χριστού ως σώμα  μας. Και η αρετή μας γίνεται  αρετή χριστιανική. Ο σύνδεσμος αυτός με τον Χριστό ολοκληρώνεται στο νου και στην ψυχή. Γι’ αυτό άλλωστε φόρεσε ο Κύριος όχι μόνο σώμα, αλλά και ψυχή και νου και θέληση και καθετί ανθρώπινο. Με σκοπό  να ενωθεί με ολόκληρη την ψυχοσωματική μας οντότητα, να μπεί μέσα μας απ’ όλες  τις πόρτες και να ενώσει όλα τα δικά του  με τα δικά μας.

Γι’ αυτό όταν εμείς αμαρτάνουμε, Εκείνος μένει ασύνδετος με εμάς, γιατί τότε δεν υπάρχει τίποτα κοινό ανάμεσα σε Εκείνον και σε εμάς. Όλα τα άλλα τα δέχθηκε από εμάς με πολύ αγάπη, και ό,τι είναι κτήμα του το ενώνει με τον εαυτό μας, δείχνοντας έτσι μεγαλύτερη αγάπη. Από  τη μια ο Θεός κατεβαίνει στη γη, και από τη άλλη μας ανεβάζει τον ουρανό. Από το ένα μέρος γίνεται άνθρωπος και από το άλλο ο άνθρωπος γίνεται Θεός.

Επειδή λοιπόν δεν ήταν δυνατόν να ανέβουμε εμείς στον ουρανό, κατέβηκε ο ϳΙδιος σε εμάς. Πήρε απ’ τα δικά μας και ενώθηκε απόλυτα  μαζί τους, δηλαδή με την ανθρώπινη  φύση μας. Αυτά όμως που πήρε από εμάς, μας τα ξαναδίνει προσφέροντας τον εαυτό του. Και όταν μεταλαβαίνουμε Σώμα και Αίμα  ανθρώπινο, δεχόμαστε Σώμα και Αίμα Θεού, ψυχή και θέληση και νου Θεού, ενώ  συγχρόνως είναι και ανθρώπινα.

      Χρειαζόταν ασφαλώς να γίνουν αυτά φάρμακο για την αρρώστια μας Γιατί αν ήταν μόνο Θεός ο Ιησούς, δε θα μπορούσε να ενωθεί μαζί μας τόσο απόλυτα. Γιατί πως θα μπορούσε τότε να γίνει για μας  το Δείπνο  της Θείας Ευχαριστίας;  Αν πάλι ήταν μόνο άνθρωπος, δε θα μπορούσε  να δράσει έτσι. Τώρα  όμως  είναι τα δυο μαζί. Σαν άνθρωπος ενώνεται με εμάς και σαν Θεός έχει τη δύναμη να σηκώσει την πεσμένη φύση μας, να νικήσει και να μας αλλάξει εντελώς, οδηγώντας μας κοντά του.

Πραγματικά, όταν μερικά  ισχυρά συστατικά της Φύσης ενωθούν μς άλλα πιο αδύνατα δεν αφήνουν τα δεύτερα να μείνουν τα ίδια. Το σίδερο δε  διατηρεί  τίποτα απ’ τις πρώτες του ιδιότητες, όταν ζεσταθεί  μέσα στη φωτιά. Αν λοιπόν στα υλικά συστατικά, που έχουν ομοιογένεια, συμβαίνει να επιδρούν τα δυνατότερα τόσο έντονα πάνω στα κατώτερα, τι πρέπει να θεωρήσουμε όταν γίνεται με την υπερφυσική δύναμη της Θείας Ευχαριστίας; Είναι φανερό  λοιπόν ότι χύνεται μέσα μας ο Χριστός και αναμειγνύει τον εαυτό του με εμάς. Μας αλλάζει κάνοντάς μας, όπως είναι και Εκείνος. Γιατί το Μύρο αυτό, ο Χριστός, μπορεί να πραγματοποιήσει ένα τόσο  μεγάλο κατόρθωμα σε όσα χύνονται μέσα του. ϳΌχι απλώς μας κάνει ευωδιαστούς, αλλά ολόκληρη την ύπαρξή μας την κάνει ευωδιά αυτού του Μύρου που χύθηκε    για μας.

   Τόση δύναμη και χάρη έχει το Δείπνο της Θείας Ευχαριστίας για όσους κοινωνούν, αν βέβαια προσέρχονται σ’ αυτό χωρίς καμιά αμαρτία και αν μετά τη Θεία Μετάληψη δεν κάνουν τίποτα το πονηρό. Γιατί αν έχουμε  τέτοια διάθεση και προετοιμασία προς το μυστήριο, τίποτα δε θα εμποδίσει  τον Χριστό να ενωθεί μαζί μας τέλεια και δυνατά. Αυτά  το μυστήριο είναι πολύ μεγάλο, είναι γάμος κατά τον οποίο ο Πανάγιος Χριστός παίρνει σαν παρθένο νύφη την Εκκλησία. Μόνο σ’ αυτό περισσότερο απ’ όλα  τα μυστήρια  γινόμαστε σάρκα απ’ τη δική του σάρκα.

   Αυτό το μυστήριο είναι φως για τους ήδη καθαρούς, κάθαρση για όσους καθαρίζονται ακόμα και προπονητής για τους αγωνιστές εναντίον του πονηρού. Για τους πρώτους  τίποτα άλλο  δε μένει, παρά να δεχθούν το Φως  του κόσμου. Για όσους έχουν ανάγκη  να καθαριστούν ακόμη, ποια άλλη καλύτερη   κάθαρση θα μπορούσε  να βρεθεί;

   Και ποιος  δε γνωρίζει ότι τη νίκη κατά του πονηρού διαβόλου  την κέρδισε μόνο ο Χριστός, με το άγιο Σώμα Του; Επομένως  με αυτό το Σώμα μπορεί να βοηθήσει τους αγωνιστές,  αφού και ο ίδιος έπαθε και νίκησε τους πειρασμούς.

Δεν υπάρχει τίποτα το κοινό μεταξύ της σάρκας και της πνευματικής ζωής. Η σάρκα μάλιστα αισθάνεται κάποια έχθρα κατά του πνεύματος. Γι’ αυτό λοιπόν επινοήθηκε απ’ το Θεό η πνευματική σάρκα, για να πολεμάει την σωματική σάρκα. Ο σαρκικός νόμος καταργείται με το νόμο της σάρκας του Χριστού. Και η σάρκα πια υπακούει στο πνεύμα και βοηθάει κατά του νόμου της αμαρτίας. Γιϳ αυτούς τους λόγους δεν ήταν δυνατόν να  υπάρξει σε κανέναν η πνευματική ζωή, πριν ακόμα πλαστεί η μακάρια  Σάρκα του Χριστού.

Για όλα αυτά λοιπόν έχουμε πάντα ανάγκη τη Σάρκα του Χριστού. Και γι’ αυτό μεταλαβαίνουμε απ’ την Τράπεζά  Του  με σκοπό να  δράσει  μέσα μας ο νόμος του Πνεύματος, να μην απλωθεί καθόλου η σαρκική ζωή να μη βρούμε ευκαιρία να αμαρτήσουμε.

Το μυστήριο  της Θείας Ευχαριστίας είναι πράγματι τέλειο για όλα τα δώρα που  χαρίζει και δεν υπάρχει κάτι που να το έχουν ανάγκη οι χριστιανοί και να μην το προσφέρει  πλούσια.

Το υλικό όμως σώμα μας δεν αφήνει τη σφραγίδα του μυστηρίου αξεθώριαστη μέσα μας. Γι’ αυτό όχι μια φορά, αλλά αδιάκοπα πρέπει να παίρνουμε αυτό το φάρμακο. Είναι ανάγκη να νιώθουμε  συνέχεια  κοντά  μας το χέρι  του Γιατρού, ο  Οποίος  θεραπεύει  το σώμα μας και στερεώνει  την κλονισμένη θέλησή μας, για να μην μας βρει ξαφνικά ο θάνατος. Γιατί  πραγματικά η δύναμη της Αγίας Τράπεζας  τραβάει απ’ την Καρδιά του Χριστού την αληθινή ζωή και την αγνή λατρεία του Θεού.

    Αν λοιπόν αγνή λατρεία του Θεού είναι να υπακούμε  και να κάνουμε όσα Αυτός προστάζει, δεν ξέρω πότε θα μπορέσουμε να υποταχτούμε  περισσότερο  στο Θεό παρά όταν γίνουμε μέλη του Σώματός του. Ο Αρτος της ζωής μας κάνει μέλη του Χριστού πιο τέλεια απ’ ότι τα άλλα μυστήρια. Ο χριστιανός βέβαια  ζει τρώγοντας και την καθημερινή του τροφή. Στο μυστήριο όμως της Θείας Ευχαριστίας τα πράγματα δεν είναι τα ίδια. Γιατί η υλική αυτή τροφή δεν είναι ζωντανή, ούτε μπορεί μόνη της να φέρει τη ζωή. Επειδή όμως βοηθάει  το σώμα να ζήσει, φαίνεται ότι είναι η αιτία της ζωής του. Ο Αρτος της  ζωής είναι και ο ίδιος ζωντανός και μέσω Αυτού  ζουν εκείνοι οι οποίοι τον δέχοντα

 

KEIMENO 3ο

TO ΑΓΙΟ  ΒΑΠΤΙΣΜΑ

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ : Ε.Π.Ε.  εκδ.  « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ,  τ.  22,  σελ.   310.

Όλοι γνωρίζουμε ότι η χριστιανική ζωή βασίζεται πάνω στα ιερά μυστήρια. Ας εξετάσουμε όμως τώρα πως το καθένα απ’ αυτά μας οδηγεί σ’ αυτήν την άγια ζωή. Γιατί η χριστιανική ζωή είναι η ένωσή μας με το Χριστό. Ας πούμε τώρα με ποιον τρόπο κάθε μυστήριο μας ενώνει με το Χριστό.

Μπορούν να ενωθούν με το Χριστό όσοι πλησίασαν με όλους  τους τρόπους το Σωτήρα και έπαθαν και έγιναν όσα και Εκείνος. Εκείνος λοιπόν, ενώθηκε με τη σάρκα και το αίμα τα οποία ήταν καθαρά από κάθε αμαρτία. Και επειδή ήταν  Θεός απ’ τη φύση του και απ’ την  αρχή, θέωσε και αυτό που έγινε μετά, δηλαδή την ανθρώπινη φύση μας. Και τελειώνοντας  τη ζωή του πέθανε, αφού είχε ανθρώπινο σώμα, και αναστήθηκε. Πρέπει, λοιπόν, αυτός που θέλει να ενωθεί με το Χριστό να μεταλάβει τη σάρκα Του, να συμμετέχει στη θέωσή Του, να γίνει κοινωνός του τάφου και της ανάστασής του.

    Έτσι λοιπόν βαπτιζόμαστε, για  να πεθάνουμε τον ίδιο θάνατο με το θάνατο του Χριστού και για να αναστηθούμε με την ανάστασή Του. Δεχόμαστε το ϳΑγιο Χρίσμα, για να γίνουμε κοινωνοί της θέωσής Του μέσω του  βασιλικού χρίσματος. Και όταν δεχόμαστε τη Θεία Ευχαριστία  κοινωνούμε την ίδια τη Σάρκα Του και το ίδιο το Αίμα Του, τα οποία είχε ο Σωτήρας. Και έτσι είμαστε ενωμένοι με Αυτόν ο Οποίος σαρκώθηκε για μας, πέθανε και αναστήθηκε. Γιατί λοιπόν δεν ακολουθούμε τον ίδιο δρόμο που ακολούθησε και Εκείνος, αλλά ξεκινάμε απ’ όπου τελείωσε και τελειώνουμε με όσα Εκείνος άρχισε; Γιατί κατέβηκε, για ν’ ανέβουμε εμείς. Και ενώ υπάρχει ο ίδιος δρόμος, για Εκείνον ο δρόμος αυτός ήταν κάθοδος ενώ για εμάς είναι άνοδος.

     Επομένως όπως σε μια σκάλα για εκείνον που κατεβαίνει το σκαλοπάτι το τελευταίο, γίνεται το πρώτο σκαλοπάτι γι’ αυτόν που ανεβαίνει. Άλλωστε δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά, γιατί το βάπτισμα είναι Γέννηση, το άγιο Μύρο είναι αίτιο της πνευματικής ενέργειας και της κίνησης μέσα μας. Και ο Άρτος της Ζωής και το Ποτήρι της Θείας Ευχαριστίας είναι αληθινή τροφή και νερό. Και φυσικά δεν είναι δυνατόν να μπορέσει κανείς να τραφεί, πριν ακόμα γεννηθεί.

Επίσης το Βάπτισμα συμφιλιώνει τον άνθρωπο με το Θεό, ενώ το άγιο Μύρο τον αξιώνει για τα θεία δώρα που έρχονται απ’  το Θεό. Και η δύναμη που βγαίνει απ’  την Αγία Τράπεζα, κάνει τον πιστό χριστιανό να αποκτά τη Σάρκα και το Αίμα του Χριστού. Γιατί είναι ακατανόητο να  καθίσουμε μαζί με τους Αγίους, αν πρώτα δε συμφιλιωθούμε μαζί Του. Όπως  είναι ακατανόητο να αποκτήσουμε τα θεία χαρίσματα και να φάμε και να πιούμε απ’ το αναμάρτητο Σώμα και Αίμα του Χριστού, ενώ είμαστε πονηροί και γεμάτοι αμαρτία. Γι’ αυτό το λόγο λοιπόν πρώτα βαπτιζόμαστε, μετά  χριόμαστε με το άγιο Μύρο, και έτσι καθαρούς και ευωδιαστούς μας δέχεται η Αγία Τράπεζα.

Και αυτά είναι αρκετά γ’ αυτό το θέμα. Ας εξετάσουμε λοιπόν ποια ωφέλεια δίνει κάθε μυστήριο στη ζωή του χριστιανού. Και πρώτα θα μιλήσουμε για το Βάπτισμα. Ποια αγαθά μπορεί να φέρει  στη ζωή του Χριστιανού αυτό το μυστήριο;

Το Βάπτισμα λοιπόν σημαίνει να γεννηθούν οι άνθρωποι στο δρόμο του Χριστού και να αποκτήσουν την ύπαρξή τους και την πνευματική τους υπόσταση, ενώ προηγουμένως ήταν στο μηδέν. Αυτό  μπορεί να τα καταλάβει κανείς από πολλά σημάδια. Πρώτον, απ’ την ίδια τη σειρά, γιατί το πρώτο μυστήριο που δεχόμαστε είναι το Βάπτισμα. Δεύτερον, απ’ τα ονόματα με τα οποία το ονομάζουμε και τρίτον, απ’ όσα γίνονται και ψάλλονται κατά τη διάρκειά του.

                                Σειρά Μυστηρίου

     Η σειρά  λοιπόν του μυστηρίου είναι απ’ την αρχή: πρώτα να βαπτιστούμε, μετά να χρισθούμε με το Μύρο, και τέλος να φτάσουμε στην Αγία  Τράπεζα δηλαδή στη Θεία Κοινωνία. Αυτή είναι ζωντανή απόδειξη ότι το λουτρό του βαπτίσματος είναι η αρχή του  χριστιανικού βίου και το θεμέλιο της ζωής. Γιατί και ο ίδιος ο Χριστός μαζί με όλα τα’ άλλα τα οποία  ανέχτηκε για εμάς, δέχτηκε και να βαπτισθεί πριν απ’ όλα τ’ άλλα.

 

                           Ονόματα  Βαπτίσματος

Και τα ονόματα με τα οποία ονομάζουμε  το Βάπτισμα, τι άλλο θα μπορούσαν να σημαίνουν; Το ονομάζουμε γέννηση, αναγέννηση, ανάπλαση και σφραγίδα. Επίσης χρίσμα και χάρισμα, φώτισμα και λουτρό. ϳΌλα  αυτά μπορούν να έχουν τον ίδιο σκοπό. Το να φανερώσουν δηλαδή ότι η τελετή του βαπτίσματος είναι η αρχή της πνευματικής ύπαρξης  για όσους  ανήκουν στο θεό και ζουν  γ’ Αυτόν.

 Η γέννηση λοιπόν φαίνεται ότι φανερώνει αυτό ακριβώς. Αλλά και η αναγέννηση και η ανάπλαση δηλώνουν εκείνο μόνο, ότι δηλαδή επανέρχονται αμέσως στην πρώτη μορφή με τη δεύτερη γέννησή τους, αυτοί που αναγεννιούνται τώρα και αναπλάθονται και οι οποίοι άλλοτε  γεννήθηκαν  και έχασαν την αρχική τους εικόνα. Όπως συμβαίνει και με ένα άγαλμα που έχασε τη μορφή του, και που το αναπλάθει ο τεχνίτης, δίνοντας του την πρώτη του εικόνα. Και το βάπτισμα αποτελεί αυτό ακριβώς εικόνα και μορφή. Και πράγματι ζωγραφίζει μέσα  μας κάποια εικόνα θέλοντας να φανερώσει ότι οι ψυχές μας έχουν την ίδια μορφή με το θάνατο και την  ανάσταση του Σωτήρα. Γιϳαυτό ονομάζεται το βάπτισμα και σφραγίδα, γιατί αποτυπώνει πάνω μας τη βασιλική εικόνα του Θεού και τη μορφή Του.

 Και επειδή η μορφή περιβάλλει την ύλη και της δίνει σχήμα, γι’ αυτό το ονομάζουμε και ένδυμα.  Γι’ αυτό λέει και ο Απόστολος Παύλος ότι το ένδυμα και η σφραγίδα  αυτή σημαίνουν ότι ο Θεός έχει ζωγραφιστεί και τυπωθεί μέσα μας, αλλά και ότι την φοράνε οι χριστιανοί σαν ρούχο.

   Γιατί και το χρυσάφι και το ασήμι και ο χαλκός, αφού λιώσει στη φωτιά, τρέχει και επιτρέπει να βλέπουμε ολοκάθαρο το υλικό του. Γι’ αυτό και το ίδιο αυτό το υλικό ονομάζεται χρυσάφι ή χαλκός . Όταν όμως πάρει ορισμένη μορφή απ’ τα καλούπια, δε φαίνεται πια η ύλη, αλλά υπερισχύει η μορφή σε όσους τη βλέπουν, όπως και τα ρούχα ντύνουν τα σώματα. Γι’ αυτό και παίρνει κάποιο ιδιαίτερο όνομα. Δηλαδή άγαλμα ή δαχτυλίδι ή οτιδήποτε άλλο, τα οποία δε σημαίνουν την ύλη αλλά την εικόνα και τη μορφή. Ισως λοιπόν γι’ αυτό ονομάζεται και « ονομαστήριος» η ημέρα του βαπτίσματος για τους χριστιανούς, επειδή η άμορφη και ασχημάτιστη ζωή μας παίρνει μορφή και σχήμα.

    Άλλωστε  τότε αναγνωριζόμαστε πρώτη φορά από Εκείνον που γνωρίζει τα δικά  Του πρόβατα, όπως λέει και ο Παύλος. Και την  ημέρα  του βαπτίσματος ακούμε τη λέξη που  υποδηλώνει το όνομα, σα να γνωριζόμαστε  μόλις τότε από το θεό. Γιατί το να γνωριστεί κανείς από το Θεό σημαίνει να γίνει πραγματικά φίλος Του. Γι’ αυτό  και ο Δαβίδ είπε γ’ αυτούς που δεν έχουν καμία σχέση με τη ζωή του Χριστού: « δε θα  θυμηθώ τα ονόματα αυτά ούτε θα τα πω με τα χείλια μου».

      Είναι πράγματι  άγνωστοι και αφανείς αυτοί που απομακρύνθηκαν από το φως Του. Ούτε  στο θεό είναι γνώριμος εκείνος που δε δέχτηκε τις ακτίνες που πηγάζουν από το βάπτισμα . Και η αιτία είναι πως δεν υπάρχει τίποτα που να μη  φανερώνεται μπροστά σε εκείνο το Φως.

Για όλα αυτά το βάπτισμα ονομάζεται και φώτισμα, γιατί δίνοντάς μας την αληθινή ύπαρξή μας, μας κάνει γνώριμους φίλους στο  Θεό. Και οδηγώντας μας προς το φως εκείνο, μας απομακρύνει από κάθε κακία. Γι’ αυτό ονομάζεται και λουτρό, γιατί είναι και φώτισμα, επειδή επιτρέπει να έρθουμε σε επαφή με το φως μακριά από κάθε μόλυσμα, που εμποδίζει τις ψυχές μας από τις ακτίνες του θείου φωτός.

Λέγεται και χάρισμα, γιατί είναι και γέννηση. Μα  αυτό το χάρισμα είναι κάτι άλλο, εντελώς ξεχωριστό, που ξεπερνά το νου και τις επιθυμίες μας.

   Το βάπτισμα μάλιστα είναι χρίσμα, γιατί ζωγραφίζει πάνω στους βαπτισμένους το Χριστό. Αυτόν που χρίσθηκε για μας. Είναι και σφραγίδα που αποτυπώνει τον ίδιο το Σωτήρα μέσα μας. Το χρίσμα λοιπόν, αφού φτάσει  σε όλα τα σημεία του σώματος, κάνει αυτόν που χρίεται με το μύρο, σφραγισμένο με αυτό. Και φανερώνει τη μορφή του νέου ανθρώπου. Επειδή λοιπόν και το χάρισμα και το φώτισμα και το λουτρό με την ανάπλαση και αναγέννηση οδηγούν στον ίδιο σκοπό, είναι φανερό ότι όλα τα ονόματα του βαπτίσματος  φανερώνουν ότι είναι γέννηση και αρχή της χριστιανικής ζωής.


ΤA MΥΣΤΗΡΙΑ

Του Paul Evdokimov ( από το βιβλίο του « η Ορθοδοξία » ) 

«Ταύτην την oδόν o Κύριος ετεμεν εις ημάς ερχό­μενος και ταύτην άνέωξε την πύλην είσελθών εις τον κόσμον, και εις τον Πατέρα άνελθών ουκ ηνέσχετο κλείσαι, άλλ’ εξ εκείνου δια ταύ­της έπιδημεί τοις άνθρώποις».

Ό Χριστός ξανάρχεται μέσα στην μυ­στηριακή οικονομία του αγίου Πνεύματος, που συνεχίζει την Ιστορική ορατότητά του. Τα μυστήρια της Εκκλησίας επέχουν και την θέση των θαυμάτων του χρόνου της Σαρκώσεως. Πιο κλασικός είναι ό ορισμός της «Ορθοδόξου ομολογίας». «Μυστήριον είναι μία τελετή, η οποία κάτω απο κάποιον είδος ορατών… φέρει εις την ψυχήν των πιστών την αόρατον χάριν του Θεού».

Η ένωση ορατού και αόρατου είναι αναπόσπαστη από την ίδια την φύση της Εκκλησίας, πού, ως συνεχιζόμενη Πεντηκοστή, εκχέει με περίσσεια την χάρη μέσα από κάθε μορφή της ζωής της. Ως «καθίδρυμα» όμως τα μυστήρια – η πλευρά της νομιμότητάς των, (η συμφωνία των δηλ. με τους κανόνες), της εγκυρότητας των και της αποτελεσματικό­τητάς των με την αγιαστική χάρη - καθιερώνουν μία τάξη, πού θέτει όρια σε κάθε άτακτον αιρετικό «πεντηκοστισμό», ενώ, παράλληλα, προσ­φέρει ένα ακλόνητο θεμέλιο, αντικειμενικό και καθολικό, της ζωής της χάριτος.

«Το πνεύμα όπου θέλει πνεί» στα μυστήρια όμως, με τους όρους που απαιτούνται από την Εκκλησία και κατά την υπόσχεση του Κυρίου, οι δωρεές του αγίου Πνεύματος απονέμονται με ασφάλεια και με την μαρτυρία της Εκκλησίας. 

Η σχολική θεολογία βρίσκεται κάτω από την λατινική επίδραση, όταν υποστηρίζη οτι τα μυστήρια είναι επτά: βάπτισμα, χρίσμα, ευχα­ριστία, εξομολόγηση, ευχέλαιο, ιεροσύνη και γάμος. Διαμορφωμένη στην Δύση τον ΙΔ' αιώνα η διδασκαλία αυτή, παγιώθηκε στην σύνοδο του Τριδέντου και διείσδυσε στην Ανατολή. Όμως, ήδη από τον ΙΒ' αιώνα, η «επτάς» των μυστηρίων μνημονεύεται στην «Ομολογία» του Μιχαήλ Παλαιολόγου και παραθέτεται στην ουνιστική σύνοδο της Λυών (1274). Η διαμάχη με τους προτεστάντες θεολόγους τον καιρό του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίου Β' ( +1595) οδηγεί στην ίδια παραδοχή του αριθμού των μυστηρίων ως επτά, ενώ ό Κύριλλος Λούκαρις που καλβίνιζε δέχονταν μόνο δύο. 

Η «Απόκρισις» των πα­τριαρχών της Ανατολής δίδει τον ίδιον αυτόν αριθμό «επτά», καθορί­ζοντας: «τα θεία μυστήρια επτά μεν εισίν αριθμούμενα», πράγμα πού εξηγείται από την πολεμική τάση της επιστολής αυτής. Ωστόσο, και στον ΙΕ' αιώνα ο Ιωάσαφ, μητροπολίτης Εφέσου, αναφέρει δέκα μυ­στήρια, ο άγιος Διονύσιος κάνει λόγο για εξ και ό άγιος Ιωάννης Δαμα­σκηνός μνημονεύει μόνον δύο. Μερικά κείμενα αναφέρουν ως μυστήρια την μοναχική κουρά, την ακολουθία των νεκρών και τον μέγαν αγιασμό. Συχνά στους πατέρες το «βάπτισμα» σήμαινε το σύνολο των τριών μεγά­λων μυστηρίων.

Σε ευρεία έννοια, κάθε τι σε μία ζωή χριστιανική είναι εκκλησιακό και επομένως μυστηριακό: «εκχεώ από του πνεύματος μου επί πάσαν σάρ­κα» (Πράξ. β' 17)' τα πάντα είναι χάρισμα, διακονία, δωρεά στην υπη­ρεσία της Εκκλησίας. Όμως η προσωπική αγιότητα, η πίστη, το μαρ­τύριο ή η αγάπη, ο αγιασμός κάθε υπάρξεως και κάθε όντος, όσο κι αν έχουν την θέση των μέσα στην Εκκλησία, αποτελούν ένα τομέα που δεν επιδέχεται σχηματοποίηση, διοργάνωση, αντικειμενοποίηση και για τούτο ούτε απαιτούν ούτε και έχουν τον consensus, την συναίνεση του Σώματος. Μπορούμε να πούμε μάλιστα πώς σ' αυτά «εκάστω δε δίδοται η φανέρωσις του Πνεύματος προς το συμφέρον» (Α' Κορ. ιβ 7). 

Υπάρχει, ακόμη, το πλήθος των μυστηριακών πράξεων (sacramentalia): η καθαγίαση του ναού, των σταυρών, και των εικόνων, του ύδα­τος και των καρπών της γης, το εξοδιαστικόν και η κουρά των μοναχών, η λειτουργική και ιερατική ευλογία, το σημείο του σταυρού, η προσευ­χή. Όλες αυτές οι ιεροπραξίες παρέχουν επίσης την χάρη του αγίου Πνεύματος……

Ετσι στην αρχαία εκκλησιαστική πρακτιή κάθε μυστηριακή την συνόδευε και η μαρτυρία της Εκκλησίας για την πνευματοφόρα πραγματικότητα κάθε μυστηρίου. Η συναίνεση αυτή είναι ένα εσωτερικό γεγονός της Εκκλη­σίας, και κάθε μυστήριο είναι πάντα ένα γεγονός μέσα στην Εκκλησία, δια της Εκκλησίας και για την Εκκλησία, αποκλείει κάθε εξατομίκευση, που απομονώνει την πράξη και αυτόν πού την λαμβάνει. Κάθε μυστήριο έχει αντίκτυπο στο Σώμα όλων των πιστών. 
Κάθε βάπτιση και χρίσμα είναι μία γέννηση μέσα στην Εκκλησία, που πλουτίζεται με ένα μέλος, κάθε συγγνώμη, κάθε άφεση αποδίδει τον μετανοούντα στην Εκκλησία, στην «κοινωνία των αγίων», σε κάθε ευχαριστία ευχόμαστε: «ημάς δε πάντας τους εκ του ενός άρτου και του ποτηριού μετέχοντας, ενώσαις αλλήλους εις ενός Πνεύματος αγίου κοινωνίαν» (λειτουργία Μ. Βασι­λείου). 
«Μετά ταύτα μνημονεύομεν ουρανού και γης και θαλάσσης, ηλίου και σελήνης και πάσης κτίσεως λογικής τε και αλόγου, ορατής τε και αοράτου, αγγέλων, αρχαγγέλων, δυνάμεων, κυριοτήτων, αρχών, εξουσιών, θρόνων των χερουβίμ των πολυπρόσωπων» . Την χειροτονία επισκόπου την επισφραγίζει η ευχαριστία, φανέρωση της Εκκλησίας. Ο νυμφίος και η νύμφη προσέρχονται, με την νέα των συζυγική οντότητα πριν απ’ όπου αλλού, στην ευχαριστιακή σύναξη. Έτσι κάθε μυστήριο υπερβαίνει την μερικότητα προς τον καθολικό του αντίκτυπο και οι δωρεές φανερώνονται για όλους.

Η Εκκλησία, ως συνεχιζόμενη Πεντηκοστή, ως συνεχιζόμενη αποκαλυπτική λειτουργία του αγίου Πνεύματος, αποκαλύπτει αδιάκοπα την ταυτότητα της με τον Χριστό, πού είναι η οδός και η αλήθεια και η ζωή, πράγμα που ανυψώνει και την Εκκλησία την ίδια σε μυστήριο της αλήθειας και της ζωής.

«Ημών δε σύμφωνος η γνώμη, τη ευχαριστία». Κάθε μυστήριο ανάγεται στην σύσταση της ευχαριστίας, περιέχεται μέσα σ' αυτή. Δεν έχει αξία ν' αναζητούμε για κάθε μυστήριο και από έναν ρητά συστατικόν λόγο του Σωτήρος. Απαιτείται βέβαια πάντοτε μία αναφορά στην αγία Γραφή, αλλά κάθε μυστήριο ανάγεται στην δύναμη του μυστηρίου των μυστηρίων, που είναι η Εκκλησία - Ευχαριστία. Δεν είναι καθόλου η τυπική, η νομική πλευρά εκείνη που ενεργεί μέσα στα μυστήρια. 
Αν για συγγνωστή αιτία δεν συντρέχουν κατά την τέλεση ενός μυστηρίου όλοι οι «κανονικοί» όροι, η χάρη «ή τα ασθενή θεραπεύουσα» και η ολοκλήρωση του μυστηρίου με την ευχαριστία, μπορούν να μαρτυρήσουν για την κάθοδο του Πνεύματος και για την λήψη της δωρεάς. Για τούτο, στην αρχαία εκκλησιαστική πράξη κάθε μυστήριο ήταν οργανικό μέρος της ευχαριστιακής λειτουργίας και είχε την τελείωσή του στο δείπνο του Κυρίου. 

Κάθε μυστήριο ακολουθεί την επίκλησή του και προέρχεται απ' την οικονομία του αγίου Πνεύματος: «'Ώσπερ γαρ ο άρτος της Ευχαριστίας, μετά την επίκλησιν του αγίου Πνεύματος ουκέτι άρτος λιτός αλλά σώμα Χριστού, ούτω και το άγιον τούτο μύρον ουκέτι ψιλόν, ούδ’ ως αν είποι τις κοινόν μετ’ επίκλησιν, αλλά Χριστού χάρισμα και Πνεύματος αγίου, παρουσία της αυτού θεότητος ενεργητικώς γινόμενον» . 

Το μυστήριο είναι κάτι μυστικό, κρυφό. «Τα μυστήρια είναι κρυμμένα για τους μη χριστιανούς, ακόμη και για τους προφήτες, αφού ο Χριστός δεν τα παρέδωκε, παρά με παραβολή». Είναι, ακόμη, «μυστή­ριο» αφού, αν και ο Θεός είναι αυτός που ενεργεί, ενεργεί ωστόσο με την πράξη του ιερέως. Όταν ο ιερεύς βαπτίζη, «ουκ αυτός σε βαπτίζει, αλλ’ ο Θεός έστιν ο κατέχων σου την κεφαλήν αοράτω δυνάμει»148. «Τί ούν;. . . πάντας ο Θεός χειροτονεί και τους αναξίους; Πάντας μεν ο Θεός ου χειροτονεί, δια πάντων δε αυτός ενεργεί»

Είναι φανερό ότι η ηθική αξία του ιερουργού όσο και αν πρέπει πάντοτε να αναζητήται, δεν απαιτείται όμως απόλυτα. Το ίδιο και η πίστη αυτού που δέχεται το μυστήριο δεν επηρεάζει διόλου το αντικειμενικό κύρος του μυστηρίου, άλλα τούτο ενεργεί πάντοτε ή για την σωτηρία ή για την κόλαση, ανάλογα με την πίστη. Τα μυστήρια δεν είναι μόνο σημεία που βεβαιώνουν τις θείες υποσχέσεις ούτε μέσα για να ζωοποιούν την πίστη και την εμπιστοσύνη, δεν παρέχουν μόνο, αλλά περιέχουν την χάρη· είναι οχήματα ή «εφόδια» της αθανασίας· είναι μαζί τα όργανα της σωτηρίας και η σωτηρία η ίδια.


ΚΕΙΜΕΝΟ  4. :   ΤΟ ΑΓΙΟ ΜΥΡΟ

(ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ )

ΠΡΩΤ.  ΚΕΙΜΕΝΟ :  Ε.Π.Ε. εκδ. « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ,  τ.  22,  σελ.  390.

 

Αφού λοιπόν πήραμε την πνευματική μας ύπαρξη και αναγεννηθήκαμε με το βάπτισμα, είναι φυσικό να αποκτήσουμε την κατάλληλη ενέργεια και κίνηση. Κίνηση που να ταιριάζει σε μια τέτοια θεία γέννηση. Αυτή την ενέργεια και την κίνηση μπορεί να μας τη δώσει το μυστήριο του θείου Μύρου. Το Άγιο Μύρο δραστηριοποιεί τις πνευματικές μας ενέργειες και τις δυναμώνει στον καθένα μας χωριστά, ανάλογα με την προετοιμασία που έκανε ο καθένας για το μυστήριο.

    Σήμερα γίνεται για τους βαπτισμένους αυτό ακριβώς που έκαναν τα χέρια των Αποστόλων στα κεφάλια των πρώτων χριστιανών. Μόλις οι Απόστολοι έβαζαν τα χέρια τους πάνω στα κεφάλια των πιστών μεταδιδόταν το Άγιο Πνεύμα. Και σήμερα όμως  έρχεται ο Παράκλητος σε όσους χρίονται με το άγιο Μύρο.

     Αποδείξεις για τον ερχομό του Πνεύματος με αυτό τον τρόπο είναι οι εξής: στην Παλαιά Διαθήκη χρίονταν και οι ιερείς και οι βασιλιάδες με τον ίδιο τρόπο. Τώρα ο θεσμός της Εκκλησίας αναδεικνύει βασιλιάδες εκείνους που χρίονται με μύρο, ενώ στους ιερείς έρχεται η χάρη του Αγίου Πνεύματος με τα χέρια του αρχιερέα. Αυτό θέλει να δείξει ότι και το μυστήριο του Χρίσματος και της χειροτονίας, οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα και έχουν μέσα τους την ίδια δύναμη. Άλλωστε και τα ονόματά τους έχουν πολύ σχέση. Το ένα ονομάζεται Χρίσμα και το άλλο κοινωνία του Αγίου Πνεύματος. Γιατί την χειροτονία των ιερέων οι άγιοι ιερείς την ονομάζουν χρίσμα. Και αυτούς που μυούνται στο μυστήριο του Μύρου πιστεύουν πως είναι κοινωνοί του Πνεύματος. Την τελετή του μυστηρίου την ονομάζουν σφραγίδα πνευματικής δωρεάς, φανερώνοντας αυτό ακριβώς που είναι η τελετή. Μάλιστα αυτό ψάλλουν, όταν τους χρίουν.

Αλλά και ο ίδιος ο Χριστός δεν δέχθηκε βέβαια μύρο χυμένο πάνω στο κεφάλι, είχε όμως μέσα Του το Άγιο Πνεύμα και με την ενσάρκωσή Του, έγινε θησαυρός όλης της πνευματική ενέργειας. Και δε λέγεται μόνο Χριστός αλλά και Χρίσμα. Πριν να έρθει βέβαια στον κόσμο ήταν Μύρο μόνο για τον εαυτό Του. Με την ενσάρκωσή Του όμως, σκορπίστηκε όλο το Μύρο της θεότητας μέσα στο σώμα Του, που δίκαια λέγεται και είναι χρίσμα. Το ότι μεταδόθηκε σήμαινε για Αυτόν ότι έγινε χρίσμα και κενώθηκε.

    Ο Θεός δε διέφερε από τους ανθρώπους από τον τόπο διαμονής Του, αλλά βρισκόταν πολύ μακριά ως προς τη διαφορά που είχε μαζί μας. Η ίδια η ανθρώπινη φύση μας είχε χωρίσει τον εαυτό της από το Θεό, αφού διέφερε σε όλα και τίποτα κοινό δεν είχε μαζί Του. Γιατί Αυτός ήταν μόνο Θεός ενώ η φύση μας ήταν μόνο άνθρωπος. Όταν όμως η ανθρώπινη σάρκα θεώθηκε στο άγιο Σώμα του Κυρίου, τότε και η ανθρώπινη φύση πήρε ως υπόσταση τον ίδιο το Θεό. Το τείχος που τα χώριζε έγινε πια μύρο. Κι έτσι δεν υπάρχει διαφορά που να χωρίζει το Θεό από τον άνθρωπο, γιατί ο Κύριος έγινε μια υπόσταση με δύο φύσεις:η θεία φύση που υπήρχε και η ανθρώπινη που δημιουργήθηκε. Έτσι η θεανθρώπινη υπόσταση του Χριστού, καταργεί την απόσταση ανάμεσα στο Θεό και στον άνθρωπο.

Η ανθρώπινη φύση θεώθηκε πάνω στο Σώμα του Χριστού, και από τότε τίποτα εκτός από την αμαρτία δε μας χωρίζει από το Θεό. Επειδή το τείχος που μας χώριζε ήταν διπλό, το ένα η ανθρώπινη φύση και το άλλο η διεφθαρμένη ψυχή μας από την αμαρτία, το πρώτο τείχος το γκρέμισε ο Σωτήρας με τη σάρκωσή Του και το άλλο με τη σταύρωση. Την αμαρτία την κατάργησε ο Σταυρός.

   Γι αυτό μετά το βάπτισμα χριόμαστε με το άγιο Μύρο. Αυτό έχει τη δύναμη να μας προσφέρει τις ευλογίες του Σταυρού και του θανάτου Εκείνου, δίνοντάς μας την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος. Γιατί αφού και τα δύο εμπόδια γκρεμίστηκαν, δεν υπάρχει τίποτα πια που να εμποδίσει την κοινωνία μας με το Άγιο Πνεύμα. Και λέμε μόνο για δύο εμπόδια γιατί όταν έρθει ο καιρός να συγκατοικήσω με το Θεό άμεσα, θα υπάρξει και τρίτο εμπόδιο ο θάνατος.

    Ενώ λοιπόν οι άνθρωποι έχουν χωριστεί τριπλά από το Θεό, για τη φύση τους, την αμαρτία και το θάνατο, ο Σωτήρας έφερε την απόλυτη συμφιλίωση με το Θεό νικώντας όλα τα επακόλουθα. Και ανύψωσε τη φύση μας όταν σαρκώθηκε, και νίκησε την αμαρτία πάνω στο Σταυρό με τη νέκρωσή Του. Και έδιωξε το θάνατο με την ανάστασή Του. Γιατί οι κληρονόμοι του Θεού πρέπει να είναι απαλλαγμένοι από τη φθορά του θανάτου. Μετά την κοινή ανάσταση των ανθρώπων της οποίας αιτία είναι η ανάσταση του Σωτήρα, οι καθαροί στην καρδιά θα δουν το Θεό πρόσωπο με πρόσωπο.

   Κατά το Βάπτισμα λοιπόν γίνεται η μετάδοση των ενεργειών του Αγίου Πνεύματος. Το Μύρο βάζει μέσα μας το Χριστό, στον Οποίον υπάρχει όλη η σωτηρία των ανθρώπων. από Αυτόν μετέχουμε το Άγιο Πνεύμα, μέσω Αυτού οδηγούμαστε προς τον Πατέρα. Βέβαια αυτός που αναπλάθει τον άνθρωπο είναι η Αγία Τριάδα από κοινού, αίτιος όμως και αυτουργός της σωτηρίας είναι μόνο ο Υιός και Λόγος του Θεού. Όχι μόνο γιατί πήρε ανθρώπινο σώμα, αλλά και γιατί από τότε έχει πάνω Του όλη την ανθρώπινη φύση στην αιωνιότητα.

    Το μυστήριο αυτό πρώτα πρώτα έδινε χαρίσματα θεραπείας και προφητείας και άλλα παρόμοια, και δεν ήταν καθαρή απόδειξη της δύναμης του Χριστού. Έπρεπε όμως να γίνουν όλα αυτά, αφού ο χριστιανισμός θεμελιωνόταν και η πίστη είχε ανάγκη από στηρίγματα.

   Αλλά και σήμερα και λίγο παλιότερα παρουσιάστηκαν τέτοια χαρίσματα σε κάποιους, που ή μίλησαν για τα μελλούμενα ή θεραπεύτηκαν από αρρώστιες, ή θεράπευσαν άρρωστους μόνο με την προσευχή τους. Και δε θαυματούργησαν μόνο ζωντανοί, αλλά και κάποιοι από τον τάφο τους. Η θαυματουργική τους δύναμη δε σταμάτησε ακόμα και μετά το θάνατο.

   Κάθε φορά όμως μοιράζει το Άγιο Πνεύμα χαρίσματα στους χριστιανούς. Και αυτά δίνονται σε κάθε εποχή, όπως το χάρισμα της πίστης ή της προσευχής ή της αγάπης. Και παρουσιάζονται στους χριστιανούς που τα δέχονται την κατάλληλη ώρα. Προσφέρονται λοιπόν χαρίσματα έστω και αν πολλοί δεν το καταλαβαίνουν. Επειδή βαπτίστηκαν σε μικρή ηλικία, αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν καμία συναίσθηση των θείων δώρων που τους δόθηκαν. Αλλά και όταν μεγαλώσουν στρέφονται σε ανάρμοστες πράξεις και τυφλώνουν τα μάτια της ψυχής τους.

     Ποτέ δεν σταμάτησε ο Κύριος να μας ευεργετεί, αφού μας υποσχέθηκε ότι θα παραμείνει κοντά μας για πάντα. Γιατί δεν γίνεται μάταια το μυστήριο. Όπως απ’ το λουτρό του βαπτίσματος δεχόμαστε την άφεση των αμαρτιών, όπως απ’ την Αγία Τράπεζα παίρνουμε το Σώμα του Χριστού – και δεν πρόκειται να σταματήσουν αυτά έως ότου έρθει πάλι Εκείνος φανερά -, έτσι και με το άγιο Μύρο. Έπρεπε οπωσδήποτε οι χριστιανοί να Το απολαμβάνουν και να μετέχουν στις δωρεές του Αγίου Πνεύματος. Γιατί πως είναι φυσικό τα άλλα μυστήρια να ενεργούν και αυτό να μην προσφέρει τίποτα; Θα έπρεπε ή για να κανένα μυστήριο να αμφιβάλουμε ή να θεωρούμε αμφίβολα και όλα τα άλλα, αφού σε όλα τα μυστήρια ενεργεί η ίδια Χάρη.

      Κατά το μυστήριο του Χρίσματος λοιπόν, προσφέρεται το Άγιο Πνεύμα. Και έχει σκοπό άλλοι χριστιανοί να μπορέσουν να βοηθήσουν τους αδελφούς τους με το να προφητεύσουν ή να διδάξουν τα μυστήρια του Θεού ή να θεραπεύσουν με το λόγο τους τους αρρώστους. Και άλλοι για να γίνουν αγιότεροι και να λάμψουν με την πολύ τους πίστη ή με την αγνότητα ή με την αγάπη τους. Γιατί απ’ τη μια πλευρά είναι δυνατόν να έρθει στο σωστό δρόμο κανείς με τη λογική και με τις καλές συνήθειες, να είναι δίκαιος, να προσφέρει αγάπη και να γίνει τέλειος. Απ’ την άλλη πλευρά, βοηθούμενος απ’ το Θεό, νικάει με τη θέλησή του τα πάθη, δείχνει φιλανθρωπία και εκφράζει όλη τη χριστιανική φιλοσοφία.

Όπως οι μεγάλες κακίες που φωλιάζουν μέσα στις ψυχές των ανθρώπων, οδηγούνται από τα πονηρά πνεύματα, έτσι και οι θείες αρετές κατευθύνονται από τον ίδιο το Θεό. Μ’ αυτό τον τρόπο ο Παύλος είχε αγάπη, ο Δαυίδ πραότητα και κάποιος άλλος, μια άλλη αρετή που την εξάσκησε υπεράνθρωπα.

Αλλά βέβαια και η πίστη είναι δώρο πνευματικό. Αυτό παρακαλούν να λάβουν και οι Απόστολοι λέγοντας: “δώσε μας πίστη”. Μα και ο ίδιος ο Κύριος προσεύχεται να χαριστεί απ’ τον Ουράνιο Πατέρα αγιασμός στους μαθητές Του λέγοντας: “αγίασέ τους με την αλήθεια Σου”. Έτσι το Άγιο Πνεύμα είναι “Πνεύμα σοφίας, Πνεύμα σύνεσης και θέλησης” και ευσέβειας. Και όλα τα άλλα δώρα του Αγίου Πνεύματος, που το όνομά τους παίρνουν όσοι τα δέχονται, προέρχονται από το ίδιο το Άγιο Πνεύμα.

    Σ όλους λοιπόν τους χρισμένους χριστιανούς χαρίζει απ’ τα δικά Του αγαθά. Αλλά η συναίσθηση για αυτά τα δώρα, και η φροντίδα για τον πνευματικό πλούτο τους, για να τα χρησιμοποιήσουν καλά, δεν είναι σε όλους η ίδια.

      Άλλοι χριστιανοί δεν μπόρεσαν να το καταλάβουν, επειδή έλαβαν μικροί το μυστήριο, άλλοι δεν ετοιμάστηκαν ούτε έδειξαν την προθυμία που έπρεπε γι’ αυτό. Σε μερικούς όμως απ’ αυτούς, μετά από καιρό, η μετάνοια και τα δάκρυα για τις αμαρτίες τους και η καλή ζωή τους, φανέρωσαν στις ψυχές τους τη χάρη που είχε ριζώσει μέσα τους το μυστήριο. Γιατί αν δεν ασχολούμαστε με την πνευματική ζωή μας, δεν υπάρχει τίποτα σε μας παρ’ όλο που δεχθήκαμε τα θεία δώρα. Χρειάζεται μεγάλος κόπος για όσους θέλουν να έχουν αυτά τα χαρίσματα ζωντανά στην ψυχή τους.

    Ώστε λοιπόν, αν κάποιος απ’ τους χριστιανούς φαίνεται πως διακρίνεται στην αγάπη ή στην καθαρότητα ή στην αγνότητα ή στην ταπείνωση ή στην υπερβολική του πίστη, πρέπει να θεωρούμε ότι αιτία γι’ αυτά είναι το άγιο Μύρο. Και να πιστεύουμε πως αυτό το δώρο του δόθηκε τότε, όταν έγινε μέτοχος του μυστηρίου, αλλά η ενέργειά του φάνηκε αργότερα. Το ίδιο συμβαίνει και με εκείνους που έδειξαν ότι έχουν προφητικό χάρισμα ή ότι θεραπεύουν δαιμονισμένους ή και αρρώστους από κάποια ασθένεια. Τα πήραν απ’ το μυστήριο του αγίου Χρίσματος.

    Αν λοιπόν πρέπει να κατηγορήσουμε το μυστήριο επειδή δεν φανερώνονται τα πνευματικά Του δώρα στους χριστιανούς, γιατί χρειάζεται να μυηθούμε σ’ αυτό; Τι κέρδος θα είχε το μυστήριο του Χρίσματος αν δεν μπορούσε να μας δώσει αυτό που ζητάμε; Γιατί αν δεν μας δίνει να απολαύσουμε όσα μας υπόσχεται και όσα είναι ο προορισμός Του να δώσει, για τα οποία προσεύχεται ο ιερέας κατά τη διάρκεια του μυστηρίου, δεν θα έπρεπε να περιμένουμε κάποιο άλλο αγαθό από εκεί. Αλλά όχι, το μυστήριο δεν γίνεται μάταια.

      Απόδειξη είναι το γεγονός πως τίποτα απ’ τα χριστιανικά έργα δεν είναι μάταιο. Οποιοδήποτε πνευματικό έργο ή χάρισμα βρίσκεται στους ανθρώπους, αυτό θα πρέπει οπωσδήποτε να αποδοθεί στο άγιο Χρίσμα.

    Δεν υπάρχει κανένα αγαθό που το απέκτησαν οι άνθρωποι και να μην δόθηκε από Εκείνον. Απ’ τον Ιησού Χριστό δηλαδή, ο Οποίος έγινε μεσίτης Θεού και ανθρώπων. ούτε υπάρχει κάτι άλλο που θα μας βοηθήσει να βρούμε τον Ιησού και να απολαύσουμε τα δώρα Του, παρά μόνο τα μυστήρια. Γιατί τα μυστήρια μας κάνουν μετόχους των χαρισμάτων, που πήρε ο Ιησούς με την ενσάρκωσή Του και με τα πάθη που υπόμεινε.

    Με δυο τρόπους βέβαια γίνεται η συμφιλίωση με το Θεό και ολόκληρη η σωτηρία των ανθρώπων: με την μύηση στα ιερά μυστήρια της Εκκλησίας μας και με την εξάσκηση μας στην αρετή. Με το δεύτερο εννοώ την ανθρώπινη προσπάθεια, που διατηρεί τα δώρα που δόθηκαν στο μυστήριο.

     Ο μόνος λοιπόν χορηγός όλων των αγαθών είναι η δύναμη των μυστηρίων. Το έργο κάθε μυστηρίου είναι διαφορετικό από τα άλλα μυστήρια. Η μετάληψη όμως του Αγίου Πνεύματος εξαρτάται απ’ το μυστήριο του αγίου Χρίσματος. Και αυτός ο φωτισμός του βαπτίσματος απλώνεται σχεδόν αμέσως στις ψυχές των βαπτισμένων, δεν είναι όμως από τότε σε όλους φανερός. Μόνο σε μερικούς ενάρετους φαίνεται αργότερα, όταν με πολλούς κόπους, δάκρυα και με την αγάπη τους για το Χριστό, καθαρίσουν τα μάτια της ψυχής τους.

Γι’ αυτό το άγιο Μύρο μας βοηθάει στις παρακλήσεις μας όταν προσευχόμαστε. Γιατί χριόμενοι με το Μύρο γινόμαστε χριστιανοί, αφού το Μύρο που χύθηκε είναι παράκλητος προς το Θεό και Πατέρα. Και παίρνουμε τον άγιο Άρτο από την αλειμμένη με Μύρο αγία Τράπεζα, σαν να Τον παίρνουμε από το ίδιο το χέρι του Χριστού. Και πίνουμε το αίμα Του και κοινωνούμε, όπως κοινώνησε ο Κύριος τους πρώτους μαθητές Του στο Μυστικό Δείπνο.

Ο ίδιος ο Χριστός είναι και ο ιερέας και το θυσιαστήριο και η θυσία. Εκείνο που προσφέρει είναι ο Ίδιος. Και διαμοίρασε τα μυστήρια. Άλλο δίνει με τον Άγιο Άρτο και άλλο με το Άγιο Μύρο. Γιατί ο Σωτήρας είναι και το θυσιαστήριο αλλά και ο θύτης. Αρχιερέας είναι εξαιτίας του χρίσματος που έχει μέσα Του. Εξάλλου παλιά οι ιερείς γίνονταν ιερείς με χρίσμα. Και θυσία είναι ο Κύριος εξαιτίας του Σταυρού και του θανάτου Του.

     Αλλά είναι και Μύρο ο Χριστός και Χρίσμα, εξαιτίας του Αγίου Πνεύματος, χάρις στο Οποίο μπορούσε και ενεργούσε όλα τα ιερά έργα Του. Αγίασε και αγιάστηκε και δεν εμποδίστηκε να πάθει οτιδήποτε. Αυτά λοιπόν ήταν γνωρίσματα θυσιαστηρίου και θύτη και θυσίας. Γιατί λέγεται ότι το θυσιαστήριο αγιάζει.

     Το Σώμα του Χριστού είναι και Άρτος εξαιτίας της σάρκας που έλαβε ο Κύριος, η οποία αγιάστηκε και θεώθηκε για δυο λόγους: και γιατί δέχθηκε το Χρίσμα του Αγίου Πνεύματος, και για την πληγή του Σταυρού. Γι’ αυτό ο Κύριος προσφέρεται σαν Άρτος και προσφέρει τον εαυτό Του σαν Μύρο, αφού θεώνει τη σάρκα Του και μας κάνει εμάς μετόχους του Χρίσματος. Έτσι και ο Ιακώβ για να προδιαγράψει αυτό το μυστήριο, άλειψε με λάδι τον λίθο και τον ανέθεσε στον Θεό.

Το Άγιο Πνεύμα όταν χυθεί πάνω σε εμάς τους χριόμενους, είναι εκτός απ’ τα άλλα και Πνεύμα υιοθεσίας. Και μαρτυρεί ότι είμαστε παιδιά του Θεού στο Πνεύμα και στην καρδιά μας. Τέτοια βοήθεια δίνει το άγιο Μύρο σε εκείνους που θέλουν να ζουν χριστιανική ζωή.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ 5. ΣΥΝΕΡΓΙΑ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

(ΝΙΚΟΛΑΟΣ  ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ  )

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ :  Ε.Π.Ε. εκδ.  « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ,  τ.  22,   σελ.  586.

Είπαμε  μέχρι τώρα τι γίνεται με το χριστιανό που μετέχει στα μυστήρια. Τώρα μένει να εξετάσουμε τι γίνεται αν διατηρήσει ότι  πήρε απ’ αυτά, και πόσο μεγάλος  γίνεται αν προσθέσει και τις δικές του προσπάθειες στη Θεία Χάρη.

Εκείνα που δημιουργούν και  συντηρούν την πνευματική ζωή του χριστιανού, όπως  έχουμε πει, είναι η Χάρη που πηγάζει απ’ τα μυστήρια και η επιμέλεια και φροντίδα όσων τη δέχτηκαν, για να τη διατηρήσουν. Τώρα πρέπει να κοιτάξουμε τη χριστιανική ζωή κάτω από ένα γενικό πρίσμα και να φανερώσουμε και τα δυο. Να δούμε μέχρι που μπορεί να συμπορευτεί η ανθρώπινη αρετή με τη Θεία Χάρη.

Αυτό θα το καταλάβουμε αν παρατηρήσουμε το χριστιανό που έχει και δυο στοιχεία, την ανθρώπινη προσπάθεια και τη  Θεία Χάρη. ϳΌπως  ακριβώς αν θελήσει κανείς να δείξει την αξία της υγείας, θα μας παρουσίαζε έναν υγιέστατο άνθρωπο. Αυτόν το χριστιανό που ζει έτσι, τον παρατηρούμε και γνωρίζουμε την πνευματική του υγεία και την ομορφιά του,  εξετάζοντάς τον από όλες τις πλευρές. Και ιδιαίτερα προσέχουμε τον προσωπικό του στολισμό, δηλαδή την αρετή της ψυχής του και όχι τα εξωτερικά  του χαρίσματα. Με τα θαύματα βέβαια που μπορεί να κάνει, μπορεί  κάποιος θα θεωρήσει το χριστιανό άγιο, το οποίο όμως είναι ένα απλό τεκμήριο της αρετής.  Το να δοκιμάσει όμως τους τρόπους της ζωής του, είναι σα να γνωρίζει τον ίδιο τον άνθρωπο. Τι χρειάζεται κανείς να ζητάει θαύματα, αφού μπορεί να μάθει την αξία της αρετής απ’ τον τρόπο ζωής του ανθρώπου;

     Τα θαύματα δεν είναι πάντα η αναγκαία απόδειξη της ενάρετης ζωής. Πραγματικά, τα θαύματα δεν τα συναντάμε σε όλους τους Αγίους, αλλά και ούτε όσοι θαυματούργησαν ήταν εργάτες της αρετής. Πολλοί μεγάλοι Άγιοι που πέτυχαν θαυμαστά κατορθώματα ενώπιον του Θεού, δεν έκαναν κανένα θαύμα. Αντίθετα υπήρξαν μερικοί πονηροί και κακοί άνθρωποι που επέδειξαν θαυματουργικές ενέργειες.

Γι’ αυτό λοιπόν, για την κατάκτηση της αρετής χρειάζονται και τα Άγια μυστήρια και κάθε κόπος. Κανείς όμως ποτέ απ’ τους Αγίους δεν πονηρεύτηκε με ποιον τρόπο πρέπει να κοπιάσει, για να αποκτήσει την ικανότητα να κάνει θαύματα. Πολλοί όταν δεν υπήρχαν στη ζωή τους τα θαύματα,  ούτε τα πόθησαν ούτε τα ζήτησαν, ενώ όταν θαυματουργούν, δεν επιτρέπεται ούτε να χαίρονται γι’ αυτά.

Αφού, λοιπόν, τα θαύματα δεν κάνουν την αρετή στον άνθρωπο, ούτε  μπορούν να την επιβεβαιώσουν, όταν υπάρχει, είναι περίεργο να ζητάει κανείς θαύματα, για να δείξει ότι υπάρχει αρετή. Ούτε  επειδή ένας άνθρωπος μπορεί και βλέπει αποκαλύψεις και οράματα, πρέπει  να τον αναγνωρίσουμε απ’ αυτά και να τον θαυμάσουμε. Βέβαια πολλές φορές αυτά έρχονται σαν επακόλουθα της ενάρετης  χριστιανικής ζωής, αλλά δεν είναι απαραίτητες αποδείξεις της. ϳΏστε τίποτα δεν μπορούν επιπλέον να προσθέσουν στην αρετή κάποιου, που ενδιαφέρεται μόνο γι αυτά.

Επομένως, ας μην υπολογίσουμε όλα τα άλλα, αλλά ας δούμε μόνο τη θέληση της ψυχής, απ’ την οποία εξαρτάται η αρετή και η κακία του ανθρώπου, η αληθινή υγεία και η αρρώστια, η ζωή γενικά και ο θάνατος.

   Όταν η θέλησή μας είναι αγαθή και στραμμένη προς το Θεό, μόνο τότε ζούμε την αληθινή χριστιανική ζωή.

Για να γίνει όμως η θέληση του ανθρώπου τέτοια, ώστε να θέλει μόνο το αληθινά αγαθό. Χρειάζεται συνεχής συμμετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας μας και πολύ μελέτη.’ Αλλωστε όλη η φροντίδα του Θεού για το ανθρώπινο γένος, μπορεί να δει  κανείς  ότι έχει αυτό τον τελικό σκοπό. Γι’ αυτό άλλωστε  δημιούργησε ο Θεός για μας αυτό τον κόσμο, έβαλε νόμους, έστειλε αμέτρητα αγαθά και τιμώρησε πολλές φορές με συμφορές, με μια προοπτική: να μας κάνει να επιστρέψουμε στον εαυτό Του. Να μας πείσει μόνο αυτόν να θέλουμε και μόνο Αυτόν να αγαπάμε. Να θέλουμε πάντα την αρετή και να είμαστε γεμάτοι καλοσύνη.

    Αυτό μαρτυρούν όλες οι  εντολές, όλες οι προτροπές και κάθε ωφέλιμος λόγος. Γιατί όταν ο Κύριος καταδικάζει την πλεονεξία, τη σαρκική επιθυμία, όταν καταπνίγει το θυμό και ξεριζώνει το μίσος, τίποτα άλλο δε ζητάει από την αγαθή διάθεση και  την επιείκεια. Αλλά και η ταπείνωση, το πένθος, η ελεημοσύνη, η καλοσύνη και όλα τα άλλα, είναι ολοκληρωτικά έργα της θέλησής μας. Αλλά και η πίστη στην αλήθεια του Θεού και η εμμονή στα σωστά δόγματα της Εκκλησίας, είναι γνώρισμα των ανθρώπων που έχουν καλή διάθεση. Γενικά ο Θεός λέει ότι έδωσε το νόμο του στον άνθρωπο εξαιτίας της αγάπης. Αλλά και η αγάπη είναι αρετή της θέλησης.

     Αφού λοιπόν ο Θεός μετά από τόση φροντίδα αναζητάει τη θέλησή μας, δίνει σ’ αυτήν τα πάντα και βάζει μέσα της όλη τη δύναμη και την κίνηση προς το αγαθό. Αρα το βάπτισμα και τα άλλα μυστήρια τα έδωσε, για να εξαγνίσει τη θέλησή μας. Και όλη η δύναμη των μυστηρίων ενεργοποιείται μέσα απ’ τη θέληση. Επομένως, τι μπορούν να μας προσφέρουν τα μυστήρια;

   Μας προετοιμάζουν για τη μέλλουσα ζωή. Και τι είναι αυτό, που μόνο με το οποίο προετοιμαζόμαστε; Η τήρηση των εντολών του Θεού, ο οποίος μπορεί να μας στεφανώσει ή να μας τιμωρήσει στη μέλλουσα ζωή. Αυτό είναι που φέρνει μέσα μας τον ίδιο το Θεό να κατοικήσει. Αλλά το να γνωρίσει κάποιος  πρώτα  και μετά να τηρήσει τις εντολές, είναι έργο μόνο της θέλησης του καθενός. Αυτό είναι γνώρισμα της ψυχής: το να αναλαμβάνει καθένας τις ευθύνες του για όλα. Πουθενά δε θα βρει κανείς άνθρωπος  να ζει  μια ζωή άξια επαίνων ή τιμωριών, χωρίς να ενεργεί ο ίδιος με τη θέλησή του.

Επομένως, αν ανοίξουμε τη θέληση του χριστιανού που ζει κοντά στο Θεό, θα βρούμε να λάμπει μέσα της η μακάρια χριστιανική ζωή. Και για να γνωρίσουμε όλη τη δύναμη της, ας την εξετάσουμε στο αποκορύφωμά της, όπως και τη δύναμη του σώματος την παρατηρούμε, όταν είναι στην ακμή του.

   Το τελικό αποτέλεσμα της θέλησης είναι η χαρά ή η λύπη. Την πρώτη την επιθυμούμε με κάθε τρόπο, ενώ τη δεύτερη την αποστρεφόμαστε. Ο,τι είναι λοιπόν ο κάθε άνθρωπος φαίνεται απ’ τη θέληση και τα έργα του. Αυτά χαρακτηρίζουν τον καθένα και χωρίζουν τους καλούς απ’ τους κακούς.

    Ετσι  η ζωή των ανθρώπων είναι διπλή. Των πονηρών που ευχαριστιούνται με τα αισχρά πράγματα, και των ενάρετων που χαίρονται  με τα καλά. Και οι πρώτοι λυπούνται για όσα φαίνονται λυπηρά, ενώ οι άλλοθι λυπούνται για εκείνα που πραγματικά είναι κακά και καταστρεπτικά. Ας μη ξεχνάμε ότι όλα αυτά εξαρτούνται από τη θέληση και τα έργα της.Αφού λοιπόν μιλάμε για τη μακάρια πνευματική ζωή, πως δεν είναι ανάγκη να μελετήσουμε αυτά; Γιατί έτσι θα μάθουμε τη μορφή αυτής της ζωής  αλλά και την αληθινή της ευτυχία.

Comments