Πατερική Ανθολογία: Ηθική και Εσχατολογία

αναρτήθηκε στις 18 Ιουλ 2014, 12:10 μ.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Θεολόγος, Ειδικός Γραμματέας του ΔΣ της ΠΕΘ 

ΣΤ' ΟΜΑΔΑ  ΚΕΙΜΕΝΩΝ:  ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

Η ΚΑΤΟΡΘΩΣΗ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ

Του π. Παύλου Yazigi ( Από το βιβλίο του « Ηθική και Εσχατολογία » - Διδακτορική Διατριβή)

Η άσκηση είναι  η εσχατολογική λύση και μορφή του παρόντος βίου. Αυτή σε συνεργασία με το Πνεύμα κατορθώνει τις αρετές, επαναφέρει δηλαδή τον άνθρωπο στην τελείωση, στον προορισμό του. Βέβαια δεν έχει χαρακτήρα αρνητικόν σαν αποχή από το κακό, αλλ’ αντίθετα πολύ θετικό σαν κατόρθωση αρετής και εργασία του καλού. «Ου γάρ αρκεί μόνον η αποχή των κακών, αλλά δει προσθήναι και την εργασίαν των αγαθών». Κι ο Χριστός άλλωστε δεν κρίνει για τις κακίες αλλά για την παράλειψη του καλού.

Ασφαλώς δεν γίνεται λόγος για κατόρθωση μιας μεμονωμένης αρετής. «Αρετή» ή «δικαιοσύνη» είναι η γενική κατάσταση ή το σύνολο των αρετών. Γίνεται λοιπόν λόγος για άνθρωπο ενάρετο ή μη, πνευματικό ή μη. Είναι αδύνατο να είναι κανείς «υιός της βασιλείας» και πνευματικός με ορισμένες μόνο αρετές. «Ος εάν λύση μίαν των εντολών τούτων των ελαχίστων ελάχιστος κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών». «Ελάχιστος» εδώ δεν σημαίνει, κατά το Χρυσόστομο, το λιγώτερο από το «μέγας», αλλά το αντίθετο του σημαίνει ότι αυτός δεν σώζεται. Αυτό φαίνεται κι από το ότι την κάθε αρετή, στην οποία αναφέρεται ο Χρυσόστομος, την αποκαλεί «κεφαλήν» όλων των αρετών και «ρίζαν» και «θεμέλιον».

  Διότι κι όλες οι άλλες αρετές, όταν λείπει μία, έστω και η ελάχιστη, είναι ανεπαρκείς για τη Βασιλεία των ουρανών. Ο Χρυσόστομος φρονεί ότι ο λόγος της απώλειας των πέντε μωρών παρθένων ήταν η έλλειψη μόνης της ελεημοσύνης, ομοίως δε και του ασπλάχνου πλουσίου.

   Αλλού ο ι. πατήρ λέγει ότι το «μη λοιδορείν» είναι ελάχιστο μέρος αρετής, κι όμως και η έλλειψη αυτού του μέρους εκβάλλει από τη βασιλεία. Και η σωφροσύνη είναι μέρος μόνον αρετής, αλλά χωρίς αυτήν κανείς δεν πρόκειται να δη τον Κύριο. Και η ταπεινοφροσύνη επίσης είναι «μόριον αρετής», «αλλ’ όμως καν ετέρα τις επιτελέση καλά, ταύτην δε μη κατορθώση, ακάθαρτος παρά τω Θεώ». Αυτό το συμπεραίνει ο Χρυσόστομος από το φαρισαίο, ο οποίος «μυρίοις κομών αγαθοίς, εντεύθεν πάντα απώλεσεν»

   Παρά ταύτα στο Χρυσόστομο είναι ευδιάκριτη μια ιεράρχηση στον τονισμό των αρετών, όπου προεξάρχουν η ταπεινοφροσύνη και η αγάπη, η ταπεινοφροσύνη σα θεμέλιο και αφετηρία ή δε αγάπη σαν κορωνίδα, η πρώτη σαν αρχή και βάση, η δεύτερη σαν τέλος και σκοπός, εκείνη σαν προυπόθεση, αυτή σαν υπόθεση όλων των αρετών. Σε ίσο τονισμό αναφέρει και την ελεημοσύνη, την οποία όμως , όπως θα δούμε, εντάσσει σα στοιχείο στην αγάπη

      

ΚΕΙΜΕΝΟ  1.  Η ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ : Ε.Π.Ε. εκδ. « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΕΡΓΑ ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ,  τ.  31.

    Όσοι υπερηφανεύονται για τα καλά τους έργα και δεν έχουν πίστη στο Θεό, μοιάζουν με λείψανα νεκρών, που είναι ντυμένα με ωραία ρούχα, αλλά δεν αισθάνονται την ωραιότητά τους. Σε τι ωφελείται, δηλαδή, ο άνθρωπος, όταν έχει ψυχή ντυμένη με καλά έργα αλλά νεκρή; Τα έργα γίνονται για τον Κύριο και με την ελπίδα των επουράνιων βραβείων. «Αν, λοιπόν, αγνοείς Εκείνον που προκηρύσσει τα βραβεία, τότε για ποιόν αγωνίζεσαι;

Για  να φάει κανείς, πρέπει να είναι ζωντανός. Όποιος δεν έχει ζωή, δεν είναι δυνατό να δεχθεί τροφή. Για να ζήσει κανείς αιώνια, πρέπει να έχει πίστη στο Χριστό, πίστη που τρέφεται και με τα καλά έργα. Όποιος δεν έχει πίστη στο Χριστό, ακόμα κι αν κάνει καλά έργα, δεν είναι δυνατό να κερδίσει την αιώνια ζωή. Απεναντίας, και δίχως έργα, μπορεί κανείς να κληρονομήσει την ουράνια βασιλεία, αν έχει ζωντανή πίστη. Και θα σας το αποδείξω στη συνέχεια. Ο ληστής, που σταυρώθηκε μαζί με τον Κύριο, κέρδισε τον παράδεισο μόνο και μόνο με την πίστη του.

Ο εκατόνταρχος Κορνήλιος έκανε πολλές ελεημοσύνες και προσευχές, αλλά δεν γνώριζε το Χριστό. Επειδή, λοιπόν, τα έργα δίχως την πίστη είναι νεκρά, ο αγαθός και δίκαιος Θεός, για να επιβραβεύσει τα έργα του Κορνήλιου, του έστειλε έναν άγγελό Του, που του είπε: «Κορνήλιε, οι προσευχές σου και οι ελεημοσύνες σου ανέβηκαν ως το Θεό, κι Αυτός δεν σε ξεχνάει» (Πρακ. 10:4). Θα απόρησε, βέβαια, ο εκατόνταρχος. «Μα αν οι προσευχές μου και οι ελεημοσύνες μου έγιναν δεκτές από το Θεό, τι μου λείπει ακόμα για να είμαι δίκαιο;», θα αναρωτήθηκε. Και ο άγγελος του εξήγησε: «Στείλε ανθρώπους στην Ιόππη και κάλεσε τον Σίμωνα, που λέγεται και Πέτρος. Αυτός θα σε διδάξει, πως θα σωθείς κι εσύ και όλη η οικογένεια σου» (Πραξ. 11:13-14). Αν, λοιπόν, ο Κορνήλιος σώθηκε με όσα τον δίδαξε ο Πέτρος, αυτό σημαίνει ότι δεν ήταν δυνατό να σωθεί μόνο με τα καλά του έργα. Χρειαζόταν και την πίστη.

Λένε για έναν ειδωλολάτρη φιλόσοφο, ότι, μπαίνοντας στο μέγαρο κάποιου άρχοντα και βλέποντας τους τοίχους καλυμμένους μ’ αστραφτερά μάρμαρα, την οροφή χρυσοστόλιστη και το πάτωμα στρωμένο μ’ ακριβά χαλιά, γύρισε κι έφτυσε τον οικοδεσπότη καταπρόσωπο και όταν τον ρώτησαν, γιατί το έκανε αυτό, απάντησε, πως, επειδή δεν ήταν δυνατό να φτύσει κάπου αλλού, μια και το σπίτι όλο ήταν τόσο λαμπρά διακοσμημένο, αναγκάστηκε να φτύσει στο πρόσωπο του άρχοντα.

Βλέπεις, πόσο καταγέλαστος γίνεται εκείνος που φροντίζει μόνο για τα εξωτερικά, τα υλικά, τα φθαρτά, και πόσο περιφρονείται από τους συνετούς ανθρώπους; Και πολύ σωστά, βέβαια. Γιατί, όταν στολίζεις τοίχους και πατώματα, αδιαφορείς όμως για την αθάνατη ψυχή και την αφήνεις με κουρέλια, την αφήνεις πεινασμένη και πληγωμένη, την αφήνεις να κατασπαράζεται από τα νοητά θηρία, πες μου, δεν είσαι αξιοκατάκριτος, δεν είσαι για γέλια και για κλάματα;

Αν χάσεις χρήματα, μπορείς ν’ αποκτήσεις πάλι το ίδιο, αν χάσεις το σπίτι σου, το ζώο σου, οτιδήποτε από τα υπάρχοντά σου. Αν, όμως, χάσεις την ψυχή σου, άλλη ψυχή δεν θα μπορέσεις ν’ αποκτήσεις. Κι αν όλος ο κόσμος είναι δικός σου, κι αν κυριαρχείς στην οικουμένη, δεν θα μπορέσεις, δίνοντας όσα έχεις και την οικουμένη ολόκληρη, ν’ αγοράσει μια ψυχή.

Φοράς όχι ένα αλλά χίλια βασιλικά στέμματα; Αν το σώμα σου προσβληθεί από αγιάτρευτη αρρώστια, δεν θα μπορέσεις να αποκαταστήσεις την υγεία του, δίνοντας ακόμα και το βασίλειό σου ολόκληρο. Κι ας εξουσιάζεις τόσα και τόσα υγιή σώματα, τα σώματα των υπηκόων σου. Αυτό, λοιπόν, που δεν μπορείς να κάνεις για το σώμα σου, πολύ περισσότερο δεν μπορείς να το κάνεις για την ψυχή σου.

   Ο Θεός μας έδωσε δυό χέρια, δυό πόδια, δυό μάτια, δυό αυτιά. Έτσι, αν το ένα απ’ αυτά πάθει κάποια βλάβη, μπορούμε να εξυπηρετηθούμε με το άλλο. Ψυχή, όμως, μας έδωσε μόνο μια. Αν τη χάσουμε, που θα βρούμε άλλη;

Η ψυχή, όταν κυριεύεται ολοκληρωτικά από ένα πάθος, εύκολα λέει και αδίσταχτα πράττει όσα προξενούν την οργή του Θεού, αφού γίνεται δούλα κάποιου άλλου κυρίου, που της επιβάλλει τα αντίθετα ακριβώς από τον Κύριο.     

Η ψυχή, όταν απελπίζεται ολότελα για τη σωτηρία της, δεν απέχει πολύ από την παραφροσύνη. Τότε, αφού παραδώσει τα χαλινάρια της σωτηρίας της στις άλογες επιθυμίες, τρέχει ασυγκράτητη παντού, όπου υπάρχει αμαρτία, ώσπου να γκρεμιστεί στο βάραθρο της αιώνιας απώλειας.             

Η ψυχή, όταν συμβιβαστεί με την αμαρτία, που είναι ανελέητη, επιδεικνύει τρομακτικά την ασθένειά της. Όπως το γουρούνι, όταν κυλιέται στη λάσπη, ευχαριστιέται, έτσι και η ψυχή, όταν αιχμαλωτιστεί από την κακή συνήθεια, δεν αντιλαμβάνεται τη δυσωδία των αμαρτιών της. Και όπως η γη, όσο σπόρο κι αν της ρίξεις, όταν δεν ποτιστεί από τη βροχή, δεν είναι δυνατό να δώσει σιτάρι, έτσι και η ψυχή, όσα λόγια κι αν σπείρεις μέσα της, όταν δεν φωτιστεί πρώτα από τις άγιες Γραφές, δεν είναι δυνατό να παρουσιάσει κάποιο καρπό αρετής. Τι δίνει η γη που δεν καλλιεργείται; Αγριόχχορτα, αγκάθια και τριβόλια. Τι κάνει η ψυχή που δεν καλλιεργείται πνευματικά; Άνομα και πονηρά έργα. Όσο πιο ακαλλιέργητη μένει η γη, τόσο αυξάνονται και θεριεύουν τα’ αγριόχορτά της. Όσο πιο ακαλλιέργητη μένει η ψυχή, τόσο αυξάνονται και θεριεύουν τα πάθη της, τόσο περισσότερες και βαρύτερες γίνονται οι αμαρτίες της, που την οδηγούν τελικά στο θάνατο.

                Τι παράξενο, αλήθεια! Όλοι παρακολουθούν με το στόμα ανοιχτό τα φευγαλέα επίκαιρα θέματα της πρόσκαιρης τούτης ζωής για τα μελλοντικά και αιώνια θέματα, όμως, ούτε σκέψη δεν περνάει από το νου τους. Για τα φαγοπότια και τις σωματικές απολαύσεις είναι πάντα βιαστικοί, τις ψυχές τους όμως, τις αφήνουν να λιώνουν από πνευματική πείνα. Για την περιποίηση και τον καλλωπισμό του σώματος φροντίζουν όσο μπορούν για την ψυχή, όμως, αδιαφορούν. Για το σώμα, όταν αρρωστήσει, και γιατρούς καλούν και φάρμακα χρησιμοποιούν και χρήματα πολλά ξοδεύουν, ώσπου να το θεραπεύσουν για την ψυχή, όμως, που υποφέρει από τη θανάσιμη αρρώστια της αμαρτίας, δεν κάνουν τίποτα. Και το χειρότερο είναι, ότι, υστερ’ από τόσες φροντίδες για το θνητό σώμα, όχι μόνο αυτό πεθαίνει, αλλά και η ψυχή καταδικάζεται στην ατελεύτητη κόλαση.           

Επειδή, λοιπόν, λυπάμαι κατάκαρδα για την αφροσύνη, το σκοτισμό και την πώρωση των ανθρώπων, θα ήθελα να έχω φωνή τόσο βροντερή, που να φτάνει στου κόσμου τα πέρατα, και, αφού βρω ένα σημείο πολύ ψηλό, το πιο ψηλό της γης, ν’ ανέβω εκεί πάνω και να φωνάξω σ’ όλα τα έθνη και τις φυλές εκείνο που είπε ο προφήτης Δαβίδ: «Άνθρωπε, ως πότε θα είστε σκληρόκαρδοι (προσηλωμένοι στη γη);» (Ψαλμ. .4:3). Πονάω και κλαίω για το κατάντημά σας. Ναι, κλαίω, γιατί παραγνωρίζετε τη μακροθυμία του Θεού, που σας ανέχεται, περιμένοντας τη μετάνοιά σας, και δεν σας τιμωρεί παιδαγωγικά.  

Δεν πρέπει, βλέπετε, να κλαίμε τον πληγωμένο, που βογγάει σπαραχτικά από τους πόνους, όταν ο γιατρός καυτηριάζει τις πληγές του γιατί τους πόνους, που προξενεί η καυτηρίαση, τους ακολουθείς η επούλωση των τραυμάτων. Ας κλαίμε τον πληγωμένο, που κείτεται στο κρεβάτι του πόνου δίχως καμιάν ιατρική φροντίδα γιατί οι πληγές του θα κακοφορμίσουν και θα τον οδηγήσουν στο θάνατο. Όμοια, στην περίπτωση μιας ψυχής πληγωμένης από την αμαρτία, δεν πρέπει να λυπόμαστε, όταν ο Θεός της επιβάλλει παιδαγωγικές τιμωρίες, γιατί αυτές τη θεραπεύουν. Ας λυπόμαστε και ας θρηνούμε για την ψυχή που αμαρτάνει χωρίς να τιμωρείται, γιατί την περιμένει τιμωρία αιώνια.            

Όποιος καθαρίσει την ψυχή του από την αμαρτία και τη στολίσει με την αρετή, θα την κάνει κατοικία του Χριστού. Και ποιος είναι πιο μακάριος, ποιος είναι πιο ευτυχισμένος από κείνον που έχει στην ψυχή του το Χριστό, την Πηγή της ζωής, της χαράς, της αθανασίας;        

Ο προφυλακισμένος εγκληματίας βασανίζεται ψυχικά από τη λύπη, ιδιαίτερα τη μέρα που πρόκειται να οδηγηθεί από τη φυλακή στο δικαστήριο. Εκεί, όταν, στο τέλος της δίκης, σηκωθεί από το εδώλιο για ν’ ακούσει την αυστηρή φωνή του δικαστή, που θ’ αναγγέλλει την καταδίκη του, παγώνει από το φόβο του και μοιάζει σαν νεκρός. Έτσι και η ψυχή, όταν στον κόσμο τούτο διαπράττει αμαρτίες, υποφέρει και στενοχωριέται. Πολύ περισσότερο, όμως, βασανίζεται, όταν, αφού εγκαταλείψει τον κόσμο, πρόκειται να οδηγηθεί στο φοβερό δικαστήριο του Θεού, όπου θα λογοδοτήσει για τις πράξεις της. Γι’ αυτό συχνά τρέμει και φοβάται και κάνει πίσω, όταν έρθει η στιγμή ν’ αποχωριστεί από το σώμα. Γιατί τότε ακριβώς κάθε αμαρτία, που έκανε στην παρούσα ζωή, παρουσιάζεται μπροστά της σαν σκληρός κατήγορός της.        

Ας φροντίσουμε, λοιπόν, την αθάνατη ψυχή μας, ας προτιμήσουμε τα ουράνια από τα γήινα και τα άφθαρτα από τα φθαρτά αγαθά, τα οποία εύχομαι ν’ απολαύσουμε όλοι, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.                 

 

ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ : Προϋπόθεση της αρετής

Αν η πτώση και του εωσφόρου και του Αδάμ συνέβη «εξ απονοίας», η ταπεινοφροσύνη είναι το αντίδοτο της και η αρχή της επανόδου, είναι «αρχή φιλοσοφίας πάσης». Αυτή συνεπώς είναι η αρετή που έλκει το Πνεύμα, αφού οι αρετές αποκτώνται με τη χάρη, αυτή περιέχει δυνάμει όλες τις αρετές. Αντιστρόφως η υπερηφάνεια είναι η «πρώτη ορμή και κίνησις επί το κακόν», η αρχή της αμαρτίας και η ρίζα και το υπόβαθρο της.

   Από την υπερηφάνεια πηγάζει η καταφρόνηση των φτωχών, η επιθυμία των χρημάτων, ο πόθος της δόξης, τα σχίσματα, οι αιρέσεις. Κ.λ.π. Και καταλήγει ο Χρυσόστομος «Ουδέν ουν υπερηφάνειας ίσον κακόν». Αυτή μεταβάλλει τον άνθρωπο σε δαίμονα. Γι’ αυτό ο Χρυσόστομος θεωρεί την ταπεινοφροσύνη σαν το πρώτο «φάρμακον» για την ηθική τελείωση και το κατ’ εξοχήν δραστικό και σίγουρο το θεμέλιον της χριστιανικής πολιτείας. Κι αν, λέγει, ο άνθρωπος συγκεντρώνει νηστεία, προσευχή, ελεημοσύνη, και πολλά άλλα, «χωρίς ταπεινοφροσύνης διαρρεί και απόλλυται άπαντα όπερ ουν και επί του φαρισαίου γέγονεν».

Η ταπεινοφροσύνη είναι αρχή της ηθικής τελειώσεως και επανόδου, διότι φέρνει τον άνθρωπο σε αυτογνωσία, η οποία είναι «ψυχική υγεία». Έτσι ερμηνεύει ο ι. πατήρ το «Ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ. 18,14). Όπως δηλαδή το υγιές σώμα είναι ανώτερο του κατεστραμμένου από νοσήματα, έτσι η ταπεινόφρων διάνοια είναι υψηλότερη της υπερηφάνου. Η «απόνοια», δηλαδή η υπερηφάνεια, είναι «νόσος», η δε ταπεινοφροσύνη «υγεία». Εκείνος που βλέπει τον πηλό σαν πηλό είναι ανώτερος από εκείνον που τον βλέπει σα χρυσό και τον θαυμάζει. Συνεπώς «από πολλού διανοίας ύψους» λέχθηκαν οι λόγοι «Εγώ είμι γη και σποδός».

Αν η αμαρτωλότητα του ανθρώπου μπορεί να οδηγήση σε ταπεινοφροσύνη, η αρετή και η καθαρότητα δεν πρέπει να οδηγή στην υπερηφάνεια. Επίσης οι συμφορές και η ευτέλεια της ανθρωπίνης φύσεως πρέπει να εμπνέουν τη γνήσια ταπεινοφροσύνη.

Ο Χρυσόστομος διακρίνει την «ταπεινοφροσύνην» από την «ταπείνωσιν» ταυτίζει τη δεύτερη με τη σημασία του ρήματος στο πρώτο σκέλος του ρητού «ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται». Η « ταπείνωσις» αναφέρεται και σαν κατάντημα της απληστίας, διότι αλλού λέγει, ότι δεν υπάρχει τίποτε «ταπεινότερον» (φαυλότερον, ευτελέστερο) από εκείνους που παραχώνουν τον εαυτό τους μέσα στα πλούτη και στις δόξες.

Η ταπεινοφροσύνη είναι η προυπόθεση των άλλων αρετών, «η θύρα της βασιλείας». Απ’ αυτή πέρασε ο Χριστός κι αυτή παρήγγειλε σ΄εμάς. Μακάρισε τους «ταπεινόφρονας», θαύμασε για την ταπεινοφροσύνη τους τον Ιωάννη Βαπτιστή, τον Πέτρο, τον Παύλο τον εκατόνταρχο, οι οποίοι συγκαταρίθμησαν τον εαυτό τους ανάμεσα στους τελευταίους. Η ταπεινοφροσύνη είναι ο χαρακτήρας  του βασιλέως Χριστού και συνεπώς και των «υιών της βασιλείας» του.

   Είναι λοιπόν ευνόητο ότι η δριμεία πολεμική του Χρυσοστόμου κατά της κενοδοξίας δεν ήταν πολιτική η κοινωνική η ταξική εναντίον των πλουσίων, αλλά πολεμική εναντίον της αντεσχατολογικής και διεστραμμένης αντιλήψεως περί «δόξης», η οποία εμφωλεύει κυρίως μεν στους πλουσίους, αλλά δεν απουσιάζει και από τους φτωχούς.

   Γι’ αυτό και με ο κριτήριο αυτό αντιδιαστέλλει την «κενοδοξίαν» και την όνομα μόνο δόξης έχουσα, την επίγεια, από την αληθινή και ουράνια δόξα. Πολεμάει την κενοδοξία, διότι αυτή σβήνει την αγάπη της αιωνίου δόξης παρεμποδίζει την πίστη, αντιστρέφει τον προορισμό του ανθρώπου, μεταβάλλει τον πλησίον σε εχθρό, παρεμποδίζει και  φθείρει την ελεημοσύνη, ματαιώνει τη νηστεία και την προσευχή, και με μια φράση «ουκ έστι τον ταύτης ερώντα ζήσαι βίον εσταυρωμένον».

   Μεταθέτει λοιπόν η «απόνοια» ή «υπερηφάνεια» τον προορισμό του ανθρώπου από τον ουρανό στη γη και έτσι τον διαφθείρει. Εντοπίζοντας ο Χρυσόστομος εσχατολογικά τη «δόξα» στη θλίψη και στον εσταυρωμένο βίο, αποκαλεί την ταπεινοφροσύνη «αρχήν και τέλος της αρετής», και «μητέρα πάντων των αγαθών».

 

ΚΕΙΜΕΝΟ 2.  ΥΨΟΠΟΙΟΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ : Ε.Π.Ε. εκδ.« ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΕΡΓΑ ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ,  τ.  30

Αν η αμαρτία, όταν είναι ενωμένη με την ταπεινοφροσύνη, τρέχει τόσο γρήγορα στο δρόμο της θεϊκής ευσπλαχνίας, ώστε μπορεί να ξεπεράσει και την αρετή που τρέχει με αλαζονεία, τότε που δεν θα φτάσει η αρετή, όταν συνυπάρχει με την ταπεινοφροσύνη; Αν εκείνοι που ομολογούν τα αμαρτήματά τους, βρίσκουν έλεος από τον Κύριο, τότε πόσα στεφάνια δεν θα κερδίσουν εκείνοι που έχουν πλήρη επίγνωση των αγαθών τους πράξεων και παραμένουν ταπεινοί;

Έχεις πραγματοποιήσει αναρίθμητα καλά έργα; Έχεις αποκτήσει κάθε αρετή; Όλα αυτά είναι μάταια και ανώφελα, αν δεν συνοδεύονται από την ταπεινοφροσύνη. Κανένα, μα κανένα κατόρθωμα δεν μπορεί να σταθεί δίχως αυτήν.

Ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο με σώμα και ψυχή, δηλαδή μ’ ένα στοιχείο υλικό και μ’ ένα πνευματικό, είναι και τούτος. Όταν κυριεύεται από την αλαζονεία, να ταπεινώνεται από την ευτέλεια του φθαρτού σώματος και όταν του έρχεται λογισμός εξευτελιστικός για τη θεόπλαστη φύση του, να ενθαρρύνεται από την ευγένεια της αθάνατης ψυχής του. Γι’ αυτό είναι καλό να συλλογιζόμαστε την καταγωγή μας, να θυμόμαστε από τι και πώς δημιουργηθήκαμε.

Έβαλε ακόμα μέσα μας ο Θεός μεγάλες δυνάμεις αλλά και πολλές αδυναμίες. Έτσι, με τις δυνάμεις δοξάζεται η δική Του σοφία και με τις αδυναμίες περιορίζεται η δική μας υπερηφάνεια. Μας έδωσε, λ.χ., γλώσσα που μιλάει, ψάλλει, υμνεί τον Κύριο του σύμπαντος, διηγείται την ωραιότητα της κτίσεως, συζητάει για τα γήινα και τα επουράνια, για τα πρόσκαιρα και τα αιώνια. Και όλα αυτά, μολονότι είναι ένα μικρό κομμάτι σάρκας, που δεν έχει μέγεθος ούτε δύο δαχτύλων. Για να μη νομίζει, λοιπόν, η γλώσσα πώς είναι κάτι σπουδαίο και υπερηφανεύεται για τις θεόσδοτες ικανότητες της, πολλές φορές, με θεία παραχώρηση, πληγώνεται ή πρήζεται. Έτσι μαθαίνει ότι, ενώ μπορεί να μιλάει για πράγματα αθάνατα, η ίδια είναι θνητή και ενώ ο Θεός, τον οποίο κηρύσσει, είναι παντοδύναμος, η ίδια είναι αδύναμη.

  Μας έδωσε ακόμα ο Πλάστης μας το μάτι, τον μικρό αυτό βολβό, με τον οποίο ατενίζουμε ολόκληρη την κτίση. Και για να μην υπερηφανεύεται το μάτι, έχοντας τέτοια θαυμαστή ικανότητα, προσβάλλεται συχνά από διάφορες παθήσεις, που μειώνουν ή και αποσβήνουν την όραση. Έτσι μαθαίνει τι είναι στην πραγματικότητα, μαθαίνει όμως και να δοξάζει, μέσω της ορατής κτίσεως, το Δημιουργό.

Σκέψου τώρα, αν ο άνθρωπος, μολονότι σέρνει μαζί του τόσες αδυναμίες, συχνά ξεχνάει την ελεεινότητα του και ξεσηκώνεται με θρασύτητα εναντίον του Ευεργέτη του, μέχρι που θα έφτανε η έπαρσή του, αν ήταν ολότελα απαλλαγμένος από τις αδυναμίες αυτές;

Βάλε, λοιπόν, καλά στο νου σου εσύ, ο ψηλομύτης, ότι ο πλησίον σου, που δεν καταδέχεσαι ούτε να τον κοιτάξεις, είναι κι αυτός άνθρωπος όμοιος και ισότιμος μ’ εσένα. Φτωχός είν’ εκείνος κι εσύ πλούσιος; Αγράμματος είν’ εκείνος κι εσύ μορφωμένος;; άσημος είν’ εκείνος κι εσύ ένδοξος; Τι σημασία έχουν όλα αυτά τα πρόσκαιρα και μάταια; Δεν αποτελεί και ο συνάνθρωπός σου μιαν εικόνα του Θεού; Γιατί, λοιπόν, τον περιφρονείς; Δεν καταλαβαίνεις ότι στο πρόσωπό του περιφρονείς τον ίδιο το Θεό; Γιατί δεν τον εξυπηρετείς, δεν τον περιποιείσαι, δεν τον τιμάς; Επειδή, το ξέρω, τον θεωρείς κατώτερό σου.

     Και σε ρωτάω: Πόσο κατώτεροι ήταν οι απόστολοι από το Χριστό; Άνθρωποι αυτοί, Θεός Εκείνος. Αγράμματος αυτοί, πάνσοφος Εκείνος. Πάμφτωχοι αυτοί, πάμπλουτος Εκείνος. Και όμως, ο Κύριος καταδέχθηκε να πλύνει τα πόδια τους. Δεν θα ‘πρεπε να κάνεις κι εσύ τουλάχιστον το ίδιο στους συνανθρώπους σου; Αλλά μήτε να τ’ ακούσεις δεν μπορείς!

   Αν δεν μιμηθείς το Χριστό στην ταπείνωση, δεν θα έχεις θέση κοντά Του στη μέλλουσα ζωή. Το αιώνιο συμφέρον σου, επομένως, επιβάλλει να μην υπερηφανεύεσαι για τα’ αγαθά και τα πλούτη σου. Αυτό επιβάλλει, όμως, κα το πρόσκαιρο γήινο συμφέρον σου. Γιατί κανένας άνθρωπος δεν προκαλεί τόσο το φθόνο των άλλων, όσο ο πλούσιος.

   Όταν, μάλιστα, ο πλούσιος είναι και υπερφίαλος, τότε μισείται δύο φορές. Ο ταπεινός, αντίθετα, μετριάζει το μίσος που αισθάνονται γι’ αυτόν οι άλλοι. Αν, επιπλέον, είναι ελεήμων, κερδίζει και την αγάπη τους. Έτσι κατέχει με μεγαλύτερη ασφάλεια τα υπάρχοντά του. Τόσο σπουδαία είναι η ταπεινοφροσύνη δεν μας χαρίζει μόνο την ουράνια βασιλεία, αλλά μας ωφελεί και σε τούτο τον κόσμο.     

Ας μην υπερηφανευόμαστε, λοιπόν, ούτε για τον πλούτο μας ούτε για κανένα προτέρημά μας. Ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τη φύση μας, ας σκεφτούμε τις αμαρτίες μας, ας μάθουμε ποιοι πραγματικά είμαστε. Η αυτογνωσία θα βάλει στην ψυχή μας την ταπεινοφροσύνη. Εκείνος, μάλιστα, που θεωρεί πως δεν έχει καμιάν αξία, αυτός είναι που έχει γνωρίσει καλά τον εαυτό του.

Τίποτα δεν είναι τόσο αρεστό στον Κύριο, όσο το ταπεινό φρόνημα. «Διδαχθείτε από το δικό μου παράδειγμα», είπε «γιατί είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά» (Ματθ. 11:29). Και πραγματικά, αν δεν ήταν ταπεινός Εκείνος, μολονότι Υιός του μεγάλου Θεού, θα διάλεγε ως μητέρα μιαν άσημη κόρη; Αν δεν ήταν ταπεινός Εκείνος, ο δημιουργός του ορατού και αόρατου κόσμου, θα κατέβαινε από τον ουρανό στη γη; Αν δεν ήταν ταπεινός Εκείνος, ο εξουσιαστής του πλούτου όλη της κτίσεως, θα καταδεχόταν να ξαπλωθεί μέσα σ’ ένα φτωχικό παχνί; Αν δεν ήταν ταπεινός Εκείνος, ο αναμάρτητος και αθώος, θα μαστιγωνόταν, θα χλευαζόταν, θα πέθαινε πάνω στο σταυρό, για τη σωτηρία των αμαρτωλών και ένοχων ανθρώπων;

    Τόσο ταπεινός είναι, ώστε θυσιάστηκε για τις αμαρτίες που εμείς κάναμε. Τόσο ταπεινός είναι, ώστε, Θεός αυτός, παρακαλάει και ικετεύει εμάς, τα πλάσματά Του, να μετανοήσουμε, για να μην καταστραφούμε.

Έχεις, λοιπόν, ταπεινό φρόνημα; Μη θαυμάζεις τον εαυτό σου! Σκέψου πόσο χαμηλά κατέβηκε ο Κύριος σου, και τότε όχι μόνο δεν θα θαυμάσεις, αλλά και θα περιγελάσεις τον εαυτό σου. Ακόμα κι αν ήσουνα ο ταπεινότερος απ’ όλους τους ανθρώπους, δεν θα είχες κάνει τίποτα το σπουδαίο, μπροστά σ’ αυτό που έκανε ο Χριστός. Ποιο θα είναι το κέρδος σου, άλλωστε, αν η ταπεινοφροσύνη σε οδηγήσει στην υπερηφάνεια;

   Και όποιος λέει, πως είναι καλύτερα να κατορθώνουμε μιαν αρετή και να υπερηφανευόμαστε, παρά να πέφτουμε σ’ ένα αμάρτημα και να ταπεινωνόμαστε, αυτός αγνοεί τη ζημιά που προξενεί η αλαζονεία και το κέρδος που επιφέρει η ταπεινοφροσύνη. Γιατί ο άνθρωπος που κατορθώνει κάτι και υπερηφανεύεται γι’ αυτό, γρήγορα θα πέσει, όπως έχει αποδείξει η πείρα, στην έσχατη απώλεια. Απεναντίας, εκείνος που πέφτει σ’ ένα παράπτωμα και ταπεινώνεται από την πτώση του, και εμπειρότερος γίνεται και γρήγορα ξανασηκώνεται, αν βέβαια θέλει, και επανορθώνει το σφάλμα του.

Ωστόσο, θα μου πείτε, πολλοί απ’ αυτούς που προχωρούσαν σταθερά στον σωστό δρόμο πριν δοκιμάσουν πειρασμούς, έπεσαν σε παραπτώματα όταν τους βρήκαν πειρασμοί. Σας απαντώ, λοιπόν; Ποιος ειν’ εκείνος που γνωρίζει καλά, αν κάποιος βαδίζει στον σωστό δρόμο, εκτός από τον παντογνώστη Κύριο, το δημιουργό μας, που δεν αγνοεί καμιά πράξη, κανένα λόγο, κανένα αίσθημά μας; Γιατί, πολλές φορές, άνθρωποι που εμείς τους θεωρούμε χρηστούς και ενάρετους, είναι ανήθικοι και ανέντιμοι.   

Ας τους αφήσουμε, όμως, αυτούς και ας μιλήσουμε για τους άλλους, που πραγματικά ζουν με χρηστότητα. Και όλες τις αρετές να έχουν αποκτήσει, αν έχουν παραμελήσει τη σπουδαιότερη, την ταπεινοφροσύνη, εγκαταλείπονται από το Θεό, για να συνειδητοποιήσουν έτσι ότι όσα κατόρθωσαν δεν οφείλονται στη δική τους δύναμη, αλλά στη δική Του χάρη, βοήθεια και προστασία. Γιατί ο φιλάνθρωπος Κύριος πάντα συντρέχει τους πιστούς και ταπεινούς δούλους Του. Θα σας θυμίσω δυό-τρία σχετικά περιστατικά από τη Γραφή.  

Όταν ο βασιλιάς των Γεράρων Αβιμέλεχ και οι Φιλισταίοι βοσκοί έδιωξαν άδικα τον Ισαάκ από τα χωράφια του κι από τα πηγάδια που με τόσο κόπο είχε ανοίξει, αυτός δεν φέρθηκε μικρόψυχα, δεν αγανάκτησε, δεν λιποψύχησε, δεν είπε και δεν σκέφτηκε τίποτα κακό μήτε για τους ανθρώπους, που τον αδίκησαν, μήτε για το Θεό, που δεν τον υπερασπίστηκε. Υπέμεινε το διωγμό ταπεινά κι έφυγε γι’ άλλη περιοχή. Γι’ αυτό ο Κύριος τον τίμησε και τον βοήθησε υπερβολικά. Του φανερώθηκε την ίδια νύχτα και του είπε: «Εγώ είμαι ο Θεός του πατέρα σου Αβραάμ. Μη φοβάσαι! Είμαι μαζί σου και θα σ’ ευλογήσω» (Γεν. 26:24).

    Σαν άκουσε τα λόγια τούτα ο δίκαιος Ισαάκ, παρηγορήθηκε και εγκαρδιώθηκε. Η θεϊκή υπόσχεση δεν άργησε να εκπληρωθεί. Κοίτα πόση δύναμη έχει η ταπείνωση! Εκείνοι που πρωτύτερα τον είχαν διώξει, ήρθαν τώρα να τον συναντήσουν, να του ζητήσουν συγγνώμη και να ομολογήσουν τη δύναμή του. «Είδαμε πια καθαρά ότι ο Κύριος είναι μαζί σου», του είπαν (Γεν. 26:28). Και ποιος μπορεί να είναι δυνατότερος από κείνον που έχει το Θεό μαζί του;

Ας δούμε τώρα πως ταξίδεψε σε ξένη γη ο γιός του Ισαάκ, ο Ιακώβ, όταν τον καταδίωκε ο αδελφός του, γιατί μεγάλη ωφέλεια θ’ αποκομίσουμε κι απ’ αυτό. «Καθώς πήγαινε προς τη Χαρράν», λέει η Γραφή, «έδυσε ο ήλιος. Και αφού πήρε ένα λιθάρι, το έβαλε για προσκέφαλό του και κοιμήθηκε στον τόπο εκείνο» (Γεν. 28:10-11). Βλέπεις φιλοσοφική διάθεση, που δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια; Βλέπεις μεγαλοψυχία και απλότητα σ’ έναν νέο από πλούσια οικογένεια, αναθρεμμένο με κάθε φροντίδα και περιποίηση; Μια πέτρα χρησιμοποίησε για προσκέφαλο και πάνω στο χώμα πλάγιασε για να κοιμηθεί. Και αξιώθηκε να δει τον ίδιο τον Κύριο, που του είπε: «Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ και του Ισαάκ, των πατέρων σου. Μη φοβάσαι! ... Εγώ θα είμαι μαζί σου και θα σε προστατεύω σε κάθε δρόμο σου, όπου κι αν πας» (Γεν. 28:13,15).     

Αν, λοιπόν, θέλεις να είναι πραγματικά μεγάλα τα κατορθώματά σου, ούτε μεγάλα να τα θεωρήσεις ούτε στον εαυτό σου να τα’ αποδώσεις ποτέ. Πάντα να ομολογείς ότι στη χάρη του Θεού οφείλονται όλα. Έτσι κάνεις τον Κύριο οφειλέτη σου, όχι μόνο για τα κατορθώματά, αλλά και για την ευγνωμοσύνη, τη μετριοφροσύνη, την ταπείνωσή σου. Έτσι κερδίζεις και την αγάπη, τη συμπάθεια, την ευμένεια των ανθρώπων γιατί κανένας δεν είναι τόσο αγαπητός και συμπαθητικός, όσο ο ταπεινός.               

Η ταπείνωσή σου, όμως, πρέπει να είναι γνήσια και πηγαία, όχι υποκριτική ή επιφανειακή. Να είναι αμετάπτωτη και να εκδηλώνεται όμοια σ’ όλους, είτε φίλοι είναι είτε εχθροί, είτε μεγάλοι είτε μικροί. Να μην αποτελεί μόνο χαρακτηριστικό της εξωτερικής σου συμπεριφοράς, αλλά και βίωμα της καρδιάς σου. 

Την αληθινή ταπεινοφροσύνη, που είναι συνδυασμένη με τη διάκριση, μπορεί να σου τη διδάξει ένα περιστατικό από το Ευαγγέλιο:        

«Όταν ο Ιησούς και οι μαθητές Του ήρθαν στην Καπερναούμ, πλησίασαν τον Πέτρο οι εισπράκτορες του φόρου για το ναό και του είπαν: «Ο δάσκαλος σας δεν πληρώνει τις δύο δραχμές του φόρου;» (Ματθ. 17:24).           

Παρατήρησε ότι δεν τόλμησαν να μιλήσουν στο Χριστό, αλλά στον Πέτρο και σ’ αυτόν όχι επιθετικά, αλλά συγκρατημένα. Δεν κατηγόρησαν τον Κύριο. Απλώς ρώτησαν με συστολή: «Δεν πληρώνει;». Γιατί δεν πίστευαν, βέβαια, πως ήταν Υιός του Θεού, Τον σέβονταν όμως για τα θαύματα που έκανε.

Τι απάντησε, λοιπόν, ο Πέτρος; «Ναι, πληρώνει». Μα μόλις μπήκε στο σπίτι, όπου έμενε, και πριν πει τίποτα τον πρόλαβε ο παντογνώστης Κύριος και του είπε: «Τι γνώμη έχεις, Σίμων; Οι βασιλιάδες της γης από ποιους εισπράττουν φόρους; Από τους δικούς τους γιούς ή από τους ξένους;». «Από τους ξένους», αποκρίθηκε ο Πέτρος. «Επομένως οι γιοί τους απαλλάσσονται από την πληρωμή των φόρων», συμπέρανε ο Ιησούς (Ματθ. 17:25-26).

    Τι εννοούσε μ’ αυτό; Ότι αφού οι γιοί των επίγειων βασιλιάδων απαλλάσσονται από τη φορολογία, πολύ περισσότερο Εκείνος, ο Γιος του ουράνιου Βασιλιά και Βασιλιάς ο ίδιος. Ωστόσο πρόσθεσε: «Για να μη σκανδαλίσουμε, πάντως, τους εισπράκτορες του φόρου, πήγαινε στη θάλασσα, ρίξε τα’ αγκίστρι και πάρε το πρώτο ψάρι που θα  βγάλεις, άνοιξε το στόμα του και θα βρεις μέσα ένα τετράδραχμο, παρ’ το και δωσ’ τους το, για μένα και για σένα» (Ματθ. 17:27).

Βλέπεις ότι δεν αρνείται να πληρώσει το φόρο, ούτε και προστάζει απλά τον Πέτρο να τον πληρώσει. Πληρώνει, αφού πρώτα αποδεικνύει ότι δεν είναι υποχρεωμένος να το κάνει. Γιατί; Για να μη σκανδαλιστούν οι εισπράκτορες και οι μαθητές Του. Δεν δίνει δηλαδή το φόρο σαν υποχρεωμένος σε πληρωμή, αλλά για την αδυναμία εκείνων.

                Και για ποιο λόγο δεν τους λέει να δώσουν το φόρο από το ταμείο τους; Για να δείξει και σε τούτη την περίσταση ότι είναι Θεός και Κύριος του σύμπαντος, ότι εξουσιάζει και τη θάλασσα. Προείπε, λοιπόν, ότι από το βυθό της θα πιαστεί ένα ψάρι, που θα πληρώσει το φόρο. Και πραγματικά, με τη βουλή και το πρόσταγμά Του, πιάστηκε το ψάρι, που είχε στο στόμα του ένα τετράδραχμο. Αυτό το νόμισμα προσφέροντάς Του ως δώρο η θάλασσα, έδειξε την υποταγή της στο δημιουργό της. Αλλά και ο Κύριος έδειξε την ταπείνωσή Του, πληρώνοντας φόρο στους εισπράκτορες – ο Θεός στους ανθρώπους, ο Πλάστης στα πλάσματα, ο ευεργέτης στους οφειλέτες.

   Ας μην υπερηφανευόμαστε, λοιπόν, για τίποτα. Ας θεωρούμε τον εαυτό μας τιποτένιο. Είμαστε αμαρτωλοί; Αν το παραδεχόμαστε και το ομολογούμε με συντριβή, όπως ο τελώνης της ευαγγελικής παραβολής, γινόμαστε δίκαιοι. Είμαστε δίκαιοι; Αν πιστεύουμε ταπεινά πώς είμαστε αμαρτωλοί, γινόμαστε δύο φορές δίκαιοι. Γιατί «ο Θεός εναντιώνεται στους υπερήφανους, στους ταπεινούς όμως δίνει τη χάρη Του» (Ιακ. 4:6).

 

ΚΕΙΜΕΝΟ 3. ΑΛΑΖΟΝΕΙΑ-ΚΕΝΟΔΟΞΙΑ

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ:Ε.Π.Ε. εκδ.« ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΕΡΓΑ ΙΩ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ,  τ.  30

    Αν θέλεις να συνετίσεις έναν υπερήφανο άνθρωπο, μη μεταχειριστείς πολλά λόγια. Θύμισέ του μόνο την ανθρώπινη φύση του και τη ρήση του σοφού Σειράχ: «Γιατί έχει τόση αλαζονεία το χώμα και η στάχτη;» (10:9). Κι αν εκείνος σου πει, ότι χώμα και στάχτη θα γίνει μετά το θάνατό του, δωσ’ του να καταλάβει ότι και τώρα, που ζει, δεν είναι τίποτα περισσότερο. Ας μην ξεγελιέται, βλέποντας την ομορφιά του, έχοντας την υγεία του, νιώθοντας τη δύναμη του, απολαμβάνοντας τις χαρές της σύντομης επίγειας ζωής. Χώμα και στάχτη είναι, «αφού, και όσο ακόμα ζει, αρχίζει η φθορά του» (σοφ. Σειρ. 10:9).

                Ας παρατηρήσει ο καθένας μας, πόσο ασήμαντη είναι η ύπαρξή μας. Ας μην περιμένει τη μέρα του θανάτου του, για να συνειδητοποιήσει τη μηδαμινότητά του. Ας την αντιληφθεί από τώρα, στρέφοντας φιλοσοφημένα τη σκέψη του μέσα του και γύρω του, στον εαυτό του και στους άλλους. Ας μη χάσει, όμως, το θάρρος του, διαπιστώνοντας την ανθρώπινη φθαρτότητα. Ο Θεός δεν έκανε έτσι τα πράγματα επειδή μας μισεί, αλλ’ απεναντίας επειδή μας αγαπά και νοιάζεται για μας. Μ’ αυτόν τον τρόπο μας παρέχει πολλές αφορμές, για να γινόμαστε ταπεινοί. Αλήθεια, αν ο άνθρωπος, παρόλο που είναι πλασμένος από το χώμα της γης, τόλμησε να πει, «Θ’ ανέβω στον ουρανό» (Ης. 14:13), που θα έφτανε με το λογισμό του, αν δεν τον συγκρατούσε σαν χαλινάρι η αδύναμη φύση του;

Όταν, λοιπόν, δεις κάποιον να φουσκώνει από υπερηφάνεια, να τεντώνει το λαιμό του. ν’ ανασηκώνει τα φρύδια του, να κυκλοφορεί με ακριβά αμάξια, να απειλεί, να κάνει κακό στους συνανθρώπους του, πες του: «Γιατί έχει τόση αλαζονεία το χώμα και η στάχτη, αφού, και όσο ακόμα ζει, αρχίζει η φθορά του;» (Σοφ. Σερ. 10:9).            

Αυτό ισχύει όχι μόνο για τον κοινό άνθρωπο, αλλά και γι’ αυτόν που κάθεται σε βασιλικό θρόνο. Μην κοιτάς τη βασιλική πορφύρα, το στέμμα, τα χρυσοκέντητα ενδύματα. Κοίτα και στοχάσου την ανθρώπινη φύση του βασιλιά. Τότε θ’ αναφωνήσεις κι εσύ μαζί με τον προφήτη: «Κάθε άνθρωπος είναι σαν το χορτάρι κι η δόξα του όλη φευγαλέα σαν το αγριολούλουδο». (Ης. 40:6).     

Γιατί, λοιπόν, υπερηφανεύεσαι, άνθρωπέ μου; Κατέβα από τα ύψη της ανόητης αλαζονείας σου και εξέτασε την ευτέλειά σου. Χώμα και στάχτη είσαι, καπνός και σκιά, χορτάρι κι αγριολούλουδο. Τι πιο γελοίο από το να καμαρώνεις; Εξουσιάζεις μήπως πολλούς ανθρώπους; Και τι ωφελείσαι, όταν εξουσιάζεις ανθρώπους και εξουσιάζεσαι από τα πάθη σου; Είσαι σαν κι εκείνον που στο σπίτι του δέρνεται από τους υπηρέτες του και στην αγορά εμφανίζεται καμαρωτός, επειδή έχει άλλους κάτω από την εξουσία του. Μακάρι να ήσουνα εξουσιαστής των παθών σου και όμοιος μ’ όσους συναντάς στην αγορά. Αν, λοιπόν, είναι αξιοκατάκριτος όποιος υπερηφανεύεται για τις πραγματικές αρετές του, δεν είναι στ’ αλήθεια γελοίος όποιος υπερηφανεύεται για πράγματα ολότελα τιποτένια; 

Ταλαίπωρε άνθρωπε! Η ψυχή σου λιώνει από την φοβερή αρρώστια, την αρρώστια της αμαρτίας, κι εσύ καμαρώνεις για τα πολλά σου χρήματα και κτήματα; Μα όλα τούτα δεν είναι δικά σου. Κι αν δεν πιστεύεις στα λόγια μου, κοίτα τι έγινε μ’ εκείνους που έζησαν πριν από σένα. Αν, πάλι, είσαι τόσο μεθυσμένος από τα πλούτη ή τη δόξα και δεν διδάσκεσαι από τα παθήματα των άλλων, περίμενε λίγο, και θα γνωρίσεις από το δικό σου πάθημα τη ματαιότητα των επίγειων αποκτημάτων και απολαύσεων. Όταν θα φεύγες από τον πρόσκαιρο αυτό κόσμο και δεν θα έχεις πια στην εξουσία σου ούτε μιαν ώρα, όλα όσα διαθέτεις, χωρίς να το θέλεις, θα τα’ αφήνεις σε άλλους ίσως μάλιστα σ’ εκείνους που πρωτύτερα δεν ήθελες καν ν’ αντικρίσεις.         

Ο άνθρωπος και τ’ ανθρώπινα δεν είναι, θα το ξαναπώ, παρά χώμα και στάχτη και καπνός και σκιά και ό,τι πιο μηδαμινό απ’ αυτά. Γιατί, πες μου, τι ειν’ εκείνο που θεωρείς μεγάλο; Ένα πολιτειακό αξίωμα; Ποιο; Το αξίωμα του υπάτου; Βέβαια, πολλοί νομίζουν ότι μεγαλύτερο αξίωμα δεν υπάρχει. Ε, λοιπόν, από τον άνθρωπο που ανέβηκε τόσο ψηλά, τίποτα λιγότερο δεν έχει ένας άλλος, που δεν είναι ύπατος. Και οι δύο στην ίδια ανθρώπινη κατάσταση βρίσκονται. Και οι δύο υστερ’ από λίγο δεν θα υπάρχουν.          

Πότε έγινε ύπατος; Και για πόσον καιρό έμεινε ύπατος; Πες μου! Για δυό μέρες; Μα αυτό γίνεται και στα όνειρα. Ναι, αλλά είναι όνειρα, απαντάς. Ε, και; Όσα συμβαίνουν την ημέρα δεν είναι όνειρα; Γιατί να μην τα λέμε κι αυτά όνειρα; Όπως όταν ξημερώσει αποδεικνύεται ότι τα όνειρα δεν είναι τίποτα, έτσι και όταν νυχτώσει, αποδεικνύεται ότι τα γεγονότα της ημέρας δεν είναι τίποτα. Και όπως την ημέρα δεν δοκιμάζει κανείς ευχαρίστηση από τα όνειρα που είδε τη νύχτα, έτσι και τη νύχτα δεν δοκιμάζει καμιάν απόλαυση απ’ όσα έγιναν την ημέρα.   

Έγινες, λοιπόν, ύπατος; Έγινα κι εγώ τη νύχτα στ’ όνειρό μου. Ναι, λες, αλλά εγώ έγινα πραγματικά, ενώ εσύ φανταστικά. Και τι μ’ αυτό; Δεν έχεις τίποτα περισσότερο από μένα, εκτός από το ότι οι άνθρωποι λένε για σένα. «Ο τάδε είναι – ή ήταν – ύπατος», κι από τη φράση τούτη δοκιμάζεις μια κενόδοξη ευχαρίστηση. Τέλειωσε η φράση; Εξαφανίστηκε και η ευχαρίστηση. Το ίδιο συμβαίνει και με την πραγματικότητα; Τέλειωσε η υπατεία; Εξαφανίστηκε και η ευχαρίστηση. Το ίδιο συμβαίνει και με την πραγματικότητα. Τέλειωσε η υπατεία; Εξαφανίστηκε η δόξα.             

Ας δεχθούμε, όμως, ότι κάποιος έγινε ύπατος κι έμεινε στο αξίωμα αυτό όχι για δυό μέρες, αλλά για δυό ή τρία ή τέσσερα χρόνια. Σε ρωτάω, λοιπόν, που είναι όσοι διετέλεσαν ύπατοι για δέκα χρόνια; Πουθενά. Τους ξέχασαν όλοι. Σκέψου τώρα τον απόστολο Παύλο. Ξεχάστηκε μήπως κι αυτός; Όχι, Ονομαστός ήταν όσο ζούσε, περισσότερο ονομαστός έγινε αφού πέθανε, κοσμοξάκουστος είναι και σήμερα, τόσους αιώνες μετά την κοίμησή του. Και αυτό μόνο στη γη. Γιατί ποια λόγια μπορούν να παραστήσουν τη δόξα και τη λαμπρότητά του στον ουρανό;   

Όπως βλέπουμε τα κύματα, τη μια στιγμή ν’ ανεβαίνουν σε τεράστιο ύψος και την άλλη να χαμηλώνουν, έτσι βλέπουμε και όσους κυριεύονται από αλαζονεία για τα πλούτη τους ή τη δόξα τους, τη μια στιγμή να είναι ψηλά και την άλλη να ταπεινώνονται ελεεινά. Αυτούς υπαινίσσεται ο μακάριος Δαβίδ, όταν λέει: «Μην ταράζεσαι, όταν ένας άνθρωπος πλουτίζει ή όταν μεγαλώνει η δόξα του σπιτιού του» (Ψαλμ. 48:17), Καλά είπε: «Μην ταράζεσαι». Γιατί, υστερ’ από λίγο, θα δεις τον πλούσιο ή τον δοξασμένο να είναι πεσμένος χάμω, νεκρός και ακίνητος, γυμνωμένος από τα επίγεια αγαθά. Τίποτε απ’ αυτά δεν μπορεί να πάρει μαζί του. Τα’ αφήνει όλα εδώ και φεύγει για πάντα, φορτωμένος μόνο με την κακία του και τις αμαρτίες του.            

Σωστά, λοιπόν, το πάθος αυτό έχει ονομαστεί κενοδοξία, που σημαίνει κενή, δηλαδή άδεια δόξα, γιατί ουσιαστικά είναι άδεια, δεν έχει τίποτα το χρήσιμο. Είναι σαν ένα προσωπείο με υπέροχα εξωτερικά χαρακτηριστικά, πού, καθώς είναι ψεύτικο και κανό από μέσα, μολονότι ωραιότερο από αληθινό ανθρώπινο πρόσωπο, δεν κάνει πότε κανέναν να το ερωτευθεί. Τέτοια είναι και η τιμή, η υπόληψη, που θέλει ν’ απολαμβάνει κανείς από τον κόσμο, ή μάλλον πολύ χειρότερη. Γιατί τίποτα δεν αποξενώνει τόσο τον άνθρωπο από την φιλανθρωπία του Θεού, τίποτα δεν τον ρίχνει τόσο εύκολα στη φωτιά της κολάσεως όσο η κενοδοξία, η υπερηφάνεια, η έπαρση, η αλαζονεία.    

Έχουμε υπερηφάνεια; Η ζωή μας είναι ακάθαρτη, έστω κι αν είμαστε σωματικά αγνοί, έστω κι αν κάνουμε νηστείες, προσευχές, ελεημοσύνες. «Ακάθαρτος είναι μπροστά στο Θεό κάθε υπερήφανος», λέει η Γραφή (Παροιμ. 16:5). Και είναι τόσο μεγάλο κακό η κενοδοξία, όχι μόνο γιατί παρασύρει στην αμαρτία όσους κυριεύει, αλλά και γιατί συνοδεύει συχνά ακόμα και την αρετή. Αν δεν μπορέσει να μας βγάλει από το δρόμο της αρετής, μας βλάπτει χρησιμοποιώντας την ίδια την αρετή, καθώς μας αναγκάζει να υπομένουμε τους κόπους της, μας στερεί όμως τους καρπούς της. Δεν είναι δυνατόν, όταν κανείς επιθυμεί και την αρετή και τη δόξα, να πετύχει και τις δύο. Μπορεί, βέβαια, ν’ αποκτήσει και τις δύο, όταν επιδιώκει μόνο τη μία, την ουράνια αρετή, οπότε είναι δυνατό ν’ ακολουθήσει και η δόξα. Όταν, όμως, επιθυμεί και τις δύο, καμιά δεν θα πετύχει.

Εκείνος, δηλαδή, που κάνει μια καλή πράξη, προσπαθώντας να κερδίσει και τη δόξα των ανθρώπων, είτε μπορέσει ν’ αποκτήσει αυτή τη δόξα είτε όχι, παίρνει την αμοιβή του στην παρούσα ζωή, και καμιάν ανταμοιβή δεν θα πάρει για την καλή του πράξη στην άλλη ζωή. Γιατί; Επειδή στέρησε τον εαυτό του από τη γενναιοδωρία του Κυρίου, προτιμώντας τη μικρή δόξα των ανθρώπων από τη μεγάλη και αιώνια δόξα του δίκαιου Κριτή.

Από το άλλος μέρος, εκείνος που ασκεί κάποια πνευματική αρετή μόνο και μόνο για να είναι ευάρεστος στο Θεό, και την αρετή του διατηρεί ακέραιη και πλούτο αδαπάνητο αποταμιεύει στον ουρανό και παρηγοριά μεγάλη νιώθει από τη χρηστή προσδοκία της μελλοντικής αιώνιας ζωής. Αυτός, μαζί με τη θεϊκή ανταμοιβή του, που βρίσκεται ασφαλισμένη στο θησαυροφυλάκιο του ουρανού, θα γνωρίσει, χωρίς να το θέλει, και την ανθρώπινη δόξα. Γιατί τότε απολαμβάνουμε άφθονη τη δόξα, όταν αδιαφορούμε γι’ αυτήν, όταν δεν την επιζητούμε.

Έτσι, λοιπόν, όλα τα κερδίζει όποιος ταπεινά κάνει το καθετί για το Θεό, και όλα τα χάνει όποιος υπερήφανα επιδιώκει την τιμή των ανθρώπων.

           

ΑΓΑΠΗ :υπόθεση της αρετής

Η δεύτερη εσχατολογική αρχή στην άσκηση είναι κατά το Χρυσόστομο η εντόπιση του σκοπού της στην αγάπη. Όταν δε ομιλεί για αγάπη, δεν την εννοεί σαν «αρετή», αλλά σαν κάτι περισσότερο αυτή είναι η «υπόθεσις», δηλαδή το υπόβαθρο, όλων των αρετών. Έτσι σαφώς στο Χρυσόστομο «αρετή» ή «δικαιοσύνη» είναι το σύνολο των αρετών. Εν τούτοις παρατηρούμε ότι μερικές φορές, συγκαταβαίνοντας στην αδυναμία, συγχωρεί κάποια υστέρηση σε μία αρετή, ‘όταν μάλιστα οι οδοί της μετάνοιας είναι πολλές. Αν λ.χ. δεν μπορεί κανείς να εισέλθει στη βασιλεία δια της προσευχής, του συνιστά να εισέλθει δια της ελεημοσύνης. Ουδέποτε όμως συγχωρεί την έλλειψη της αγάπης, που είναι «πάσης αρετής υπόθεσις». Στην πραγματικότητα, όταν λείπη η αγάπη, δεν λείπει μια αρετή, αλλά γίνονται μάταιες όλες. Η αγάπη είναι μητέρα των αγαθών και «ποιητική αρετής απάσης». Και «ένθα εστίν αγάπη, πάντα ανήρηται τα κακά»

Η αγάπη λοιπόν είναι ο σκοπός όλων των αρετών. Ο ίδιος ο Χριστός προτιμάει να διακοπή η λατρεία παρά να πληγή η αγάπη. Ο Χρυσόστομος τονίζει επίσης, ότι η άσκηση δεν ωφελεί σε τίποτε, όταν δεν οδηγή στην ανιδιοτελή αγάπη έχει δηλαδή σκοπό μόνον όταν και «τον έτερον ωφελή». Η άσκηση και τα χαρίσματα δεν μπορούν να έχουν χαρακτήρα ιδιοτελή. Κάθε αρετή είναι αρετή, όταν περιέχη αγάπη και οδήγηση σ΄αυτή. Έτσι μπορεί κανείς να καταλύση τη νηστεία και την εγκράτεια, όταν κινδυνεύη η αγάπη. Φυλάσσεται ο στόχος κι όχι το μέσον. Λέγει επί λέξει ο Χρυσόστομος για την αγάπη «Ταύτην προ των άλλων διατηρώμεν, ίνα και των άλλων δι’ αυτής επιτύχωμεν». Το μαρτύριο του αίματος και της ζωής είναι έκφραση της ανιδιοτελούς αγάπης στερημένο όμως απ’ αυτή, δεν έχει κανένα νόημα. «Ου γάρ ένι σωθήναι, μη τούτο (την αγάπην) έχοντα αλλά καν την άκραν φιλοσοφίαν ασκής, των δε λοιπών απολλυμένων αμελής, ουδεμίαν κτήση παρά τω Θεώ παρρησίαν». Η ακτημοσύνη χωρίς αγάπη είναι μάταιη, αφού και μετά το «πώλησον σου τα υπάρχοντα»ακολουθεί το «δεύρο ακολουθεί μοι», γίνε δηλαδή μαθητής μου, αγάπα. Σκοπός επομένως είναι η ίδια η αγάπη, το απαραίτητο γνώρισμα του μαθητού του Χριστού. Η ελεημοσύνη είναι ουσιαστικά σύνδεσμος αγάπης διότι αλλιώς θα μπορούσε να τρέφη τους φτωχούς ο Θεός.

  Η σχέση του Θεού με τον άνθρωπο ήταν η «φιλία», κι αυτή ήταν το χρώμα της ζωής. Μετά την πτώση όμως και την παρεισαγωγή της ιδιοτελούς αγάπης και επειδή για το Θεό τα πάντα σε σύγκριση με την αγάπη είναι δευτερεύοντα, θεραπεύει την πτώση με νέους θεσμούς αγάπης. Γι’ αυτό κι εκτός από την κοινή καταγωγή και τη συγγένεια, επεισάγει και το γάμο, τα διάφορα σχήματα δουλείας, τις εξουσίες, τις ανάγκες, και γενικά την αλληλεξάρτηση των ανθρώπων.

Συμπερασματικώς ο απώτατος σκοπός όλων των αρετών, του αγώνος κατά τον παρόντα βίο, της ασκήσεως, των διαφόρων θεσμών και μεθόδων είναι ένας η αγάπη. Τα άλλα όλα είναι μέσα, η αγάπη είναι ο σκοπός. Όπως δια της αγάπης έγινε η δημιουργία και η οικονομία, έτσι και τώρα «δια τούτου μάλιστα σωζόμεθα πάντες», λέγει επιγραμματικά ο Χρυσόστομος.

Ο ανιδιοτελής χαρακτήρας της αγάπης τονίζεται στο Χρυσόστομο ιδιαιτέρως. Όπως, σύμφωνα με όσα προέκυψαν από την προηγούμενη εξέταση, τονίζει πολύ την αγάπη του φιλανθρώπου Θεού, έτσι με την ίδια έμφαση τονίζει και την αγάπη του ανθρώπου προς εκείνον. Αυτή όμως η δεύτερη αγάπη μπορεί να εκδηλωθή μόνο δια του αδελφού.

   Ο ι. πατήρ καταβάλλει πολλές προσπάθειες να τεκμηριώση αυτή την αλήθεια. Έτσι την σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην προς Θεό αγάπη και την προς τον πλησίον αγάπη την παρομοιάζει με την σχέση ψυχής και σώματος, με το ψυχοσωματικό ενιαίο του ανθρώπου. Άλλοτε υποστηρίζει ότι ο Θεός αντί της προς αυτόν θυσίας προτιμάει την προς τον αδελφό αγάπη, επιπαρατηρώντας «Τα αυτού αφείς τα σα ζητεί». Η προς τον πλησίον αγάπη είναι μεν «Δευτέρα» αλλά και «ομοία». Οι δύο σχετικές εντολές, δηλαδή η της αγάπης του Θεού και της αγάπης του πλησίον, είναι κατά βάθος μία, διότι είναι ¨η μία συμπεπλεγμένη τη άλλη και συνημμένη». Εάν το «μείναι εν τω Θεώ» είναι αποτέλεσμα της αγάπης, η δε αγάπη της τηρήσεως των εντολών, η δε κύρια εντολή είναι «ίνα αγαπώμεν αλλήλους», τότε το «μείναι εν τω Θεώ» είναι αποτέλεσμα της προς αλλήλους αγάπης.

  Έτσι η αγάπη προς τον πλησίον είναι τεκμήριο της αγάπης προς το Θεό, οι άνθρωποι απαρτίζουν μια οικογένεια, ο Θεός είναι ο πατέρας, οι άνθρωποι αφελφοί. Ο Χριστός άλλοτε μιλάει για δυό αγάπες κι άλλοτε για μία. Επίσης η αγάπη προς τον πλησίον είναι μέσο της αγάπης προς το Θεό αλλά και πρόκληση της αγάπης του Θεού προς εμάς. Η προς το Θεό αγάπη κρύωσε, επειδή κρύωσε η προς τον πλησίον.

Είναι πολύφυσικό ο ιεροκήρυκας και ποιμένας Χρυσόστομος να τονίζη ιδιαιτέρως την αγάπη προς τον πλησίον. Έτσι λοιπόν κατ’ αυτόν μόλις η αγάπη ανοίγεται προς τον άλλο, παίρνει χαρακτήρα ανιδιοτελή, διότι αποσκοπεί όχι «εις εαυτόν» αλλά στη σωτηρία του «πλησίον». Μεταβάλλεται κατά συνέπειαν η αγάπη από έκφραση αδυναμίας σε έκφραση δυνάμεως κι από συναίσθημα προάγεται σε πράξη. Γι’ αυτό άλλωστε «η αγάπη ούκ ασχημονεί», διότι «ου ζητεί τα εαυτής» διότι « πάντα είναι νομίζει τον αγαπώμενον» Σα «φιλούντα» ο Χρυσόστομος ορίζει «τον ζητούντα τα συμφέροντα τω φιλουμένω». Κι ο Παύλος άλλωστε τέτοια αγάπη συνιστά, κι ο ίδιος αναδείχθηκε λαμπρό της πρότυπο.

    Η ιδιοτελής αγάπη απέχει από την ανιδιοτελή τόσο, όσο διαφέρει η αγάπη του Ιωσήφ από εκείνη της Αιγυπτίας. Η αγάπη εκείνης ήταν ιδιοτελής επιθυμία της σαρκός, η αγάπη του Ιωσήφ ήταν ανιδιοτελής αγάπη προς το δεσπότη ου. Η της Αιγυπτίας ήταν «δημώδης» και «αγοραίος» έρωτας και «νόσος μάλλον η αγάπη». Η δε χριστιανική εντολή της αγάπης του Θεού είναι η ένδειξη της κατ’ εξοχήν ανιδιοτελούς αγάπης, δια της οποίας ο πιστός γίνεται «όμοιος τω Θεώ».

Η ανιδιοτελής αγάπη, το γνώρισμα αυτό των μαθητών του Χριστού, είναι ανώτερη απ’ όλα τα θαύματα και τα θαυματουργά χαρίσματα, διότι και τον Παύλο λ.χ. τον θαυμάζουμε όχι για τα θαύματα που έκανε αλλά για το μέγεθος της αγάπης  του. Αυτή είναι το πνεύμα της νέας ηθικής, το οποίο και βίωσε η πρώτη Εκκλησία. Η αγάπη ωφέλησε το κήρυγμα περισσότερο από τα θαύματα. Σήμερα, λέγει ο Χρυσόστομος για την εποχή του, τίποτε άλλο δεν είναι το σκάνδαλο παρά η έλλειψη της αγάπης, διότι εκείνο που πείθει δεν είναι τόσο τα σημεία όσο ο βίος.

Αυτή την αγάπη ο Χριστιανός τη ζη μέσα στα μυστήρια της Εκκλησίας με τρόπους εμπράκτους. Και δεν είναι βέβαια κάτι που υπερβαίνει την ανθρώπινη δύναμη, ακόμη και η προς τον εχθρό. Αυτό το απέδειξαν ο Μωϋσής, ο Δαυϊδ, ο Πέτρος. Ο Παύλος, και τόσοι άλλοι του χορού των αγίων.

Ο Χρυσόστομος διακρίνει σαφώς τις αγάπες σε διάφορα είδη:

α΄) Στη βιοτική, όπως είναι η κοσμική φιλία στις περιστάσεις της ζωής, στην εργασία, στη γειτονιά, στην ξενιτειά, η οποία είναι κι αυτή κάτι καλό. β΄) Στη φυσική, όπως είναι η αγάπη η πατρική, η μητρική, η υιική, η αδελφική, η συζυγική μία τέτοια αγάπη είναι συνήθως δυνατώτερη από εκείνη του προηγουμένου είδους. γ΄) Στην πνευματική αγάπη που είναι η ανώτερη απ’ όλες. Και οι μεν δύο πρώτες είναι αγάπες γήινες, η δε πνευματική προέρχεται άνωθεν. Η πρώτη πολλές φορές διαλύεται με ο πέρασμα του χρόνου, με την έκλειψη του συμφέροντος, με την αλλαγή της περιστάσεως, διότι έχει ιδιοτέλεια. Αλλά και η δεύτερη, η φυσική, είναι σαφώς γήινη αγάπη, αν και πολλές φορές αποδεικνύεται ανθεκτικώτερη από την πρώτη στον παρόντα βίο. Η πνευματική όμως δεν διαλύεται με τίποτε απ’ αυτά, ούτε με το χρόνο ούτε με τίποτε το γήινο, διότι δεν συνίσταται από τέτοια στοιχεία λαι συνθήκες.

Η υπεροχή της αγάπης έναντι όλων των άλλων αρετών έγκειται στο ότι αυτή δεν καταργείται. Η πίστη και η ελπίς παύονται και καταργούνται όταν φανούν τα πιστευθέντα και ελπισθέντα αγαθά, ενώ η αγάπη τότε εξυψώνεται περισσότερο και γίνεται σφοδρότερη. Η αγάπη είναι κατά τον Παύλο ανώτερη από την πίστη και την ελπίδα, εξηγεί ο Χρυσόστομος, επειδή μόνη αυτή διαβαίνει στην αιώνια ζωή, ενώ οι άλλες αρετές, πίστη, ελπίδα, νηστεία, ελεημοσύνη, κ.λ.π., σταματούν εδώ, όταν τερματίζεται ο αγώνας του παρόντος βίου η αγάπη αρχίζει από τον παρόντα βίο και αυξάνεται ατελεύτητα

 

ΚΕΙΜΕΝΟ  4.   Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

ΠΡΩΤ.ΚΕΙΜΕΝΟ:Ε.Π.Ε.εκδ.«ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΕΡΓΑ ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ,  τ.  31,    σελ.  333.

 Ο Κύριος είπε: «Όπου είναι συναγμένοι δύο ή τρεις στο όνομά μου, εκεί είμαι κι εγώ ανάμεσά του» (Ματθ. 18:20). Ώστε, λοιπόν, δεν βρίσκονται δύο-τρεις ενωμένοι στο όνομά του; Βρίσκονται, αλλά σπάνια. Άλλωστε δεν μιλάει για μιαν απλή σύναξη και ένωση ανθρώπων. Δεν ζητάει μόνο αυτό. Θέλει, μαζί με την ένωση, να υπάρχουν στους συναγμένους και οι άλλες αρετές. Μ’ αυτά τα λόγια, δηλαδή, θέλει να πει: «Αν κάποιος θα έχει εμένα σαν βάση και προϋπόθεση της αγάπης του στον πλησίον, και μαζί μ’ αυτή την αγάπη έχει και τις άλλες αρετές, τότε θα είμαι μαζί του».

      Τώρα, όμως, οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν άλλα κίνητρα. Δεν βασίζουν στο Χριστό την αγάπη τους. Ο ένας αγαπάει κάποιον, γιατί κι εκείνος του δείχνει αγάπη, ο άλλος αγαπάει εκείνον   που τον τίμησε και ο άλλος αγαπάει εκείνον που του φάνηκε χρήσιμος σε μιαν υπόθεσή του. Είναι δύσκολο να βρεις κάποιον που ν’ αγαπάει τον πλησίον μόνο για χάρη του Χριστού, γιατί σύνδεσμος των ανθρώπων είναι συνήθως τα υλικά συμφέροντα. Μια αγάπη, όμως, με τέτοια ελατήρια, είναι χλιαρή και πρόσκαιρη. Με το παραμικρό πρόβλημα – υβριστικό λόγο, χρηματική ζημιά, ζήλεια, φιλοδοξία ή κάτι άλλο παρόμοιο- η αγάπη αυτή, που δεν έχει θεμέλιο πνευματικό, διαλύεται.

                Απεναντίας, η αγάπη που έχει αιτία και θεμέλιο το Χριστό, είναι σταθερή και ακατάλυτη. Τίποτα δεν μπορεί να τη διαλύσει, ούτε συκοφαντίες, ούτε κίνδυνοι, ούτε και απειλή θανάτου ακόμα. Εκείνος που έχει τη χριστιανική αγάπη, όσα δυσάρεστα κι αν πάθει από έναν άνθρωπο, δεν παύει να τον αγαπάει γιατί δεν επηρεάζεται από τα όποια παθήματά του, αλλά εμπνέεται από την Αγάπη, το Χριστό. Γι’ αυτό και η χριστιανική αγάπη, όπως έλεγε ο Παύλος, ποτέ δεν ξεπέφτει.

                Και τι μπορείς, αλήθεια, να επικαλεστείς ως αιτία, για να πάψεις ν’ αγαπάς το συνάνθρωπό σου; Το ότι, ενώ εσύ τον τιμούσες,  αυτός σ’ έβρισε; Ή το ότι, ενώ εσύ τον ευεργέτησες, αυτός θέλησε να σε βλάψει; Μα αν τον αγαπάς για το Χριστό, αυτές οι αιτίες θα σε κάνουν όχι να τον μισήσεις, αλλά να τον αγαπήσεις περισσότερο. Γιατί όλα όσα καταργούν τη συνηθισμένη συμφεροντολογική αγάπη, δυναμώνουν τη χριστιανική αγάπη. Πώς; Πρώτον, επειδή όποιος σου φέρεται εχθρικά, σου εξασφαλίζει αμοιβή από το Θεό και δεύτερον, επειδή αυτός, ως πνευματικά άρρωστος, χρειάζεται τη συμπάθεια και τη συμπαράστασή σου.

                Έτσι, λοιπόν, όποιος έχει αληθινή αγάπη, εξακολουθεί ν’ αγαπάει τον πλησίον, είτε αυτός τον μισεί είτε τον βρίζει είτε τον απειλεί, με την ικανοποίηση ότι αγαπάει για το Χριστό αλλά και μιμείται το Χριστό, που τέτοιαν αγάπη έδειξε στους εχθρούς Του. Όχι μόνο θυσιάστηκε για κείνους που Τον μίσησαν και Τον σταύρωσαν, μα και παρακαλούσε τον Πατέρα Του να τους συγχωρέσει: «Πατέρα, συγχώρεσέ τους, δεν ξέρουν τι κάνουν» (Λουκ. 23:34).

                Η αγάπη, επίσης, δεν ξέρει τι θα πει συμφέρον. Γι’ αυτό ο Παύλος μας συμβουλεύει: «Κανείς να μην επιδιώκει ό,τι βολεύει τον ίδιο, αλλά ό,τι βοηθάει τον άλλο» (Α’ Κορ. 10:24). Μα ούτε και ζήλεια γνωρίζει η αγάπη, γιατί όποιος αγαπάει αληθινά, θεωρεί τα καλά του πλησίον σαν δικά του. Έτσι η αγάπη σιγά – σιγά μεταβάλλει τον άνθρωπο σε άγγελο. Αφού τον απαλλάξει από το θυμό, το φθόνο και κάθε άλλο τυρρανικό πάθος, τον βγάζει από την ανθρώπινη φυσική κατάσταση και τον εισάγει στην κατάσταση της αγγελικής απάθειας.

                Πώς γεννιέται, όμως, μέσα στη ψυχή του ανθρώπου η αγάπη; Η αγάπη είναι καρπός της αρετής. Αλλά και η αγάπη, με τη σειρά της, γεννάει την αρετή. Και να πώς γίνεται αυτό; Ο ενάρετος δεν προτιμάει τα χρήματα από την αγάπη στο συνάνθρωπο του. Δεν είναι μνησίκακος. Δεν είναι άδικος. Δεν είναι κακολόγος. Όλα τα υπομένει με ψυχική γενναιότητα. Απ’ αυτά προέρχεται η αγάπη. Το ότι από την αρετή γεννιέται η αγάπη, το φανερώνουν τα λόγια του Κυρίου: «Όταν θα πληθύνει η κακία, θα ψυχρανθεί η αγάπη» (Ματθ. 24:12). Και το ότι από την αγάπη πάλι γεννιέται η αρετή, το φανερώνουν τα λόγια του Παύλου: «Όποιος αγαπάει τον άλλο, έχει τηρήσει το σύνολο των εντολών του Θεού» (Ρωμ. 13:8). Ένα από τα δύο, λοιπόν, απαιτείται, η αγάπη η αρετή. Όποιος έχει το ένα, οπωσδήποτε θα έχει και το άλλο. Και αντίθετα: Όποιος δεν αγαπάει, θα κάνει και το κακό και όποιος κάνει το κακό, δεν αγαπάει. Την αγάπη, επομένως, ας προσπαθήσουμε ν’ αποκτήσουμε, γιατί είναι ένα φρούριο, που μας προφυλάσσει από κάθε κακό.

                Ο απόστολος δεν είπε απλά «αγαπάτε», αλλά «επιδιώκετε την αγάπη» (Α’ Κορ. 14:1), καθώς απαιτείται μεγάλος αγώνας για να την αποκτήσουμε. Η αγάπη τρέχει γοργά κι εξαφανίζεται, γιατί πολλά πράγματα του κόσμου τούτου την καταστρέφουν. Ας την επιδιώκουμε, ας τρέχουμε συνεχώς από πίσω της, για να τη συλλάβουμε, πριν προφτάσει να μας φύγει.

                Ο Παύλος μας αναφέρει και τους λόγους, για τους οποίους πρέπει ν’ αγαπάμε ο ένας τον άλλο, λέγοντας: «Να δείχνετε με στοργή την αδελφική αγάπη σας για τους άλλους» (Ρωμ. 12:10). Θέλει να πει: Είστε αδέλφια, και γι’ αυτό πρέπει να έχετε αγάπη αδελφική μεταξύ σας. Αυτό είπε και ο Μωυσής στους Εβραίους εκείνους, που φιλονικούσαν στην Αίγυπτο: «Γιατί μαλώνετε; Αδέλφια είστε» (προβλ. Εξ. 2:13). Αξιοπαρατήρητο είναι το ότι ο απόστολος, ενώ συμβουλεύει τους χριστιανούς στις μεταξύ τους σχέσεις να δείχνουν στοργή και αγάπη αδελφική ο ένας στον άλλον, όταν αναφέρεται στις σχέσεις των χριστιανών με τους άπιστους, λέει κάτι διαφορετικό: «Όσο εξαρτάται από σας, να ζείτε ειρηνικά με όλους τους ανθρώπους» (Ρωμ. 12:18). Στην περίπτωση των απίστων, δηλαδή, ζητάει να μη φιλονικούμε μαζί τους, να μην τους μισούμε, να μην τους περιφρονούμε μαζί τους, ενώ στην περίπτωση των αδελφών μας χριστιανών ζητάει επιπλέον στοργή, φιλαδελφία, αγάπη ειλικρινή και ανυπόκριτη, αγάπη θερμή και μόνιμη.

                Πως, όμως, θα είναι μόνιμη η αγάπη; Μας το υποδεικνύει και αυτό ο απόστολος, λέγοντας: «Να συναγωνίζεστε ποιος θα τιμήσει περισσότερο τον άλλο». (Ρωμ. 12:10). Μ’ αυτόν τον τρόπο και δημιουργείται η αγάπη και μόνιμα παραμένει. Γιατί, στ’ αλήθεια, δεν υπάρχει καλύτερο μέσο για τη διατήρηση της αγάπης, όσο το να παραχωρούμε στον άλλο τα πρωτεία της τιμής. Έτσι και η αγάπη γίνεται ζωηρή και η αλληλοεκτίμηση βαθειά.

                Πέρα από την τιμή, χρειάζεται ακόμα να δείχνουμε ενδιαφέρον για τα προβλήματα του άλλου, γιατί ο συνδυασμός της τιμής με το ενδιαφέρον δημιουργεί την πιο θερμή αγάπη. Δεν φτάνει ν’ αγαπάμε μόνο με την καρδιά, αλλά είναι απαραίτητα κι αυτά τα δυό, τιμή και ενδιαφέρον, που είναι της αγάπης εκδηλώσεις, αλλά συνάμα και προϋποθέσεις. Γεννιούνται από την αγάπη, αλλά και γεννούν αγάπη.

                Πρέπει να γνωρίζουμε πως η αγάπη δεν είναι κάτι το προαιρετικό. Είναι υποχρέωση. Οφείλεις ν’ αγαπάς τον αδελφό σου, τόσο γιατί έχεις πνευματική συγγένεια μ’ αυτόν, όσο και γιατί είστε μέλος ο ένας του άλλου. Αν λείψει η αγάπη, έρχεται η καταστροφή.

Οφείλεις, όμως, ν’ αγαπάς τον αδελφό σου και για έναν άλλο λόγο: Γιατί έχεις κέρδος και ωφέλεια, αφού με την αγάπη τηρείς όλο το νόμο του Θεού. Έτσι ο αδελφός, που αγαπάς, γίνεται ευεργέτης σου. Και πράγματι, «το μη μοιχεύσεις, μη φονεύσεις, μην κλέψεις, μην επιθυμήσεις και όλες γενικά οι εντολές συνοψίζονται σε τούτη τη μία, το ν’ αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν το εαυτό σου» (Ρωμ. 13:9).

Και ο ίδιος ο Χριστός βεβαίωσε, ότι όλος ο νόμος και η διδασκαλία των προφητών συνοψίζονται στην αγάπη (Ματθ. 22:40). Και κοίτα πόσο ψηλά την έβαλε: Καθόρισε δύο εντολές αγάπης και τα όρια της καθεμιάς. Η πρώτη, είπε, είναι το ν’ αγαπάς τον Κύριο, το Θεό σου και η δεύτερη, το ίδιο σπουδαία, είναι το ν’ αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου (Ματθ. 22:37-39). Τι μπορεί να φτάσει τη φιλανθρωπία και την καλοσύνη του Χριστού! Την αγάπη σ’ Αυτόν, μολόνοτι είμαστε ανυπολόγιστα κατώτεροί Του, την εξισώνει με την αγάπη στο συνάνθρωπό μας. Γι’ αυτό και τα όρια των δύο αυτών εντολών αγάπης, σχεδόν ταυτίζονται. Για την πρώτη, στο Θεό, είπε «μ’ όλη την καρδιά σου και μ’ όλη την ψυχή σου» (ματθ. 22:37) και για τη δεύτερη, στον πλησίον, είπε «όπως τον εαυτό σου» (Ματθ. 22:39). Και είναι αυτονόητο, ότι χωρίς τη δεύτερη δεν ωφελεί καθόλου η πρώτη. Άλλωστε, όπως λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «αν κάποιος πει πως αγαπάει το Θεό, μισεί όμως τον αδελφό του, είναι ψεύτης. Όποιος αγαπάει το Θεό, πρέπει ν’ αγαπάει και τον αδελφό του» (Αϳ Ιω. 4:20-21).

Όποιος έχει αγάπη, δεν κάνει κακό στον πλησίον. Αφού η αγάπη είναι η εκπλήρωση όλων των εντολών του Θεού, έχει δύο πλεονεκτήματα, την αποφυγή του κακού από τη μια και την επιτέλεση του καλού από την άλλη. Και εκπλήρωση όλων των εντολών ονομάζεται, όχι μόνο γιατί αποτελεί σύνοψη όλων των χριστιανικών καθηκόντων μας, αλλά και γιατί κάνει εύκολη την εκπλήρωσή τους.

Η αγάπη αποτελεί χρέος, που μένει πάντα ανεξόφλητο. Όσο εργαζόμαστε για την απόδοσή του, τόσο αυτό αυξάνεται. Όταν πρόκειται για οφειλές χρημάτων, θαυμάζουμε όσους δεν έχουν χρέη, ενώ, όταν πρόκειται για την οφειλή της αγάπης, καλοτυχίζουμε εκείνους που χρωστάνε πολλά. Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος γράφει: «Μην αφήνετε κανένα χρέος σε κανέναν, εκτός βέβαια από την αγάπη, που την οφείλετε πάντοτε ο ένας στον άλλο» (Ρωμ. 13:8).

   Θέλει μ’ αυτά τα λόγια να μας διδάξει, ότι το χρέος της αγάπης πρέπει πάντα να το εξοφλούμε και συνάμα να το οφείλουμε. Ποτέ μάλιστα να μην πάψουμε να το οφείλουμε, όσο βρισκόμαστε σε τούτη τη ζωή. Γιατί όσο βαρύ και αβάσταχτο είναι το να χρωστάει κανείς χρήματα, άλλο τόσο αξιοκατάκριτο είναι το να μη χρωστάει αγάπη. Η αγάπη είναι ένα χρέος που παραμένει, όπως είπα, πάντα ανεξόφλητο. Γιατί αυτό το χρέος είναι που περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο συγκροτεί τη ζωή μας και μας συνδέει στενότερα.

Κάθε καλή πράξη είναι της αγάπης καρπός. Γι’ αυτό ο Κύριος αναφέρθηκε πολλές φορές στην αγάπη. «Έτσι θα σας ξεχωρίζουν όλοι πως είστε μαθητές μου», είπε, «αν έχετε αγάπη ο ένας για τον άλλο» (Ιω. 13:35).

Όπως σ’ όλη μας τη ζωή τρέφουμε το σώμα μας, έτσι πρέπει και ν’ αγαπάμε τους συνανθρώπους μας, με περισσότερο μάλιστα ζήλο απ’ αυτόν της τροφοδοσίας του σώματος, γιατί η αγάπη οδηγεί στην αιώνια ζωή και δεν θα πάψει να υπάρχει ποτέ.

Την αναγκαιότητα της αγάπης τη μαθαίνουμε όχι μόνο από τα λόγια του Θεού, αλλά κι από τα έργα Του. Ένα τέτοιο μάθημα είναι ο τρόπος της δημιουργίας μας. Ο Θεός, δημιουργώντας τον πρώτο άνθρωπο, καθόρισε να προέλθουν απ’ αυτόν όλοι οι άλλοι, για να θεωρούμαστε όλοι σαν ένας άνθρωπος και να συνδεόμαστε με την αγάπη. Τον αγαπητικό σύνδεσμο όλων των ανθρώπων επέβαλε σοφά με τις συναλλαγές, που αναγκαζόμαστε να έχουμε μεταξύ μας. Γατί έδωσε πλήθος αγαθών στον κόσμο, όχι όμως όλα παντού, αλλά σε κάθε χώρα ορισμένα είδη. Έτσι είμαστε υποχρεωμένοι να ερχόμαστε σε δοσοληψίες, δίνοντας όσα μας περισσεύουν και παίρνοντας ό,τι έχουμε ανάγκη, και ν’ αγαπάμε τους συνανθρώπους μας.

Το ίδιο έκανε ο Θεός και σε κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Δεν επέτρεψε στον καθένα να έχει όλες τις γνώσεις, αλλά στον ένα να έχει γνώσεις ιατρικής, στον άλλο οικοδομικής, στον άλλο κάποιας άλλης επιστήμης ή τέχνης κ.ο.κ., για να έχουμε ο ένας την ανάγκη του άλλου κι έτσι ν’ αγαπάμε ο ένας τον άλλο.

Το ίδιο γίνεται και στα πνευματικά χαρίσματα, όπως λέει ο απόστολος: «Στον ένα το Άγιο Πνεύμα δίνει το χάρισμα να μιλάει με θεϊκή σοφία, σ’ έναν άλλο να μιλάει με θεϊκή γνώση, σ’ άλλον να θεραπεύει ασθένειες, σ’ άλλον να εξηγεί αυτές τις γλώσσες» (πρβλ. Α’ Κορ. 12:8-10).

Επειδή, όμως, τίποτα δεν είναι ανώτερο από την αγάπη, την έβαλε πάνω απ’ όλα, λέγοντας: «Αν μπορώ να λαλώ όλες τις γλώσσες των ανθρώπων, ακόμα και των αγγέλων, αλλά δεν έχω αγάπη για τους άλλους, τα λόγια μου ακούγονται σαν ήχος χάλκινης καμπάνας ή σαν κυμβάλου αλαλαγμός. Κι αν έχω της προφητείας το χάρισμα και κατέχω όλα τα μυστήρια και όλη τη γνώση, κι αν έχω ακόμα όλη την πίστη, έτσι που να μετακινώ βουνά, αλλά δεν έχω αγάπη, είμαι ένα τίποτα» (Α’ Κορ. 13:1-2). Και δεν στάθηκε ως εδώ, αλλά πρόσθεσε ότι κι αυτός ο θάνατος για την πίστη είναι ανώφελος, αν λείπει η αγάπη (Α’ Κορ. 13:3). Για ποιο λόγο τόνισε τόσο πολύ τη σημασία της αγάπης; Επειδή γνώριζε, σαν σοφός γεωργός των ψυχών μας, πώς, όταν η αγάπη ριζώσει καλά μέσα μας, θα ξεπροβάλουν απ’ αυτήν, σαν άλλα βλαστάρια, όλες οι αρετές.

Γιατί, όμως, ν’ αναφέρουμε τα μικρά επιχειρήματα για τη σπουδαιότητα της αγάπης και να παραλείπουμε τα μεγάλα; Από αγάπη ήρθε κοντά μας ο Υιός του Θεού κι έγινε άνθρωπος, για να καταργήσει την πλάνη της ειδωλολατρία, να φέρει την αληθινή θεογνωσία και να μας χαρίσει την αιώνια ζωή, όπως λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε παρέδωσε στο θάνατο τον μονογενή του Υιό, για να μη χαθεί όποιος πιστεύει σ’ Αυτόν, αλλά να έχει ζωή αιώνια» (Ιω. 3:16). Από την αγάπη φλογισμένος ο Παύλος είπε τα ουράνια τούτα λόγια: «Τι, λοιπόν, μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; Μήπως τα παθήματα, οι στενοχώριες, οι διωγμοί, η πείνα, η γύμνια, οι κίνδυνοι ή ο μαρτυρικός θάνατος;» (Ρωμ. 8:35).

   Και αφού αδιαφόρησε για όλες αυτές τις δυσκολίες, θεωρώντας τες ανίσχυρες, ανέφερε τις πιο φοβερές, περιφρονώντας τες κι αυτές: «Ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε παρόντα ούτε μέλλοντα ούτε κάτι άλλο, είτε στον ουρανό είτε στον άδη, ούτε κανένα άλλο δημιούργημα θα μπορέσουν ποτέ να μας χωρίσουν από την αγάπη του Θεού, όπως αυτή φανερώθηκε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, του Κυρίου μας» (Ρωμ. 8:38-39).

Η αγάπη σου παρουσιάζει τον πλησίον σαν άλλο εαυτό σου, σε διδάσκει να χαίρεσαι για την ευτυχία εκείνου, σαν να είναι δική σου ευτυχία, και να λυπάσαι για τις συμφορές του, σαν να είναι δικές σου συμφορές. Η αγάπη κάνει ένα σώμα τους πολλούς και δοχεία του Αγίου Πνεύματος τις ψυχές τους. Γιατί το Πνεύμα της ειρήνης δεν αναπαύεται εκεί που βασιλεύει η διαίρεση, αλλά εκεί που επικρατεί ενότητα ψυχών. Η αγάπη, επίσης, κάνει κοινά σε όλους τα αγαθά του καθενός, όπως βλέπουμε στις Πράξεις των Αποστόλων: «Όλοι οι πιστοί είχαν μια καρδιά και μια ψυχή. Κανείς δεν θεωρούσε ότι κάτι από τα υπάρχοντα του ήταν δικό του, αλλά όλα τα είχαν κοινά» (Πράξ. 4:32).

Εκτός απ’ αυτά, η αγάπη χαρίζει στους ανθρώπους μεγάλη δύναμη. Δεν υπάρχει κάστρο τόσο γερό, αχάλαστο και άπαρτο απ’ τους εχθρούς, όσο είναι ένα σύνολο ανθρώπων αγαπημένων και σφιχτοδεμένων με τον καρπό της αγάπης, την ομόνοια. Και του διαβόλου ακόμα τις επιθέσεις μπορούν ν’ αποκρούουν, γιατί, αντιμετωπίζοντάς τον ενωμένοι, γίνονται αήττητοι, εξουδετερώνουν τα τεχνάσματα του και στήνουν λαμπρά τρόπαια της αγάπης.

    Όπως οι χορδές της λύρας, μολονότι είναι πολλές, δίνουν ένα γλυκύτατο ήχο, καθώς συνεργάζονται όλες αρμονικά κάτω από τα δάχτυλα του μουσικού, έτσι κι εκείνοι που έχουν ομόνοια, σαν άλλη λύρα αγάπης, δίνουν μια θαυμάσια μελωδία. Γι’ αυτό ο Παύλος συμβουλεύει τους πιστούς να επιδιώκουν σε κάθε περίσταση την ομοφροσύνη, να θεωρούν τους άλλους ανώτερους από τον εαυτό τους, για να μη διαλύεται η αγάπη από την κενοδοξία, να είναι μονοιασμένοι, να τιμούν ο ένας τον άλλο, να υπηρετούν ο ένας τον άλλο.

Η αγάπη μας κάνει άμεμπτους, γιατί εμποδίζει την πλεονεξία, τη λαγνεία, το φθόνο και άλλα πάθη να κυριέψουν την ψυχή. Γενικά, δεν υπάρχει πάθος, δεν υπάρχει αμάρτημα που να μην το καταστρέφει η αγάπη. Ευκολότερα μπορεί να γλιτώσει από του καμινιού τις φλόγες ένα ξερό κλαράκι, παρά από της αγάπης τη φωτιά η αμαρτία. Αν, λοιπόν, φυτέψουμε την αγάπη στην καρδιά μας, θα είμαστε άγιοι. Ναι, γιατί όλοι οι άγιοι με την αγάπη ευαρέστησαν το Θεό.

   Για ποιο λόγο ο Άβελ έγινε θύμα φόνου και όχι φονιάς; Γιατί είχε σφοδρή αγάπη στον αδελφό του και δεν μπορούσε να του κάνει κακό ούτε όταν εκείνος τον σκότωνε. Για ποιο λόγο ο Κάιν φθόνησε τον Άβελ και τον θανάτωσε; Γιατί στην ψυχή του δεν είχε αγάπη. Για ποιο λόγο οι δυό γιοί του Νώε, ο Σημ και ο Ιάφεθ, απέκτησαν καλή φήμη; Γιατί αγαπούσαν πολύ τον πατέρα τους και δεν ανέχονταν να τον δουν γυμνό. Και τον τρίτο, τον Χάμ, γιατί τον καταράστηκε ο Νώε; Γιατί δεν αγαπούσε τον πατέρα του και τον περιγέλασε. Μα και του Αβραάμ η μεγάλη φήμη που οφείλεται; Στην αγάπη που έδειξε τόσο στον ανιψιό του Λώτ όσο και στους Σοδομίτες, που για τη σωτηρία τους μεσολάβησε στο Θεό.

Γεμάτοι αγάπη, γεμάτοι φιλοστοργία, γεμάτοι συμπόνια ήταν οι άγιοι. Σκεφτείτε τον Παύλο, που, ενώ και στη φωτιά έπεφτε, ενώ έμενε ακλόνητος στις δοκιμασίες, ενώ δεν φοβόταν παρά μόνο το Θεό, ενώ δεν λογάριαζε τίποτα, ούτε κι αυτόν ακόμα τον άδη, όταν είδε τα δάκρυα αγαπητών του προσώπων, λύγισε, αυτός ο αλύγιστος, συγκινήθηκε και είπε: «Γιατί κλαίτε και μου σκίζετε την καρδιά;» (Πράξ. 21:13). Και θα ρωτήσετε: Μπόρεσαν τα δάκρυα να συντρίψουν τη διαμαντένια εκείνη ψυχή; Βέβαια. Γιατί, όπως ο ίδιος έλεγε, όλα τα υπερνικούσε με τη δύναμη της αγάπης, όχι όμως και την ίδια την αγάπη, που τον έπνιγε και τον κατανικούσε, Να τι αρέσει στο Θεό! Τον άνθρωπο που δεν μπόρεσε να συντρίψει η άγρια θάλασσα, μπόρεσαν να τον συντρίψουν λίγα δάκρυα αγάπης. Τόσο μεγάλη είναι η δύναμή της!

                Θέλετε να δείτε και τον ίδιο τον Παύλο να κλαίει; Να τι λέει σε άλλη περίπτωση: «Τρία χρόνια συνέχεια δεν έπαψα νύχτα και μέρα να νουθετώ με δάκρυα τον καθένα σας» (Πράξ. 20:31). Η μεγάλη του αγάπη τον έκανε να φοβάται, μήπως πάθουν κανένα κακό οι αγαπημένοι του χριστιανοί, και γι’ αυτό με δάκρυα τους συμβούλευε.

                Το ίδιο βλέπουμε και στον πάγκαλο Ιωσήφ. Αυτός ο βράχος, που έμεινε αλύγιστος μπροστά στην ακαταμάχητη δύναμη της ακόλαστης εκείνης γυναίκας και στη φωτιά της αμαρτίας, όταν είδε τ’ αδέλφια του, τα οποία μάλιστα τον είχαν πουλήσει, τον είχαν ρίξει σ’ ένα λάκκο και είχαν θελήσει να τον σκοτώσουν, συγκινήθηκε, συγκλονίστηκε ψυχικά και, επειδή δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του, μπήκε στο διπλανό δωμάτιο κι έκλαψε.

                Την εντολή της αγάπης ο Κύριος, λίγο πριν παραδοθεί στους Ιουδαίους και σταυρωθεί, την ονόμασε νέα: «Σας δίνω μια νέα εντολή», είπε στους μαθητές Του, «να αγαπάτε ο ένας τον άλλο» (Ιω. 13:34). Γιατί, όμως, την ονομάζει νέα, αφού και στην Παλαιά Διαθήκη υπήρχε; Επειδή την έδωσε με νέο τρόπο, βελτιωμένο, ανώτερο. Γι’ αυτό πρόσθεσε: «Όπως σας αγάπησα εγώ, έτσι ν’ αγαπάτε κι εσείς ο ένας τον άλλον». Η αγάπη μου για σας, ήθελε να τους πει, δεν είναι ανταπόδοση σε κάτι που μου προσφέρατε, γιατί εγώ πρώτος σας αγάπησα. Με τον ίδιο τρόπο κι εσείς πρέπει να ευεργετείτε τους συνανθρώπους σας, όχι ανταποδοτικά, αλλ’ από αγάπη αυθόρμητη. Και αφού παρέλειψε τα θαύματα, που θα έκαναν στο όνομά Του και με τη δύναμη Του, είπε ότι η αγάπη είναι εκείνη που θα τους χαρακτηρίζει ως μαθητές Του.

    Παράξενο! Γιατί όχι τα θαύματα, αλλά η αγάπη; Επειδή η αγάπη είναι το κύριο γνώρισμα των αγίων και αποτελεί το θεμέλιο της αρετής. Μ’ αυτήν προπαντός σωζόμαστε όλοι, αυτή δημιουργεί εργάτες του Χριστού, αυτή σαγηνεύει τις ψυχές, αυτή φέρνει τα χαμένα πρόβατα στη μάντρα της Εκκλησίας.

                Και τα θαύματα, που θα έκαναν οι απόστολοι, δεν θα φανέρωναν πως ήταν μαθητές Του; Καθόλου. Ακούστε τι είπε κάποτε: «Πολλοί θα μου πούν; «Κύριε, δεν προφητέψαμε στο όνομά Σου; Δεν διώξαμε δαιμόνια στο όνομά Σου; Δεν κάναμε τόσα θαύματα στο όνομά Σου;». Και τότε θα τους πω κι εγώ: «Ποτέ δεν σας ήξερα» (Ματθ. 7:22-23). Και μιαν άλλη φορά, όταν οι απόστολοι ήταν χαρούμενοι, γιατί και τα δαιμόνια τους υπάκουαν, ο Κύριος τους είπε: «Μη χαίρεστε γι’ αυτό, αλλά γιατί τα ονόματά σας έχουν γραφτεί στον ουρανό» (πρβλ. Λουκ. 10:20) Τα θαύματα που έκαναν, βέβαια, βοήθησαν στην προσέλκυση της οικουμένης στη χριστιανική πίστη, επειδή όμως προϋπήρχε η αγάπη, χωρίς την οποία ούτε θαύματα θα γίνονταν. Η αγάπη τους έδωσε την αγιότητα και τη δυνατότητα να έχουν όλοι μια ψυχή και μια καρδιά. Αν δεν ήταν ενωμένοι με το δεσμό της αγάπης, δεν θα μπορούσαν να κάνουν τίποτα.

Αυτά, όμως, ο Κύριος δεν τα έλεγε μόνο για τους τότε μαθητές Του, αλλά και για όλους όσοι στο μέλλον θα πίστευαν σ’ Εκείνον. Γιατί και σήμερα, αυτό που κρατάει τους άπιστους μακριά από το Χριστό δεν είναι το ότι δεν γίνονται θαύματα, όπως λένε μερικοί, αλλά το ότι λείπει η αγάπη από τους χριστιανούς. Τους άπιστους δεν τους τραβάνε τόσο τα θαύματα, όσο η ενάρετη ζωή, που μόνο η αγάπη τη δημιουργεί. Τους θαυματοποιούς πολλές φορές τους κατηγόρησαν σαν λαοπλάνους, ποτέ όμως εκείνους που είχαν βίο άγιο.

      Όποιος έχει αγάπη, είναι πιο αξιοθαύμαστος από κείνον που και νεκρούς ακόμη ανασταίνει. Και αυτό είναι φυσικό. Γιατί η νεκρανάσταση, ως θαύμα, εξαρτάται αποκλειστικά από τη θεία  χάρη, ενώ η αγάπη εξαρτάται από την αγαθή προαίρεση και τον ευσεβή ζήλο του καθενός.

Η αγάπη είναι το γνώρισμα του αληθινού χριστιανού και φανερώνει τον σταυρωμένο μαθητή του Χριστού, που τίποτα το κοινό δεν έχει με τα γήινα πράγματα. Χωρίς την αγάπη, και το μαρτύριο ακόμα καθόλου δεν ωφελεί.

Ας αποκτήσουμε, λοιπόν, αυτό το υπέροχο χάρισμα, το ν’ αγαπάμε ο ένας τον άλλο. Και μη μου πείτε πως αγαπάμε, επειδή έχουμε κάποιους φίλους, άλλος δύο, άλλος τρείς και άλλος τέσσερις. Αυτή δεν είναι αγάπη γνήσια, αγάπη χριστιανική, αγάπη σύμφωνη με το θέλημα του Θεού. Όποιος έχει την αγάπη που θέλει ο Θεός, δεν αγαπάει μόνο τους φίλους του, που τον αγαπούν, μα όλους τους ανθρώπους, ακόμα και τους εχθρούς του, που τον μισούν και τον αδικούν.

   Το λέει ο Κύριος: «Ν’ αγαπάτε τους εχθρούς σας, να δίνετε ευχές σ’ αυτούς που σας δίνουν κατάρες, να ευεργετείτε αυτούς που σας μισούν και να προσεύχεστε γι’ αυτούς που σας κακομεταχειρίζονται και σας καταδιώκουν, για να γίνετε παιδιά του ουράνιου Πατέρα, γιατί Αυτός ανατέλλει τον ήλιο Του για κακούς και καλούς και στέλνει τη βροχή σε δικαίους και αδίκους. Αν αγαπήσετε μόνο όσους σας αγαπούν, ποιαν αμοιβή περιμένετε από το Θεό;» (Ματθ. 5:44-46).

Αν επικρατούσε παντού η αγάπη, πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος μας! Ούτε νόμοι ούτε δικαστήρια ούτε ποινές θα χρειάζονταν. Κανένας δεν θα αδικούσε τον πλησίον. Οι φόνοι, οι φιλονικίες, οι πόλεμοι, οι αναστατώσεις, οι αρπαγές, οι πλεονεξίες και όλες οι αδικίες θα εξαφανίζονταν. Η κακία θα ήταν ολότελα άγνωστη. Γιατί η αγάπη έχει το μοναδικό πλεονέκτημα, ότι δεν συνοδεύεται, όπως οι άλλες αρετές, από ορισμένες κακίες. Η ακτημοσύνη, λ.χ., είναι συχνά ενωμένη με την κενοδοξία, η ευγλωττία με τη φιλοδοξία, η θαυματουργία με την υπερηφάνεια, η ελεημοσύνη με τη λαγνεία, η ταπεινοφροσύνη με την εσωτερική υψηλοφροσύνη κ.ο.κ. Αυτά δεν υπάρχουν στην αγάπη, την αληθινή αγάπη.

     Ο άνθρωπος που αγαπάει, ζει στη γη όπως θα ζούσε στον ουρανό, με αδιατάρακτη γαλήνη και ευτυχία, με ψυχή καθαρή από φθόνο, ζήλια, οργή, υπερηφάνεια, κακή επιθυμία. Όπως κανείς δεν κάνει κακό στον εαυτό του, έτσι κι αυτός δεν κάνει κακό στον πλησίον του, που τον θεωρεί σαν άλλο εαυτό του. Να ο άνθρωπος της αγάπης – ένας επίγειος άγγελος! Εκείνος, όπως, που δεν έχει αγάπη, όσα θαύματα κι αν κάνει, όσο τέλεια γνώση των θείων αληθειών κι αν έχει, χιλιάδες νεκρούς κι αν αναστήσει, τίποτα δεν θα κερδίσει, αφού ζει μόνο για τον εαυτό του, μακριά από τους άλλους.

   Γι’ αυτό ακριβώς ο Χριστός καθόρισε την αγάπη στον πλησίον ως δείγμα της τέλειας αγάπης σ’ Εκείνον. «Αν μ’ αγαπάς», είπε στον απόστολο Πέτρο, «ποίμανε τα πρόβατά μου» (Ιω. 21:16). Υπαινιγμός είναι και τούτο, ότι η αγάπη έχει μεγαλύτερη αξία από το μαρτύριο.

Αν στην κοινωνία μας επικρατούσε η αγάπη, δεν θα υπήρχαν διακρίσεις, δεν θα υπήρχαν δούλοι και ελεύθεροι, αρχόμενοι και άρχοντες, φτωχοί και πλούσιοι, μικροί και μεγάλοι. Ο διάβολος, επίσης, και οι δαίμονές του θα ήταν ολότελα άγνωστοι και ανίσχυροι.

    Γιατί από κάθε τείχος ισχυρότερη και από κάθε μέταλλο δυνατότερη είναι η αγάπη. Δεν την καταβάλλουν ούτε ο πλούτος ούτε η φτώχεια ή μάλλον, όπου αυτή επικρατεί, εκεί δεν υπάρχουν πλούτος και φτώχεια, αλλά μόνο τα καλά και των δύο: Από τον πλούτο παίρνει η φτώχεια τα αναγκαία για τη συντήρηση μέσα, ενώ από τη φτώχεια παίρνει ο πλούτος την αμεριμνία. Έτσι εξαφανίζονται και του πλούτου οι φροντίδες και της φτώχειας οι φόβοι.

Γιατί, όμως, ν’ αναφέρω μόνο τις ωφέλειες που προξενεί η αγάπη στους άλλους; Αυτή καθεαυτή η αγάπη πόσο ωραία είναι! Με πόση χαρά και ειρήνη πλημμυρίζει την ψυχή, που την κατέχει! Αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματά της. Οι άλλες αρετές, όπως η νηστεία, η αγρυπνία, η εγκράτεια, συνοδεύονται από κάποιον κόπο, πολλές φορές μάλιστα προκαλούν στους άλλους το φθόνο. Η αγάπη, όμως, πέρα από τις άλλες ωφέλειές της, δημιουργεί πολύ ευχάριστη διάθεση και ποτέ κόπο.

     Όπως η μέλισσα μαζεύει από διάφορα λουλούδια τον ζαχαρένιο χυμό και τον φέρνει στην κυψέλη, έτσι και η αγάπη μαζεύει από παντού τα καλά και τα συγκεντρώνει μέσα στην ψυχή, στην οποία κατοικεί. Και δούλος αν είναι αυτός που έχει στην ψυχή του αγάπη, η δουλεία του του φαίνεται πιο ευχάριστη από την ελευθερία, γιατί χαίρεται να τον διατάζουν παρά να διατάζει, να υπηρετεί παρά να τον υπηρετούν, να βοηθάει παρά να τον βοηθούν. Η αγάπη αλλάζει τη φύση των πραγμάτων και, έχοντας τα χέρια της γεμάτα απ’ όλα τα’ αγαθά, μας πλησιάζει με στοργή μεγαλύτερη από τη μητρική και με γενναιοδωρία ανώτερη από τη βασιλική. Τα κοπιαστικά και δύσκολα έργα τα κάνει ελαφριά και εύκολα, αποκαλύππτοντάς μας τη γλυκύτητα της αρετής και την πικράδα της κακίας. Θα σας αναφέρω μερικά σχετικά παραδείγματα.

Το να προσφέρεις στους άλλους φαίνεται βαρύ, η αγάπη όμως το κάνει ελαφρύ. Το να παίρνεις από  τους άλλους φαίνεται ευχάριστο, η αγάπη όμως το κάνει δυσάρεστο. Το να κακολογείς τους άλλους φαίνεται απολαυστικό, η αγάπη όμως το κάνει πικρό. Για την αγάπη η μεγαλύτερη απόλαυση είναι ο καλός λόγος και ο έπαινος όλων.               

Ο θυμός, πάλι, δίνει κάποιαν άγρια ευχαρίστηση, όχι όμως στον άνθρωπο της αγάπης, γιατί αυτός δεν γνωρίζει το θυμό. Αν τον λυπήσει ο συνάνθρωπος του, δεν θυμώνει, αλλά ξεσπάει σε δάκρυα, παρακάλια και ικεσίες. Αν δει το συνάνθρωπό του να αμαρτάνει, θρηνεί και πονάει ψυχικά. Μα ο πόνος τούτος είναι γλυκός, γιατί τα δάκρυα και η λύπη της αγάπης είναι ανώτερα από κάθε γέλιο και κάθε χαρά. Την ειρήνη και την ανάπαυση, που αισθάνονται όσοι κλαίνε για τ’ αγαπημένα τους πρόσωπα, δεν την αισθάνονται όσοι γελούν.

Ίσως θα με ρωτήσετε; Δεν φέρνει ευχαρίστηση, έστω και άτοπη, οποιαδήποτε αγάπη; Όχι. Μόνο η γνήσια αγάπη φέρνει καθαρή και ανόθευτη χαρά. Και γνήσια αγάπη δεν είναι η κοσμική, η αγοραία, που αποτελεί μάλλον κακία και ελάττωμα, αλλά η χριστιανική, η πνευματική, εκείνη που μας ζητάει ο Παύλος, εκείνη που αποβλέπει στο συμφέρον του πλησίον. Αυτή την αγάπη είχε ο απόστολος που έλεγε: «Ποιος ασθενεί και δεν ασθενώ κι εγώ; Ποιος υποκύπτει στον πειρασμό και δεν υποφέρω κι εγώ;» (Β’ Κορ. 11:29).

Τίποτα δεν παροργίζει τόσο το Θεό, όσο η αδιαφορία μας για τον πλησίον. Γι’ αυτό πρόσταξε να τιμωρηθεί αυστηρά ο δούλος που έδειξε σκληρότητα στους συνδούλους του. Γι’ αυτό είπε πως οι μαθητές Του πρέπει να έχουν γνώρισμά τους την αγάπη. Γιατί η αγάπη φυσιολογικά οδηγεί στο ενδιαφέρον για τον πλησίον.

               

Και πάλι θα με ρωτήσετε: Φροντίζοντας για τον πλησίον, δεν θα παραμελήσουν τη δική μας σωτηρία; Δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος. Απεναντίας, μάλιστα. Γιατί εκείνος που ενδιαφέρεται για τους άλλους, σε κανένα δεν προξενεί λύπη. Όλους τους συμπαθεί και όλους τους βοηθάει, όσο μπορεί. Δεν αρπάζει τίποτε από κανένα. Ούτε πλεονέκτης είναι, ούτε κλέφτης, ούτε ψεύτης. Κάθε κακό το αποφεύγει και το καλό πάντα επιδιώκει. Προσεύχεται για τους εχθρούς του. Ευεργετεί όσους τον αδικούν. Δεν βρίζει και δεν κακολογεί, ό,τι κι αν του κάνουν. Με όλα τούτα δεν συμβάλλουν στη σωτηρία μας;

Η αγάπη, λοιπόν, είναι ο δρόμος της σωτηρίας. Αυτόν το δρόμο ας ακολουθήσουμε, για να κληρονομήσουμε την αιώνια ζωή.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ 5.   Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ: Ε.Π.Ε. εκδ.« ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΕΡΓΑ ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ,   τ.  31,   σελ.  180  εξ.

   Η προσευχή είναι μεγάλο αγαθό, αν γίνεται και με λογισμό αγαθό αν ευχαριστούμε το Θεό όχι μόνο όταν μας δίνει, αλλά και όταν δεν μας δίνει, αλλά και όταν δεν μας δίνει ό,τι Του ζητάμε, αφού και τα δύο τα κάνει για την ωφέλειά μας. έτσι, και όταν δεν παίρνουμε, ουσιαστικά παίρνουμε με το να μην πάρουμε ό,τι δεν μας συμφέρει. Υπάρχουν, βλέπετε, περιπτώσεις που η μη ικανοποίηση του αιτήματός μας είναι πιο ωφέλιμη. Και τότε ό,τι θεωρούμε σαν αποτυχία είναι επιτυχία.

Ας μη στεναχωριόμαστε, λοιπόν, όταν ο Θεός αργεί να εισακούσει την προσευχή μας. Ας μη χάνουμε την υπομονή μας. Μήπως και πριν ζητήσουμε κάτι, δεν μπορεί να μας το δώσει ο Πανάγαθος; Μπορεί, φυσικά, αλλά περιμένει από μας κάποιαν αφορμή, ώστε να μας βοηθήσει δίκαια. Γι’ αυτό ας Του δίνουμε την αφορμή με την προσευχή και ας περιμένουμε με πίστη, με ελπίδα, με εμπιστοσύνη στην πανοσοφία και στη φιλανθρωπία Του. Μας έδωσε ό,τι ζητήσαμε; Ας Τον ευχαριστούμε. Δεν μας έδωσε; Και πάλι ας Τον ευχαριστούμε, γιατί δεν γνωρίζουμε, όπως γνωρίζει Εκείνος, τι είναι καλό για μας.

Ας έχουμε ακόμα υπόψη μας, πως ο Θεός συχνά δεν αρνείται, αλλά μόνο αναβάλλει την ικανοποίηση κάποιου αιτήματός μας. Και γιατί αναβάλλει; Επειδή, χρησιμοποιώντας ως μέσο τη δική μας επιμονή στο αίτημα, θέλει να μας ελκύσει και να μας κρατήσει κοντά Του. Κι ένας φιλόστοργος πατέρας, άλλωστε, όταν του ζητάει κάτι το παιδί του, πολλές φορές αρνείται να του το δώσει, όχι γιατί δεν θέλει, αλλά γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο το παιδί μένει κοντά του.               

Με δυό λόγια, η αποτελεσματικότητα της προσευχής μας εξαρτάται: πρώτον, από το αν είμαστε άξιοι να λάβουμε ό,τι ζητάμε δεύτερον, από το αν προσευχόμαστε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού τρίτον, από το αν προσευχόμαστε αδιάλειπτα τέταρτον, από αν για όλα καταφεύγουμε στο Θεό πέμπτον, από το αν ζητάμε εκείνα που είναι ωφέλιμα σ’ εμάς.

Και δίκαιοι ακόμα να παρακαλέσουν τον Κύριο, δεν θα εισακουστούν, αν δεν πρέπει. Ποιος ήταν δικαιότερος από τον Παύλο; Και όμως, επειδή ζήτησε κάτι που δεν θα τον ωφελούσε, δεν εισακούστηκε. «Τρεις φορές παρακάλεσα γι’ αυτό τον Κύριο», γράφει ο ίδιος, «και η απάντησή Του ήταν: «Σου αρκεί η χάρη μου» (Β’ Κορ. 12:8-9). Αλλά και ο Μωυσής δεν ήταν δίκαιο; Ε, ούτε κι εκείνος εισακούστηκε. «Φτάνει πια!», του είπε ο Θεός (Δευτ. 3:26), όταν ζητούσε να μπει στη γη της επαγγελίας.

Πέρα απ’ αυτά, όμως, υπάρχει και κάτι άλλο που αχρηστεύει την προσευχή μας, και αυτό είναι η αμετανοησία. Προσευχόμαστε, ενώ επιμένουμε στην αμαρτία. Έτσι έκαναν οι Ιουδαίοι, γι’ αυτό ο Θεός είπε στον προφήτη Ιερεμία: «Μην προσεύχεσαι για το λαό αυτό! Δεν βλέπεις τι κάνουν;» (Ιερ. 7:16-17).      Δεν απομακρύνθηκαν, λέει, από την ασέβεια. Κι εσύ με παρακαλάς γι’ αυτούς; Δεν σ’ ακούω!

Όταν, πάλι, ζητάμε κάτι κακό εναντίον των εχθρών μας, όχι μόνο δεν το πραγματοποιεί ο Θεός, αλλά και παροργίζεται. Γιατί η προσευχή είναι φάρμακο. Κι αν δεν γνωρίζουμε πως πρέπει να χρησιμοποιήσουμε ένα φάρμακο, δεν θα ωφεληθούμε ποτέ από τη δύναμή του.

Πόσο μεγάλο καλό είναι η συνεχής προσευχή, το μαθαίνουμε από τη Χαναναία εκείνη του Ευαγγελίου, που δεν σταματούσε να κραυγάζει: «Ελέησέ με, Κύρε!» (Ματθ. 15:22). Κι έτσι, αυτό που αρνήθηκε ο Χριστός στους αποστόλους, τους μαθητές Του, το πέτυχε εκείνη με την υπομονή της. Ο Θεός. Βλέπετε προτιμά για τα δικά μας ζητήματα να Τον παρακαλάμε εμείς οι ίδιοι, που είμαστε και υπεύθυνοι, παρά να Τον παρακαλούν άλλοι για λογαριασμό μας.

Όταν έχουμε την ανάγκη ανθρώπων, χρειάζεται και χρήματα να δαπανήσουμε και δουλόπρεπα να κολακέψουμε και πολύ να τρέξουμε. Γιατί οι άρχοντες του κόσμου τούτου όχι μόνο δεν μας δίνουν εύκολα ό,τι τους ζητάμε, αλλά συνήθως ούτε καν να μας μιλήσουν δεν καταδέχονται. Πρέπει πρώτα να πλησιάσουμε τους ανθρώπους που είναι κοντά τους – υπηρέτες, γραμματείς, υπαλλήλους κ.α. – και να τους καλοπιάσουμε, να τους εκλιπαρήσουμε, να τους προσφέρουμε δώρα. Έτσι θα εξασφαλίσουμε τη μεσολάβησή τους στους αρμόδιους αξιωματούχους, για το διακανονισμό της όποιας υποθέσεώς μας.

Ο Θεός, απεναντίας, δεν θέλει μεσολαβητές. Δεν χρειάζεται να Τον παρακαλούν άλλοι για μας. Προτιμά να Τον παρακαλάμε εμείς οι ίδιοι. Μας χρωστάει χάρη, μάλιστα, όταν του ζητάμε, μόνο Αυτός δίνει εκείνα που δεν Του δανείσαμε. Κι αν δει ότι επιμένουμε στην προσευχή με πίστη και καρτερία, πληρώνει δίχως να απαιτεί ανταλλάγματα. Αν, όμως, δει ότι προσευχόμαστε με νωθρότητα, αναβάλλει την πληρωμή όχι γιατί μας περιφρονεί ή μας αποστρέφεται, αλλά γιατί, όπως είπα, με την αναβολή αυτή μας κρατάει κοντά Του.

Αν, λοιπόν, εισακούστηκες, ευχαρίστησε το Θεό. Αν δεν εισακούστηκες, μείνε κοντά Του, για να εισακουστείς. Αν, πάλι, Τον έχεις πικράνει με τις αμαρτίες σου, μην απελπίζεσαι. Όταν πικράνεις έναν άνθρωπο, αλλά στη συνέχεια παρουσιάζεσαι μπροστά του και το πρωί και το μεσημέρι και το βράδυ, ζητώντας ταπεινά συγχώρηση, δεν θα κερδίσεις τη συμπάθειά του; Πολύ περισσότερο θα κερδίσεις τη συμπάθεια του ανεξίκακου Θεού, αν και το πρωί και το μεσημέρι και το βράδυ και κάθε ώρα επικαλείσαι την ευσπλαχνία Του με την προσευχή.

Ας τ’ ακούσουν όλα αυτά όσοι προσεύχονται με ραθυμία και βαρυγγωμούν, όταν ο Κύριος αργεί να ικανοποιήσει το αίτημά τους. Τους λέω: «Παρακάλεσε το Θεό!». Και μου απαντούν: «Τον παρακάλεσα, μια, δυό, τρεις, δέκα, είκοσι φορές, μα δεν έλαβα τίποτα». Μη σταματήσεις, ώσπου να λάβεις. Σταμάτησε, όταν λάβεις. Ή μάλλον, ούτε και τότε να σταματήσεις την προσευχή. Πριν λάβεις, να ζητάς. Και αφού λάβεις, να ευχαριστείς.

Πολλοί μπαίνουν στην εκκλησία, λένε διάφορες προσευχές και βγαίνουν. Βγαίνουν, χωρίς να γνωρίζουν τι είπαν. Τα χείλη τους κινούνται, αλλά τ’ αυτιά τους δεν ακούνε. Εσύ ο ίδιος δεν ακούς την προσευχή σου, και θέλεις να την ακούσει ο Θεός; «Γονάτισα», λες. Γονάτισες, αλλά, ενώ το σώμα σου ήταν μέσα, ο νους σου πετούσε έξω. Με το στόμα έλεγες την προσευχή και με τη σκέψη λογάριαζες τόκους, έκανες συμβόλαια, πουλούσες εμπορεύματα, αγόραζες κτήματα, συναντούσες τους φίλους σου. Γιατί ο διάβολος, που είναι πονηρός και γνωρίζει ότι στον καιρό της προσευχής μεγάλα πράγματα κατορθώνουμε, τότε ακριβώς έρχεται και σπέρνει λογισμούς μέσα μας. Να, πολλές φορές είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, και τίποτα δεν συλλογιζόμαστε πάμε στην εκκλησία για να προσευχηθούμε, και τότε χίλιες σκέψεις περνούν από το νου μας. Έτσι χάνουμε τους καρπούς της προσευχής, φεύγοντας από το ναό με άδεια χέρια. Το ίδιο, βέβαια, γίνεται και όταν προσευχόμαστε στο σπίτι μας ή οπουδήποτε αλλού.

Κάθε φορά, λοιπόν, που καθώς προσευχόμαστε, συνειδητοποιούμε ότι ο νους μας έχει φύγει από το Θεό κι έχει στραφεί σε βιοτικά πράγματα, ας τον φέρνουμε πίσω, αναγκάζοντάς τον να μένει σταθερά και προσεκτικά προσκολλημένος στα νοήματα της προσευχής. Ας επαναλαμβάνουμε, μάλιστα, την προσευχή από την αρχή. Κι αν παθαίνουμε πάλι και πάλι το ίδιο, ας την επαναλαμβάνουμε και για τρίτη και για τέταρτη φορά. Ας μη σταματάμε, πριν πούμε ολόκληρη την προσευχή, από την αρχή ως το τέλος, με άγρυπνη διάνοια και αδιατάρακτο λογισμό. Και όταν ο διάβολος αντιληφθεί ότι δεν καταθέτουμε τα όπλα, θα σταματήσει πια κι αυτός να μας πολεμάει.

Όταν παρουσιαζόμαστε για οποιαδήποτε ζήτημά μας σ’ έναν επίγειο άρχοντα, είμαστε τόσο προσεκτικοί και αυτοσυγκεντρωμένοι, ώστε δεν βλέπουμε ουτ’ εκείνους που βρίσκονται δίπλα μας. Μέσα στο νου μας δεν υπάρχουν παρά ο άνθρωπος, μπροστά στον οποίο βρισκόμαστε, και το θέμα, για το οποίο θέλουμε να του μιλήσουμε. Το ίδιο, πολύ περισσότερο, δεν πρέπει να κάνουμε, όταν βρισκόμαστε μπροστά στον ύψιστο Θεό, εμμένοντας σταθερά στην προσευχή μας και μην περιφέροντας το νου εδώ κι εκεί; Αν  η γλώσσα μας προφέρει προσευχητικά λόγια και η διάνοιά μας ονειροπολεί, τίποτα δεν έχουμε να ωφεληθούμε. Απεναντίας, θα κατακριθούμε, επειδή ακριβώς με μεγαλύτερη υπομονή και εντατικότητα προσοχή μιλάμε σε ανθρώπους παρά στον Κύριό μας. Στο κάτω – κάτω, κι αν ακόμα δεν πάρουμε τίποτε απ’ Αυτόν, το να βρισκόμαστε σε διαρκή επικοινωνία μαζί Του μικρό καλό είναι; Αν ωφελούμαστε πολύ, όταν συζητάμε μ’ έναν ενάρετο άνθρωπο, πόσο θα ωφεληθούμε, αλήθεια, συνομιλώντας με τον Πλάστη, τον Ευεργέτη, το Σωτήρα μας, έστω κι αν δεν μας δίνει ό,τι Του ζητάμε;

Γιατί, όμως, δεν μας δίνει; Θα το τονίσω γι’ άλλη μια φορά; Γιατί συνήθως Του ζητάμε πράγματα βλαβερά, νομίζοντας πως είναι καλά και ωφέλιμα. Δεν γνωρίζεις, άνθρωπέ μου, το συμφέρον σου. Εκείνος, που το γνωρίζει, δεν εισακούει την παράκλησή σου γιατί φροντίζει περισσότερο από σένα για τη σωτηρία σου. Αν οι γονείς δεν δίνουν πάντα στα παιδιά τους ό,τι τους ζητούν, όχι βέβαια επειδή τα μισούν, μα επειδή, απεναντίας, υπερβολικά τα αγαπούν, πολύ περισσότερο θα κάνει το ίδιο ο Θεός, ο οποίος και περισσότερο από τους γονείς μας μας αγαπά και καλύτερα απ’ όλους γνωρίζει ποιο είναι το καλό μας.

Όταν, λοιπόν, αποκάνεις ικετεύοντας τον Κύριο, κι Εκείνος δεν σου δίνει σημασία, μην παραπονιέσαι. Ξεχνάς, άλλωστε, πόσες φορές εσύ άκουσες κάποιον φτωχό να σε παρακαλάει και δεν του έδωσες σημασία; Και αυτό το έκανες από σκληρότητα, ενώ ο Θεός το κάνει από φιλανθρωπία. Ωστόσο, ενώ δεν δέχεσαι να κατηγορήσουν εσένα, που από σκληρότητα δεν άκουσες τον συνάνθρωπό σου, κατηγορείς το Θεό, που από φιλανθρωπία δεν σε ακούει.

Είπα όμως προηγουμένως, ότι κι όταν ακόμα δεν σε ακούει, η ωφέλεια σου από την προσευχή είναι μεγάλη. Γιατί είναι αδύνατο ν’ αμαρτήσει ένας άνθρωπος που προσεύχεται πρόθυμα και αδιάλειπτα, ένας άνθρωπος που συντρίβει την καρδιά του, ανεβάζει το νου του στον ουρανό και ομολογεί ταπεινά στον Κύριο τα αμαρτήματά του. Γιατί, ύστερ’ από μια τέτοια προσευχή, πετάει μακριά κάθε φροντίδα για τα γήινα, αποκτάει φτερά, γίνεται ανώτερος από τα’ ανθρώπινα πάθη.

Τα δροσερά νερά δεν δίνουν στα φυτά τόση θαλερότητα, όση δίνουν τα δάκρυα στο δέντρο της προσευχής, κάνοντάς το ν’ ανεβαίνει ψηλά, ως το θρόνο του Θεού. Έτσι, μάλιστα, Εκείνος εισακούει την προσευχή μας. Και πώς να μην εισακούσει την προσευχή μιας ψυχής, που στέκεται μπροστά Του με αυτοσυγκέντρωση, με κατάνυξη, με ταπείνωση; Μιας ψυχής που έχει μεταφερθεί νοερά από τη γη στον ουρανό; Μιας ψυχής που έχει διώξει κάθε ανθρώπινο λογισμό, κάθε βιοτική μέριμνα, κάθε εμπαθή προσκόλληση, κι έχει αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη μυστική και πανευφρόσυνη κοινωνία με τον Κύριό της;        

Ναι, έτσι πρέπει να προσεύχεται ο χριστιανός. Αφού συγκεντρώσει και εντείνει όλη του τη σκέψη, τότε να ικετεύει το Θεό έμπονα. Δεν χρειάζεται να λέει ατέλειωτα λόγια, φτάνουν τα λίγα και απλά. Η ανταπόκριση του Κυρίου στην προσευχή δεν εξαρτάται από το πλήθος των λόγων, αλλ’ από τη νήψη του νου και της καρδιάς. Και αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς απ’ όσα λέει η Γραφή για τη στείρα Άννα, τη μητέρα του προφήτη Σαμουήλ. «Κύριε», έταξε η Άννα, «αν σκύψεις πάνω από τη θλίψη της δούλης σου και με θυμηθείς και μου δώσεις παιδί, τότε εγώ θα το αφιερώσω σ’ εσένα για όλη του τη ζωή» (Α’ Βας. 1:11). Είναι πολλά τα λόγια αυτά; Όχι. Και όμως, επειδή με νήψη και προσοχή έκανε αυτή τη μικρή προσευχή, κατόρθωσε όσο ηθέλησε: Και την ανάπηρη φύση της διόρθωσε και την κλεισμένη μήτρα της άνοιξε και από την περιφρόνηση των ομοεθνών της λυτρώθηκε και από την περιφρόνηση των ομοεθνών της λυτρώθηκε και από την άγονη γη θέρισε σιτάρι πλούσιο.   

Όποιος προσεύχεται, λοιπόν, ας μη λέει περίσσια λόγια. Και ο Χριστός και ο Παύλος, άλλωστε , μας σύστησαν να προσευχόμαστε συχνά, αλλά με συντομία και μικρά διαλείμματα. Γιατί, μακραίνοντας την προσευχή, είναι δυνατό να χάσεις την προσοχή. Κι έτσι δίνεις την ευκαιρία στο διάβολο να σε πλησιάσει και να σου υποβάλει τους δικούς του λογισμούς. Αν, όμως, οι προσευχές σου είναι σύντομες και συχνές, τότε θα μπορείς εύκολα να τις κάνεις με προσοχή και νήψη, καλύπτοντας μ’ αυτές όλο τον διαθέσιμο χρόνο σου.

Ο ΓΑΜΟΣ κατά τον ιερό Χρυσόστομο

Ο  Χρυσόστομος με την εσχατολογική του προοπτική φρονεί και κηρύττει ότι η αρετή και η άσκηση δεν είναι τέχνη αποκλειστικά μοναχική, αλλά και κοινωνική. Είναι λοιπόν εξαιρετικά χρήσιμη η συμβολή της μελέτης, όταν μ’ αυτήν εξηγείται η θεώρηση αυτή του ι. πατρός, η οποία για την σύγχρονη κοινωνία είναι «παράδοξον», ακριβώς επειδή η κοινωνία αυτή επηρεάζεται ως επί το πλείστον από τη δυτική θεολογία και τις δυτικές δοξασίες. Στη συνέχεια θ’ αναφερθούμε στις βασικές αυτές κι εσχατολογικές προϋποθέσεις, στην οικογένεια δηλαδή, την παιδαγωγία, την εργασία, την πολιτεία, και τις κοινωνικές δομές γενικώς, όπως τις τονίζει ο Χρυσόστομος ιδιαιτέρως.

                Στα κείμενα των Ελλήνων ορθοδόξων και ανατολικών πατέρων, όπως του Μ. Αθανασίου, του Γρηγορίου Νύσσης, και του Ιωάννου Χρυσοστόμου, η εσχατολογική εμβάθυνση μετατοπίζει την ουσία της χριστιανικής ηθικής από την αγαμία στην άσκηση, στα πλαίσια της στενής οδού γενικά. Έτσι χάρη σ’ αυτή την εμβάθυνση, ο ενιαίος εσχατολογικός στόχος της στενής οδού επιτρέπει την ετερότητα των μεθόδων. Συνέπεια τούτου είναι να διαφοροποιείται σαφώς η χριστιανική ηθική από το γνωστικισμό. Με βάση την ορθή αυτή εσχατολογική τοποθέτηση διασφαλίστηκε η ισορροπία στην έξαρση των θετικών στοιχείων τόσο της παρθενίας όσο και του γάμου.

Αντίθετα στα κείμενα των εκκλησιαστικών πατέρων και συγγραφέων της Δύσεως, όπως του Κυπριανού, του Αμβροσίου, του Ιερωνύμου, και του Αυγουστίνου, η απόκλιση προς την αγαμία είναι εμφανής και η μείωση της αξίας του γάμου πολύ ενδεικτική. Από τις απόψεις αυτών δυστυχώς αντλούν οι περισσότερες ανθρωπολογικές μελέτες, με αναπόφευκτο επακόλουθο να διασαλευθή η προειρημένη ισορροπία και να παρερμηνευθεί ή ακόμη και ν’ αγνοηθεί η εσχατολογική προοπτική της Βίβλου και των Πατέρων γενικών.

ΣΚΟΠΟΣ.

                Στο Χρυσόστομο είναι σαφές ότι, ενώ ο γάμος δεν μπορεί ν’ αποτελέσει πρόφαση ραθυμίας ή φυγομαχίας κατά τον κοινό για όλους τους Χριστιανούς αγώνα, εν τούτοις λόγω της «κοσμικής» και «εφθαρμένης» διακρίσεως που τον αποκόπτει από τον εσχατολογικό του προορισμό, λόγω δηλαδή του ότι ο σκοπός του κακώς μετατοπίστηκε από τη «βασιλεία του Θεού» στην «κοινωνία», έχει καταντήσει «εμπόδιον» στην ταχύτερη πρόοδο προς τον έσχατο και κοινό όλων των Χριστιανών στόχο, δηλαδή προς την τελείωση. Βασική εσχατολογική αρχή για το Χρυσόστομο είναι ότι η «σοφία» της οικογενείας είναι αυτή η ίδια η «κατά Χριστόν φιλοσοφία».

Ο γάμος είναι μεν μεταπτωτική μορφή του παρόντος βίου, η υπεροχή όμως της παρθενίας συνίσταται όχι τόσο στην προπτωτική της καταγωγή όσο στη δυνατότητα που φαίνεται να εξασφαλίζει για μια ταχύτερη επάνοδο ή μάλλον άνοδο προς την ερχομένη βασιλεία. Η διάκριση δηλαδή αφορά στο ήθος, όπου αυτό υπάρχει.

Εν τούτοις η εσχατολογική αυτή προοπτική του Χρυσοστόμου διέφυγε την προσοχή μερικών ερευνητών του, οι οποίοι και απέδωσαν τις απόψεις του σφαλερά. Υποστήριξαν δηλαδή, ότι ο ι. πατήρ δίνει την εντύπωση ότι θεωρεί το γάμο σαν κάτι το κατώτερο. Διατείνονται μάλιστα ότι στη διαμόρφωση της κατ’ αυτούς απόψεώς του καθοριστική υπήρξε η επίδραση του γνωστικισμού, η χηρεία της μητέρας του, η περιπέτεια του φίλου του Θεοδώρου, η έντονη προσωπική του κλίση προς το μοναχισμό, κι επί πλέον ο αυστηρός κι απαισιόδοξος προσωπικός του χαρακτήρας.

                Παρά ταύτα για τον ι. Χρυσόστομο κάθε εκ των υστέρων εισηγμένη μέθοδος, όπως εν προκειμένω ο γάμος, είναι αναμφίβολα καλή και θεραπευτική, εφ’ όσον αποτελεί μέτρο της «προνοίας» του φιλανθρώπου Θεού και εντάσσεται στην εσχατολογική «οικονομία» του. Μετά την πτώση ο γάμος αντί περιττού κατέστη «πράγμα σφόδρα χρήσιμον και αναγκαίον». Ενώ λοιπόν στην αρχή, ερμηνεύει ο Χρυσόστομος, πριν δηλαδή από την πτώση, περιρρέουσα ατμόσφαιρα ήταν η ανιδιοτελής αγάπη, η αρμονική συμβίωση με τον πλησίον, μετά την πτώση, όταν παρεισήλθε η αμαρτία, ο άνθρωπος εξέπεσε από το πρόσωπο στο άτομο και σαν ατομιστής πλέον στράφηκε από τον έτερο στον εαυτό του. Διχοτομήθηκε λοιπόν η ενότητα και διαρράγηκε η αγάπη. Έρχεται τότε ο φιλάνθρωπος Θεός κι εξασφαλίζει την ένωση ενσπείροντας την επιθυμία για την επανασύνδεση των «διχασμένων».

Όπως παρατηρεί ο Χρυσόστομος, στην αρχή οι πρωτόπλαστοι είχαν μεταξύ τους τόση αγάπη και οικειότητα, ώστε να είναι σαν «εν», καθώς φαίνεται κι ο Θεός μέσα στο βιβλικό κείμενο «ως περί ενός περί αμφοτέρων διαλεγόμενος». Στη «συζυγία» εκείνη η πρόνοια του Θεού ήταν τόσο μεγάλη, ώστε δεν υπήρχε στη γυναίκα αγάπη μεγαλύτερη από εκείνη που ένιωθε προς τον άντρα της . και αντιστρόφως.

Αργότερα όμως, όταν υπεισήλθε και υπερίσχυσε η «φιλαυτία», η επιθυμία κρίθηκε σα στοιχείο θετικό, ακριβώς επειδή αξιολογήθηκε σα μέσο αποκαταστάσεως της ενότητος εκείνης. Την ενότητα αυτή αποκαθιστά ο γάμος, όταν ασφαλώς καταργούνται μέσα σ’ αυτόν «τα εμά» και «τα σα». Συνεπώς η επιθυμία εντάσσεται μέσα στο εσχατολογικό σχέδιο και αποβαίνει σε μέσο αγάπης του άλλου και τελειώσεως, καθώς μάλιστα και το νόημα της τελειώσεως και της ομοιώσεως με το Θεό δεν ανευρίσκεται παρά μόνο στην αγάπη.

                Μετά την πτώση επίσης ο γάμος καταπραΰνει και σα «φάρμακον» την «λύτταν της φύσεως» και γίνεται μέσο «σωφροσύνης» και αποφυγής κάθε ασχημοσύνης. Αναδεικνύεται λοιπόν «τίμιος ο γάμος». Ο εσχατολογικός εντοπισμός της μορφής του παρόντος βίου ουσιαστικά στην άσκηση και η θεραπευτική κλίμακα της χριστιανικής ηθικής δίνουν στο Χρυσόστομο τη δυνατότητα τόσο να προτρέπει στην παρθενία όσο και να επιτρέπει το γάμο, ενώ το δεύτερο γάμο τον επιτρέπει σα «συγκατάβασιν» και παραχωρήσει πάντοτε προς θεραπεία της ασελγείας και όχι σαν εντολή.

Οι γάμοι βέβαια που γίνονται κατά συγκατάβαση τόσο του Παύλου όσο και του Χρυσόστομου δεν θεωρούνται αξιέπαινοι . είναι μεν εκτός κολάσεως και τιμωρίας, αλλά «επαίνων και εγκωμίων ουκ αν δύναιτο κοινωνείν». Επεί πλέον «το συγκαταβήναι τοσούτον, ουδέν ετερόν έστιν ή σημείον ασθενείας και απροσεξίας πολλής». Εξ άλλου ο ι. πατήρ συνδέει τον αγιασμό, «ου χωρίς ουδείς όψεται τον Κύριον», με την άσκηση, και διευκρινίζει . αν κάποιος είναι «χωρίς γάμον», «αγνός μενέτω» ή «γαμείτω» . αν πάλι βρίσκεται «εν γάμω», «μη πορνευέτω». Για το Χρυσόστομο λοιπόν ο αγιασμός κατά τεκμήριο δεν ευδοκιμεί ιδιαιτέρως στο γάμο, αλλά ούτε και είναι αποκλειστικό προνόμιο της παρθενίας. Απόκειται κυρίως στην προσπάθεια που μπορούν να αναλάβουν και οι μεν και οι δε. Εφ όσον λοιπόν ο αγιασμός πραγματοποιείται με την άσκηση, η παραβολή εγγάμου και αγάμου δεν θα πρέπει να περιορίζεται στη «σωφροσύνη», αλλά ν’ αφορά  στο σύνολο των αρετών.

Η εσχατολογική προοπτική του Χρυσοστόμου και γενικώς της Χριστιανικής ηθικής δεν αποτιμάει τον άνθρωπο από τον έγγαμο ή τον παρθενικό του βίοι αποκλειστικά. Σα μόνο αδιάψευστο κριτήριο καταδεικνύεται η ενάρετη ζωή, ο αγιασμός και η άσκηση. Αυτό είναι και το έρεισμα της απόψεως του ότι ο γάμος σε καμμία περίπτωση  δεν παρακωλύει την αρετή. Προς επίρρωση της επικαλείται πολλά βιβλικά πρότυπα, όπως τον Ενώχ, τον Ακύλα, την Πρίσκιλλα.

Οπωσδήποτε μετά την πτώση και την επεισαγωγή του θανάτου ο γάμος υπηρετεί και τη διαδοχή του ανθρώπινου γένους. Στον Κλημέντα Αλεξανδρέα και στους πατέρες γενικώς παρατηρείται μια συσχέτιση του γάμου με την παιδοποιία και το θάνατο. Η γέννηση μάλιστα σαν συνδημιουργία αποδίδεται στο «κατ’ εικόνα». Οι απολογηταί όπως οι Ιουστίνος και Αθηναγόρας θέτουν σαν πρώτιστο του γάμου και της επιθυμίας την τεκνογονία, την οποία βλέπουν σαν αντίδοτο του θανάτου. Στην άποψη αυτή συγκλίνει και ο Κλήμης Αλεξανδρεύς. Την τεκνογονία σα σκοπό του γάμου συναντούμε και στους Λατίνους πατέρες, όπως ο Αμβρόσιος κι ο Αυγουστίνος. Ο Χρυσόστομος όμως έχει στο εν λόγω θέμα ιδιαίτερη θέση εμφανώς εσχατολογική. Σ’ αυτόν ο γάμος σχετίζεται μεν με την πτώση, όχι όμως τόσο σαν αντίδοτο του θανάτου απαραίτητο για τη διαιώνιση του γένους, όσο και κυρίως σα θεραπευτικό φάρμακο για την τελείωση των ανθρώπων. Ο ι πατήρ τονίζει ότι η γέννηση οφείλεται στον ίδιο λόγο του Θεού «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε», και όχι στο γάμο. Τη θέση αυτή την επιβεβαιώνει το γεγονός ότι ασφαλώς υπάρχουν έγγαμοι που δεν έγιναν πατέρες, ενώ πολλές γεννήσεις, όπως και η του Ισαάκ, οφείλονται αποκλειστικά στο θέλημα του Θεού.

Αν λοιπόν ο άνθρωπος δεν είχε αμαρτήσει, ο Θεός θα μπορούσε και με άλλο τρόπο να κάνη εφικτό τον πολλαπλασιασμό του ανθρώπινου γένους, όπως γίνεται φανερό κι από τη γέννηση του Αδάμ και της Εύας. Ούτε η παρθενία μειώνει τον ανθρώπινο πληθυσμό ούτε η αύξηση του πληθυσμού εξαρτάται αποκλειστικά από τον γάμο. Κι αν δεν μεσολαβούσε η αμαρτία των πρωτοπλάστων, λέγει ο Χρυσόστομος, ο Θεός «ουκ αν ηπόρησεν οδόυ, δι ης το των ανθρώπων γένος αυξήσει».

Κατά το Χρυσόστομο ο γάμος και η επιθυμία εισήχθησαν για λόγους καθαρά θεραπευτικούς και ασκητικούς, για την εν Χριστώ τελείωση. Την άποψη του αυτή την τεκμιριώνει εσχατολογικά όχι απλώς από τα «πρώτα» του ανθρώπου, αλλά κι από την ανάσταση του Χριστού, η οποία κατ’ αυτόν υπαινίσσεται τα έσχατα. Όπως δηλαδή ερμηνεύει ο ίδιος, πριν από την ανάσταση κυριαρχούσε ο θάνατος, οπότε η τεκνογονία ήταν κάτι ποθητό, διότι αποτελούσε «παρηγορίαν κατά του θανάτου» και όλοι στήριζαν την ελπίδα τους, σ’ αυτή για ν’ αφήσουν «μνημόσυνον» η λείψανα ζωής», τη συνέχεια και τη διαδοχή της ζωής των. Έφτασαν μάλιστα να επιτρέπουν για το λόγο αυτό και την πολυγαμία. Διότι οι άνθρωποι δεν είχαν διευκρινισμένη  ελπίδα της αναστάσεως, όπως δείχνουν και περιπτώσεις εναρέτων ανθρώπων, λ.χ. του Ιωβ.

Τώρα όμως που η ανάσταση διέλαμψε, έγινε περιττή» η βλέψη αυτή. Προσθέτει μάλιστα ο Χρυσόστομος και άλλο ένα επιχείρημα. Εφ’ όσον τώρα η γη «εμπέλησται» από τους ανθρώπους, δεν υπάρχει ανάγκη να ποθή και να επιδιώκει κανείς τα τέκνα τόσο όσο τους «πνευματικούς τόνους». Φθάνει μάλιστα και να συμπεράνη «Ώστε μια τις έστι γάμου πρόφασις, το μη πορνεύειν». Βλέπει δηλαδή το γάμο σα φάρμακο θεραπείας της επιθυμίας. Αλλού πάλι υποστηρίζοντας πρώτα ότι ο γάμος επεισήλθε, τόσο για να «σωφρονώμεν» όσο και για να « γινώμεθα πατέρες», καταλήγει ότι «των δύο τούτων προηγούμενη η της σωφροσύνης εστί πρόφασις».

Είτε λοιπόν από τα «πρώτα» του ανθρώπου είτε από την «ανάστασιν» του Χριστού εξετάζεται ο γάμος, εσχατολογικώς χαρακτηρίζεται κυρίως σαν «άσκησις» και «θεραπεία» για την τελείωση. Βέβαια στη σκέψη του Χρυσοστόμου αυτό δεν αποτελεί υποβιβασμό της τεκνογονίας και των παιδιών και της οικογενείας, θέμα που θα εξετασθή στη συνέχεια, αλλ’ απλώς μετατοπίζει την παιδοποιϊα από το σκοπό στο φυσικό αποτέλεσμα. από το στόχο στη μέθοδο. Διότι τα παιδιά είναι θεμελιώδης παράγων για την τελείωση των γονέων.

Είναι όμως ευνόητο ότι η τεκνογονία, όταν δεν οδηγή στην ενότητα, την αγάπη και την πνευματική δημιουργία, γίνεται αξιοθρήνητη. Η διδασκαλία αυτή του ι. πατρός οφείλεται στο έντονο ενδιαφέρον του ν’ αποδείξη ότι η τεκνογονία δεν προσπορίζει στο γάμο τέτοια υπεροχή, ώστε να μειονεκτή απέναντι του η παρθενία.

Πρώτο λοιπόν συμπέρασμα σχετικό με τη διδασκαλία αυτή του Χρυσοστόμου είναι ότι κατ’ αυτόν σκοπός του γάμου είναι η «άσκησις» και η «θεραπεία» για την «τελείωσιν» και την αγάπη και τη σωφροσύνη. Μιλάει δε για τη σωφροσύνη περισσότερο, όχι διότι η σπουδαιότητα της έχει στη σκέψη του προτεραιότητα, αλλά διότι το κάνει αυτό χάριν του ακροατηρίου του. Μένει άλλωστε πιστός στο χωρίο του Παύλου Α΄Κορ. 7,5 όπου σκοπός της σωφροσύνης είναι η αγάπη, κι αυτό πάλι χάριν του ακροατηρίου του. Δεύτερο δε συμπέρασμα είναι ότι την τεκνογονία δεν τη θεωρεί πλέον σα κύριο σκοπό του γάμου, την κρατάει όμως σα μέσο τελειώσεως και την απαιτεί μόνον όταν αρχίζει να καταλαμβάνη την πρώτη θέση, δεν της αναγνωρίζει τη θέση αυτή.

Η εσχατολογική μετατόπιση του κυρίου σκοπού του γάμου από την τεκνογονία στην άσκηση οφείλεται στο ότι η ανθρωπολογία του Χρυσοστόμου εξετάζει τον άνθρωπο όχι φυσιολογικά ούτε ψυχολογικά αλλά σαν πολίτη της βασιλείας των ουρανών, οπότε ο γάμος καθίσταται «μυστήριον». Η υψηλή αυτή και βαθειά θεώρηση του γάμου είναι άμεση απάντηση προς τους γνωστικούς και προς τους δυτικούς, αφού ο Χρυσόστομος εντάσσει το γάμο στην ίδια την «οικονομία» και πρόνοια του Θεού.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ  7ο

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ: Ε.Π.Ε. εκδ« ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΕΡΓΑ Ι. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ,  τ. 27,  σελ.  158-162.

         Όλα αυτά λοιπόν τα έχει υπόψη του ο Παύλος, ότι δηλαδή αφού και οι δυο νεόνυμφοι αφήσουν τους γονείς τους, συνδέονται στενά μεταξύ τους, και όσο περνάει ο καιρός ενώνονται ακόμα περισσότερο, και παρατηρεί πως αυτό δεν είναι ανθρώπινο, αλλά ότι ο Θεός τους έδωσε τον έρωτα, ώστε όλοι που συμμετέχουν στο γάμο να το κάνουν με μεγάλη χαρά: “το μυστήριο αυτό έχει μεγάλη σημασία”.

     Και όπως συμβαίνει με τα μωρά που γνωρίζουν αμέσως τους γονείς τους χωρίς ακόμα να μιλούν, έτσι και ο γαμπρός και η νύφη, χωρίς κανείς να τους κατευθύνει και να τους συμβουλεύει, αμέσως με το πρώτο βλέμμα συνδέονται μεταξύ τους. Μετά, όταν παρατήρησε να γίνεται το ίδιο με τον Χριστό, και κυρίως με την Εκκλησία, ένιωσε έκπληξη και θαυμασμό. Πως έγινε λοιπόν αυτό με το Χριστό και την Εκκλησία;

Όπως δηλαδή ο γαμπρός εγκαταλείπει τον πατέρα του και έρχεται προς τη νύφη, έτσι και ο Χριστός άφησε τον πατρικό θρόνο, και ήρθε προς την Εκκλησία. Και δεν μας κάλεσε προς τα πάνω αλλά κατέβηκε Αυτός σε εμάς. Και μην σκεφτείς ότι έγινε κάποια μετακίνηση, αλλά συγκατάβαση. Γιατί και όταν ήταν μαζί μας, ήταν ταυτόχρονα μαζί με τον Πατέρα. Γι’ αυτό λέει ότι το μυστήριο αυτό έχει μεγάλη σημασία. Είναι πράγματι μεγάλο μυστήριο, που γίνεται και στους ανθρώπους. Όταν όμως δω ότι αυτό γίνεται και στο Χριστό με την Εκκλησία, τότε θαυμάζω. Γι’ αυτό είπε: “αυτό που έγινε στην αρχή με την δημιουργία του άντρα και της γυναίκας, το ίδιο έγινε και με τη μυστική ένωση του Χριστού και της Εκκλησίας”. Τώρα λοιπόν που γνωρίζεις πόσο μεγάλο μυστήριο είναι ο γάμος, να μην σκέφτεσαι επιπόλαια και μην το αφήνεις στην τύχη, και μην ζητάς πολλά χρήματα, όταν πρόκειται να παντρευτείς. Γιατί δεν πρέπει να θεωρείς το γάμο εμπόριο, αλλά απόλυτη ένωση της ζωής των συζύγων.

Γιατί πραγματικά άκουσα πολλούς να λένε, ότι κάποιος έγινε πλουσιότερος απ’ τον γάμο, ενώ ήταν φτωχός. Τι λες άνθρωπε μου; Θέλεις να κερδίσεις πλούτη απ’ την σύζυγό σου και δεν ντρέπεσαι, δεν κοκκινίζεις; Είναι αυτά λόγια που αξίζουν σ’ έναν άντρα; Έργο της γυναίκας είναι ένα, να φυλάει τα χρήματα που συγκεντρώνεται, να διατηρεί τα εισοδήματα και να φροντίζει το σπίτι. Γιατί και ο Θεός έδωσε τη γυναίκα στον άντρα για να τον βοηθά σε όλα.    

  Και στη γυναίκα ανέθεσε τη φροντίδα του σπιτιού, ενώ στους άντρες τις άλλες υποθέσεις, που έχουν σχέση με τη πόλη, την αγορά, τα δικαστήρια, τα στρατιωτικά και όλα τα άλλα. Η γυναίκα δεν μπορεί να ρίξει ακόντιο ούτε βέλος. Μπορεί όμως να υφάνει στον αργαλειό και να τακτοποιήσει όλες τις δουλειές του σπιτιού. Δεν μπορεί να πει τη γνώμη της στη βουλή, μπορεί όμως να πει τη γνώμη της για τις υποθέσεις του σπιτιού και μάλιστα πολύ καλύτερα από έναν άντρα. Δεν μπορεί να χειριστεί τις δημόσιες υποθέσεις, μπορεί όμως να αναθρέψει σωστά τα παιδιά, το σημαντικότερο απόκτημα. Μπορεί να συγκρατήσει την οικογένεια στο ύψος της, και να φροντίσει όλες τις υποθέσεις του σπιτιού, τα οποία δεν αρμόζουν σε έναν άντρα.

      Γιατί εάν ο Θεός έκανε τον άντρα ικανό και κατάλληλο και για τα δυο, τότε οι γυναίκες θα ήταν τελείως άχρηστες. Και αν πάλι έκανε τις γυναίκες πιο ικανές, θα τις έκανε πιο εγωίστριες και αλαζονικές. Αλλά ταυτόχρονα προνόησε και για την ειρήνη μεταξύ των δυο φύλων, διαίρεσε τη ζωή μας στα δυο, και το αναγκαιότερο και πιο χρήσιμο το ανέθεσε στον άντρα, ενώ το μικρότερο και κατώτερο στη γυναίκα. Ώστε ο άντρας να απολαμβάνει μεγαλύτερες τιμές γιατί κάνει το σπουδαιότερο έργο, ενώ η γυναίκα με την κατώτερη υπηρεσία, να μην επαναστατεί κατά του συζύγου.

Έχοντας λοιπόν στο μυαλό μας όλα αυτά ας αναζητήσουμε μόνο την αρετή της ψυχής και την ευγένεια του χαρακτήρα, για να χαιρόμαστε τη ζωή μας με ομόνοια και ειρήνη. Γιατί ο άντρας που πήρε πλούσια σύζυγο, πήρε περισσότερο τύραννο παρά γυναίκα. Ενώ εκείνος που παίρνει ισότιμη ή φτωχότερη γυναίκα, αυτός παίρνει βοηθό και σύμμαχο, και βάζει στο σπίτι του όλα τα αγαθά. Έτσι αφαιρεί κάθε αιτία διαμάχης και ζήλιας, και γίνεται σύνδεσμος ειρήνης, αγάπης, συμφωνίας.

    Άρα ας μην επιδιώκουμε να αποκτήσουμε χρήματα, αλλά πώς να έχουμε ειρήνη, γι να απολαύσουμε τη χαρά της ζωής. Γι’ αυτό δημιουργήθηκε ο γάμος, για να έχουμε στη ζωή βοήθεια, και λιμάνι να καταφύγουμε, και παρηγοριά, για να συζητούμε ευχάριστα με τη γυναίκα, και όχι να γεμίζουμε το σπίτι μας με πολέμους, γκρίνιες και τσακωμούς. Πόσοι πλούσιοι που πήραν πλούσιες συζύγους, αύξησαν μεν την περιουσία τους, αλλά έχασαν τη χαρά και την ομόνοια, και φιλονικούν; Και πόσοι φτωχοί που πήραν φτωχότερες συζύγους, έχουν ειρήνη στο σπίτι τους; Έτσι δεν έχουμε κανένα όφελος απ’ τα χρήματα, όταν δεν υπάρχει καλή ψυχή. Γιατί ακόμα και στην απόκτηση χρημάτων πολλές φορές η πλούσια σύζυγος μας βλάπτει.

     Συμβαίνει δηλαδή, αυτοί που βάσισαν τα πάντα στη προίκα της συζύγου, μετά απ’ τον πρόωρο θάνατό της, να αναγκάζονται να επιστρέψουν στους συγγενείς της όλη την προίκα. Και όπως τι σκάφος βυθίζεται με μια γρήγορη εισροή νερού, έτσι και εδώ αν έρθει ο πρόωρος θάνατος, μαζί με τη γυναίκα, αφαιρούνται και όλα τα υπάρχοντά του.

    Ας μην αποβλέπουμε λοιπόν στα χρήματα αλλά στο ήθος, στη σεμνότητα και στην καλοσύνη. Γιατί γυναίκα λογική, μετριοπαθής και καλή, ακόμα και αν είναι φτωχή, θα μπορέσει να αντιμετωπίσει τη φτώχια καλύτερα απ’ τον πλούτο. Ενώ η διεφθαρμένη και η κολασμένη, ακόμη και αν βρει αναρίθμητα πλούτη στο σπίτι, θα τα σκορπίσει πιο γρήγορα και απ’ τον άνεμο, και θα ρίξει τον άντρα της σε πολλές συμφορές. Πρώτα μάθε ποια είναι η αιτία του γάμου και για ποιον λόγο έχει μπει στη ζωή μας, και μη ζητήσεις τίποτα περισσότερο. Για την αιτία αυτή λέει ο Παύλος: “για το κίνδυνο να παρεκτραπείς στην πορνεία, ας έχει καθένας τη σύζυγό του”. Δεν είπε για να μην είσαι φτωχός ή για γίνεις πλούσιος. Αλλά τι είπε; Για να αποφύγουμε την πορνεία, να ξεπεράσουμε την επιθυμία, για να γίνουμε αρεστοί στο Θεό, με το να αρκούμαστε μόνο στη σύζυγό μας. Αυτό είναι το δώρο του γάμου, αυτό είναι το κέρδος. Μην αφήνεις λοιπόν τα σπουδαιότερα για να επιζητείς τα κατώτερα.

     Γιατί ο πλούτος είναι πολύ κατώτερος απ’ την λογική. Και πρέπει να προχωρούμε στο γάμο με σκοπό να μας βοηθήσει να ζούμε με λογική και σωφροσύνη. Και αυτό θα γίνει μόνο αν παίρνουμε γυναίκες με ευσέβεια, ήθος και καλοσύνη. Γιατί η εξωτερική ομορφιά, όταν δεν συνοδεύεται από την αρετή της ψυχής μπορεί να κατακτήσει τον άντρα μέχρι είκοσι και τριάντα μέρες, δεν θα μπορέσει όμως να αντέξει περισσότερο. Ενώ οι γυναίκες που λάμπει η ψυχή τους, όσο προχωράει ο καιρός, τόσο αποδεικνύουν την ευγένειά τους και τόσο πιο πολύ κάνουν να μεγαλώσει η αγάπη των συζύγων τους. Και όταν υπάρχει θερμή και αληθινή αγάπη μεταξύ τους, διώχνεται κάθε είδος πορνείας και δεν περνά ποτέ η ιδέα της ακολασίας στον άντρα που αγαπά την γυναίκα του, αλλά μένει σταθερός στην αγάπη του προς την σύζυγό του και κερδίζει την εύνοια του Θεού για ολόκληρο το σπίτι του. 

Η ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ κατά τον ιερό Χρυσόστομο

Κατά την πρώτη και «φύσει» γινομένη γέννηση το παιδί δεν γίνεται ούτε καλό ούτε κακό, διότι «ουκ έστι φύσει τα αμαρτήματα», αλλ’ ακριβώς απ’ αυτή  αρχίζουν οι γονείς η να το γεννούν η να το θανατώνουν. Ο Χρυσόστομος επαινεί τη Δομνίνη την μητέρα των δύο μαρτύρων Βερνίκης και Προσδόκης, επειδή κατόρθωσε να τις αναγεννήση από την παιδική κιόλας ηλικία και σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ένας που ανατράφηκε εξ’ αρχής με πολλή φροντίδα κι επιμέλεια είναι αδύνατο να γίνη κακός.

Το γεγονός ότι η αρετή υπάρχει «φύσει», η δε κακία «παρά φύσιν», και ότι το καλό και το κακό οφείλονται στην προαίρεση του ανθρώπου, είναι η διττή βάση πάνω στην οποία στηρίζει ο ι. πατήρ την ευθύνη των γονέων για την παιδαγωγία των τέκνων. Έτσι η αγαθότητα των μικρών παιδιών τεκμηριώνει το ότι η κακία προέρχεται από την κακή παιδεία. Εφ’ όσον ο βίος του ανθρώπου είναι έκφραση του φρονήματος του, στους γονείς απόκειται μεγάλη ευθύνη. Το γεγονός ότι η ψυχή είναι εύπλαστη, ότι διαπλάθεται ανάλογα με την αγωγή του δέχεται, κι ότι εκείνη που διαμορφώνει την προαίρεση και τη γνώμη είναι η γνώση, επιφορτίζει τους γονείς, με τη μεγαλύτερη για τα παιδιά τους ευθύνη. Στα πρώτα 10 χρόνια της ηλικίας, όταν το παιδί σχηματίζει τις βασικές αρχές του, όταν και οι γονείς έχουν τη λευκή ψυχή του παιδιού των και το χρόνο επαρκέστερο από κάθε άλλη φορά, η ευθύνη είναι ολόκληρη δική τους. Μετά το δέκατο έτος της ηλικίας ο Χρυσόστομος αποδίδει ευθύνη και στα παιδιά. Άλλωστε και για τον εαυτό του ακόμη μας πληροφορεί ότι αγάπησε τον Παύλο από την μελέτη του.

Η πνευματική διάπλαση των παιδιών θεμελιώνεται εσχατολογικά και σκοπεύει στο να κάνει τα παιδιά «φιλοσόφους» και πολίτες των ουρανών. Γι’ αυτό και η διαπαιδαγώγηση και ανατροφή των τέκνων γίνεται κατά το Χρυσόστομο με εσχατολογικές προϋποθέσεις και προοπτικές. Γι’ αυτό επίσης και ο όρος «φιλόσοφος» κατανοείται σαν εσχατολογικός. «Φιλοσόφους γάρ εγώ καλώ τους ουδέν περιττόν επιζητούντας», εξηγεί ο ι. πατήρ. Ασφαλώς η λέξη «φιλοσοφία» στα κείμενα του έχει χαρακτήρα έντονα εσχατολογικό. Τον ενδιαφέρει η σώζουσα γνώση, η οποία πρέπει να προηγηθή όλων των άλλων. Η όντως φιλοσοφία είναι η «απόκτησις της αρετής» «Ουδέν σοφώτερον του την αρετήν κατορθούντος».

Σε σύγκριση με τον εγκόσμιο πλούτο και την εγκόσμια δόξα προέχουν οι θησαυροί της ψυχής και του πνεύματος προέχει συνεπώς η παιδεία εκείνη που αξιώνει τον άνθρωπο να νικά το κακό που ενυπάρχει στον κόσμο. Στα κείμενα του Χρυσοστόμου είναι εμφανής η άποψη ότι το κακό θα καταργηθή στα έσχατα εμφανίζεται εν τούτοις και η άποψη ότι μια καλή παιδεία είναι δυναόν να οπλίση τον άνθρωπο με αρετές, ώστε ν’ αντιμετωπίσει το κακό.

«Αληθής» και «ειλικρινής» φιλοσοφία είναι η βίωση της αρετής. Ο Χρυσόστομος αρνείται την έξω από το Χριστιανισμό ύπαρξη της όντως φιλοσοφίας και των όντως φιλοσόφων. Μόνο μέσα στο Χριστιανισμό κατά τη γνώμη του εμφανίστηκαν οι φιλόσοφοι που άλλαξαν τον κόσμο, κι αυτοί είναι οι απόστολοι και οι μοναχοί. Χαρακτηριστικοί είναι μια σύγκριση που κάνει μεταξύ Παύλου και Πλάτωνος, κατά την οποία καταλήγει στην πλήρη αποτυχία του Πλάτωνος και στη λαμπρή επιτυχία του Παύλου και καταδεικνύει τη μωρία των κατά κόσμον φιλοσόφων και τη σοφία της κατά Χριστόν φιλοσοφίας.

Αλλού πάλι συγκρίνει τον Πλάτωνα με τον Πέτρο και αποδεικνύει τον απλό αλιέα απόστολο ανώτερο εκείνου, επειδή ακριβώς αυτός ήταν «ανήρ φιλόσοφος και δεκτικός της χάριτος» αυτή είναι η «ουσία» της φιλοσοφίας, η δεκτικότης της χάριτος, η οποία συμβαδίζει με τα έργα του ανθρώπου και αφορά στο βίο του και δεν είναι στεγνοί συλλογισμοί αφορά στην εσχατολογική προσδοκία του ανθρωπίνου προορισμού, κάτι που απουσιάζει από την κατά κόσμο φολοσοφία. Το τελευταίο αυτό επέτρεψε στο Χρυσόστομο να ειρωνευθή επανειλημμένως τους θύραθεν φιλοσόφους.

Εξ’ άλλου εκείνο που κατ’ εξοχήν χαρακτηρίζει τη χριστιανική φιλοσοφία είναι το εσχατολογικό της υπόβαθρο και η εσχατολογική της προοπτική, τα οποία και της δίνουν νόημα. Η κατά κόσμον φιλοσοφία, στερημένη απ’ αυτό το βάθος, αποβαίνει σε μωρία η προσκόλληση του κατά κόσμον φιλοσόφου στα επίγεια δείχνει πόσο είναι «άσοφος» και ότι επιζητεί τα περιττά και ματαιοπονεί αντίθετα ο καταφρονητής των περιττών και εγκοσμίων, ο «μηδένα είναι νομίζων τον παρόντα βίον» έχει το γνώρισμα του αληθινού φιλοσόφου. Έτσι η θύραθεν φιλοσοφία αποδεικνύεται ανεπαρκής και ανίκανη για τη θεραπεία και την ικανοποίηση των βαθυτέρων εφέσεων του ανθρωπίνου πνεύματος και δεν προωθεί τον άνθρωπο στον έσχατο προορισμό του.

Αντίθετα για το Χρυσόστομο η αληθινή σοφία είναι ο «φόβος Κυρίου», η ορθή διάγνωση των θείων και των ανθρωπίνων πραγμάτων. Μόνον ο «φόβος Κυρίου» έχει τη δύναμη να καταλύση την πονηρία και να εμφυτεύση την αρετή, προπαρασκευάζει τον άνθρωπο ν περιφρονεί τα παρόντα και μετατοπίζει το ενδιαφέρον του προς τον ουρανό.

Συνεπώς η ανατροφή των τέκνων προϋποθέτει τον «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος» η πνευματική τροφή και η σοφία «εκπορεύονται δια στόματος Θεού». Και σχολιάζει περαιτέρω ο ι. πατήρ «Ταύτη νουν λέγει την τροφήν, ην εξαιρέτως έδωκε τοις φοβουμένοις αυτόν, την διά του λόγου διδασκαλίαν, την παίδευσιν, την φιλοσοφίαν άπασαν» και «η όντως σοφία και η όντως παίδευσις ουδέν έτερον έστιν, αλλ’ η ο του Θεού φόβος».

Στη συνέχεια θα παραθέτουμε χαρακτηριστικές συμβουλές του Χρυσοστόμου, οι οποίες ερμηνεύουν την εσχατολογική προοπτική του και ερμηνεύονται απ’ αυτή.

Κατ’ αρχήν η παιδαγωγία η «φιλοσοφία της ψυχής» απαντάται όχι σα μετάδοση γνώσεως η επιστημονική μόρφωση, αλλά σα βιωματική «άσκησις», σαν εκπαίδευση. Γι’ αυτό το λόγο ο θείος Χρυσόστομος τονίζει ιδιαιτέρως ότι η αρετή δεν είναι για μια ηλικία και για άλλη όχι, αλλά για όλη τη ζωή του ανθρώπου. Και δεν προσδιορίζει την «ηλικίαν» από την επίγεια και φυσική γέννηση, αλλ’ από την πνευματική. Έτσι εκείνη που προσδιορίζει την ηλικία εσχατολογικώς είναι η αρετή. Η πνευματική διάπλαση του ανθρώπου, δηλαδή η εκμάθηση της ασκήσεως της αρετής, αρχίζει με από τη μικρή ηλικία, συμπορεύεται δε μ’ όλες τις ηλικίες. Αυτό το αποδεικνύει η ύπαρξη εναρέτων, οι οποίοι άσκησαν την αρετή σε διάφορες ηλικίες.

Έτσι ο Αβραάμ στο γήρας του θυσίασε «προαιρέσει» το παιδί του. Ο Ιερεμίας κι ο Δανιήλ διέλαμψαν κατά τη νεότητά τους, ομοίως και οι τρεις παίδες εν καμίνω ο Παύλος σε προχωρημένη ηλικία επιδόθηκε σε θαυμαστούς αγώνες (Φιλήμ. 9). Έτσι ενώ στον κόσμο κάποια ηλικία τίθεται σε αχρηστία. στην Εκκλησία αξιοποιείται οποιαδήποτε ηλικία, διότι σ’ αυτή χρειάζεται η γνώμη και η ελευθερία. «Ενός χρεία, γνώμης μόνον, και ψυχής παρασκευασμένης και ούτε νεότης άχρηστος, ούτε γήρας ανεπιτήδειον». Πέρα από την ηλικία εκείνο που επαρκεί για την «χάριν» είναι η «προαίρεσις» και η «γνώμη» «ου της ηλικίας ο τρόπος, αλλά της γνώμης τα κατορθώματα». Το γεγονός άλλωστε ότι η σωφροσύνη παρατηρείται σε νέους, ενώ ενδέχεται ν’ απουσιάζει κι από γέροντες, αποδεοκνύει ότι το πρόβλημα εντοπίζεται στη «σπουδή» ή στη «ραθυμία», κι όχι στην ηλικία.

Ο Χρυσόστομος δεν ασχολήθηκε με την παιδαγωγία σε ιδιαίτερη πραγματεία, ερμηνεύει όμως πολλά βιβλικά χωρία, ιδιαιτέρως του Παύλου, που αναφέρονται στους γονείς και στα τέκνα. Στους γονείς και στα παιδιά επίσης αναφέρεται σε μεγάλο βαθμό και η πραγματεία του «Προς τους πολεμούντας τοις επί το μονάζειν ενάγουσι». Τέλος είναι μοναδικό το έργο του «Περί κενοδοξίας και ανατροφής των τέκνων», του οποίου θέμα είναι η διαπαιδαγώγηση των παιδιών τα νοήματα του συναντώνται σχεδόν όλα και στ’ άλλα έργα του σποραδικώς, και στο γεγονός αυτό στηρίχθηκε κυρίως η υπέρ της γνησιότητος του επιχειρηματολογία.

Το ιδιαίτερο και καινούργιο σ’ αυτό είναι η συγκέντρωση όλων των σχετικών παρατηρήσεων του Χρυσοστόμου και η βαθύτερη ψυχολογική ανάλυση, εφ’ όσον το ενδιαφέρον του επικεντρώνεται στο θέμα αυτό της αγωγής των παιδιών. Το έργο δεν είναι μια παιδαγωγική συστηματική, αλλά περιέχει οξυδερκέστατες παρατηρήσεις και νοήματα, διαποτισμένα δε με το εσχατολογικό πνεύμα του ι. πατρός. Το τελευταίο αυτό οφείλεται προφανώς στο ότι και ο Χρυσόστομος ενδιαφερόταν κυρίως γι’ αυτό και την προσοχή των γονέων διέλαθε κυρίως αυτό.

Στο Χρυσόστομο εκείνο που έχει προτεραιότητα είναι η εκμάθηση της αρετής, αφού αυτή είναι εσχατολογικώς η πρώτη και κεντρική τέχνη της ζωής, δια της οποίας ο άνθρωπος καταφρονεί και υπερβαίνει τα «ενταύθα», αντί να φροντίζει γι’ αυτά. Όταν υπάρχει αυτή η τέχνη, ωφελούν κι όλες οι άλλες και μικρές «ταύτης δε απούσης, ουδέν έσται κέρδος». Διότι μόνο αυτή η τέχνη «προξενεί την βασιλείαν» και χαρίζει τα όντως αγαθά. Η εκμάθηση της αρετής αρχίζει από μικρή ηλικία και μέσα στην οικογένεια, εκεί όπου ο άνθρωπος κοινωνικοποιείται και διαμορφώνει τα ιδεώδη του. Γι’ αυτό κι ο Χρυσόστομος συμβουλεύει τους γονείς ν’ αντικαταστήσουν τις κοσμικές μεθόδους με εμφύτευση του φόβου του Θεού μέσα στην ψυχή του μικρού παιδιού, με διδασκαλία για την εν ουρανοίς αμοιβή και την τιμωρία των κακών έργων και επί της γης, με το να τους εμβάλλουν τον πόθο να γίνουν στρατιώτες του Χριστού, με εξιστορήσεις των πράξεων των αγίων, με το να τους δίνουν ονόματα αγίων, και με ψαλμωδίες πνευματικές.

Για την κάπως προχωρημένη νεαρή νεαρή ηλικία συνιστά για τους νέους σαν πρότυπα συνομηλίκους εναρέτους, συμβουλές αγίων ανδρών, νηστεία, προσευχή, εκκλησιασμό, πρώιμο γάμο, μίμηση των αγίων της Αγίας Γραφής και όλα όσα προάγουν προς τη βασιλεία των ουρανών. Έτσι η εκμάθηση της αρετής σε μικρή ηλικία γίνεται νόμος και εθισμός. Ιδιαιτέρως όμως συνιστά την επίσκεψη μοναστηριών, τα οποία είναι αληθινά σχολεία των ζητουμένων αρετών.

Αυτή την επίσκεψη και διέλευση από τα μοναστήρια και την κάποια άσκηση των νέων εκεί τη θεωρεί σαν απαραίτητη, αφ’ ενός μέν διότι η άσκηση είναι η αναγκαιότερη τέχνη για την κτήση της βασιλείας των ουρανών, αφ’ ετέρου δε ο νέος, κι αν δε γίνη μοναχός, θα μείνει οπωσδήποτε ευσεβής. Η προσδοκία των επουρανίων και όχι των επιγείων, αποκτάται στα μοναστήρια, διότι εκεί διδάσκεται αμέσως και εμπράκτως από τα υπαρκτά και ορατά  πρότυπα, τους μοναχούς, ενώ στον κόσμο διδάσκονται από τα δικά του πρότυπα τα αντίθετα. Η ιδέα αυτή δεν είναι μια ακραία σκέψη του Χρυσοστόμου, προερχόμενη από καιρό κατά τον οποίο ήταν ενθουσιασμένος μοναχός, διότι συναντάται όχι μόνο στα πρώιμα συγγράμματα του αλλά και στα μεταγενέστερα. Φθάνει μάλιστα στο σημείο να συμβουλεύση τους γονείς να στείλουν τα παιδιά τους να εγκαταβιώσουν  σε μοναστήρια από 10 μέχρι 20 ετών, ώστε να ωριμάσουν και να μάθουν τα πρώτα αναγκαία εκεί, κι έπειτα να μάθουν τα επαγγέλματα και τις τέχνες της παρούσης ζωής.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ  8ο

Η ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

ΠΡΩΤ. ΚΕΙΜΕΝΟ: Ε.Π.Ε. εκδ.«ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ »

ΕΡΓΑ ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ,  τ.  30,  σελ.  637.

    Αμέσως μόλις γεννηθεί το παιδί o πατέρας σκέφτεται όχι πώς να ρυθμίσει σωστά τη ζωή του, αλλά πως θα του φορέσει χρυσαφικά και ωραία ρούχα. Γιατί το κάνεις αυτό άνθρωπε; Καλά εσύ ο ίδιος να τα φοράς. Γιατί και το παιδί που δεν ξέρει ακόμα αυτή τη μανία, το συνηθίζεις σ’ αυτά; Σωστός δάσκαλος του χρειάζεται, για να παιδαγωγήσει σωστά το παιδί, και όχι στολίδια. Ακόμη, του αφήνεις μακριά μαλλιά όπως και τα κορίτσια, και το κάνεις να χάνει την ισχυρή φύση του απ’ την πρώτη στιγμή, βάζοντας μέσα του τον έρωτα για τα χρήματα και πείθοντάς το να συγκινείται από ανώφελα πράγματα.

     Γιατί το κάνεις να ευχαριστείται απ’ τα σωματικά πράγματα; Αν ο άντρας έχει μακριά μαλλιά, αυτό δεν είναι τιμητικό γι’ αυτόν λέει. Δεν το θέλει αυτό η φύση και δεν το επέτρεψε ο Θεός. Το πράγμα αυτό έχει απαγορευθεί, είναι έργο της ελληνικής προκατάληψης. Πολλοί κρεμούν και στ’ αυτιά τους χρυσαφικά. Μακάρι ούτε και τα κορίτσια να μην τα φορούσαν, εσείς όμως οδηγείτε και τα αγόρια στην καταστροφή.

Ίσως πολλοί να γελούν και να τα θεωρού ασήμαντα. Δεν είναι όμως μικρά αλλά σημαντικά. Αν το κορίτσι συνηθίσει να γοητεύεται απ’ τα γυναικεία στολίδια, όταν θα φύγει απ’ το πατρικό της θα είναι πολύ δύσκολη και ανυπόφορη στον σύζυγό της. Από εκεί αρχίζει η κακία να γίνεται δύσκολη να την πολεμήσεις, απ’ το ότι κανένας δεν μιλάει στα παιδιά για αγνότητα, για καλοσύνη, για περιφρόνηση των χρημάτων και της δόξας, για όσα λέει η Γραφή.

Όταν λοιπόν στερηθούν τα παιδιά απ’ την πρώτη ηλικία τους δασκάλους, τι θα γίνουν; Γιατί, αν μερικοί, ενώ τρέφονται απ’ την κοιλιά της μάνας τους και παιδαγωγούνται μέχρι τα γεράματα, δεν κατορθώνουν να γίνουν σωστοί άνθρωποι, εκείνοι που απ’ την αρχή της ζωής τους συνηθίζουν σε όλα αυτά, ποιο κακό είναι δυνατόν να μην κάνουν; Τώρα όμως ο καθένας προσπαθεί να μάθει στα παιδιά του τέχνες και γράμματα και ρητορική ικανότητα στους λόγους, πως όμως θα μπορούσε να εξασκηθεί η ψυχή τους, δεν νοιάζεται κανείς.

Σας παρακαλώ πριν απ’ όλα τα’ άλλα να δίνετε σωστή ανατροφή στα παιδιά. Αν πραγματικά αγαπάς το παιδί σου, δείξε την αγάπη σου από αυτό. Άλλωστε γι’ αυτό θα έχεις κι αμοιβή. Και αν εσύ νιώθεις ότι έκανες αμέτρητα κακά, προσπάθησε με αυτό να βρεις κάποια παρηγοριά. Ανέθρεψε το παιδί σου για τον Χριστό. Δεν λέω να μην το αφήσεις να παντρευτεί ή να το προετοιμάσεις να γίνει μοναχός. Το θέλω βέβαια αυτό και θα ευχόμουν πολλοί να το δέχονταν, αλλά επειδή θεωρείται ότι είναι βαρύ, δεν σε αναγκάζω. Ανέθρεψε έναν αθλητή για τον Χριστό και δίδαξέ τον απ’ την πρώτη του ηλικία να είναι ευσεβής.

Αν τα καλά διδάγματα τυπωθούν στην ψυχή ενώ ακόμα είναι αγνή, κανείς δεν θα μπορέσει να τα εξαφανίσει, όταν θα γίνει σκληρή σαν τη σφραγίδα, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το κερί. Εσύ πρώτος απολαμβάνεις τα αγαθά αν έχεις καλό γιο και μετά ο Θεός. Για τον εαυτό σου κοπιάζεις.

Λένε πως τα μαργαριτάρια μόλις τα βγάλουν απ’ το νερό, είναι σαν νερό. Αν λοιπόν είναι έμπειρος αυτός που τα βγάζει, βάζοντας τη σταγόνα εκείνη στην παλάμη του και κουνώντας με προσεκτικό τρόπο, την κάνει πάρα πολύ στρογγυλή. Όταν όμως στερεοποιηθεί δεν μπορεί τότε να της δώσει το σχήμα που θέλει, επειδή έχει αποκτήσει την σκληρότητα σαν κάποια μόνιμη κατάσταση.

Ο καθένας λοιπόν απ’ εσάς, πατέρας ή μητέρα, ας φροντίζετε και εσείς τα παιδιά σας, όπως ο γλύπτης τα αγάλματα. Και όπως οι ζωγράφοι τα έργα τους, όταν δηλαδή αφού τοποθετήσουν μπροστά τους τον πίνακα προσθέτουν καθημερινά το χρώμα που χρειάζεται. Έτσι λοιπόν και εσείς όπως και οι καλλιτέχνες να έχετε συγκεντρωμένη την προσοχή σας όταν κατασκευάζετε καλλιτεχνήματα για το θεό. Να αφαιρείται  το περιττό και να προσθέτετε ότι λείπει. Να αυξάνετε τα προτερήματα και να προσπαθείτε να μειώσετε τα ελαττώματα. Και προτού του παιδί τα αποκτήσει διδάξτε το να είναι προσεκτικό, ήρεμο, να προσεύχεται και σε οτιδήποτε κάνει. Να κάνει πρώτα το σταυρό του.

Σκέψου ότι είσαι βασιλιάς που έχεις μπροστά σου μια πόλη, την ψυχή του παιδιού σου. Και όπως μέσα στην πόλη κάποιοι κλέβουν, άλλοι εργάζονται, και άλλοι τα κάνουν όλα όπως τύχει, έτσι λειτουργούν και στην ψυχή η διάνοια και οι σκέψεις. Άλλοι φροντίζουν για όλο τον άνθρωπο, και για το σώμα και για την κατοικία, όπως κάνουν στις πόλεις οι πολίτες του. Άλλοι δίνουν εντολές, όπως ακριβώς οι άρχοντες στις πόλεις. Και άλλοι απ’ αυτούς διηγούνται ασεβή πράγματα, όπως κάνουν οι ακόλαστοι στις πόλεις, ενώ άλλοι διηγούνται σεμνά πράγματα, όπως κάνουν οι λογικοί στις πόλεις. Και άλλοι απ’ αυτούς δέχονται διαταγές σαν δούλοι, όπως συμβαίνει και με τους δούλους στις πόλεις, ενώ άλλοι είναι ευγενείς, όπως είναι και οι ελεύθεροι στις πόλεις.

  Χρειαζόμαστε λοιπόν νόμους, ώστε να εξορίζουμε τους κακούς, ενώ τους καλούς να τους επιδοκιμάζουμε, και να μην αφήνουμε τους κακούς να δρουν εναντίον των καλών. Γιατί όπως ακριβώς στην πόλη αν θεσπίσει κανείς νόμους που αφήνουν πολύ ελευθερία στους κλέφτες, αυτός κατάστρεψε τα πάντα, και αν ο καθένας αφήσει τη θέση του και προσπαθεί να πάρει τη θέση κάποιου άλλου, με την πλεονεξία κατέστρεψε την αρμονία, έτσι γίνεται και εδώ.

Πόλη λοιπόν είναι η ψυχή του παιδιού, πόλη που μόλις χτίστηκε, που έχει ξένους πολίτες, αλλά δεν έχουν καμία εμπειρία. Και σ’ αυτούς τους πολίτες είναι εύκολο να δώσει κανείς καλές συνήθειες. Γιατί εκείνοι που έζησαν με κακό τρόπο στην ζωή τους, δύσκολα θα μπορούσαν να αλλάξουν τρόπους, χωρίς όμως να είναι και αδύνατον. Γιατί μπορούν ν’ αλλάξουν τρόπους αν το θέλουν. Ενώ εκείνοι που είναι τελείως άπειροι εύκολα θα δέχονταν τους νόμους σου.

Φτιάξε λοιπόν νόμους σ’ αυτή τη πόλη, ώστε να φαίνονται αυστηροί, και γίνε προστάτης των νόμων που παραβαίνονται. Γιατί δεν ωφελεί σε τίποτα να θεσπίζεις νόμους, εάν δεν ακολουθεί η τιμωρία στους παραβάτες.
Comments