Θρησκευτικά Α΄Λυκείου: Βοηθητικά κείμενα για τη Δ.Ε. 19

αναρτήθηκε στις 24 Μαΐ 2015, 7:23 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων
Δ.Ε. 19: ΟΙ ΑΓΙΟΙ

Ποιος είναι άγιος

π. Ι. Ρωμανίδης

Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο "Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου Ιεροθέου: "Εμπειρική Δογματική"

Άγιοι λέγονται όλοι όσοι, κατά διαφόρους βαθμούς, μετέχουν της αγιοποιού-θεοποιού ενεργείας του Θεού. Στην κατηγορία των Αγίων συγκαταλέγονται οι Προφήτες, οι Απόστολοι, οι Πατέρες και όλοι οι δια μέσου των αιώνων φίλοι του Χριστού, όσοι μετέχουν της φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας του Θεού, μεταξύ τών οποίων οι μάρτυρες, οι όσιοι ασκητές, κληρικοί και λαϊκοί, άνδρες και γυναίκες, νέοι και ηλικιωμένοι. Όλοι αυτοί λέγονται Άγιοι.

 Άγιοι δεν είναι οι καλοί άνθρωποι, αλλά όσοι συνδέονται με τον άσαρκο και σεσαρκωμένο Λόγο, τον Χριστό. Η αγιότητα είναι το κοινό γνώρισμα όλων των Προφητών, Αποστόλων, Πατέρων, Μαρτύρων, Ασκητών. Όλοι είναι Άγιοι, διότι έχουν την αγιοποιό ενέργεια του Θεού, και είναι Πατέρες, διότι γεννούν πνευματικά παιδιά.

«Η διάκριση μεταξύ Αγίων και Πατέρων δεν υπάρχει στους Πατέρες. Στους Πατέρες της Εκκλησίας, οι Άγιοι είναι οι Πατέρες και Πατέρες είναι οι Άγιοι».

Άγιοι λέγονται όσοι δια της καθάρσεως και του φωτισμού φθάνουν στην θέωση, μετέχουν της θεοποιού ενεργείας του Θεού.

«Εκείνοι που έχουν φθάσει στην θέωση και έχουν γίνει Άγιοι, είναι μια πραγματικότητα ή δεν είναι πραγματικότητα; Αυτό είναι το θεμέλιο».

Η αγιότητα δεν έχει μια ουμανιστική και ηθικολογική έννοια, αλλά θεολογική. Άγιοι είναι όσοι θεραπεύθηκαν πνευματικά, δηλαδή όσοι, αφού η καρδιά τους καθαρίσθηκε, έφθασαν στον φωτισμό του νου και την θέωση. Αυτοί είναι τα πραγματικά -ενεργεία- μέλη του Σώματος του Χριστού.

 «Υπάρχει η αντίληψη σήμερα ότι αν είναι κανείς καλός άνθρωπος, νομοταγής κλπ. Τότε είναι καλός Χριστιανός, υποψήφιος άγιος. Οπότε, όλες οι γιαγιάδες μας και οι παππούδες μας είναι υποψήφιοι Άγιοι. Αυτά, βέβαια, με τα κριτήρια των ηθικολόγων. Εάν έχη κανείς ηθικολογική αντίληψη περί αγιότητος, τότε μπορεί να έχη τέτοιες αντιλήψεις.

Στην πατερική θεολογία, όμως, υπάρχει άλλη αντίληψη. Όποιος θεραπευθή, αυτός ο θεραπευμένος είναι άγιος. Διότι άγιος στην πατερική παράδοση σημαίνει ένας θεραπευμένος άνθρωπος και τίποτε άλλο· σημαίνει εκείνος που έχει περάσει από την κάθαρση, έφθασε στον φωτισμό και από τον φωτισμό έχει περάσει στην θέωση. Αυτός είναι ο θεραπευμένος και, επομένως, αυτός ο θεραπευμένος είναι άγιος.

Γι’ αυτόν τον λόγο, στην αρχαία Εκκλησία, ο ένας αποκαλούσε τον άλλο Άγιο, πριν πεθάνουν ακόμα. Γιατί ελέγοντο Άγιοι οι Χριστιανοί, οι Άγιοι της Θεσσαλονίκης, οι Άγιοι της Κορίνθου κλπ. Και αποκαλούσαν τους ζωντανούς Αγίους; Γιατί; Διότι τα μέλη της Εκκλησίας στην αρχαία εποχή ήσαν αυτοί που ήσαν σε κατάσταση φωτισμού. Είχαν τουλάχιστον την νοερά προσευχή. Και αφού είχαν την νοερά προσευχή και ευρίσκοντο σε κατάσταση φωτισμού, ελέγοντο Άγιοι».

Η νοερά ενέργεια στην ζωή της πτώσεως δεν λειτουργεί ή υπολειτουργεί. Έτσι, όταν η νοερά ενέργεια αποδεσμεύεται από την λογική ενέργεια και ενεργοποιήται, τότε ο νους φωτίζεται και ο άνθρωπος με την ενέργεια του Θεού και την δική του συνεργεία φθάνει στην θέωση. Αυτός είναι άγιος. Ο άγιος, με την ενέργεια του Θεού και την δική του συνεργεία, καθίσταται Ναός του Αγίου Πνεύματος.

Ο Απόστολος Παύλος αναλύει αυτό το γεγονός. Γράφει: «όσοι γαρ Πνεύματι Θεού άγονται, ούτοί εισιν υιοί Θεού» (Ρωμαίους Η', 14). Το να άγεται κανείς υπό του Πνεύματος, σημαίνει ότι έλαβε το άγιον Πνεύμα και απέκτησε το χάρισμα της υιοθεσίας: «ου γαρ ελάβετε Πνεύμα δουλείας πάλιν εις φόβον, αλλ’ ελάβετε Πνεύμα υιοθεσίας»

(Ρωμαίους Η', 15). Το πνεύμα δε της υιοθεσίας εκφράζεται με την καρδιακή προσευχή: «εν ω κράζομεν Αββά ο Πατήρ» (Ρωμαίους Η', 15). Και το σημαντικό είναι ότι «αυτό το Πνεύμα συμμαρτυρεί τω πνεύματι ημών ότι εσμέν τέκνα Θεού» (Ρωμαίους Η', 16). Όταν κάποιος δεν έχη αυτό το Πνεύμα, δεν έχη νοερά προσευχή, δεν είναι Υιός κατά Χάρη του Θεού και, επομένως, δεν είναι πραγματικό μέλος του Σώματος του Χριστού: «ει δε τις Πνεύμα Χριστού ουκ έχει, ούτος ουκ εστίν αυτού» (Ρωμαίους Η', 9).

Αυτά τα γνωρίσματα είναι εκείνα που χαρακτηρίζουν τον Άγιο.

«Ο Απόστολος Παύλος λέγει ότι δεν ομιλούμε με σοφία ανθρώπινη, αλλά με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Τι εννοεί αυτό και γιατί αντιπαρατάσσεται η δύναμη του Αγίου Πνεύματος με την σοφία του κόσμου τούτου; Είναι η δύναμη της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος μέσα στον άνθρωπο.

Ο καθένας που βλέπει έναν Άγιο καταλαβαίνει ότι είναι Ναός του Αγίου Πνεύματος. Δεν πείθεται περί του ότι είναι Ναός του Αγίου Πνεύματος με φιλοσοφικά επιχειρήματα ή με θεολογίες του ενός και του άλλου. Βλέπει ότι είναι Ναός του Αγίου Πνεύματος. Γιατί; Γιατί πολλές φορές ακούει κιόλας, που κάνει μέσα του τον παπά.

Τι λέει η μαρτυρία του Πνεύματος στο πνεύμα του ανθρώπου: ότι εσμέν τέκνα Θεού κ.ο.κ. Αυτή η μαρτυρία για την οποία μιλάει ο Απόστολος Παύλος, που λέει ότι κράζει: Αββά ο Πατήρ εν ταις καρδίαις ημών κλπ, αυτό το Πνεύμα που κράζει μέσα στις καρδιές μας, είναι μια πραγματικότητα που περιγράφει ο Απόστολος Παύλος ή είναι μια φαντασιοπληξία;

Ο Απόστολος Παύλος στις επιστολές του μιλάει γι’ αυτήν την δύναμη του Αγίου Πνεύματος, μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Τι είναι αυτή η δύναμη; Και αν προσέξει κανείς αυτά που γράφει ο Απόστολος Παύλος, βλέπει ότι μιλάει για πραγματική προσευχή μέσα στην καρδιά του ανθρώπου».

Η διαφορά μεταξύ τρελλών και Αγίων βρίσκεται στο πώς λειτουργεί η νοερά ενέργεια. Εάν η νοερά ενέργεια στον άνθρωπο ταυτίζεται με την λογική ενέργεια και αυτή εκτρέπεται από την κανονική λειτουργία, αυτό είναι τρέλα. Εάν η νοερά ενέργεια κινείται κατά Θεόν και υπό του Αγίου Πνεύματος, τότε ο άνθρωπος είναι άγιος.

«Η διαφορά μεταξύ τρέλας και αγιότητος είναι στο ότι στην μια περίπτωση η νοερά ενέργεια είναι αδέσμευτη, αχαλιναγώγητη κ.ο.κ. και επηρεάζει την προσωπικότητα του ανθρώπου κατά τέτοιο τρόπο, που κανείς γίνεται τρελός, διότι δεν λειτουργεί κανονικά, όπως ένας κανονικός άνθρωπος».

Όταν ο άνθρωπος μετέχη της φωτιστικής και της θεοποιού ενεργείας του Θεού, τότε βιώνει την θεία Χάρη σε όλη του την ύπαρξη, στην ψυχή, με την νοερά προσευχή, και στο σώμα, με την υπέρβαση του φόβου του θανάτου. Έτσι οδηγείται στο μαρτύριο.

«Οι βίοι των Νεομαρτύρων είναι μια απόδειξη ότι η κατάσταση του φωτισμού, όπως υπάρχει στην αρχαία Εκκλησία στα χρόνια των διωγμών, συνέχιζε να υπάρχη ως καρδιά της Ορθοδοξίας κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Αυτή η δύναμη του πιστού να υποστή τα μαρτύρια, είναι εκείνο που έσωσε την Ορθοδοξία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και δεν τουρκέψανε όλοι οι Ρωμηοί. Οι περισσότεροι Ρωμηοί τουρκέψανε. Η μικρή μειοψηφία που είχε μείνει, γιατί δεν τούρκεψε; Είχε πολλή εμπιστοσύνη στους Αγίους της Εκκλησίας, ότι είναι φορείς της θείας Χάριτος και ότι μέσα τους υπήρχε πραγματικά η θεία δύναμη. Και τι είναι θεία δύναμη; Είναι η δύναμη αυτή να μπορή να υποστή όλα τα μαρτύρια και τα βασανιστήρια του σώματος για να μην αρνηθή τον Χριστό. Αυτό ήταν απόδειξη της ορθής πίστεως».

Επομένως, οι Άγιοι δεν είναι οι καλοί άνθρωποι, αλλά οι Θεούμενοι. Υπάρχουν μερικοί που υποκρίνονται τον Άγιο, αλλά αυτοί στην πραγματικότητα είναι υποκριτές-λαοπλάνοι. Ακόμη και οι αιρετικοί είναι καλοί άνθρωποι, μπορεί να έχουν ηθική ζωή, αλλά αφού δεν έχουν την Ορθόδοξη θεολογία και την ασκητική της Εκκλησίας παραμένουν στην ηθική ζωή, δεν μετέχουν της θεοποιού ενεργείας του Θεού και δεν μπορούν να θεραπεύουν άλλους ανθρώπους.

«Σε ένα Συνέδριο, κάποιος σηκώθηκε και είπε ότι ο Άρειος ήταν άγιος άνθρωπος. Διότι δεν ήξερε τι ήταν αγιότητα. Ήταν και άλλοι παρόντες εδώ και το άκουσαν με τα αυτιά τους, ότι ο Άρειος ήταν άγιος άνθρωπος. Τι εννοούσε; Εννοούσε ότι ο Άρειος ήταν καλός άνθρωπος. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ήταν καλός άνθρωπος, ήταν πάρα πολύ καλός άνθρωπος ο Άρειος».

Άλλο, όμως καλός άνθρωπος και άλλο άγιος. Οι Άγιοι μετέχουν της θεοποιού ενεργείας του Θεού και αυτό είναι έκδηλο, γιατί μπορούν να βοηθούν τους ανθρώπους, κάνουν θαύματα και τους θεραπεύουν. Και οι ψευδογιατροί μπορεί να είναι καλοί άνθρωποι, αλλά δεν μπορούν να θεραπεύσουν.

«Πας σε έναν κομπογιαννίτη γιατρό και λέει ναι, ξέρεις, θα κάνουμε τούτο, θα κάμουμε εκείνο, μερικές εντριβές, έχεις αυτό, έχεις εκείνο, και μαζεύει τα χιλιάρικα, δεν ξέρω πόσους μήνες. Στο τέλος αναγκάζεται ο άλλος να πάη σε άλλο γιατρό. Τότε καταλαβαίνει ότι αυτός ήταν κομπογιαννίτης».

Έτσι, ο σκοπός της Εκκλησίας είναι να αγιάση τα μέλη της, αλλά ταυτοχρόνως και να χρησιμοποίηση τον κατάλληλο τρόπο για να επιτύχη αυτόν τον στόχο. Έχει τονισθή κατά κόρον ότι η αγιότητα βιώνεται με την ενέργεια του Θεού και την συνεργεία του ανθρώπου. Ο Θεός ενεργεί και ο άνθρωπος συνεργεί.

«Εδώ πρέπει να θίξουμε την ελευθερία του ανθρώπου. Θυμάμαι πάντοτε η μητέρα μου, μου έλεγε, "παιντί μου", λέει, και με τα Καππαδοκικά, "παιντί μου, άντρωπος άγιος με το ζόρι ντεν γίνεται". Δεν μπορεί, βέβαια, ο άνθρωπος με το ζόρι να γίνη άγιος, ο καθένας πρέπει να επιλέξη τον δρόμο της ασκητικής θεραπείας».

Η ασκητική θεραπεία συνδέεται αναπόσπαστα με την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Πρόκειται για την κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση που το συναντούμε σε όλη την πατερική διδασκαλία της Εκκλησίας. Και η ασκητική θεραπεία συνδέεται αναπόσπαστα με τα Μυστήρια της Εκκλησίας.

Εδώ πρέπει να εντοπισθή ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ λογικής και νοεράς ενεργείας. Η νοερά ενέργεια πρέπει να ενεργοποιηθή με την προσευχή, οπότε ο νους είναι φωτισμένος. Στην πρώτη φάση πρέπει να αδειάση ο νους από όλους τους λογισμούς και όχι η λογική από τους λογισμούς. Δεν είναι θέμα αγραμματοσύνης, αλλά ιδιαίτερης ασκητικής και εκκλησιαστικής μεθόδου.

«Οι Πατέρες δεν εννοούσαν ποτέ πως με την αγραμματοσύνη μπορεί να φθάση κανένας στην αγιότητα, αλλά από το άδειασμα του νου από τους λογισμούς. Αυτό, εννοούσαν, όχι δια της αγραμματοσύνης της λογικής».

Οι άγιοι και η τιμή τους στην ιστορία της Εκκλησίας

π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου

Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο "Εγχειρίδιο αιρέσεων και παραχριστιανικών ομάδων"

Το θέμα αυτό είναι πολύ βασικό, γιατί όλες οι προτεσταντικές αιρέσεις ασκούν σφοδρότατη κριτική εναντίον της Εκκλησίας μας, υποστηρίζοντας πως εμείς λατρεύουμε τους αγίους και προσβλέπουμε σ' αυτούς για σωτηρία, όχι στον Σωτήρα Χριστό!

Είναι λοιπόν πoιμαντική ανάγκη να εξηγήσουμε με ποια έννοια η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τους αγίους και που τελικά μεταβαίνει αυτή η τιμή. Να τονίσουμε σε ποια σχέση βρισκόμαστε εμείς με τους αγίους και τι συνεπάγεται αυτή η σχέση. Πρέπει ακόμη να απαντήσουμε στην ένσταση των προτεσταντών, ότι οι άγιοι δεν είναι πανταχού παρόντες και συνεπώς δεν ακούουν τις προσευχές μας. Να ερμηνεύσουμε τα θαύματα που επιτελούν οι άγιοι και να τα κατοχυρώσουμε αγιογραφικά, να αναφερθούμε στην πρώτη Εκκλησία, για να διαπιστώσουμε αν υπήρχε σ' αυτήν η τιμή των αγίων και, προ παντός, να καταστήσουμε φανερή τη διάκριση μεταξύ τιμής και λατρείας, λατρευτικής προσκύνησης και προσκύνησης σαν εκδήλωση τιμής και αγάπης, που αποδίδεται από μέρους μας στους αγίους.

Κατά την πίστη της Εκκλησίας μας οι άγιοι αντικατoπτρίζουν τη δόξα του Κυρίου (Β' Κορ. γ' 18) και ακτινοβολούν το άκτιστο Φως του Θεού (Ματθ. ε' 14. Ιω. η' 12. Εφεσ. ε' 8. Κολ. α' 12. Αποκ. κβ' 5).

Η δόξα των αγίων και των αγγέλων δεν είναι ανεξάρτητη από τη δόξα του Χριστού, γιατί είναι μέλη του σώματος Αυτού (Εφεσ. α' 23. δ' 16. ε' 23. Κολ. α' 18.24). Ονομάζονται αγαπητοί του Θεού (Β' Παραλ./Χρον. κ' 7. Ησ. μα' 8), Φίλοι του Θεού (Ψαλμ. ρλη' 17, κατά τους Ο'. Ιω. ιε' 14. Ιακ. β' 23), αδελφοί του Χριστού (Ματθ. ιβ' 50). Είναι ναός και κατοικητήριο του Θεού (Α' Κορ. γ' 16-17. στ' 19. Β' Κορ. στ' 16), τέκνα Θεού (Ιω. α' 12. Γαλ. γ' 26-27), κληρονόμοι και συγκληρονόμοι του Χριστού (Ρωμ. η' 17). Το μνημόσυνο των αγίων είναι αιώνιο (Ψαλμ. ρια/ριβ' 1-9. Παροιμ. ι' 7. Εβρ. ια' 4-38).

Ο ίδιος ο Θεός, μέσω του Αγίου Σώματος του Χριστού, έρχεται σε προσωπική κοινωνία με τον άνθρωπο και του μεταδίδει την αγιότητα. Πρόκειται για την αγιότητα του Σώματος του Χριστού, όχι για την αγιότητα του ανθρώπου, ανεξάρτητα από την κοινωνία του με τον Χριστό (Ιω. ιδ' 23. Α' Κορ. γ' 5-17. στ' 19. Β' Κορ. στ' 16. ΕΦεσ. β' 22). Έτσι ο Χριστός θριαμβεύει μέσω των αγίων (Ιω. κα' 19. Β' Κορ. β' 14).

Στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, οι εικοσιτέσσερις πρεσβύτεροι, που εκπροσωπούν τη θριαμβεύουσα Εκκλησία, έχουν «επί τας κεφαλάς των στεφάνους χρυσούς» (Αποκ. δ' 4).

Το αναρίθμητο πλήθος των αγίων, που «έπλυναν τας στολάς αυτών και ελεύκαναν αυτάς εν τω αίματι του αρνίου» (Αποκ. ζ' 14), ευρίσκονται «ενώπιον του θρόνου και ενώπιον του αρνίου» ως νικητές (Αποκ. ζ' 9-10), σ' αυτούς δόθηκαν «θρόνοι», για να βασιλεύσουν «επί χίλια έτη», μέχρι τη δευτέρα παρουσία, οπότε το σώμα του Χριστού, η Εκκλησία, θα παραδοθεί από την ίδια την κεφαλή της στον Τριαδικό Θεό, για να είναι πλέον «ο Θεός τα πάvτα εν πάσιν» (Αποκ. κ' 4. Α' Κορ. ιε' 23-28)

Ο Χριστός είναι ο μόνος «Παράκλητος», ο μοναδικός «μεσίτης» και «σωτήρας» (Α' Ιω. β' 1. Ιω. ιδ' 6. 13-14. Α' Τιμ. β' 5. Πράξ. δ' 12), μόνο με το αίμα του Χριστού πραγματοποιείται η συμφιλίωση (Α' Πέτρ. α' 18-19). ο «άλλος Παράκλητος», το Πνεύμα το Άγιο, με τα άγια μυστήρια ενεργοποιεί προς χάρη μας τις δωρεές του Χριστού: με το βάπτισμα μας εντάσσει στο Σώμα του Χριστού (Γαλ γ' 27. Πρβλ. α' Κορ. ιβ' 3), με τη θεία κοινωνία μας τρέφει με τον «άρτο της Ζωής» (Ιω. στ' 48-53). Με αυτή την απόλυτη έννοια δεν υπάρχει άλλος σωτήρας, ούτε δεύτερος μεσίτης.

Και όμως στην αγία Γραφή γίνεται λόγος για μεσιτεία ανθρώπων και αγγέλων, μέσω προσευχής και παράκλησης (Γέν. ιη' 23-33. κ' 3-18. λβ' 9-14. Ιώβ μβ' 8-10. Παροιμ. ιε' 8. Ζαχ. α' 12-13. Ιερεμ. ζ' 16). Άνθρωποι oνoμάζovται «πρεσβευτές» (Β' Κορ. ε' 18-20. Εφεσ. στ' 20) και «σωτήρες», με την έννοια όμως πως οδηγούν στο μόνο Σωτήρα, τον Χριστό (Α' Κορ. θ' 22). Ο Θεός βεβαιώνει τον προφήτη πως αν βρεθεί ακόμη και ένας άγιος άνθρωπος, για χάρη του θα σώσει ολόκληρη την πόλη (Ιερεμ. ε' 1. Ιεζ. κβ' 30).

Αλλά μήπως η «μεσιτεία» με σχετική έννοια αναφέρεται μόνο σε ζώντες; Όχι, ο Θεός λέγει στον προφήτη Ιερεμία: «Εάν σταθούν ενώπιόν μου ο Μωϋσής και ο Σαμουήλ, Η ψυχή μου δεν θα κλίνει προς αυτούς» (Ιερ. ιε' ι), πράγμα που σημαίνει πως σε άλλες περιπτώσεις ο Θεός ανταποκρινόταν στις δεήσεις των αγίων ανδρών υπέρ του λαού. Στην Αποκάλυψη βλέπουμε τη θριαμβεύουσα Εκκλησία (τους 24 πρεσβύτερους) να κρατούν «Φιάλας γεμούσας θυμιαμάτων, αι εισιν αι προσευχαί των αγίων», δηλαδή των επί γης ζώντων πιστών τις οποίες ενώνουν με τις δικές τους προσευχές (Αποκ. ε' 8).

Η ουράνια Εκκλησία δέχεται τις επικλήσεις μας μάλιστα μεσιτεύει στον Κύριο να σταματήσει το μαρτύριο των αδελφών τους στη γη (Αποκ. στ' 9-11), πράγμα που εισακούεται τελικά από τον Θεό (Αποκ. ζ' 9-11. η' 3-5. ια' 16-18. ιδ' 14-20. Πρβλ Δ/B' Βασιλ. κ' 4-6. Β' Μακ. ιε' 12-16).

Όταν λοιπόν επικαλούμεθα τους αγίους, οι ελπίδες μας δεν είναι μάταιες οι άγιοι είναι συνδεδεμένοι μαζί μας με τον σύνδεσμο της αγάπης, η οποία «ουδέποτε εκπίπτει» (Α' Κορ. ιγ' 8). Πιστεύουμε δηλαδή πως είμαστε πράγματι «συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού» (Έφεσ. β' 19-20).

Είναι οι άγιοι «πανταχoύ παρόντες» για να εισακούσουν τις επικλήσεις μας; Όχι, οι άγιοι, ανεξάρτητα από τη χάρη του Θεού, δεν είναι πανταχoύ παρόντες, ούτε πληροφορούνται με τη δική τους δύναμη τι γίνεται μακριά από αυτούς.

Όμως λουσμένοι στην άκτιστη θεία χάρη, μέσω του Αγίου Πνεύματος, σαν μέλη του σώματος του Χριστού, που είναι ενωμένο με την Θεότητα, μπορούν να ξεπεράσουν τους όρους της φύσης και να μετέχουν στη ζωή των αδελφών τους επί της γης.

Αν οι άνθρωποι του Θεού που ζουν στη γη μπορούν να ξεπεράσουν με τη χάρη του Θεού τους όρους της φύσης, πρέπει να συμπεράνουμε πως αυτό μπορεί να γίνει πολύ περισσότερο από τα μέλη της θριαμβεύουσας Εκκλησίας. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικά παραδείγματα από την αγία Γραφή.

Η «καρδιά» του Ελισαίου ήταν μετά του Γιεζί και μπορούσε να γνωρίζει αυτό που συνέβη μακριά (Δ/Β' Βασιλ ε' 25-27). Ο Αβραάμ «είδε» την ημέρα του Κυρίου «και εχάρη» (Ιω. η' 56). Ο απόστολος Πέτρος εγνώριζε την πονηρία του Ανανία (Πράξ. ε' 3). Ο Θεός αποκαλύπτει τα θαυμαστά πράγματα «δια του Πνεύματος προς το συμφέρον». όλα τα ενεργεί το Πνεύμα το Άγιο, χωρίς να δεσμεύεται από φυσικούς όρους, που ο Θεός έθεσε για ορισμένο σκοπό (Α' Κορ. ιβ' 7-11, πρβλ. Β' Κορ. ιβ' 2-4). Ο ίδιος ο Κύριος μας βεβαιώνει για την κοινωνία αγάπης της ουράνιας Εκκλησίας, η οποία πληροφορείται τα γεγονότα της ζωής μας και χαίρει για την επιστροφή κάθε αμαρτωλού (Λουκ. ιε' 7-10).

Ο Θεός θαυματοποιεί μέσω των αγίων και δικαίων (Γ/Α' Βασιλ. ιζ' 21-22. Δ/Β' Βασιλ. δ' 33-35. Πράξ. ε' 12-16. ιβ' 11-12). Όχι μόνο μέσω ζώντων πάνω στη γη, αλλά και μέσω κεκοιμημένων αγίων. Έτσι ο προφήτης Ησαΐας λαμβάνει εντολή να διαβιβάσει «προς τον Εζεκία τον ηγούμενον του λαού» πως θα σώσει την πόλη από τους Ασσυρίους «δια Δαυίδ τον δούλον μου», δηλαδή χάρη του Δαυίδ, που ήδη είχε απέλθει από αυτή τη ζωή (Δ/Β' Βασιλ. κ' 4-6).

Το να ισχυρισθεί κανείς πως ο δεσμός της αγάπης μεταξύ αγωνιζομένης και θριαμβεύουσας Εκκλησίας μειώνει το μεσιτικό υπούργημα του Παράκλητου, είναι αφέλεια γιατί οι άγιοι δεν έχουν δύναμη από μόνοι τους να θαυματουργούν και να επεμβαίνουν στη ζωή μας, ανεξάρτητα από την χάρη του Θεού. «Το πνεύμα του Ηλία» που «ανεπαύθη επί τον Ελισσαίον» ήταν η χάρη του Αγίου Πνεύματος όχι κάτι ανεξάρτητο από αυτήν, γι' αυτό και «οι υιοί των προφητών» τον προσκυνούν με εδαφιαία μετάνοια (Δ/Β' Βασιλ. β' 14-15). Το ίδιο παρατηρούμε και για την ανάσταση του ανθρώπου εκείνου που ενταφιάστηκε στον τάφο του Ελισαίου (Δ/Β' Βασιλ. ιγ' 21). Δεν είναι τα τίμια οστά από μόνα τους εκείνα που θαυματουργούν, αλλά η θεϊκή χάρη που τα περιβάλλει και χαριτώνει ολόκληρο τον άνθρωπο, όχι μόνο το πνεύμα του.

Η τιμή και ο σεβασμός στους αγίους εκδηλώνεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία και με την προσκύνηση. Δεν πρόκειται για λατρευτική προσκύνηση, η οποία απαγορεύεται ρητά από την αγία Γραφή (Έξοδ. κ' 4-5. Δευτερ. στ' 12-14. Ματθ. δ' 10), γιατί ποτέ κανείς ορθόδοξος χριστιανός δεν έχει συναίσθηση πως προσκυνεί οποιοδήποτε ον (άγγελο ή άνθρωπο) ως Θεό, μόνο τότε η προσκύνηση θα ήταν απόλυτη, δηλαδή λατρεία.

Τους αγίους προσκυνούμε χωρίς να παραγνωρίζουμε τη φύση τους, χωρίς δηλαδή να τους εκλαμβάνουμε για θεούς, γιατί παραδεχόμαστε πως η προσκύνηση δεν είναι πάντοτε εκδήλωση λατρείας. Αν αυτόν που προσκυνούμε δεν τον δεχόμαστε για Θεό, τότε με την προσκύνηση δεν του αποδίδουμε λατρεία, είναι εκδήλωση τιμής και αγάπης. Μ' αυτή την τιμητική έννοια ο Δαυίδ προσκυνεί τον Ιωνάθαν (Α' Βασιλ./Α' Σαμ. κ' 41) και τον Σαούλ (Α' Βασιλ. /Α' Σαμ. κδ' 9), ο Νάθαν προσκυνεί τον Δαυίδ (Γ/Α Βασιλ. α' 23), οι υιοί των προφητών τον Ελισαίο (Δ/Β' Βασιλ. β' 15), ο Ναβουχοδονόσορ τον Δανιήλ (Δαν. β' 46). Ακόμη και στην Καινή Διαθήκη ο δεσμοφύλακας προσκυνεί τον Παύλο και τον Σίλα (Πράξ. ιστ' 29), ενώ ο ίδιος ο Κύριος υπόσχεται πως θα αναγκάσει τους Ιουδαίους να προσκυνήσουν τον επίσκοπο Φιλαδελφείας (Αποκ. γ' 9. Πρβ. Α' Βασιλ./Α' Σαμ. ε' 4).

Όσοι απορρίπτουν την τιμή και την προσκύνηση των αγίων, επικαλούνται περιπτώσεις από την αγία Γραφή (Πράξ. ιδ' 11-15 και Αποκ. ιθ' 10. κβ' 8-9).

Στο Πράξ. ιδ' 11-15 φαίνεται καθαρά, πως οι άνθρωποι εξέλαβαν τον Παύλο και τον Βαρνάβα ως θεούς γι' αυτό και οι απόστολοι δίκαια αντέδρασαν. Τέτοια προσκύνηση δεν τους ανήκε, γιατί ήταν λατρευτική.

Στη δεύτερη περίπτωση ο Iωάννης, κατάπληκτος από εκείνα που αξιώθηκε να δει, κάτω από την επίδραση της οπτασίας του ίδιου του Κυρίου (Αποκ. α' 17-18), νόμισε πως ήταν και πάλι ο Κύριος γι' αυτό και σπεύδει να τον προσκυνήσει. Ο άγγελος όμως τον επαναφέρει στην αλήθεια των γεγονότων: «σύνδουλός σου ειμί», δεν μου ανήκει τέτοια προσκύνηση, ανήκει μόνο στον Θεό!

Αν παραδεχθούμε πως ο Iωάννης θέλησε να προσκυνήσει τον άγγελο τιμητικά, είχε αυτό το δικαίωμα (Αριθ. κβ' 31. Ιησ. Ναυή ε' 14), και ασφαλώς στην περίπτωση αυτή η προσκύνηση δεν θα ήτο λατρευτική. Τότε η άρνηση του αγγέλου θα ήταν ένδειξη ταπεινοφροσύνης. Διαφορετικά πώς ο Iωάννης αποτολμά να προσκυνήσει τον άγγελο για δεύτερη φορά; (Αποκ. κβ' 8-9).

Αυτή είναι η ερμηνεία της Γραφής, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας (Α' Τιμ. γ' 15). Αυτό μαρτυρείται ήδη σε πρωτοχριστιανικά κείμενα. Οι πρώτοι Χριστιανοί ομολογούσαν: «Δεν θα δυνηθώ μεν ούτε τον Χριστόν να εγκαταλείψωμεν ποτέ, τον παθόντα υπέρ της σωτηρίας των σωζομένων εις ολόκληρον τον κόσμον, τον άμωμον υπέρ των αμαρτωλών, ούτε κάποιον άλλον να λατρεύσωμεν. Διότι τούτον μεν προσκυνούμεν ως υιόν του Θεού, τους δε μάρτυρας αγαπώμεν ως μαθητάς του Κυρίου, επαξίως λόγω της ανυπερβλήτου αφοσιώσεως εις τον βασιλέα και διδάσκαλόν των». Αυτό αναφέρεται στο μαρτύριο του αγίου Πολυκάρπου (†156). Εκεί σημειώνεται ακόμη πως οι Χριστιανοί συνέλεξαν τα οστά του μάρτυρα, «τα τιμιώτερα από πολυτελείς λίθους, και ευγενέστερα από χρυσόν» και τα ενταφίασαν σε κατάλληλο τόπο, ώστε να συναθροίζονται εκεί και να εορτάζουν «την γενέθλιον ημέραν του μαρτυρίου του» (Μαρτ. Πολυκ. 17-18. Βλ. και στο 3β 3θ).

Ο Ωριγένης (†253/4) αναφέρει πως «αι ψυχαί των πεπελεκισμένων ενεκεν της μαρτυρίας του Ιησού, μη μάτην τω εν ουρανοίς θυσιαστηρίω παρεδρεύουσαι, διακονούσι τοις ευχομένοις άφεσιν αμαρτημάτων» (Ωριγ. Εις μαρτ. προτρ. 30. Πρβλ. Αποκ. κ' 4).

Ο άγιος Βασίλειος (330-379) αναφέρεται στις πανηγύρεις που γίνονταν στις μνήμες των αγίων (Επιστ. 227, προς τους επισκόπους του Πόντου. Όροι κατά πλάτος 8,40) και στην επίκληση των αγίων (Ομιλ. 4, εις αγ. Μάμαντα 1): «Αυτός που θλίβεται καταφεύγει εις τους σαράντα, αυτός που ευφραίνεται προς αυτούς σπεύδει. Ο ένας μεν δια να εύρη λύσιν εις τας δυσκολίας, ο άλλος δε δια να διαφυλάξει εις τον εαυτόν του τα πιο καλά αγαθά... τα αιτήματά σας ας γίνουν μαζί με τους μάρτυρας» (Μ. Βασ., Ομιλ. 5, εις τους άγ. τεσσαράκοντα 8).

Η τιμή των αγίων τεσσαράκοντα, μας πληροφορεί ο Μ. Βασίλειος, είχε διαδοθεί σε πολλές περιοχές και οι άγιοι αυτοί «κοσμούν πολλάς πατρίδας» (Εις τους άγ. τεσσαρακ. 8).

Ο άγιος Iωάννης ο Χρυσόστομος (344-407) κάνει λόγο για «λιτανείες και παρακλήσεις... εις τον ναόν όπου και τα λείψανα των αποστόλων», προκειμένου να αποφευχθούν τα δεινά της πόλης (Χρυσ., Προς τους καταλείψαντας την Εκκλ.). Η δύναμη των αγίων μαρτύρων, αναφέρει ο Χρυσόστομος, «καθημερινώς ζει και ενεργεί, εκδιώκει δαιμόνια, απομακρύνει τας ασθενείας, εμψυχώνει πόλεις ολοκλήρους και συναθροίζει εδώ πλήθος» (Περί απολαύσεως της των μελλόντων 2). Υπογραμμίζει ακόμη πως Η τιμή των αγίων «θα μεταβιβασθεί οπωσδήποτε προς τον Δεσπότην» (Ότε πρεσβ. προεχ. 2. Πρβλ. Ματθ. ε' 16).

 Τα ίδια αναφέρει και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (329-390): «Πρέπει να πανηγυρίζουμε όλους τους μάρτυρες...» (Λόγος κδ' 3-4, εις τον άγιο Κυπριανό), «τώρα οι μάρτυρες κάνουν να ανοίξει ο ουρανός...» (Λόγος μδ' 12, εις την Νέαν Κυριακ.). «Και τώρα εκείνος είναι στον ουρανόν και εκεί προσφέρει τις θυσίες του για εμάς» (Λόγος μγ' 80, εις Μ. Βασίλ.). «Παρακαλούμε να μας παρακολουθείς καλοδιάθετα από υψηλά και το λαό που είναι γύρω σου να τον κατευθύνεις στην τελειότητα...» (Λόγος κα' 37, Εις τον Μ. Αθαν.).

Έτσι η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος διατύπωσε την πίστη της Ορθοδοξίας:  (Tον μεν (Χριστόν) ως Θεόν και Δεσπότην, τους δε (αγίους) δια τον κοινόν Δεσπότην, ως αυτού γνησίους θεράποντας τιμώντες και σέβοντες και την κατά σχέσιν προσκύνησιν απονέμοντες (Συνοδικόν της Ορθοδοξίας της Ζ' Οικ. Συνόδου).

Αυτή είναι η ορθόδοξη διδασκαλία για τους αγίους. Δεν πιστεύουμε λοιπόν πως οι άγιοι μπορούν να σώσουν τους εαυτούς τους ή τους άλλους ανθρώπους. Όποια και αν είναι τα έργα των αγίων, δεν επαρκούν ούτε και για τη δική τους σωτηρία, γιατί δεν ξεπερνούν την εκτέλεση του καθήκοντος (Λουκ. ιζ' 10).

Απόσπασμα από το βιβλίο: "Εγχειρίδιο αιρέσεων και παραχριστιανικών ομάδων"

Comments