Το Μάθημα των Θρησκευτικών

Εμφάνιση αναρτήσεων 1 - 26 από 26. Προβολή περισσότερων »

Δημήτριος Νατσιός, Τα Θρησκευτικά στο δημοτικό σχολείο και η υπονόμευσή τους από το γλωσσικό μάθημα

αναρτήθηκε στις 30 Ιουλ 2014, 1:25 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων   [ ενημερώθηκε 30 Ιουλ 2014, 1:26 π.μ. ]

Τα Θρησκευτικά στο δημοτικό σχολείο 
και η υπονόμευσή τους από το γλωσσικό μάθημα 

Δημήτριος Νατσιός, Θεολόγος, Εκπαιδευτικός Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης

Θα μιλήσω από καρδίας, ως μάχιμος δάσκαλος της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης που διακονεί την παιδεία μας, την εκπαίδευση με την κιμωλία στο χέρι, εδώ και 23 χρόνια. 

Άλλωστε, οι προλαλήσαντες, άγιοι Επίσκοποι, Γέροντες αγιορείτες, έγκριτοι καθηγητές και εισηγητές, κονιορτοποίησαν την δήθεν καινότητα των προγραμμάτων και κατέδειξαν την κενότητα των επιχειρημάτων τους. Όπως έλεγε και ο ποιητής: «Ουδέν καινόν, όλα κενά». 
Καταρχάς θα κάνω μια μνημόσυνη αναφορά σε ένα από τα παλικάρια του Γένους. Στις 13 Μαρτίου 1957, σαν σήμερα, απαγχονίζεται στη Λευκωσία της Κύπρου από τους Άγγλους κατακτητές ο ήρωας μαθητής, 18 μόλις χρονών, Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Και αυτός, όπως και όλοι οι μελλοθάνατοι αετοί της ΕΟΚΑ, όλοι τους νέα παιδιά, πριν οδηγηθούν στην αγχόνη έψαλλαν το «τ περμάχ», τον Εθνικό μας Ύμνο ή το «τε κατλθες πρός τόν θάνατον».

Όλοι τους έπαιρναν ψευδώνυμα των αγωνιστών του ΄21 ή της αθάνατης κλεφτουριάς –«Ζήτρος» ήταν το ψευδώνυμο του Αυξεντίου- για να μην υφίστανται αντίποινα οι οικογένειές τους από τους «φίλους» μας Άγγλους. 

Από πού τα γνώριζαν τα τροπάρια; Γιατί παρέπεμπαν στο ΄21; Μα από τα σχολεία τους, στα οποία διδάσκονταν την ορθόδοξη ελληνική πίστη και παράδοση, που ανατρέφει μάρτυρες και ήρωες, και όχι πανθρησκειακά δηλητήρια.

Στα παλιά βιβλία γλώσσας της Έκτης Δημοτικού -φέτος είμαι δάσκαλος Έκτης Δημοτικού στο Κιλκίς σε τάξη 25 παιδιών- υπήρχε ποίημα για τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη, το οποίο μάλιστα το έγραψε Δωδεκανήσιος ποιητής. Αναμεταδόθηκε μετά το θάνατο του Ευαγόρα από τον ραδιοσταθμό της Λευκωσίας ως δημοτικό τραγούδι. Διαβάζω τους τελευταίους στίχους:

«(…) χτυπάει κουδούνι, μπαίνουνε στη τάξη του ο καθένας, 

μπαίνει και η πρώτη, άτακτη, και η τρίτη που διαβάζει,

μπαίνει και η πέμπτη αμίλητη, η τάξη του Ευαγόρα.

Παρόντες όλοι;

Κύριε, ο Ευαγόρας λείπει.

Παρόντες, λέει ο δάσκαλος - και με φωνή που τρέμει:

Σήκω Ευαγόρα να μας πεις ελληνική ιστορία.

Ο δίπλα, ο πίσω και ο μπροστά, βουβοί και δακρυσμένοι

αναρωτιούνται στην αρχή, ώσπου η σιωπή τους κάνει,

να πέσουν με αναφιλητά. 

Ετούτοι και όλη η τάξη. 

Παλληκαρίδη άριστα, Βαγόρα πάντα πρώτος,

στους πρώτους πρώτος, άγγελε, πατρίδας δοξασμένης,

συ μέχρι χθες της μάνας σου ελπίδα και αποκούμπι 

και του σχολειού μας σήμερα Δευτέρα Παρουσία.

Τα ’πε και απλώθηκε σιωπή, παν΄ στα κλαμένα νιάτα, 
που μπρούμυτα γεμίζανε της τάξης τα θρανία, 

έξω απ’ εκείνο τ’ αδειανό,

παντοτινά γεμάτο.».

Στα παλιότερα βιβλία το ποίημα αυτό υπήρχε, το διαβάζαμε οι δάσκαλοι και βγαίναμε με ψηλά το κεφάλι από την τάξη. 
Το πέταξαν όμως έξω το 2006, που μπήκαν μέσα όλα τα κουρελουργήματα -η λέξη είναι του δάσκαλου μου, του Κώστα του Ζουράρι-. Και στη θέση του στην Έκτη Δημοτικού, τι αναγκαζόμαστε να διδάξουμε για τον ηρωισμό;

Ένα κείμενο με τίτλο: «Η Σόνια η γάτα»!

Είναι μια γάτα, η οποία, όταν πήρε φωτιά ένα σπίτι, νιαουρίζει, την ακούει η πυροσβεστική, έρχεται και σβήνει τη φωτιά και οι πυροσβέστες της αναγνωρίζουν την πρωτιά στο να έρθουν - και της αποδίδουν και παράσημα! 

Aπό τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη πήγαμε στη Σόνια τη γάτα.

Αυτά συμβαίνουν στα σχολεία και εμείς μεμφόμαστε τα παιδιά: «Εμείς στα χρόνια σας είχαμε αξίες». «Και τι τις κάνατε;» μας απαντούν. 
Τα παιδιά στην εξοπλιστική ηλικία του Δημοτικού Σχολείου μαθαίνουν όταν τους παρουσιάζουμε τις αξίες σαρκωμένες σε πρόσωπα, όχι ανούσιες θεωρητικολογίες: Δεν θα τους μιλήσω για την αγιότητα, θα τους δείξω τον Άγιο. Δεν θα τους μιλήσω για τον ηρωισμό, θα τους δείξω τον ήρωα. Όχι για την πραότητα, αλλά για τον πράο. Όχι για την αξιοπρέπεια, μα ποιος είναι ο αξιοπρεπής. Στην παράδοσή μας, εξάλλου, κάτι παρόμοιο δεν γίνεται για την ορθόδοξη αγιογραφία;

Έχουμε την εντύπωση ότι η έσχατη μάχη για το μέλλον της πατρίδας διεξάγεται μέσα στο Κοινοβούλιο ή στα έγκατα του Μαξίμου και των Βρυξελλών. Λάθος! Στα σχολεία, στις αίθουσες διδασκαλίας κρίνεται η τύχη του Γένους.

Αν επικρατήσει η ελληνοκτόνος παιδαγωγία και εκλείψει διά παντός η ελληνορθόδοξη παιδεία, «η ροδόχους ελπίδα του Έθνους» -του Καποδίστρια είναι η φράση- τότε ας τοιχοκολλήσουμε το αγγελτήριο θανάτου, πλησιάζει η ιστορική ευθανασία. Αν δεν απομείνει η ιστορική μαγιά του Μακρυγιάννη, τότε «κάλλιο να μην υπάρχει Έλλην στον κόσμον παρά να ατιμάζει το κατ’ εικόνα Θεού και ομοίωσιν υπάρχον ανδράποδον του αναίσθητου Τούρκου, ενώ πλάστηκε από τον Θεό ελεύθερος», όπως θεσπίζουν στις 5 Μαϊου του 1827 στην Τροιζήνα οι ελευθερωτές πατέρες μας. Και σίγουρα στη θέση του αναισθήτου Τούρκου μπορεί να μπουν και άλλα αναίσθητα και άπιστα θηρία, φανερά και νοητά, που μας εξανδραποδίζουν. Και το κακό γίνεται από τους ύπουλους, τους προβατόσχημους λύκους, που ζεσταίνουμε στο κόρφο μας και μαγαρίζουν παιδεία και παιδιά.

Το 1984 το ησύχιο και ταπεινό περιβόλι της Παναγίας μας, το σπουδαιότερο πνευματικό κέντρο της ανθρωπότητας, το Άγιον Όρος, επισημαίνει την ολέθρια πορεία της παιδείας, εν ονόματι κάποιου νεφελώδους προοδευτισμού, ψευδοπροοδευτισμού και αβασάνιστου εξευρωπαϊσμού, και ομιλεί απερίφραστα και ευθαρσώς για την αδίστακτη καταστροφή των εθνικών μας ριζών και για τον επελαύνοντα αντιχριστιανισμό και αφελληνισμό. Αντιγράφω το απόσπασμα: «Από πολλά χρόνια, τώρα, γίνεται συστηματική προσπάθεια, διαρκώς αυξανομένη, να πολεμηθεί η πίστις, να βγει από τα ελληνικά σχολεία ο Χριστός, να διαστρεβλωθεί η ιστορία μας, να ευτελιστεί η μεγάλη σημασία των εορτών των Χριστουγέννων και του Πάσχα που τόσο ζει ο λαός μας. Να παύσει η ορθόδοξη εκκλησία να είναι η ψυχή του Γένους μας, να καταντήσουν τα παιδιά μας εύκολη λεία κάθε νοητού ή φανερού θηρίου». Δυστυχώς επαληθεύτηκαν οι Αγιορείτες πατέρες.

Το πού έχει καταντήσει η παιδεία εξαιτίας της παρατεταμένης κρίσεως ταυτότητας, το βλέπει κανείς στα πλείστα εν κρίσει σχολικά εγχειρίδια.
Δεν πρόκειται μόνο για το ελεεινό γλωσσικό ιδίωμα, στο οποίο είναι γραμμένα, για την προχειρότητα και ανεπάρκεια που τα χαρακτηρίζει. Πρόκειται κυρίως για τη ψυχική μιζέρια στην οποία καταδικάζουν το παιδί, τα πρότυπα που του προβάλλουν, δηλαδή ένα πληροφορημένο, υπολογιστικό, ανταγωνιστικό, καταθλιπτικό και συναισθηματικά νεκρό άνθρωπο και κυρίως, χωρίς τον Θεάνθρωπο, τη χαρά του κόσμου. Περισσεύει σε αυτά τα τρισάθλια βιβλία -και μιλάω κυρίως για της γλώσσας- η εκκλησιομαχία, η κατασυκοφάντηση και ο εμπαιγμός της αμωμήτου πιστεώς μας.

Έλεγε ένας παλιός επίσκοπος: «Αν δώσεις οδοντογλυφίδα σε έναν Νεοέλληνα, από αυτούς που το επίθετό τους έχει πρώτο συνθετικό –παπα, στα δόντια του θα ανακαλύψεις ψίχουλα από τα πρόσφορα που έφαγε και μεγάλωσε η οικογένειά του». Και υπάρχουν πολλοί με πρώτο συνθετικό το –παπα που κατέστρεψαν την πατρίδα.

Είναι γνωστό πως τρία σχολικά μαθήματα αποτελούν σκόλωπα τη σαρκί των ποικιλώνυμων εθνομάχων και γραικύλων της σήμερον: Η ιστορία, η γλώσσα και τα θρησκευτικά. Στην ιστορία τις είδαμε τις προκοπές τους, μέσω του ρεπούσειου άγους. Η γλώσσα δεινοπαθεί μέσω των βιβλίων -περιοδικών ποικίλης ύλης όπως απροκάλυπτα τα ονομάζω- και συνεχίζει να ταλαιπωρεί δασκάλους και να δηλητηριάζει τους μαθητές. Για το μάθημα των θρησκευτικών θέτουν ή θα θέσουν τεχνηέντως το ψευτοδίλημμα: ή καταργείται ή μετατρέπεται σε θρησκειολογικό χυλό.

Πριν αναφερθώ στα θρησκευτικά, μια ολιγόλογη παραπομπή στη γλώσσα. Ας μη λησμονούμε ότι στις δύο πρώτες και πολύ σημαντικές τάξεις του δημοτικού σχολείου δεν υπάρχει μάθημα θρησκευτικών, ούτε βιβλίο βέβαια. Άρα εναπόκειται στο δάσκαλο ή τη δασκάλα για το τι θα διδάξει.

Ο άγιος γέροντας Παΐσιος συμβούλευε δασκάλους με αναφορά στην πίστη και στην πατρίδα να παίρνουν πρώτη δημοτικού, γιατί σε αυτή την ηλικία εντυπώνονται ανεξίτηλα δια βίου οι γνώσεις στο νου των μαθητών.

Για παράδειγμα, στα παλιά Ανθολόγια, επαναλαμβάνω προ του 2006, το μάθημα με το οποίο υποδεχόταν το σχολείο τον μαθητή, ήταν ένα ωραίο δημοτικό, μια προσευχή: «πέφτω κάνω το σταυρό μου / και άγγελο έχω στο πλευρό μου, / δούλος του Θεού λογιούμαι / και κανέναν δεν φοβούμαι» και από κάτω το περίφημο «Φεγγαράκι μου λαμπρό».

Στα νέα Ανθολόγια, το μάθημα με το οποίο υποδεχόμαστε τους μαθητές με τίτλο «Πρώτη μέρα στο σχολείο», είναι μια δασκάλα εν ονόματι Γεωργία που λέει στους μαθητές της «δεν θα με λέτε κυρία, θα με λέτε Γεωργία» - όταν εμείς οι δάσκαλοι ξέρουμε ότι η μορφή αυτής της οικειότητας είναι η μητέρα της περιφρόνησης. Μάλιστα, λέει στους μαθητές της η δασκάλα «με τι πρέπει να ξεκινήσουμε σήμερα παιδιά;» και πετάγεται ένας μαθητής και λέει «με την τουαλέτα κυρία». Από τα ωραία ποιήματα του Γένους πήγαμε στις τουαλέτες.

Στο ίδιο Ανθολόγιο μαθαίνει ο μαθητής ότι δεν υπάρχουν Άγιοι της Εκκλησίας μας, αλλά ένας άγιος, ο άγιος φιλίας, ο Φιλάγιος στη σελίδα 107. Πουθενά στο δημοτικό σχολείο δεν υπάρχει ονομαστική γιορτή ή αναφορά σε έναν Άγιο της Εκκλησίας μας. Παντού γενέθλια και ανύπαρκτοι άγιοι. Διαβάζει ο μαθητής μια νερόβραστη προσευχή και όχι το «Πάτερ μν», που το μαθαίνουμε από την ώρα που ανοίγουμε τα μάτια μας στον κόσμο.

Στην πρώτη δημοτικού, επίσης, μαθαίνουν ένα χαζοχαρούμενο ψευτοποίημα με τίτλο «Το λαγουδάκι της Λαμπρής», για τον Άγιο Βασίλη που φέρνει μια γάτα δώρο στην οικογένεια του Ιβάν, που εγκατέλειψε τον τόπο της εξαιτίας μιας χιονοστιβάδας!

Ειδικά για το κοσμοσωτήριο γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου, το πρωτάκι θα διαβάσει ποιήματα στο Ανθολόγιο όπως το «Ήρθε η πασχαλιά» με στίχους όπως: «ήρθε η πασχαλιά και τσουγκρίζει τα αυγά το μικρό παιδάκι», ενώ στο βιβλίο της γλώσσας ένα με τίτλο «Πασχαλινό», όπου συναντάς στίχους όπως «και μοσχοβολούν οι φούρνοι, τα τραπέζια κοκκινίζουν από τα κόκκινα αυγά» και ένα άλλο με τίτλο «Πασχαλινά κουλούρια» και στίχους: «το Πάσχα οι άνθρωποι έκαναν κουλούρια να μοιάζουν με πουλιά, ψάρια, ανθρωπάκια, τους έβαζαν μάτια και το στόμα, γαρύφαλα ή ξυλάκια». Στο βιβλίο Γλώσσα -το κρισιμότερο κατ’ εμέ βιβλίο, γιατί το πιάνουν καθημερινά οι μαθητές- στην πρώτη δημοτικού δεν υπάρχει ούτε ένα «Χριστός ανέστη».

Στο Ανθολόγιο της τρίτης – τετάρτης δημοτικού καλούνται οι μαθητές, παρακαλώ, να γράψουν ένα νανούρισμα για χταπόδια! Δεν έχει εμπνευστεί παγκοσμίως ποιητής από χταπόδια για να γράψει νανούρισμα!

Στα παλαιότερα βιβλία γλώσσας δημοτικού και γυμνασίου -προ του 2006 επαναλαμβάνω- υπήρχαν περίπου 35 δημοτικά τραγούδια. Τα έχω μετρήσει, έχω φυλλομετρήσει τα βιβλία. Τα πέταξαν όλα έξω και στη θέση τους έβαλαν συνταγές μαγειρικής! Ένα ή δύο μαθήματα έχουν παραμείνει μόνο. Έχουν πετάξει έξω το δημοτικό τραγούδι, στο οποίο, όπως έλεγε ο Πολίτης, «αποτυπώνεται ακραιφνής και ακίβδηλος ο εθνικός μας χαρακτήρ». Σε ένα παλιό βιβλίο του 1965, το οποίο έχει προλογίσει και ο Σίμων Καρράς, βρήκα ένα διαμάντι και σας το διαβάζω για το δημοτικό τραγούδι και την τεράστια σημασία του: «Συνήντησα εν Μικρά σία κώμην ριθμοσα μόλις εκοσι οκογενείας καί στερουμένη διδασκάλου καί ερέως. Καί μως δεν λιπον ξ’ ατς τά δημοτικά τραγούδια ναπληροντα παρά τ λα τήν λλειψην το σχολείου καί τς κκλησίας».

Το δημοτικό τραγούδι αναπλήρωνε την Εκκλησία και το σχολείο. Το πέταξαν έξω.

Στη σελίδα 89 σε ένα μάθημα πέμπτης - έκτης δημοτικού που λέγεται «Θεατρική αγωγή» ξέρετε τι λέει; Καλούνται οι μαθητές να υποδυθούν το δαιμόνιο. Σήμερα, γράφει, «είστε δαιμόνιο»!

Στο ίδιο Ανθολόγιο -για να δείτε πως ακυρώνεται το μάθημα των θρησκευτικών μέσω του βιβλίου Γλώσσας-, στο κείμενο «ο Νορντίν στην εκκλησία», διαβάζει ο δάσκαλος ενώπιον των μαθητών του, ότι «ο Νορντίν πήγε σε μια εκκλησία του χριστιανού Αλλάχ», προβληματικός ο όρος, «και όλο το μεσημέρι τα κουβέντιαζε με τη γιαγιά του και δεν μπορούσε να χωνέψει γιατί οι χριστιανοί κάνουν τέτοιες ζωγραφιές» και -ακούστε Παναγιώτατε- «τι άσχημοι γέροι ήταν αυτοί με τις γενειάδες στους τοίχους;». Οι Άγιοι της Εκκλησίας μας είναι άσχημοι γέροι με μακριές γενειάδες!

Σε άλλο σημείο αναφέρεται κείμενο με τίτλο: «Τότε που πήγαμε βόλτα τον Επιτάφιο». Ο Επιτάφιος δεν πάει βόλτα, το ποδήλατο πάει βόλτα. Και στο τέλος, προσέξτε παρακαλώ, για την κατανυκτικότατη ακολουθία της Εκκλησίας μας: «Όταν φτάσαμε στην εκκλησία ξανά, οι άντρες σήκωσαν τον Επιτάφιο πάλι ψηλά από την πόρτα και περάσαμε από κάτω όπως το περνά περνά η μέλισσα»!

Πέμπτη δημοτικού -δεν τα διδάσκω βέβαια τα βιβλία- στο αφιέρωμα για τα Χριστούγεννα το κεντρικό κείμενο ήταν «Η Φρικαντέλα η μάγισσα, που μισούσε τα κάλαντα», που είναι για Νηπιαγωγεία. Εκεί, πάνε τα παιδιά να πουν τα κάλαντα στη μάγισσα και βγαίνει στο μπαλκόνι και μπήγει τις φωνές: «Σκασμός σκουπιδόπαιδα, αν δεν σταματήσετε να λέτε τα κάλαντα θα το μετανιώσετε πικρά». Μπορεί ο δάσκαλος με στοιχειώδη πνευματική εντιμότητα να σταθεί ενώπιον των μαθητών του και να πει τέτοια φράση: «σκασμός σκουπιδόπαιδα»; Μάλιστα, στη θέση του υπήρχε «Το ευλογημένο μαντρί» του Κόντογλου, ένα από τα ωραιότερα και τα πιο αγαπητά στα παιδιά κείμενα για τα Χριστούγεννα, για τον Άγιο Βασίλη: το πέταξαν έξω και έβαλαν στη θέση του το «Η Φρικαντέλα, η μάγισσα που μισούσε τα κάλαντα».

Και το επόμενο κείμενο μιλάει για τα Χριστούγεννα στον κόσμο, όπου, αφού περιηγείται σε κάποιες χώρες, μιλάει για τα Θεοφάνεια. Ακούστε για τα Θεοφάνεια τι έχει γράψει: «Στη χώρα μας ρίχνουμε το Σταυρό στη θάλασσα για να τον πιάσει ο γρηγορότερος και καλύτερος κολυμβητής». Είναι αγώνας, κολύμβησης, δηλαδή, τα Θεοφάνεια. Δεν είναι η φανέρωση της Αγίας Τριάδας, δεν είναι η βάπτιση του Σωτήρος Χριστού.

Η θρησκειολογία και ο Οικουμενισμός έχουν περάσει και στα βιβλία της Γλώσσας. Έκτη δημοτικού: «Τα θρησκεύματα του κόσμου».

Κάπου εδώ στην παράσταση εμφανίζεται στριμωγμένος ο Χριστιανισμός. Ένας σταυρός που παραπέμπει σε αυτόν που φορούσαν οι ναζί, ένα αυγό ούτε καν κόκκινο, στη μέση ο Ινδουισμός, όλα τα θρησκεύματα, ενώ είναι προβληματική και η περιγραφή, αφού σε όλα τα θρησκεύματα χρησιμοποιεί χρόνο ενεστώτα, «ο Μωάμεθ είναι, ο Βούδας είναι», και για τον Χριστό λέει: «Οι χριστιανοί πιστεύουν ότι ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ ήταν ο Υιός του Θεού». Γιατί γίνεται αυτή η αναφορά με αυτό τον τρόπο; Δεν είναι δηλαδή ο Υιός του Θεού; Δεν είναι ν, ν και ο ρχόμενος ο Κύριος; Και γιατί εδώ, ενώ απευθύνονται σε βαπτισμένα ελληνόπουλα, βάζουν στη μέση τον Ινδουισμό; Τι εμπειρίες έχει για τον Ινδουισμό ένα παιδί της έκτης δημοτικού;

Στην πρώτη γυμνασίου -γιατί χτυπιέται και η ηθική των παιδιών- έχουμε κείμενο στη σελίδα 16 του τετραδίου εργασιών με τίτλο «Οσάκις», που σημαίνει όσες φορές, στο οποίο περιγράφεται ο δεσμός εικοσιπεντάχρονου άντρα με δεκατετράχρονη μαθήτρια. Επαναλαμβάνω. Σελίδα 16, τετράδιο εργασιών, πρώτη γυμνασίου. Το βδελυρότατο των αμαρτημάτων και των εγκλημάτων, η παιδεραστία, διδάσκεται ως μάθημα: τα έχει φτιάξει η Αλέκα, μια μαθήτρια της τάξης, με τον Σάκη τον ηλεκτρολόγο και βγαίνει ραντεβού μήνες τώρα μαζί του. Και ακολουθούν από πίσω και οι άλλες μαθήτριες, που αντιγράφουν και μιμούνται και παίρνουν μαθήματα! 

Στην τρίτη γυμνασίου, ενδεικτικά πάντα, θα διαβάσω δυο τρεις φράσεις από ένα κείμενο με τίτλο «Παραπλανητικά», που μάλιστα εμπνέουν πολύ κόσμο πάνω σε νέους σκοπούς: «Αυτού του μήνα οι συμπτώσεις θα ενισχύσουν τις ερωτικές σας σχέσεις» γράφεται σε δεκαπεντάχρονα παιδιά, με υπογραφή «Κώστας Λεφάκης». Τα τσιράκια του διαβόλου, όπως ονομάζονται οι αστρολόγοι, έχουν θέση στα βιβλία.

Πού είναι ο Μαβίλης, ο ήρωας ποιητής, να διδάξει ο δάσκαλος τον ηρωισμό; Που είναι ο Κάλβος, ο Σολωμός, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Βρεττάκος, ο Ρίτσος, οι μεγάλοι μάστοροι του ελληνικού λόγου; Δεν υπάρχουν. Θα βρούμε όμως μέσα τον Λεφάκη.

Το ίδιο θέλουν να κάνουν και στο μάθημα των θρησκευτικών. «Πάλιν ρωδιάς μαίνεται, πάλιν ταράσσεται». Πώς μπορεί, επαναλαμβάνω, δάσκαλος Έλληνας Χριστιανός Ορθόδοξος να διδάξει σε επτάχρονα και οχτάχρονα παιδιά αυτά που θα διαβάσω παρακάτω;

Τα διαβάζω και καπνίζουν τα μάτια μου από οργή. Ο Αριστοτέλης έλεγε «ο μή ργιζόμενοι, φ' ος δε, λίθιοι δοκούντες εναι». Πρέπει να αφήσουμε την επανάσταση του καναπέ και να σταματήσουν οι νέοι να ξεθυμαίνουν μέσω του διαδικτύου. Εδώ θέλει επανάσταση. Και ο καθένας ας την εννοήσει όπως θέλει. Εθνική επανάσταση.

Θεματική ενότητα στην τρίτη δημοτικού: Καλούμαι εγώ, ο δάσκαλος, να διδάξω για την Κυριακή εκτός από τη Θεία Λειτουργία και σύμβολα θρησκειών: σταυρός, ιχθύς, άμπελος, σβάστιγκα. Θα διδάξουμε και τον τρόπο διδασκαλίας του Βούδα, όλα ισότιμα και ισόκυρα.

Στην ενότητα «Η χαρά της γιορτής για τα Χριστούγεννα», από το βιβλίο της τρίτης δημοτικού, αναφέρεται στη γιορτή των Χριστουγέννων και -άκουσον άκουσον- «στη γέννηση του Χριστού στο κοράνι». Ντρέπομαι και να τα αναφέρω. Πώς μπορώ εγώ σαν δάσκαλος να σταθώ σε επτάχρονα παιδιά και να κάνω τέτοια πράγματα; Αυτοακυρώνομαι.

«Γιορτές θρησκειών του κόσμου»: «Ρος Ασάνα, το τέλος του Ραμαντάν στους Μουσουλμάνους, Ινδουιστές, φωτιές, χρωματιστά νερά, σκόνη». Προφανώς αυτοί που τα έγραψαν δεν έχουν ιδέα από δημοτικό σχολείο. Δεν έχουν πατήσει ποτέ σε σχολική τάξη. Δεν ξέρουν την ηλικία αυτή των παιδιών. Δεν ξέρουν τα ενδιαφέροντά τους. Δεν ξέρουν πόσο κρίσιμη είναι αυτή η ηλικία. Και πειραματίζονται.

Τετάρτη δημοτικού, ενότητα «Όταν οι άνθρωποι προσεύχονται». Αφού κάνουμε για την πρωινή προσευχή στο σχολείο, από κάτω πάλι η ουρά, η θρησκειολογία: «Προσευχές απ’ όλο τον κόσμο», πώς προσεύχονται οι Μουσουλμάνοι, οι Εβραίοι και λοιπά. Ο πολύτιμος χρόνος των θρησκευτικών σπαταλιέται στην τετάρτη δημοτικού για να μάθουν τα παιδιά μας πώς προσεύχονται οι Ινδουιστές.

Τετάρτη δημοτικού, ενότητα «Όλοι ίσοι, όλοι διαφορετικοί». Τα ονόματά μας, η ιστορία των επωνύμων και των ονομάτων μας. Αφού αναφέρει το βάπτισμα και το χρίσμα των Ορθοδόξων, πάει στο βάπτισμα και το χρίσμα των Ρωμαιοκαθολικών, τις τελετές ενηλικίωσης στις θρησκείες του κόσμου, Μουσουλμάνους, γιορτές του κόσμου κτλ.

Στην πέμπτη δημοτικού -δεν επιμένω πολύ σε αυτά, έχουν ειπωθεί ήδη-, στην ενότητα «Μαθητές και Δάσκαλοι», ο Ιησούς διδάσκεται ως δάσκαλος και, όπως ειπώθηκε, μεταξύ των άλλων δασκάλων αναφέρονται και ο Μωάμεθ και ο Κομφούκιος και ο Βούδας, όλοι Άγιοι!

Στην έκτη δημοτικού, στην οποία διδάσκω φέτος, πάλι για τους αγίους ανθρώπους: «άγιοι άνθρωποι στις θρησκείες του κόσμου, Βούδας, Κομφούκιος, Μωάμεθ, Βισνού, Δαλάι Λάμα, Γκάντι και πολλά άλλα πρόσωπα ιστορικά ή μυθικά». Είναι βλασφημία, νομίζω, να αποδίδεται αγιότητα σε άλλα πρόσωπα εκτός από τον Χριστό και τους Αγίους της Εκκλησίας μας.

Δεν θα επεκταθώ άλλο. Προσωπικά δηλώνω ότι αν -ο μη γένοιτο- περάσουν τα προγράμματα αυτά δεν θα τα διδάξω. Οδηγός μου και σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως και στο μάθημα της γλώσσας και στο βιβλίο ιστορίας, είναι η φράση του Μακρυγιάννη: «Όταν μου πειράζουν πατρίδα και θρησκεία, θα μιλήσω θα’ νεργήσω κι’ ό,τι θέλουν ας μου κάνουν». Δε φοβόμαστε οι περισσότεροι δάσκαλοι, «ο γρ δωκεν μν Θες πνεμα δειλίας, λλ δυνάμεως», «Δειλία στν κτροπ πίστεως», λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος.

Κάθε Παρασκευή, κατά παράβαση των άνωθεν εντολών, τελευταία ώρα βάζω ευαγγελικές περικοπές, μάθημα το οποίο έχει καταργηθεί. Τα παιδιά με ευλάβεια παρακολουθούν το Ευαγγέλιο. Θέλει Χριστό το σχολείο. Όταν φεύγει ο Χριστός μπαίνουν οι ψυχίατροι, οι ψυχολόγοι. Το ίδιο ισχύει και για το σπίτι.

Στη Γλώσσα, διδάσκω κείμενα των μεγάλων λογοτεχνών μας και όχι συνταγές μαγειρικής. Δεν το λέω για καύχηση. «ν οδα τι οδέν εμί». Πιστεύω στον Χριστό, αγαπώ την πατρίδα μου, και ας είναι και φτωχή. Όταν φτωχή είναι η μάνα μας δεν τη φτύνουμε, την παίρνουμε στην αγκαλιά μας.

Παναγιώτατε, σεβαστοί Πατέρες,

Το ζητούμενο ή μάλλον το ποθούμενο σήμερα είναι πώς θα φτιάξουμε νέο σχολείο, όχι βέβαια σαν αυτό που βιώνουμε, των άθεων γραμμάτων, «που υφαίνουν το σάβανο του Γένους μας», όπως έλεγε ο Παπουλάκος. Θέλουμε νέο, αλλά ρωμαίικο σχολείο, δηλαδή σχολείο λευτεριάς, γιατί ρωμαίικο αυτό σημαίνει, ελευθερία. Όταν ο πατρο-Κοσμάς έλεγε ότι αυτό μια μέρα θα γίνει ρωμαίικο τι εννοούσε; Ότι θα ελευθερωθεί. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Πήγαν κάποιοι δάσκαλοι στον άγιο γέροντα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη και τον ρώτησαν: «Γέροντα πώς θα διδάσκουμε; Πώς θα μιλάμε στα παιδιά;» Και εκείνος έλεγε: «Θέλεις να διδάξεις, θέλεις να μιλήσεις; πιάσε από το χέρι τον Άγιο Νεκτάριο και κουβάλα τον μέσα στα θρανία, μέσα στην αίθουσα. Με τον Άγιο Νεκτάριο να διδάξεις. Διδάσκει εκείνος και ο Χριστός και όχι εσύ τα παιδιά».

Όσοι, λοιπόν, δάσκαλοι πιστεύουν στον Χριστό -και είναι πολλοί οι δάσκαλοι αυτοί, αλλά δεν ακούγουνται, γιατί μόνο το κακό έχει κουδουνάκια και ακούγεται- ας πιάσουν από το χέρι τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό και αυτός θα διδάξει τους μαθητές ότι «ψυχή και Χριστός μας χρειάζεται».

Ας πιάσουν από το χέρι τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον ελευθερωτή μας, να ακούσουν οι μαθητές το «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους», στους νενέκους της σήμερον, γιατί η οικονομία του Θεού μας απελευθέρωσε -και το καριοφίλι του Νικηταρά και του Μπότσαρη- και η οικονομία των σημερινών ανίκανων κυβερνητών μάς ξαναβυθίζει στη σκλαβιά.

Να πιάσει από το χέρι ο δάσκαλος ο φιλότιμος, ο Ρωμηός, τη μάνα τη Ρωμηά, την Κύπρια, τη μάνα του Ευαγόρα Παλληκαρίδη, που όταν οι Άγγλοι της είπαν να πείσει το παιδί της να προδώσει και να γλιτώσει, απάντησε: «Εγώ δεν εγέννησα παιδίν να τον λαλούν προδότη. Χαλάλι της πατρίδας μου το αίμα του παιδιού μου». Και ας πιάσει, τέλος, το Μακρυγιάννη, τον πατριδοφύλακα στρατηγό, να μας διδάξει όλους μας πως οφείλουμε στην εκκλησία μας χάρη και ότι πρέπει το μάθημα να παραμείνει ορθόδοξο χριστιανικό, γιατί «τον Χριστό φοβόμαστε και αυτή η θρησκεία μάς ελευθέρωσε και βγήκαμε εις την κοινωνία του κόσμου».

πηγή: «Το μάθημα των Θρησκευτικών: Προβληματισμοί - Επισημάνσεις - Προτάσεις», Πρακτικά Πανελλήνιου Επιστημονικού Συνεδρίου του Εργαστηρίου Παιδαγωγικής – Χριστιανικής Παιδαγωγικής του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2014, σσ. 401-410.

Ευάγγελος Στ. Πονηρός, Νέα έκδοση βασισμένη σε παλαιά σφάλματα

αναρτήθηκε στις 27 Ιουλ 2014, 11:45 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων

ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ ΒΑΣΙΣΜΕΝΗ ΣΕ ΠΑΛΑΙΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ

(Τό πρόγραμμα σπουδῶν στά θρησκευτικά δημοτικοῦ-γυμνασίου,

ἀναθεωρημένη ἔκδοση 2014)

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤ. ΠΟΝΗΡΟΣ Δρ Θ., Μ.Φ.

Σχολικός σύμβουλος θεολόγων Πειραιῶς, Δ΄ Ἀθηνῶν, Κυκλάδων

            Στά μέσα Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 2011 εἶχε δημοσιευθεῖ νέο πρόγραμμα σπουδῶν στά θρησκευτικά δημοτικοῦ, γυμνασίου. Γιά τό πρόγραμμα ἐκεῖνο εἴχαμε δημοσιεύσει ἐκτενή κριτική ἐπισημαίνοντας τά σοβαρά σφάλματα, τά ὁποῖα τό χαρακτήριζαν[1]. Εἴχαμε διαπιστώσει σωρεία νομικῶν, θεολογικῶν, παιδαγωγικῶν σφαλμάτων. Ὀγκώδης τόμος μέ ἀρνητικές κριτικές εἰς βάρος τοῦ προγράμματος ἐκείνου δημοσιεύθηκε ἐντός τοῦ 2012[2].

            Ἐντός τοῦ Ἰουνίου τοῦ ἔτους 2014 κυκλοφόρησε ἀναθεωρημένη ἔκδοση τοῦ ἰδίου προγράμματος. Μολονότι φέρει κάποιες ὑποτυπώδεις ἀλλαγές, ἡ ἔκδοση αὐτή βασίζεται στίς ἴδιες ἐσφαλμένες ἀρχές καί γι΄ αὐτό παρουσιάζει ὁμοίως ἐσφαλμένο ἀποτέλεσμα.

Μολονότι ἔχουμε ἐξηγήσει καί δημοσιεύσει πάμπολλες φορές, ὅτι ἡ διατύπωση τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ Συντάγματος τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας εἶναι σαφέστατη, τό πρόγραμμα ἐξακολουθεῖ καί στή νέα του ἐκδοχή νά ἐμμένει στό ὅτι: «στο Σύνταγμα του 1975 η διατύπωση του άρθρου 16 για ανάπτυξη «θρησκευτικής συνειδήσεως» δεν διευκρινίζεται επαρκώς.»[3] Δέν θά ἔβλαπτε νά ἐξηγήσουμε γιά ἄλλη μία φορά, γιατί τό Σύνταγμα εἶναι σαφέστατο, μήπως ἐν τέλει ληφθεῖ ὑπ΄ ὄψη.

Ἡ παράγραφος 2 τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ συντάγματος ὁρίζει «Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό τήν ηθική, πνευματική, επαγγελματική καί φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες». Τόσο ἡ ἐθνική, ὅσο καί ἡ θρησκευτική συνείδηση ὑπάρχουν ἤδη, τό παιδί εἶναι ἤδη Ἕλληνας καί τό γνωρίζει, εἶναι ἤδη χριστιανός ὀρθόδοξος καί τό γνωρίζει καί ἡ βάσει τοῦ συντάγματος κρατική παιδεία, ἀποσκοπεῖ νά ἀναπτύξει τή συνείδησή του αὐτή, δέν τή δημιουργεῖ καί δέν ἐπιτρέπεται νά τή στρεβλώσει.

Ἑπομένως δέν εἶναι δυνατόν ὁ Ἕλληνας νά διαπαιδαγωγεῖται ἀπό τό κράτος, ὥστε νά ἀναπτύξει π.χ. βραζιλιανή ἤ ἰαπωνική ἐθνική συνείδηση, τήν ὁποία δέν ἔχει. Δέν εἶναι δυνατόν ὁ χριστιανός ὀρθόδοξος νά διαπαιδαγωγεῖται ἔτσι ὥστε νά ἀναπτύξει βουδδιστική ἤ ἰνδουιστική θρησκευτική συνείδηση, τήν ὁποία ἐπίσης δέν ἔχει, οὔτε νά ἐπιχειρεῖται νάρκωση ἤ παραπλάνηση τῆς θρησκευτικῆς του συνειδήσεως μέσῳ ἀπαγορεύσεως τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανικοῦ μαθήματος ἤ ἀντικαταστάσεώς του ἀπό ὁποιοδήποτε ἄλλο.

Τί ἐπιχειρεῖται στήν προκειμένη περίπτωση: Ἡ ἀντικατάσταση τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανικοῦ μαθήματος ἀπό τό βρετανικό «religious literacy», τό ὁποῖο μεταφράζεται στό πρόγραμμα ὡς «θρησκευτικός γραμματισμός». Πῶς λειτουργεῖ τό «religious literacy»: «στοχεύει στήν κριτική ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών με τις γνώσεις, τις αξίες και τις στάσεις ζωής που παρέχει για τις θρησκείες και από τις θρησκείες, εφαρμόζοντας μια διερευνητική και διαλογική μαθησιακή προσέγγιση»[4].

Οἱ χαρακτηρισμοί «κριτική ανάπτυξη», «διερευνητική και διαλογική μαθησιακή προσέγγιση» δέν πρέπει νά μᾶς ἀποπροσανατολίζουν. Ἡ ἀνάπτυξη τῆς κριτικῆς ἰκανότητας μέσῳ τῆς ἔρευνας καί τοῦ διαλόγου δέν ἔχουν ἀνάγκη ἀπό τό βρετανικό «religious literacy» ὥστε νά εὐδοκιμήσουν. Εὐδοκιμοῦν ἐδῶ καί ἀρκετά χρόνια μέσα στό ὀρθόδοξο χριστιανικό μάθημα καί ἔχουν ἤδη ἀποφέρει σημαντικούς καρπούς. Τό δέ «religious literacy» δέν ἔχει νά προσφέρει τίποτε ἐπί τοῦ προκειμένου.

Εἶναι ἐμφανές, ὅτι τό «religious literacy» εἶναι πρόγραμμα πολυθρησκειακό. Εἴδαμε ἄλλωστε, ὅτι τό ἀναφέρει τό ἴδιο. Στή νέα ἔκδοση μάλιστα ἀφαιροῦνται κάποια πολυθρησκειακά στοιχεῖα ἀπό ὁρισμένα σημεῖα, ἀλλά σέ ἄλλα ἐνισχύονται. Ὡς παράδειγμα μποροῦμε νά δοῦμε τή θεματική ἑνότητα ὑπ΄ ἀριθμόν 6 τῆς Α΄ γυμνασίου. Ὁ παλαιός της τίτλος στήν πρώτη ἔκδοση ἦταν «Θρησκευτικές αναζητήσεις και εμπειρίες της μακρινής ανατολής» ἐνῷ ὁ τίτλος στή νέα ἔκδοση εἶναι «Θρησκευτικές αναζητήσεις της μακρινής ανατολής»[5], ἀφαιρέθηκαν δηλαδή δύο λέξεις ἀπό τόν τίτλο, ὅμως ἡ ἑνότητα ἐμπλουτίσθηκε μέ ἀκόμη περισσότερα θέματα ἀπό τέσσαρες θρησκεῖες τῆς ἄπω ἀνατολῆς.

Οἱ ἀλλαγές οἱ ὁποῖες ἐπῆλθαν στή νέα έκδοση καί βασίζονται στίς ἴδιες ἐσφαλμένες ἀρχές, συντηροῦν τά προβλήματα τοῦ προγράμματος, ἀντί νά τά ἀπαλείφουν. Ἐπί παραδείγματι, ἀπό τή θεματική ἑνότητα 5 τῆς Β΄ Γυμνασίου, ἡ ὁποία τιτλοφορεῖται «Διάσπαση και αντιπαλότητα στις θρησκείες»  ἀφαιρέθηκαν θέματα, ὅπως ἡ ἰνδουιστική «αχίμζα» καί τά ἰνδουιστικά ἔπη Μαχαμπαράτα καί Ραμαγιάνα, ὅμως προστέθηκε «το αίτημα της διαθρησκειακής εκπαίδευσης»[6]. Τό αἴτημα αὐτό πόθεν προέρχεται; Γιατί θά πρέπει νά ἰκανοποιηθεῖ; Εἶναι νόμιμο; Εἶναι παιδαγωγικῶς ὀρθό τό νά διαπαιδαγωγεῖται ἕνα παιδί ὄχι βάσει τῆς πίστεώς του, ἀλλά βάσει ἑνός πολυθρησκειακοῦ μείγματος;

Τί γνωρίζουμε στήν Ἑλλάδα ἐδῶ καί 193 ἔτη; Τήν ὀρθόδοξη χριστιανική παιδεία. Αὐτή στήν ὁποία χρωστοῦμε τήν ταυτότητά μας. Αὐτή στήν ὁποία χρωστοῦμε τή γλώσσα μας. Αὐτή στήν ὁποία χρωστοῦμε τήν ὕπαρξή μας. Εἶναι πασίγνωστη ἡ ἱστορική ἀλήθεια, ὅτι κατά τή διάρκεια τῆς τουρκοκρατίας ὅποιος δέν ἄντεχε τά βάσανα τῆς δουλείας καί ἐξισλαμιζόταν, ταυτοχρόνως ἐκτουρκιζόταν. Γι΄ αὐτό ἡ διαφύλαξη τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς ταυτότητος ὀφείλεται σέ ὅσους ἄντεξαν τή φρικτή δουλεία καί παρέμειναν ὀρθόδοξοι χριστιανοί.

Γιατί λοιπόν θά πρέπει νά ἀντικαταστήσουμε τήν ὀρθόδοξη χριστιανική παιδεία μέ εἰσαγόμενα συστήματα; Τό πρόγραμμα δέν ἐξηγεῖ τό γιατί. Ἐμμένει ὅμως στήν ἀπομάκρυνση καί διαφοροποίηση τοῦ μαθήματος ἀπό τήν ὀρθόδοξη χριστιανική κατήχηση[7]. Εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά διευκρινίσουμε: ἀπομάκρυνση καί διαφοροποίηση τοῦ μαθήματος ἀπό τήν κατήχηση σημαίνει ἀπομάκρυνσή του καί διαφοροποίησή του ἀπό τήν ὀρθοδοξία. Ἡ τακτική αὐτή θά ἐπιφέρει ὁριστική ἀπομάκρυνση τῶν ὀρθοδόξων  χριστιανῶν μαθητῶν ἀπό τό μάθημα. Ἔχουμε ἐξηγήσει ἐπανειλημμένως, ἀλλ΄ ὅμως δέν ἐλήφθη ὑπ΄ ὄψη, ὅτι ἐάν τό σχολικό μάθημα ἀντιστρατεύεται τήν κατήχηση, τήν ὁποία ἔχει λάβει τό παιδί ἀπό τήν οἰκογένεια καί τήν ἐνορία του, τότε ἡ οἰκογένειά του ἀποκτᾶ ἀναφαίρετο δικαίωμα ἀπαλλαγῆς του ἀπό αὐτό. Θά συνιστούσαμε λοιπόν γιά ἄλλη μία φορά, νά μή ἐπιχειροῦνται τέτοιοι πειραματισμοί, οἱ ὁποῖοι θά ἔχουν δυσάρεστα ἀποτελέσματα.

Κι ἐπειδή καί στήν ἀναθεωρημένη ἔκδοση τοῦ προγράμματος ἐξακολουθεῖ νά περιλαμβάνεται καί ὁ μυστηριώδης ὅρος «κατηχητισμός»[8], ἐρωτοῦμε γιά μία ἀκόμη φορά τή συντακτική ὁμάδα τοῦ προγράμματος, καί ἀναμένουμε ἀπάντηση: Τί δηλώνει ὁ ὅρος αὐτός; Ποιά εἶναι ἡ σχέση του μέ τήν ὀρθόδοξη χριστιανική κατήχηση; Πῶς πρέπει νά χρησιμοποιεῖται; Γιά ποιούς λόγους προτιμᾶται καί περιλαμβάνεται σέ σχολικό πρόγραμμα;

Καί ναί μέν τό πρόγραμμα ἐξακολουθεῖ νά ἰσχυρίζεται, ὅτι θά ἐπιφέρει «εξασφάλιση θρησκευτικής εκπαίδευσης σε όλους τους μαθητές χωρίς εξαιρέσεις»[9], ὅμως δέν λαμβάνει ὑπ΄ ὄψη ὅτι ὁ κάθε ἑτερόδοξος ἤ ἀλλόθρησκος θά διατηρεῖ στό ἀκέραιο τό δικαίωμα ἀπαλλαγῆς του καί ἀπό αὐτοῦ τοῦ εἴδους τό μάθημα, διότι δέν θά εἶναι μάθημα σύμφωνο μέ τή δική του πίστη ἀλλά πολυθρησκειακό μεῖγμα.

Ἡ χρονολογική σειρά τῶν διδασκομένων θεμάτων ἐξακολουθεῖ νά ἀποτελεῖ ἀδιάφορο στοιχεῖο γιά τό πρόγραμμα. Ἀκόμη καί δύο ὀρθόδοξα θέματα τά ὁποῖα προστέθηκαν, ὁ ὅσιος Λουκᾶς Κριμαίας (1877-1961) καί ἡ ὁσία Φιλοθέη ἡ Ἀθηναία (1522-1589)[10], ἀναφέρονται ἀδιάφορα ἀπό τή χρονολογική τους σειρά, πρῶτα ὁ ὅσιος καί κατόπιν ἡ ὁσία! Κατ΄ αὐτόν τόν τρόπο οἱ μαθητές χάνουν τήν αἴσθηση τῆς ἱστορικῆς συνέχειας Παλαιᾶς Διαθήκης, Καινῆς Διαθήκης, Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας.

Παρ΄ ὅλα αὐτά τούς ζητεῖται νά εἶναι σέ θέση νά διηγοῦνται βιβλικές ἱστορίες[11]. Πῶς θά τό ἐπιτύχουν αὐτό, ὅταν τίς διδάσκονται ἀποκομμένες ἀπό τήν ἱστορική τους συνάφεια, ἀπό τά προηγούμενα καί τά ἑπόμενα γεγονότα; Τό δέ αἴτημα γιά χρονολογική σειρά, δέν σημαίνει ὅτι τά γεγονότα θά παρατίθενται ἁπλῶς ὡς στοιχεῖα τά ὁποῖα ἀποτελοῦν τό παρελθόν κι ἐκεῖ θά τελειώνει τάχα τό μάθημα! Κάτι τέτοιο δέν θά ἦταν δημιουργικό μάθημα, δέν θά ἦταν ὀρθόδοξη χριστιανική θεολογία. Σέ ὅποια ἱστορική περίοδο καί ἄν ἀνήκει τό διδασκόμενο μάθημα, θά πρέπει νά συνδέεται μέ προβληματισμούς τοῦ παρόντος καί προοπτικές τοῦ μέλλοντος, μέ τήν κρίση τοῦ μαθητῆ καί μέ τόν συναισθηματικό του κόσμο, νά ἐμπνέει ἐν τέλει τήν πορεία του πρός τήν πράξη. 

Οἱ ἐπιφανειακές ἀλλαγές, οἱ ὁποῖες ἐπῆλθαν κατά κύριο λόγο σέ δευτερεύοντα σημεῖα, δέν εἶναι σέ θέση νά δικαιώσουν τό πρόγραμμα αὐτό. Σέ κάποιες περιπτώσεις, καί μόνο στό πρόγραμμα τοῦ γυμνασίου καί ὄχι στό πρόγραμμα τοῦ δημοτικοῦ, στή στήλη «δραστηριότητες» ἡ ὁποία μετονομάσθηκε σέ «ἐνδεικτικές δραστηριότητες», προστέθηκαν παραπομπές σέ ἰστοσελίδες, οἱ ὁποῖες ἐάν εἴμαστε ταυτόχρονα συνδεδεμένοι μέ τό διαδίκτυο, ὁδηγοῦν αὐτόματα, μέ ἕνα πάτημα τοῦ ἀριστεροῦ πλήκτρου τοῦ ποντικιοῦ τοῦ ὑπολογιστῆ στήν ἰστοσελίδα αὐτή καί ἀφοροῦν κυρίως εἰκαστικά ἔργα. Ἡ πολυτέλεια ὅμως αὐτή παραμένει μικρή σέ σύγκριση μέ τά ἐλαττώματα τοῦ προγράμματος.

Σέ κάποιες περιπτώσεις ἡ ἀνεπαρκής θεολογική ὁρολογία τοῦ παλαιοῦ προγράμματος ἀντικαταστάθηκε ἀπό ἀνεπαρκέστερη θεολογική ὁρολογία. Ἡ φράση π.χ. «να προσεγγίσουν την προσωπικότητα του Ιησού ως δασκάλου» τῆς παλαιᾶς ἐκδόσεως ἀντικαταστάθηκε ἀπό τή φράση «να γνωρίσουν τον Θεάνθρωπο Ιησού ως κέντρο της χριστιανικής Εκκλησίας»[12]. Ἡ ἀρχική διατύπωση ἦταν ἁπλῶς ἀνεπαρκής, διότι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶναι ἁπλῶς διδάσκαλος, ἀλλά Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, σωτήρ τῆς ἀνθρωπότητος. Ὁ δέ χαρακτηρισμός τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς «κέντρου της χριστιανικής Εκκλησίας» δέν γνωρίζουμε πόθεν προέρχεται, εἶναι ὅμως ὁ πλέον ἀκατάλληλος. Ὁ σωστός ὅρος εἶναι «κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας»[13]. Ὁ ὅρος «κέντρον» δηλώνει στήν Καινή Διαθήκη εἴτε τό καρφί[14], εἴτε αὐτό τό ὁποῖο ἀποκαλοῦμε σήμερα ἁπλῶς κεντρί[15], ἤ εἰδικότερα τό δηλητηριῶδες κεντρί τῶν σκορπιῶν[16].

Σέ πολλά σημεῖα ἡ ἀκατάλληλη ὁρολογία, ἡ ὁποία δέν συνιστᾶ ὀρθόδοξη θεολογία, τήν ὁποία μάλιστα ἔχουμε ἐπισημάνει ἐδῶ καί περισσότερο ἀπό δύο ἔτη, παρέμεινε αὐτούσια. Δηλαδή ἡ βιβλική διδασκαλία ἀναφέρεται ὡς «βιβλική θεώρηση» [17], ἡ ἀποκάλυψη Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἡ ὁποία θεμελιώνει τή χριστιανική πίστη καί ἡ βάσει αὐτῆς διδασκαλία ἀναφέρεται ὡς «χριστιανική πρόταση»[18], ὅπως γενικά ἀποφεύγεται ὁ ὅρος διδασκαλία καί εἰσάγεται ὁ καινοφανής, καί κατά τή γνώμη μας ἀπαράδεκτος ὅρος «πρόταση»[19]. Ὁ σεβασμός ἔγινε «σεβαστική στάση»[20], ἡ χριστιανική ἠθική διδασκαλία ἔγινε «χριστιανική ηθική πρόταση για τη ζωή»[21], ἀντί δέ τοῦ ὅρου «εὐχαριστιακή ζωή» προτιμᾶται ὁ παράδοξος ὅρος «ευχαριστιακή στάση ζωής»[22].

Κι ἐπειδή γενικά ἀποφεύγεται ὁ ὅρος «διδασκαλία», καταλήγει τό πρόγραμμα στίς ἑξῆς ἀπαράδεκτες γιά ὀρθόδοξο χριστιανικό πρόγραμμα διατυπώσεις: «Η χρήση και ο ρόλος της Αγίας Γραφής στο μάθημα των θρησκευτικών». «επιχειρηματολογούν για τη σημασία της χρήσης της Αγίας Γραφής στο μάθημα των θρησκευτικών».[23] Πρέπει ἐδῶ νά ἀποσαφηνίσουμε, ὅτι ὁ χριστιανός δέν κάμει χρήση τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Τήν Ἁγία Γραφή τήν διδασκόμαστε καί μᾶς διδάσκει, διότι ἔχει ἀποτυπώσει λόγο Κυρίου. Ὁ ὅρος «χρήση» προσιδιάζει σύμφωνα μέ τούς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας σέ μή χριστιανικές πηγές, τίς ὁποῖες χρησιμοποιοῦν χριστιανοί. Ἐκτός ἐάν ἐπιβάλλεται πλέον οἱ χριστιανοί νά συμπεριφέρονται ὡς μή χριστιανοί.

Σέ ὁρισμένες περιπτώσεις ἡ προσπάθεια γιά ἀλλαγή τοῦ προγράμματος ἔφερε περισσότερο συγκεχυμένο ἀποτέλεσμα. Ἄς δοῦμε ἕνα παράδειγμα, ὅπου συγκεκριμένη φράση ἄλλαξε, ἀλλά τό ἀποτέλεσμα εἶναι ἐν τέλει πρός τό χειρότερο. Στό πρόγραμμα τῆς πέμπτης δημοτικοῦ, στή θεματική ἑνότητα ὑπ΄ ἀριθμόν 6, μέ τίτλο «αποστολές για την «καλή είδηση»» ἀναφέρεται μεταξύ ἄλλων στή στήλη «προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα» ὅτι προσδοκᾶται ἀπό τούς μαθητές νά «διακρίνουν και αξιολογούν το θάρρος, την επιμονή και την αφοσίωση στη δράση συγκεκριμένων προσώπων»[24] Τί ἀξιολογοῦν ἐδῶ οἱ μαθητές; Τό ὅτι συγκεκριμένα πρόσωπα ἀφοσιώνονται στή δράση; Ἤ μήπως τό ὅτι κάποιοι ἀφοσιώνονται στή δράση συγκεκριμένων προσώπων; Μᾶλλον τό δεύτερο ἐννοεῖ αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ σύνταξη, μολονότι οἱ συντάκτες μᾶλλο ἐννοοῦν τό πρώτο. Γι΄ αὐτό ἡ φράση ἀπό ἄποψη συντάξεως θά ἦταν πιό ὀρθή ἐάν διατυπωνόταν ὡς ἑξῆς: «διακρίνουν και αξιολογούν το θάρρος, την επιμονή και τήν ἀφοσίωση συγκεκριμένων προσώπων στή δράση». Δεν διευκρινίζεται ὅμως σέ ποιά δράση. Στόν ἀθλητισμό, στήν πολεμική δράση, στίς ἐμπορικές ἐπιχειρήσεις; Ἡ παλαιά ἔκδοση ἔγραφε: «εξηγούν τη δυναμική της σύγχρονης χριστιανικής ιεραποστολής και αξιολογούν τη δράση συγκεκριμένων προσώπων». Ἔτσι ἡ νέα ἔκδοση εἶναι σ΄ αὐτή τήν περίπτωση πιό ἀσαφής ἀπό τήν παλαιά.

Σέ κάποιες ἄλλες περιπτώσεις κατέστη τό πρόγραμμα πιό ἀναλυτικό. Αὐτό ὅμως τό γεγονός ἀνέδειξε ἀκόμη περισσότερο καί τήν ἀδυναμία του νά ἀποδώσει ὀρθά τήν πραγματικότητα. Στό πρῶτο μέρος τῆς θεματικῆς ἑνότητας ὑπ΄ ἀριθμόν 6 τῆς ἕκτης δημοτικοῦ ἐξετάζονται οἱ ἰσλαμικές κοινότητες τῆς Ἑλλάδας. Ἡ πρώτη ὅμως ὁμάδα θεμάτων τιτλοφορεῖται «Μνημεία, δρόμοι, περιοχές»[25]. Ὅλα αὐτά ἐγείρουν εὔλογα ἐρωτήματα: Ποιά εἶναι τά ἰσλαμικά μνημεῖα στήν Ἑλλάδα, τά ὁποῖα δέν θυμίζουν κατοχή τεσσάρων αἰώνων, γιά τήν ἀπόσειση τῆς ὁποίας ἔχυσαν τό αἷμα τους οἱ πατέρες μας; Ἰσλαμικοί δρόμοι ποῦ ὑπάρχουν καί τί σημαίνει ὁ χαρακτηρισμός αὐτός; Περιοχές μόνο μέ ἰσλαμιστές, χωρίς χριστιανούς, ὑπάρχουν στήν Ἑλλάδα;

Προστέθηκε καί μία θεματική ἑνότητα γιά τό μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας. Ὅμως προστέθηκε στό πρόγραμμα τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, στήν ἕκτη δημοτικοῦ. Εἶναι ἡ ἑνότητα ὑπ΄ ἀριθμόν 4. τιτλοφορούμενη «Η Θεία Ευχαριστία: πηγή και κορύφωση της ζωής της Εκκλησίας». Τέτοια ἑνότητα δέν ὑπάρχει στό πρόγραμμα τοῦ γυμνασίου. Δέν δίνεται πλέον δυνατότητα στούς θεολόγους νά διδάσκουν τέτοια θέματα, γιά τά ὁποῖα εἶναι οἱ κατ΄ ἐξοχήν ἁρμόδιοι.

Ὅμως σέ ἄλλες περιπτώσεις προστέθηκαν στοιχεῖα τά ὁποῖα ἀντενδείκνυνται γιά ὀρθοδόξους χριστιανούς μαθητές καί ὡς πρός τό περιεχόμενο καί ὡς πρός τή σειρά μέ τήν ὁποία παρατίθενται καί πρέπει νά διδάσκονται. Στή θεματική ἑνότητα ὑπ΄ ἀριθμόν 6. τῆς Γ΄ γυμνασίου, ἡ ὁποία τιτλοφορεῖται «από την αρχή μέχρι τό τέλος του κόσμου»[26]. Ἡ θεματική ἑνότητα περιλαμβάνει τήν ὀρθόδοξο διδασκαλία περί τῶν ἐσχάτων, ἀλλά καί δοξασίες τῶν θρησκειῶν σχετικές μέ τό θέμα. Ὅμως ἡ διαπραγμάτευση τοῦ θέματος ξεκινᾶ ἀπό τό Κοράνιο καί μάλιστα μέ ἀρκετά ἀναλυτικό τρόπο. Δέν γνωρίζουμε γιά ποιό λόγο προτιμήθηκε ἡ σειρά αὐτή, πιστεύουμε ὅμως ὅτι εἶναι παιδαγωγικῶς ἀπαράδεκτο νά διδάσκονται χριστιανοί ὀρθόδοξοι πρῶτα τίς δοξασίες ἑνός θρησκεύματος γιά ἕνα ζήτημα, καί μάλιστα μέ ἀναλυτικό τρόπο, καί κατόπιν τήν ἐν Χριστῷ θεία ἀποκάλυψη.

Σέ μερικά σημεῖα οἱ μετατροπές οἱ ὁποῖες ἐπιβλήθηκαν στό πρόγραμμα τό καθιστοῦν παντελῶς ἀκατάλληλο γιά τέκνα ὀρθοδόξων χριστιανῶν, διότι ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ εὑρίσκεται σέ θρήσκευμα καί ὄχι στήν ἐν Χριστῷ θεία ἀποκάλυψη. Συγκεκριμένα ἡ φράση τῆς ἐκδόσεως 2011 «Σαρία: Ο νόμος στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων (οι υποχρεώσεις του ανθρώπου προς την κοινότητά του· καλές και κακές πράξεις», μετατράπηκε στή νέα ἔκδοση ὡς ἑξῆς: «Σαρία: ο νόμος του Θεού στην ανθρωπότητα» [27]. Γιατί δέν ὑπῆρχε στήν πρώτη ἔκδοση ὁ χαρακτηρισμός «νόμος τοῦ Θεοῦ» γιά τήν ἰσλαμική Σαρία; Γιατί προστέθηκε στή δεύτερη; Πρέπει πλέον νά ἀναγνωρίζουμε τήν ἰσλαμική Σαρία ὡς νόμο τοῦ Θεοῦ;

Οἱ ἀκατάλληλες προσθῆκες φθάνουν στό σημεῖο νά προωθοῦν πάθη ἐπικίνδυνα γιά τήν πνευματική ἀνάπτυξη τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν. Στή θεματική ἑνότητα ὑπ΄ ἀριθμόν 2 τῆς δευτέρας γυμνασίου, μέ τίτλο «Ποιός είναι ο Θεός των Χριστιανών; «Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι;» στίς ἐνδιεκτικές ἐργασίες περιλαμβάνεται καί ἐργασία μέ τίτλο «Κύκλος κουτσομπολιού και κατάκρισης»[28]. Πάθη τά ὁποῖα στηλιτεύθηκαν καί πολεμήθηκαν ἔμπρακτα ἀπό τούς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, θά μετασχηματισθοῦν σέ ἐργασίες μαθητῶν;

Εἴχαμε ἤδη ἐπισημάνει, ὅτι ἡ φράση «απαριθμούν και εξηγούν τους λόγους που απομάκρυναν σταδιακά την Εκκλησία της Ανατολής από τη Δύση»[29] ὑποδηλώνει ἀποδοχή τοῦ παπικοῦ πρωτείου, διότι ὑποδεικνύει ὅτι ἡ Ἀνατολή ἀπομακρύνθηκε ἀπό τή Δύση σάν νά ἦταν ἡ Δύση τό διοικητικό κέντρο τῆς Ἐκκλησίας. Παρ΄ ὅλα αὐτά ἡ φράση παρέμεινε.

Συχνά οἱ διαφοροποιήσεις, τίς ὁποῖες φέρει ἡ νέα ἔκδοση τοῦ προγράμματος, εἶναι ἁπλές μεταβολές τοῦ λεξιλογίου, χωρίς νά μεταβάλλεται κατ΄ οὐσίαν ἡ διήκουσα τό πρόγραμμα ἰδεολογία καί χωρίς νά διορθώνονται τά σφάλματα. Ἐπί παραδείγματι σέ θέμα τῆς ἕκτης δημοτικοῦ ἡ φράση «Πολλές παραδόσεις, κοινή συνείδηση» τῆς πρώτης ἐκδόσεως, φράση ἀναφερόμενη στούς ἑτεροδόξους, μετετράπη σέ «διαφορετικές παραδόσεις, κοινή συνείδηση»[30]. Ἐρωτοῦμε: ἡ διαφορετική ἐκκλησιαστική παράδοση δέν συνεπάγεται διαφοροποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως; Τήν ἐκκλησιαστική συνείδηση δέν τή διαφοροποιοῦν οἱ ἀποκλίσεις ἀπό τήν ὀρθόδοξη πίστη;

Τό αὐτό συνέβη καί σέ παρεμφερές θέμα τό ὁποῖο περιλαμβάνεται στήν πρώτη γυμνασίου. Τό ἀτυχές ἐρώτημα «δέχονται όλοι οι Χριστιανοί τα ίδια δόγματα;» ἀντικαταστάθηκε ἀπό τό ἐξ ἴσου ἀτυχές ἐρώτημα «Δέχονται όλοι οι χριστιανοί το Σύμβολο της Πίστεως;»[31]. Τό δεύτερο ἀτυχές ἐρώτημα θά συνοδεύσουμε μέ ἕνα δικό μας εὔλογο ἐρώτημα: εἶναι ποτέ δυνατόν νά ὀνομασθεῖ χριστιανός ὅποιος δέν δέχεται τό Σύμβολο τῆς Πίστεως; Ἕνα ἀκόμη εὔλογο ἐρώτημα θά πρέπει νά διατυπωθεῖ: γιατί περιλαμβάνονται παρόμοια ἀτυχή θέματα σέ δημοτικό καί γυμνάσιο, ἐνῷ πλεῖστα ὅσα ἄλλα θέματα ὀρθοδόξου χριστιανικῆς παιδείας ἔχουν ἀποκλεισθεῖ;

Ἱστορικές ἐλλείψεις καί μονομέρειες χαρακτηρίζουν διάφορα σημεῖα τοῦ προγράμματος. Ζητεῖται π.χ. ἀπό τούς μαθητές νά «αναφέρουν διακρίσεις που υπάρχουν στην εποχή μας, απαριθμούν τις καταστροφικές τους συνέπειες και διατυπώνουν ιδέες για την κατάργησή τους»[32].  Ἐνδιαφέρεται τό πρόγραμμα γιά τίς διακρίσεις εἰς βάρος τῶν χριστιανῶν ἀνά τήν ὑφήλιο σήμερα, γιά τίς καταστροφικές τους συνέπειες καί γιά τήν κατάργησή τους; Τέτοια νύξη δέν εἴδαμε πουθενά.

Ἐνίοτε προσφέρει ἐλλειπή ἱστορικά στοιχεῖα. Περιλαμβάνει στήν ἕκτη δημοτικοῦ τήν ἐργασία «Χριστιανοί κρύβουν ἑβραιόπουλα ἀπό τούς Ναζί»[33], ὅπως καί στή δευτέρα γυμνασίου τήν ἐργασία «Έρευνα: οι Έλληνες δίπλα στους Εβραίους συμπατριώτες τους, τα κρυμμένα παιδιά της κατοχής»[34], ὅμως παρ΄ ὅλο ὅτι περιλαμβάνει ταυτόσημες ἐργασίες σέ δημοτικό καί γυμνάσιο, δέν ἀναφέρει ὅτι ὁ πρῶτος ὁ ὁποῖος βοήθησε Ἑβραίους ἀμάχους νά γλιτώσουν ἀπό τά χιτλερικά στρατεύματα ἦταν ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Δαμασκηνός, ἀλλά καί ἄλλοι ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ὁ Θεσσαλονίκης Γεννάδιος, ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος, ὁ Δημητριάδος Ἰωακείμ.

Ἀνακρίβειες καί σφάλματα ἐπίσης παρατηροῦνται: Τό ψηφιδωτό τοῦ ἁγίου μέ τά δύο μικρά παιδιά, στόν ναό τοῦ ἁγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης  δέν παριστάνει τόν ἅγιο Δημήτριο, ὅπως  νομίζει τό πρόγραμμα[35], ἀλλά τόν ἅγιο Γεώργιο[36]. Ὁ ἅγιος Διονύσιος δέν πρέπει νά ἀναφέρεται ὡς «Άγιος Διονύσιος Ζακύνθου»[37], ἀλλ΄ «ὡς ἅγιος Διονύσιος Αἰγίνης ὁ ἐκ Ζακύνθου», διότι δέν ὑπήρξε ποτέ ἐπίσκοπος στήν πατρίδα του Ζάκυνθο ἀλλά στήν Αἴγινα – δέν ἐλήφθη ὑπ΄ ὄψη παρ΄ ὅλο ὅτι τό ἔχουμε ἤδη τονίσει.

Ἱστορική ἀνακρίβεια θεωροῦμε καί τό γεγονός ὅτι ἐπιμένει τό πρόγραμμα, σέ δύο μάλιστα σημεῖα του, νά ἀνακαλύπτει ἰουδαϊκά καί ἰσλαμικά στοιχεῖα ἐνσωματωμένα στόν ἑλληνικό καί στόν εὐρωπαϊκό πολιτισμό[38]. Ἄς μᾶς ἐξηγήσει ἐν τέλει ἡ συντακτική ὁμάδα τοῦ προγράμματος ποιά εἶναι αὐτά καί γιατί ἔχουν τόση σημασία, ὥστε νά τά ἀπαιτοῦν δύο φορές ἀπό τά παιδιά.

Ἱστορική καί ταυτοχρόνως θεολογική παράλειψη θεωροῦμε τό ὅτι στή θεματική ἑνότητα ὑπ΄ ἀριθμόν 2. τῆς δευτέρας γυμνασίου, ἡ ὁποία τιτλοφορεῖται «Ποιός είναι ο Θεός των Χριστιανών; «Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι;» μεταβαίνει ἀπό τά πρόσωπα τοῦ πρώτου αἰώνα καί τόν Κέλσο (2ος αἰ.) στόν Πασκάλ (17ος αἰ.) καί σέ φιλοσόφους, ποιητές καί ἀλλόθρησκες προσωπικότητες τοῦ 20ου αἰῶνος χωρίς νά ἀναφέρει κανέναν, ἀπολύτως κανέναν, πατέρα τῆς Ἐκκλησίας. Περιλαμβάνει ὅμως καί τό θέμα «Ὁ Ἰησοῦς στό Κοράνιο καί στίς Χαντίθ»[39].

Ἱστορική παράλειψη θεωροῦμε καί τό ὅτι ἐνῷ προστέθηκε τό project «οι Έλληνες ως «άλλοι» τα νεότερα χρόνια (πρόσφυγες, μετανάστες)»[40], παρελείφθη ἀναφορά στούς χριστιανούς μή Ἕλληνες κατοίκους τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, οἱ ὁποῖοι σφαγιάσθηκαν ἀπό τό νεοτουρκικό καί τό κεμαλικό καθεστώς. Ἑπομένως θά ἦταν ἀκόμη ὠφελιμότερη προσθήκη σέ ὁποιασδήποτε μορφῆς καί νοοτροπίας πρόγραμμα, νά ἐρευνηθεῖ καί τό θέμα «οἱ χριστιανοί ὡς ἄλλοι στίς μικρασιατικές τους πατρίδες». Ἔτσι θά ἔχουν καθηγητές καί μαθητές τή δυνατότητα νά ἀναλύσουν τή γενοκτονία ἡ ὁποία συντελέσθηκε εἰς βάρος τῶν χριστιανῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας (Ἑλλήνων, Ἀρμενίων, Ἀσσυρίων) ἀπό τό 1913 ἕως τό 1924.

Ἐλλειπή θεολογική καί ἱστορική παρουσίαση θεωροῦμε καί τό γεγονός, ὅτι ζητεῖ τό πρόγραμμα ἀπό τούς μαθητές νά «εξηγούν γιατί η βία συνιστά παρέκκλιση από το χριστιανικό ήθος»[41], ἀλλά παρ΄ ὅλα αὐτά δέν περιλαμβάνει καμμία νύξη περί ἄμυνας καί ἐπαναστάσεως. Μήπως πρέπει νά παύσουμε νά ἑορτάζουμε ἤ καί ἁπλῶς νά ἀναφέρουμε τή νικηφόρο μάχη τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου τῆς 24ης Ἰουνίου 1827, ὅπου ἑκατό πάνοπλοι μοναχοί βοηθούμενοι ἀπό τοπικούς ὁπλαρχηγούς ἀπέκρουσαν ἐπιτυχῶς τίς δυνάμεις τοῦ Ἰμπραήμ;

Στίς ἱστορικές ἀνακρίβειες τοῦ προγράμματος ἐντάσσεται καί τό ὅτι ἔχει περιλάβει τήν ἱστορική πραγματικότητα τοῦ κρυφοῦ σχολειοῦ στούς θρύλους καί στίς παραδόσεις[42], ἐνῷ πρόκειται γιά ἀποδεδειγμένη ἱστορική ἀλήθεια[43].

Οἱ θεολογικές καί ταυτοχρόνως ἱστορικές ἀνακρίβειες δέν λείπουν. Ζητεῖται π.χ. ἀπό τούς μαθητές νά «εξηγούν γιατί ο σεβασμός του προσώπου – ανεξάρτητα από τη θρησκευτική του δέσμευση – συνιστά αδιαπραγμάτευτη και πανανθρώπινη αξία»[44]. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ὁ σεβασμός τοῦ προσώπου εἶναι χριστιανική διδασκαλία ἡ ὁποία ἔχει δημιουργήσει χριστιανική ἀξία, αὐτό δέν πρέπει νά φοβόμαστε νά τό ὁμολογοῦμε.

Σοβαρή θεολογική ἔλλειψη ἀποτελεῖ τό ὅτι πραγματεύεται περί παραδείσου, Δευτέρας Παρουσίας καί Βασιλείας τοῦ Θεοῦ[45] ὅμως χωρίς νά ἀναφέρεται ἡ ἀποκάλυψη. Καί δέν ἐννοοῦμε τό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως, τό ὁποῖο ἀναφέρεται σέ ἑπόμενη σελίδα. Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ δέν ἀπασχολεῖ τό πρόγραμμα.

Ἐλάχιστα στοιχεῖα, τά ὁποῖα συνιστοῦν τόν πολυθρησκειακό χαρακτήρα τοῦ προγράμματος, ἀφαιρέθηκαν. Συχνά προσκολλῶνται σέ κάποιο θέμα χριστιανικῆς θεολογίας, μολονότι δέν σχετίζονται μέ αὐτό. Ἐπί παραδείγματι στά θέματα «Μετάνοια και συγχώρηση στη βιβλική εμπειρία»«συγνώμη και άφεση στην παράδοση της Εκκλησίας», «από τους βίους των αγίων», προσκολλᾶται καί τό θέμα «νηστεία και άσκηση στις θρησκείες του κόσμου»[46] Πῶς συνδέεται τό θέμα αὐτό μέ τά προηγούμενα; Γιατί πρέπει νά προσκολληθεῖ ὁπωσδήποτε καί κάτι ἄσχετο; Γιά νά διατηρεῖται ὁ πολυθρησκειακός χαρακτήρας τοῦ προγράμματος;

Εἰκονογράφηση προστέθηκε στή νέα ἔκδοση τοῦ προγράμματος. Τά ἔργα τά ὁποῖα περιλαμβάνονται ἔχουν ὡς σύνηθες χαρακτηριστικό, ὅτι περιλαμβάνουν στοιχεῖα ἀπό τήν ὀρθόδοξη βυζαντινή εἰκονογραφία, πλήν ὅμως ἔχουν τή σαφή τάση νά τήν ἐκμοντερνίσουν. Ἐπιπλέον στήν εἰσαγωγή τοῦ προγράμματος τῆς Α΄ γυμνασίου, ἀλλά καί τῆς Β΄ γυμνασίου περιελήφθησαν τμήματα ζωγραφικοῦ ἔργου τό ὁποῖο τιτλοφορεῖται «σκιροφόρια»[47]. Τί ἦταν τά «σκιροφόρια»: παγανιστική ἑορτή τῆς προχριστιανικῆς Ἀθήνας, ἡ ὁποία ἐτελεῖτο στίς 12 τοῦ μηνός Σκιροφοριῶνος, δηλαδή γύρῳ στά τέλη Ἰουνίου. Συνδεόταν μέ τήν Ἀθηνᾶ Σκιράδα καί τόν Ποσειδώνα Φυτάλμιο, καθώς καί μέ τή Δήμητρα καί τήν Κόρη, θεότητες σχετιζόμενες μέ τή βλάστηση καί τή γονιμότητα. Βασικό στοιχεῖο τῆς ἑορτῆς ἦταν ἡ πομπή μέ ἐπί κεφαλῆς τήν ἱέρεια τῆς Ἀθηνᾶς καί τούς ἱερεῖς τοῦ Ποσειδῶνος καί τοῦ Ἠλίου. Τί δηλώνει ἡ προτίμηση αὐτή, ἡ ὁποία μάλιστα περιλαμβάνεται δύο φορές στό ἴδιο πρόγραμμα; Δηλώνει ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς στόν παγανισμό; Ἤ μήπως ὑπονοεῖ ὅτι ἕνα πρόγραμμα θρησκευτικῶν γυμνασίου εἶναι δυνατόν νά διακοσμεῖται ἀπό ὁτιδήποτε, ἀσχέτως τοῦ ἄν ἁρμόζει ἤ ὄχι;

Εἴχαμε ἐπισημάνει, ὅτι πλεῖστα ὅσα μαθήματα ὀρθοδόξου θεολογίας, τά ὁποῖα διδάσκονταν στήν πρωτοβάθμια καί δευτεροβάθμια ἐκπαίδευση, δέν περιλαμβάνονταν στήν πρώτη ἔκδοση τοῦ νέου προγράμματος, ἀπό αὐτά ἐλάχιστα περιελήφθησαν στή δεύτερη ἔκδοση, ὅπως π.χ. ἡ Ἀποστολική Σύνοδος[48]. Καί παρ΄ ὅλο ὅτι τό πρόγραμμα τῆς Β΄ γυμνασίου βεβαιώνει, ὅτι τά ζητήματα τά ὁποῖα περιλαμβάνει ὀργανώνονται μέ βάση «το ιστορικό διάνυσμα της διαδρομής της Χριστιανικής Εκκλησίας από την περίοδο της εικονομαχίας μέχρι και τον 19ο αιώνα»[49], ἡ περίοδος ἀπό τό σχίσμα μέχρι τήν ἅλωση ἐξακολουθεῖ νά παραμένει ἄγνωστη, κυριολεκτικῶς terra incognita καί στή νέα ἔκδοση τοῦ προγράμματος, ὅπως ἦταν καί γιά στήν παλαιά. Οἱ μεγάλες μορφές τῆς ὀρθοδοξίας, οἱ ἅγιοι Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης, Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς,  Μάρκος Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός ὅπως καί κάποιοι ἐξέχοντες ἅγιοι ἀμέσως πρίν ἀπό τό σχίσμα π.χ. οἱ ἅγιοι Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος καί  Νίκων ὁ Μετανοεῖτε δέν κρίθηκαν ἄξιοι νά περιληφθοῦν στό πρόγραμμα.  Παρ΄ ὅλα αὐτά τό ταό τε κίγκ περιελήφθη δύο φορές, μία στό δημοτικό καί μία στό γυμνάσιο[50], καί τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν[51] παραμένει στό θεματολόγιο τῆς Γ΄ γυμνασίου.

Γιά ὅλους αὐτούς τούς λόγους ἐξακολουθεῖ τό πρόγραμμα νά εἶναι ἀκατάλληλο γιά τή διαπαιδαγώγηση ὀρθοδόξων χριστιανῶν. Ἐάν ἡ χρήση τοῦ προγράμματος αὐτοῦ γενικευθεῖ, τότε ὁ κάθε ὀρθόδοξος χριστιανός γονέας θά ἀποκτήσει τό δικαίωμα νά ἀπαλλάσσει τό παιδί του ἀπό μάθημα τό ὁποῖο θά βασίζεται στό πρόγραμμα αὐτό, διότι δέν θά εἶναι πλέον ὀρθόδοξο χριστιανικό.

Γι΄ αὐτό θά ἐπαναλάβουμε γιά μία ἀκόμη φορά τή δική μας πρόταση: α) Τά μαθήματα κάθε τάξεως νά ἀποτελοῦνται ἀπό ἕξι ἑνότητες τῶν ἕξι ὡρῶν ἡ καθεμία. β) Οἱ τέσσερεις νά ἔχουν αὐστηρή χρονολογική σειρά βάσει τῆς βιβλικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας καί οἱ δύο ἑνότητες θά μποροῦν νά περιλαμβάνουν θέματα κατ΄ ἐπιλογήν, ὄχι ὅμως νοθευμένα μέ ἑτερόδοξα καί ἑτερόθρησκα στοιχεῖα, διότι αὐτό ἀποτελεῖ καταπάτηση ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν καί παράβαση τῶν νόμων. γ) Μία θεματική ἑνότητα τῆς Γ΄ γυμνασίου θά μποροῦσε νά περιλαμβάνει συνοπτική παρουσίαση τῶν θρησκευμάτων τοῦ κόσμου, ὥστε νά ἐνημερώνονται γι΄ αὐτά καί τυχόν μαθητές οἱ ὁποῖοι ποτέ δέν θά φοιτήσουν σέ λύκειο. Ἡ ἁπλή ἐνημέρωση ὅμως δέν θά πρέπει ποτέ νά καταντήσει νόθευση τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς παιδείας μέ ἀλλότρια στοιχεῖα.



[1] Ἡ μελέτη ἐκείνη δημοσιεύθηκε σέ πολλές ἰστοσελίδες στό διαδίκτυο, ὅπου δύναται ὁ ἐνδιαφερόμενος νά τήν ἀναζητήσει ὑπό τόν τίτλο «Εὐάγγελος Στ. Πονηρός, Προβλήματα τοῦ (πιλοτικοῦ) προγράμματος σπουδῶν στά θρησκευτικά δημοτικοῦ καί γυμνασίου (ἔτους 2011). Ἐπίσης δημοσιεύθηκε στόν Ὀρθόδοξο Τύπο ἀπό 6/4/2012 ἕως 1/6/2012, στήν Κοινωνία (Δελτίο τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Θεολόγων) τεύχη 2ο, 3ο, 4ο ἔτους 2012, ἐν τέλει δέ περιελήφθη στό βιβλίο μας «Ὀρθόδοξη χριστιανική παιδεία καί ἑλληνικό σχολεῖο, Θεολογική θεμελίωση, Νομική κατοχύρωση, Ἱστορική δικαίωση, Ἀνασκευή ποικίλων ἰσχυρισμῶν, ἐκδ. Πελασγός, Ἀθήνα 2013». 

[2] Συλλογή κριτικῶν ἄρθρων γιά τά νέα (πιλοτικά) προγράμματα σπουδῶν τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, Ἕνωση Θεολόγων Νομοῦ Λέσβου, Παράρτημα Πανελληνίου Ἑνώσεως Θεολόγων, Μυτιλήνη Ἰούλιος 2012. Στίς σελίδες 71-98 τοῦ ἐν λόγῳ τόμου βλ. ἀναδημοσίευση τῆς ὡς ἄνω ἀναφερομένης δικῆς μας κριτικῆς, ἡ ὁποία δέν ἦταν ἡ πρώτη, οὔτε ἡ τελευταία δυσμενής κριτική γιά τό πρόγραμμα ἐκεῖνο, ἦταν ὅμως ἡ ἐκτενέστερη καί λεπτομερέστερη.

[3] σ. 8.

[4] σ. 13.

[5] σ. 113.

[6] σ. 130.

[7] σ. 11, 18. σ. 9. Προβάλλει μάλιστα τό πρόγραμμα καί τόν ἑξῆς ἰσχυρισμό: «Όπως είναι φυσικό, τα σχολικά εγχειρίδια του τότε Κέντρου Εκπαιδευτικών Μελετών και Επιμόρφωσης» που γράφτηκαν στο διάστημα 1974-1981 διαπνέονται από έντονη συντηρητική καί κατηχητική διάθεση, μολονότι πρόκειται για μια περίοδο που η ορθόδοξη θεολογική σκέψη γνωρίζει μια σπάνια και πρωτόγνωρη ακμή.» Καί ἐρωτοῦμε: πῶς θά ἦταν δυνατόν νά ὑπάρξει ἀκμή στή θεολογική σκέψη, χωρίς μία βασική προϋπόθεση τῆς ὀρθοδόξου ἀποστολικῆς καί πατερικῆς θεολογίας, τήν κατήχηση; Τέτοιες ἀντιδιαστολές ὁδηγοῦν σέ σοβαρότατα θεολογικά σφάλματα!

[8] σ. 11.

[9] σ. 13.

[10] σ. 125-126.

[11] σ. 97 «Αφηγούνται ιστορίες από τη Βίβλο και εξηγούν το νόημά τους».

[12] σ. 67.

[13] Ἐφ. 5,23.

[14] Πρ. 26,14.

[15] Α΄ Κορ. 15,55.

[16] Ἀπ. 9,10.

[17] σ. 149.

[18] σ. 137.

[19] σ. 67, σ. 102, σ. 107.

[20] σ. 116.

[21] σ. 108.

[22] σ. 107.

[23] σ. 87.

[24] σ. 78.

[25] σ. 93.

[26] σ. 147.

[27] σ. 112.

[28] σ. 123.

[29] σ. 129.

[30] σ. 91.

[31] σ. 110.

[32] σ. 83.

[33] σ. 93.

[34] σ. 128.

[35] σ. 43.

[36] βλ. http://www.inad.gr στήν ἐπιλογή «ψηφιδωτά».

[37] σ. 73.

[38] σ. 97, 115.

[39] σ. 122-3.

[40] σ. 127.

[41] σ. 130.

[42] σ. 131.

[43] Βλ. στό διαδίκτυο τήν ἑξῆς ἱστορική μελέτη: Γιῶργος Κεκαυμένος, Κρυφό Σχολειό. Τό Χρονικό μιᾶς Ιστορίας, http://www.antibaro.gr/article/3441

[44] σ. 140.

[45] σ. 147.

[46] σ. 72-3.

[47] σ. 101, 118. Βλ. καί σ. 159 γιά τήν προέλευση τοῦ ἔργου αὐτοῦ.

[48] σ. 109.

[49] σ. 118.

[50] σ. 62, 113.

[51] σ. 139.

Το ατομικόν δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας της Εκκλησίας να καθορίζη η ίδια την ύλη του ΜτΘ

αναρτήθηκε στις 31 Ιαν 2014, 11:09 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων   [ ενημερώθηκε 31 Ιαν 2014, 11:14 π.μ. ]

Το κ. Γεωργίου Η. Κρίππα, Διδάκτορος Συνταγματικο Δικαίου

ς γνωστν τ τομικ δικαίωμα τς θρησκευτικς λευθερίας ναγνωρίζεται σ λους τος πολίτες (ρθρον 13 το Συντάγματος, ρθρον 9 τς Ερωπ. Συμβ. νθρ. Δικαιωμάτων ρθρον 10 τς Ερωπαϊκς Χάρτας νθρωπίνων Δικαιωμάτων) εδικώτερον ες λα τ φυσικ πρόσωπα κα βεβαίως κα ες τ νομικ πρόσωπα, πο εναι φορες το ν λόγ τομικο δικαιώματος, πως εναι ο κκλησίες κα ο θρησκευτικς ργανώσεις. Ες τ ν λόγ νομικ πρόσωπα ναγνωρίζεται π πλέον κα τ τομικν δικαίωμα «το ατοπροσδιορισμο τους», (εδικ νάπτυξη το ποίου χω παραθέσει παλαιότερον ες τ παρν περιοδικό)1, τοι τ δικαίωμα ν καθορίζουν ο διες τ τς σωτερικς τους ργανώσεως κα τ τς λατρείας τους, χωρς καμμία ρχ ν δικαιοται ν πέμβει κα ν καθορίσει κείνη τ στοιχεα ατ οδ πλάχιστον. λλως νακύπτει σοβαρ θέμα ντισυνταγματικότητος.

Εναι σαφς δ τι ες τν ν λόγ τομέα το ατοπροσδιορισμο τους περιλαμβάνεται κα διδασκαλία τς θρησκείας τους, πότε ο ν λόγ θρησκευτικς ργανώσεις μόνον κενες δικαιονται, ν προσδιορίζουν, συνθέτουν, καταρτίζουν κ.λπ. τν διδακτέαν λη τς θρησκείας τους κα εδικώτερον τν λη το μαθήματος τν Θρησκευτικν ψέποτε, ποτεδήποτε κα π ποιονδήποτε φορέα ποφασισθε μία τοιαύτη διδασκαλία, ποία μπορε ν γίνεται ετε π τς διες τς θρησκευτικς ργανώσεις ετε π λλον φορέα κυρίως δ π τ κράτος, ταν ες τ κράτος ατ τ Σύνταγμά του προσδιορίζει ρισμένη θρησκεία ς πικρατοσα (πως π.χ. ες τν λ λάδα, γγλία, σκανδιναυϊκς χρες, χρες μ καθολικ θρησκεία, πο χουν συνάψει κονκορδάτο μ τν Πάπα κ.λπ.) πλειοψηφία το πληθυσμο νήκει σ συγκεκριμένη θρησκεία.

πισημαίνουμε δ πεκαιρί τι κατ ρθρον 2 το Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου τς Ερωπαϊκς Συμβάσεως νθρωπίνων Δικαιωμάτων τ ερωπαϊκ κράτη ποχρεονται, ν σέβονται τ δικαίωμα τν γονέων, ν ξασφαλίζουν δι τ τέκνα τους κπαίδευση σύμφωνη πρς τς θρησκευτικές τους πεποιθήσεις.

ς γνωστν ες τν λλάδα τ Σύνταγμα ες τ ρθρον 3 ναγνωρίζει ς πικρατοσα θρησκεία τν ρθόδοξο Χριστιανική, ναφέρεται δ ν συνεχεί ες τν ρθόδοξη κκλησία τς λλάδος, τς ποίας κα προσδιορίζει τν ργάνωσή της, τν παγωγή της ες τ Οκουμενικ Πατριαρχεο κα τος κανόνες πο τηρε. Ες δ τ ρθρον 16 παρ. 2 πιβάλλει μεταξ λλων τν δι τς παιδείας νάπτυξη τς «θρησκευτικς συνειδήσεως» τν μαθητν. ς γνωστν κα ς γίνεται παγίως δεκτόν, τοιαύτη νάπτυξη πραγματοποιεται δι τς διδασκαλίας το μαθήματος τν θρησκευτικν2.

Μέχρι στιγμς τ ρμόδιο π. θν. Παιδείας κα Θρησκευμάτων συντάσσει κα κδίδει τ διο λα τ σχολικ βιβλία, πο διανέμονται ες τος μαθητς διαμορφνον τν λην τους κατ τν βούλησή του. Τ διο σχύει κα δι τ βιβλίο το μαθήματος τν Θρησκευτικν. Βεβαίως γνωρίζουμε (κροθιγς ἐὰν δν χουμε νδιατρίψει εδικς ν προκειμέν) τεκμαίρεται (κατ λογικν συνέπειαν) τι τ ν λόγ πουργεο κατ τν σύνταξη τς λης τν σχολικν βιβλίων πευθύνεται ες τος εδικος γνστες το καθ καστα θέματος (κατ κανόνα μέσ το Παιδαγωγικο νστιτούτου συμφώνως πρς τ ρθρον 24 το Ν. 1566/ 1985), τος ποίους ετε συμβουλεύεται ετε τος ναθέτει τν σύνταξη τς λης, τν ποίαν τ διο τ πουργεο γκρίνει τελικς. Νομικ μως δέσμευση το πουργείου πρς σύνταξη ρισμένης λης ρισμένου μαθήματος δν πάρχει. πενθυμίζουμε π εκαιρί, τ πλθος διαμαρτυριν, πο εχαν διατυπωθε πανταχόθεν δι να σχολικ γχειρίδιο το μαθήματος τς στορίας, τ ποο νέφερε τι κατ τν μικρασιατικ καταστροφ ο λληνες τς Σμύρνης κα τν πέριξ πόλεων συνωστίζοντο ες τν παραλία πρς τέρψιν τους ( κάτι τέτοιο) κα χι διότι ο Τορκοι Τσέτες τος σφαζαν διακόπως κα κινδύνευε ζωή τους. Κα ποτιθεμένου (δηλ. βεβαιουμένου ες τν πραγματικότητα) τι ποψη ατ το σχολικο γχειριδίου ταν ντελς νακριβς κα προκλητικ κα κατ κολoυθίαν παράνομη, ντίστοιχη διοικητικ πράξη το πουργο, πο νέκρινε τ γχειρίδιο ατό, δν μποροσε ν ντιμετωπισθε, διότι ποτελοσε πράξη διοικητικ χι τομική, λλ κανονιστική, ποία ς γνωστν δν προσβάλλεται δι ατήσεως κυρώσεως (Π.Δ. 18/1989 ρθρον 47, τ ποο παιτε συνδρομ ν νόμου συμφέροντος μέσου κα προσωπικο). Τίθεται κατόπιν τούτου τ ρώτημα. Τ προαναφερθν τομικν δικαίωμα το “ατοπροσδιορισμο τν κκλησιν” (ς μία ποδιαίρεση το τομικο δικαιώματος τς θρησκευτικς λευθερίας), περιλαμβάνει κα τν καθορισμ το περιεχομένου τς διδασκαλίας τς πικρατούσης θρησκείας τς πισήμου νεγνωρισμένης κκλησίας τς κρατικς κκλησίας, χωρς μως ν χει ξασφαλίσει τν σύμφωνη γνώμη της;3 Τ θέμα ατ δν χει τεθε ποτ ες τν Χώραν μας εθέως (δηλ. π πλευρς Συντάγματος κα νόμου). πλς χουν κφρασθε κάποιες πόψεις πιφανειακές. μως πάντηση ες τ ν λόγ ρώτημα εναι σαφής. πισημαίνουμε πρς τοτο δύο διατάξεις το Νόμου 590/77, τς ξς: α) Τ ρθρον 2 το ν λόγ νόμου ναφέρει τι “ κκλησία τς λλάδος συνεργάζεται μετ τς Πολιτείας προκειμένου περ θεμάτων κοινο νδιαφέροντος ς τ τς χριστιανικς γωγς τς νεότητος”. Β) Τ δ ρθρον 9 ες μν τν παράγραφον 1 ναφέρει, ποες εναι ο ρμοδιότητες τς Διαρκος ερς Συνόδου, ες δ τ δάφιον (ε) μεταξ τν ν λόγ ρμοδιοτήτων προσδιορίζει κα τν ξς π λέξει: «Παρακολουθε τ δογματικν περιεχόμενόν των δι τ σχολεα τς στοιχειώδους κα μέσης κπαιδεύσεως προοριζομένων διδακτικν βιβλίων το μαθήματος τν Θρησκευτικν». Θ πρέπει δ ν δεχθομε κατ’ νάγκην, τι ratio τν ν λόγ διατάξεων δν εναι λλη π τ τι κα νόμος κα τ Σύνταγμα (ρθρον 16 παρ. 2) δν πιτρέπουν σ καμμία περίπτωση τ δόγματα κα διδασκαλία τς π το Συντάγματος καθιερουμένης ς πικρατούσης θρησκείας ( κκλησίας) ν νοθεύονται π κρατικς ρχς οδ π’ λάχιστον. Κα φυσικ δν πιτρέπεται, ν νοθεύονται (παραποιονται κ.λπ.) ες τν εαίσθητον χρο τς κπαιδεύσεως κα εδικώτερον σον φορ τν λη το μαθήματος τν Θρησκευτικν. πομένως κκλησία κα συνεργάζεται μετ το κράτους κατ τ νωτέρω π το προκειμένου κα παρακολουθε τν ν συνεχεί ξέλιξη.

Τίθεται μως δ τ ρώτημα: ν ψει τν προαναφερομένων διατάξεων (πο χουν χαρακτήρα προκαταρκτικόν, συμβουλευτικόν, ποπτικν κ.ο.κ.), τί δέον γενέσθαι ν συνεχεί; Δηλ. τί δέον γενέσθαι, ἐὰν κκλησία διαπιστώσει τι Πολιτεία προέβη π.χ. ες διατύπωση λης το μαθήματος τν Θρησκευτικν ες τ σχολεα νοθευούσης τν διδασκαλίαν της κα τς ρχές της; Ες τν περίπτωση ατν εναι σαφές, τι π κυκλοφορίας π.χ. σχολικο βιβλίου περ το μαθήματος τν Θρησκευτικν, το ποίου λη παρεκκλίνει π τν διδασκαλία κα τ δόγματα τς ρθοδόξου πίστεως, χουμε διαμφισβητήτως «διατάραξη τς ρθοδόξου κκλησίας δι τεροδιδασκαλίας». Τν περίπτωση ατν τν χει δη προβλέψει νόμος ρητς κα χει μεριμνήσει δι τν ντιμετώπισή της. Πρόκειται περ το ρθρου 9 παρ. 1 δάφιον (ζ) το δίου ς νω νόμου 590/77, τ ποον ναφέρει, τι   Διαρκς ερ Σύνοδος (ΔΙΣ): «Ες περίπτωσιν διαταράξεως τς ρθοδόξου κκλησίας δι τεροδιδασκαλίας λλης πεμβάσεως ες βάρος ατς ζητε τν πέμβαση τν ρμοδίων ρχν». Φυσικ δ ν λόγ τεροδιδασκαλία λλη πέμβαση ς νω διάταξη δν μς προσδιορίζει π πο μπορε ν προέρχεται. ς κ τούτου κατ λογικν συνέπειαν θ πρέπει ν καταλήξουμε τι νέργεια ατ μπορε ν προέρχεται π πουδήποτε κα βεβαίως κα π κρατικν πηρεσίαν. ς μ ξεχνμε τι Ποινικς Κδιξ ες τ ρθρα 235 ως 263Β προβλέπει σειρν λην ξιοποίνων πράξεων διαπραττομένων π κρατικ ργανα κα μόνον. Ες τν παροσα δ περίπτωση οδόλως ποκλείεται παράβαση τν ς νω διατάξεων, ν συνιστ κα ξιόποινη πράξη (π.χ. προσηλυτισμό, παράβαση τν ρθρων 198 ως 201 το Ποινικο Κώδικος κ.λπ.) διαπραχθεσαν κα π κρατικ ργανο. Φυσικ πέμβαση τν ρχν, πο προβλέπει δ νόμος, δν φορ παραιτήτως ξιόποινο πράξη. Μπορε προσβολ ν μ εναι ξιόποινη, λλ ν παραβιάζει λλη διάταξη κα ν μ παραβιάζει καμμία διάταξη, λλ ν χει χαρακτήρα “τεροδιδασκαλίας”, τοι νοθεύσεως τς ρθοδόξου Πίστεως κατ τ μλλον ττον κα καθ’ οονδήποτε τρόπον.

πειδ μως πρόκειται δ περ θέματος λεπτο, δη νομοθέτης μερίμνησε δι τν πίλυσή του π τν ς νω διατάξεων το Νόμου 590/77. πομένως ο προαναφερόμενες διατάξεις δν ποτελον κενν γράμμα λλ τυγχάνουν πλή ρους φαρμογς κα μάλιστα «εδικς φαρμογς», φο κκλησία προσφύγει ες τς Δημόσιες ρχς γι ποιοδήποτε θέμα (κα βεβαίως κα δι τ π νάπτυξη) μπορε ν κάνει κα μ λλες γενικότερες διατάξεις (π.χ. Κδιξ Διοικητικς Διαδικασίας ρθρα 3, 4,16, 24, 25, 26). ρα ο πισημαινόμενες διατάξεις το Ν. 590/77 νέχουν λως διαιτέραν σημασίαν κα βεβαίως ποτελον παρέκταση το ρθρου 16 παρ. 2 το Συντάγματος καθ ν κταση πιβάλλει τν ες τος μαθητς τν σχολείων παροχ «θρησκευτικς συνειδήσεως». ν ναντί περιπτώσει ν λόγ συνταγματικ διάταξη θ πέβαινε γράμμα κενόν, καθ σον ες πσαν περίπτωση τυχν καταργήσεως ποδυναμώσεως το μαθήματος τν Θρησκευτικν νοθεύσεως τς λης του δν χουμε παροχ π το κράτους γνησίας (κατ τ Σύνταγμα) θρησκευτικς συνειδήσεως. Θ πρέπει δ περαιτέρω ν δεχθομε τι ο πίμαχες διατάξεις το Ν. 590/77 ς ποτελοσες ες τν πράξη φαρμογν το ρθρου 16 παρ. 2 το Συντάγματος δν δύνανται ν καταργηθον. Τ δεδομένο ατ τ χει πισημάνει κα νομολογία το Συμβουλίου πικρατείας, ποία χει δεχθε τι δν εναι δυνατ κατάργηση νόμου κδοθέντος πρς φαρμογν συνταγματικς διατάξεως, πομένως ξακολουθε, ν σχύει καταργηθες νόμος.4 λλ κόμη κα ν δν πρχε τοιοτος νόμος προβλέπων τν φαρμογν συνταγματικς δια τάξεως, διοίκηση θ φειλε, ν συμπεριφερθε κα ν δράσει ς ἐὰν νόμος ατς πρχε, ς χω ναλύσει εδικς παλαιότερον.5

πομένως τ πουργεο Παιδείας δν δικαιοται ν καθορίζει τν λη το μαθήματος τν Θρησκευτικν φ αυτο, παρ μόνον μ συνεργασία κα γκριση ατς π τς κκλησίας. Κα τοτο διότι φορες το τομικο δικαιώματος τς θρησκευτικς λευθερίας εναι κα ρθόδοξος κκλησία, τ δικαίωμά της δ ατ παραβιάζεται, ψέποτε Πολιτεία ποφασίσει ν διδάσκει ς λη μαθήματος τν Θρησκευτικν τς ρθοδόξου κκλησίας κείμενο κείμενα, πο ν λόγ κκλησία θεωρε ς συμβίβαστα κατ τ μλλον κα ττον πρς τς ρχές της κα τν διδασκαλίαν της. Νομίζουμε πομένως τι οαδήποτε λλη ποψη δν μπορε ν εσταθήσει.

Τ δια κριβς σχύουν κα σ πολλ λλα κράτη τς Ερώπης, πάρχει δ π το προκειμένου τεράστια ad hoc νομολογία κα βιβλιογραφία, ες τν ποίαν ξίζει ν μβαθύνουμε. Κα ξεκινμε π τν Γερμανία, που συναντομε τ περισσότερο λικό, μ τ ποο χουν σχοληθε ο πλέον διαπρεπες συγγραφες κα πανεπιστημιακο καθηγητα κα χουν προβε σ λεπτομερες ναλύσεις μ κτεν πιχειρηματολογία. δο λοιπν τί προκύπτει εδικώτερον ν προκειμέν:

1) Τ Συνταγματικ Δικαστήριο τς Γερμανίας (Bundesverfassungsgericht) ες τν πόφαση το BverfGE 123, 39, 52 π.6 πισημαίνει τι τ ρθρον 7 παρ. 3 το γερμανικο Συντάγματος (Grundgesetz) κατοχυρώνει τ τομικν δικαίωμα τς Χριστιανικς κκλησίας, ν παιτε π τ κράτος, ν καθορίζει τν λη το μαθήματος τν Θρησκευτικν, μόνον μετ σύμφωνη γνώμη (in Ubereinstimmung) τς κκλησίας7.

2)Ο v. von Munch κα Kunig ες τ μόλις κυκλοφορσαν ες 6ην κδοση γνωστ κλασσικ ργο τους, πο ποτελε ρμηνεία κατ ρθρον το Συντάγματος8 ναφέρουν τι τ δικαίωμα τς κκλησίας ν καθορίζει δια τν λη το μαθήματος τν Θρησκευτικν συνιστ τομικν δικαίωμα πρ ατς εθέως κ το Συντάγματος προβλεπόμενο, πικαλονται δ τν προαναφερομένην πόφαση το Συνταγματικο Δικαστηρίου.

3) Ο πίσης γνωστο πομνηματιστα το γερμανικο Συντάγματος Jarras-Pierroth ες τ πίσης μόλις κυκλοφορσαν ες 12ην κδοση κλασσικ ργο τους9 ναφέρουν, τι oι κκλησίες εναι φορες (Τrager) το τομικο δικαιώματος το καθορισμο τς λης το μαθήματος τν Θρησκευτικν.

4)  F. Hufen10 ναφέρει τι τ ν λόγ τομικν δικαίωμα (δηλ. τς ποχρεώσεως το κράτους ν καταρτίζει τν λη το μαθήματος τν Θρησκευτικν μόνον κατόπιν συμφώνου γνώμης τς ντιστοίχου Χριστιανικς κκλησίας) θεμελειώνει δικαίωμα τς κκλησίας, ν ντιτίθεται ες πσαν νάμιξη το κράτους π το περιεχομένου τς διδασκαλίας το μαθήματος τν Θρησκευτικν11, χι μόνον ρχικς λλ κα ες πσαν περαιτέρω μεταβολ τς λης. ναφέρει δ ν συνεχεί τι κκλησία εναι φορες το ν προκειμέν ξειδικευμένου τομικο δικαιώματος κα χει λες τς ξ ατο προκύπτουσες ξουσίες.

5) Ο Epping−Hillburger12 ναφέρουν τι πσα παρέκκλιση το κράτους κ τν π τς προαναφερομένης συνταγματικς διατάξεως πιβαλλομένων ες ατ ποχρεώσεων ποτελε παραβίαση/προσβολ τομικο δικαιώματος ναγνωριζόμενου ες τν κκλησία.

6)  Rudolf Schmidt13 ναφέρει τι ς νω συνταγματικ διάταξη θεσπίζει τομικ δικαίωμα τν κκλησιν κα παίτησή τους π τ κράτος, ν εσαγάγει ες τ σχολεα λην το μαθήματος τν Θρησκευτικν σύμφωνη μ τν διδασκαλίαν τους, πικαλούμενος ad hoc νομολογία.

7) Κα πρς ποφυγν σκόπων παναλήψεων πισημαίνουμε τι τ δια κριβς δέχονται κα πλθος λλων Γερμανν συνταγματολόγων μεταξ τν ποίων κα ο πι γνωστο Ipsen14, SchmidtSeitel15, Epping16, v. Campenhausen  de Wall17,Winter18, Classen19. πισημαίνουμε δ π εκαιρί τι κτενέστερη μελέτη ες Γερμανία περ το μαθήματος τν Θρησκευτικν (κτάσεως 71 σελίδων) εναι το πανεπιστημιακο καθηγητο Christoph Link20, ποία ες τν σελ. 448 (το τόμου ες τν ποον δημοσιεύεται) ναφέρει τι τ μάθημα τν Θρησκευτικν ες τν Γερμανία τυγχάνει κατ οσίαν «κηρυγματικ» (π λέξει «Kerygmatischer Religionsunterricht») λλως «κκλησία ντς το σχολείου» (π λέξει «Kirche in der Schule»). διος συγγραφες (σελ. 492) ναφέρει τι ναντίον τς οτω πως καθοριζομένης λης το μαθήματος τν Θρησκευτικν π τν κκλησία, δν ναγνωρίζεται ες τν πολίτη δικαίωμα προσφυγς ες τ δικαστήρια μ ατημα τν λλοίωση κατάργησή του. ντιθέτως ξίωση κατ το κράτους μ ατημα ν διδάσκει ς μάθημα τν Θρησκευτικν τν λη, πο καθορίζει κκλησία, εναι γώγιμη (klagbar)21.

ξίζει πίσης ν πισημάνουμε τι οπροαναφερόμενοι συγγραφες von Munch−Kunig ες τ παραπεμπόμενο ργον τους (σελ. 661) ναφέρουν τι τ ν λόγ τομικ δικαίωμα δν θεσπίζεται μόνον πρ τς κκλησίας, λλ κα πρ το κράτους, καθ σον τ μάθημα τν Θρησκευτικν ποτελε συγχρόνως κα θικ διδασκαλία τν μαθητν κα συντελε, ες τ ν γίνουν ντιμοι κα θικο πολίτες.

8) Πρέπει πίσης ν πισημανθε τι Detterbeck22 ναφέρει τι προμνημονευθεσα διάταξη το ρθρου 7 το Συντάγματος εναι εδικ κα περέχει τς γενικς το ρθρου 4 (πο ναφέρεται ες τ τομικ δικαίωμα τς θρησκευτικς λευθερίας) βάσει τς ρχς jus specialis derogat generalis.

9) Πέραν τν συνταγματολόγων τ δια δέχονται κα ο ναφερόμενοι εδικς ες τ μάθημα τν Θρησκευτικν συγγραφες, κ τν ποίων πισημαίνουμε τν Uta Hildebrandt23, τς ποίας τ ν ποσημειώσει παραπεμπόμενο ργο φορ εδικς τ μάθημα τν Θρησκευτικν ναφέρει ,τι κα ο προηγούμενοι συγγραφες, προσθέτει δέ, τι εδικώτερον λη το μαθήματος τν Θρησκευτικν θ πρέπει ν περιέχει ,τι κκλησία θεωρε ς λήθεια. Περαιτέρω ναφέρει τι τυχν ντίθετες διατάξεις τν τοπικν νόμων τν γερμανικν κρατιδίων εναι ντισυνταγματικές24. Τέλος σ πολλ σημεα ναφέρει τι τ μάθημα τν Θρησκευτικν εναι κ το Συντάγματος κατ’ νάγκην «κατηχητικ» (konfessionel)25. ς κ τούτου δ δν πιτρέπεται σ καμμία περίπτωση λη το μαθήματος ν εναι «πολυθρησκευτικ» (γενικ θρησκειολογία)26 ποιασδήποτε λλης μορφς πέραν τς λης, πο καθορίζει κκλησία, διότι λλως θ παρεβιάζετο τ τομικ δικαίωμα ατοπροσδιορισμο τν κκλησιν, παραπέμπει δ ς πρς τ σημεο ατ κα σ ad hoc νομολογία το Συνταγματικο Δικαστηρίου27.

Ο πίσης ες τ μάθημα τν Θρησκευτικν ναφερόμενοι συγγραφες W. Raack− R. Doffing−M. Raack ες τ παραπεμπόμενο ν ποσημειώσει σύγγραμμά τους (σελ. 209 π.) ναφέρουν τι τ ρθρον 7 παρ. 3 το Συντάγματος πιβάλλει τν καθορισμ τς λης το μαθήματος τν Θρησκευτικν μόνον τ γκρίσει τς κκλησίας28, πότε προκύπτει τι τ μάθημα τν Θρησκευτικνεναι κατηχητικό.

Ο σαύτως μ τ μάθημα τν Θρησκευτικν σχοληθέντες Niehwes−Rux ες τ ν ποσημειώσει σύγγραμμά τους29 (σελ. 72) ναφέρουν, κριβς κα κατ λέξιν, ,τι κα τ προηγούμενο σύγγραμμα.

10) Ες τν Αστρία σχύουν τ δια, πως ες τν Γερμανία. πισημαίνουμε τι ς τονίζει Erwin Konjecic30 τ ν πλήρει σχύϊ σήμερον ρθρον 17 παρ. 4 το αστριακο συνταγματικο νόμου το 1867 ναφέρει ν προκειμέν τι περ το μαθήματος τν Θρησκευτικν ες τ σχολεα μεριμν ντίστοιχη κκλησία θρησκευτικ ργάνωση (28). ν συνεχεί παραθέτει τ κείμενο το Νόμου «Περ το μαθήματος τν Θρησκευτικν» τς 13.7.1949 (ς τροποποιήθη μεταγενεστέρως), ποος (νόμος) ες τν παράγραφον 2 ναφέρει, φ νς τι περ το μαθήματος τν Θρησκευτικν ες τ δημόσια σχολεα μεριμν κκλησία κα φ τέρου τι λη το μαθήματος τν Θρησκευτικν συντάσσεται π τν κκλησία.

π’ ψιν τι ες τ INTERNET χει ναρτηθε κα γκύκλιος το Αστριακο πουργείου Παιδείας, Τέχνης κα Πολιτισμο (http:/ www.gv.at/ministerium/rs/2007 –05.xml) περ το μαθήματος τν Θρησκευτικν. ν λόγ γκύκλιος ναφέρει μεταξ λλων τι τ μάθημα τν Θρησκευτικν ες τ δημόσια σχολεα εναι «δεσμευτικς κατηχητικ» (π λέξει «Der Religionsunterricht istkonfessionell gebunden»). πολ γνωστς Αστριακς συνταγματολόγος Felix Ermacora ες τ ν ποσημειώσει παραπεμπόμενο γνωστ σύγγραμμά του31 ες μν τν σελ. 184 ναφέρεται ες τ περιεχόμενο το δικαιώματος τς θρησκευτικς λευθερίας τς κκλησίας, ες τ ποον περιλαμβάνει κα τν π’ ατς καθοριζομένη λη το μαθήματος τν Θρησκευτικν ες δ τν σελ. 189 ναφέρει κριβς τ δια καθς κα τν ποχρέωση το κράτους ν παράσχει γνησία θρησκευτικ κπαίδευση.

πισημαίνουμε περαιτέρω τι Αστρία χει συνάψει Κονκορδάτο μ τ Βατικανό, τ ποο ες τν παράγραφο 1 δάφιον τελευταο περιέχει τν ξς διάταξη: «Τ διδακτικ πλάνα το μαθήματος τν Θρησκευτικν συντάσσονται π τς κκλησίες. ς διδακτικ γχειρίδια μπορον ν χρησιμοποιηθον μόνον κενα, τ ποα νεκρίθησαν π τς κκλησίες ς πιτρεπτά»32.

π’ ψιν τι τ αστριακ κράτος χει συνάψει σύμβαση μ τν κκλησία, ποία ναφέρει τ ς νω κατ λέξιν (παράγραφος 4) κα πίσης τι τ διδακτικ βιβλία το μαθήματος τν Θρησκευτικν θ περιέχουν ποκλειστικς κα μόνον διδασκαλία Χριστιανικ κα τίποτε λλο (παράγραφος 5 δάφιον 2). Τ τι τν λη το μαθήματος τν Θρησκευτικν ες τν Αστρία τν καθορίζει Καθολικ κκλησία γίνεται γενικς ποδεκτν κα π τν ad hoc νομολογία33 κα π τν ad hoc βιβλιογραφία34.

11) Ες τν λβετία σχύουν τ δια ς ναφέρει κατ ρχν Winzeler, ες τ ν ποσημειώσει παραπεμπόμενο σύγγραμμά του35. Τ ν λόγ σύγγραμμα ες τν πισημαινομένη σελίδα 127 ναφέρει τι κανένα Καντόνι δν πιτρέπεται ν εσαγάγει ες τ σχολεο μάθημα θρησκευτικν ν δρύσει θεολογικ σχολ ες τ πανεπιστήμιό του, ἐὰν δν συνεννοηθε προηγουμένως μ τν ντίστοιχη κκλησία36. Τ διο σύγγραμμα (σελ. 126) μς πληροφορε τι ες τν λβετία χει διεξαχθε κα δημοψήφισμα, κατ τ ποο λας πέρριψε τν χωρισμ κράτους – κκλησίας. π ψιν ξ λλου τι τν εσαγωγ το μαθήματος τν Θρησκευτικν ες τ λβετικ σχολεα προβλέπει κα τ ρθρον 15 παρ, 4 το λβετικο Συντάγματος, δ καθηγητς τν θρησκευτικν πιβάλλεται ν νήκει ες τν κκλησία, τ μάθημα τς ποίας διδάσκεται. Τέλος δια πηγ μς πληροφορε τι λη το μαθήματος τν Θρησκευτικν εναι διδασκαλία τς κκλησίας κα σ καμμία περίπτωση μία γενικ θρησκειολογία κάποιες γενικς γνώσεις περ θρησκειν37. Τοτο διότι ο μαθητα δι τς λης το μαθήματος τν Θρησκευτικν πρέπει ν εσάγονται ες τν θρησκείαν τους. Κα ατ τ πιβάλλει τ ρθρον 15 το Συντάγματος38.

π ψιν ξ λλου τι τ λβετικ Σύνταγμα ρχίζει μ τν ξς φράση ες τ προοίμιόν του «ν νόματι το Παντοδυνάμου Θεο» (Im Namen Gottes des Allmachtigen).  Schwarzenberger ες τ ν ποσημειώσει σύγγραμμά του39 κα ες τν σελ. 41 ναφέρει τι Χριστιανισμς ποτελε τν παράδοση κα τν πολιτισμ τς Ερώπης. Ες δ τς σελ. 42 κα 43 ναφέρει τι διδασκαλία μαθήματος κατηχητικο – Χριστιανικο δν παραβιάζει τν θρησκευτικ λευθερία, τν ποίαν δν παραβιάζουν κα ο θρησκευτικο μνοι κα τ θρησκευτικ σματα ες τ σχολεα. Τέλος ες τν σελ. 48 ναφέρει τι, ἐὰν δν διδάσκετο τ μάθημα τν Θρησκευτικν ς κατηχητικ θ καταλήγαμε ες θρησκευτικν ναλφαβητισμόν.

12) Κα πρς ποφυγν σχοινοτενν ναλύσεων ναφέρουμε ν τέλει κα δύο δεδομένα, τ ξς: α) Ες τ Συντάγματα τν ξς ερωπαϊκν χωρν πάρχει διάταξη πιβάλλουσα τν διδασκαλία το μαθήματος τν Θρησκευτικν ς χριστιανικο/κατηχητικο. Γερμανία (ρθρον 7 παρ. 3), ρλανδία (ρθρον 4 παρ. 1 – 4), λλανδία (ρ θρον 23 παρ. 3), σπανία (ρ θρον 27 παρ. 3), λβετία (ρθρον 49 παρ. 3), Πορτογαλία (ρθρον 41 παρ. 5), Κύπρος (ρθρον 18 παρ. 4), Λιχτενστάϊν (ρθρον 16 παρ. 1 κα 4), Αστρία (ρθρον 17 το Συνταγματικο νόμου), Μάλτα (ρθρον 2 παρ. 2), Βέλγιο (ρ θρον 24)40. β) Ες σες χρες πικρατοσα θρησκεία εναι καθολικισμς τ ντίστοιχο κράτος χει συνάψει Κονκορδάτο μ τ Βατικανό, δι το ποίου ναλαμβάνει τν ποχρέωση ν διδάσκει μάθημα θρησκευτικν τς Καθολικς κκλησίας, γ) Ες τς προτεσταντικς χρες (γγλία, Δανία, Σκανδιναυΐα) Χριστιανικ κκλησία ναγνωρίζεται ς πίσημη κρατικ κκλησία κα εναι νωμένη μ τ κράτος. Τ παρν θέμα δν περιορίζεται βεβαίως ες τ σωτερικ τν ερωπαϊκν κρατν. νέχει κα πανευρωπαϊκν προέκταση. Κα πρς πόδειξη τούτου πισημαίνουμε τι κα τ Συμβούλιο τς Ερώπης χει σχοληθε μ τ θέμα κα κατόπιν μακρν συζητήσεων κα μελετν χει δ παραπέμψει τ θέμα ες τν Κοινοβουλευτικ Συνέλευση (Assemblee Parlementaire -Parliamentary Assembly) το ν λόγῳ ερωπαϊκο ργανισμο, ποία τελικς κατέληξε ες τν διατύπωση Συστάσεως πρς τος ρμοδίους πουργος τν Ερωπαϊκν κρατν (ς τροποποιήθη κα διεμορφώθη τελικς τν 4.10.2007). Πρόκειται περ τς Συστάσεως (Recommandation) τς Κοινοβουλευτικς Συνελεύσεως το Συμβουλίου τς Ερώπης Νο 1720/2005 φέρουσα τν τίτλον «κπαίδευση κα θρησκεία» (Education et Religion). Κα Σύσταση ατ δέχεται τ ς νω ναφέρουσα μεταξ λλων κα τ ξς: εδικώτερον: α) δημοκρατία κα θρησκεία δν ντιτίθενται [παράγραφος 5], β) Ο κυβερνήσεις πρέπει ν νισχύουν τν διδασκαλία τν Θρησκευτικν41 [παράγραφος 6], γ) Τ ερωπαϊκ κράτη, πο χουν πίσημη θρησκεία δικαιονται ν ναγνωρίζουν ες ατν θέση προνομιακ42 [παράγραφος 9], δ) Συνέλευση συνιστ πίσης ες τν πιτροπ πουργν ν νθαρρύνει τ κράτη μέλη, ες τ ν παγρυπνον π τς διδασκαλίας τν Θρησκευτικν ες τν πρωτοβάθμια κα τν δευτεροβάθμια κπαίδευση τς θνικς τους παιδείας43 [παράγραφος 14], ε) Ο καθηγητα τν Θρησκευτικν πρέπει, ν χουν ξειδικευμένη κατάρτιση44 [πα ράγραφος 14.5].

13)ς προκύπτει κ τν ς νω κα ς χω ποδείξει ν πλήρει κτάσει ες τν ν ποσημειώσει Νο 2 παραπεμπομένη μονογραφία μου τ μάθημα τν Θρησκευτικν διδάσκεται ες λην τν Ερώπη κα μάλιστα «κατηχητικ» κα χι π μορφν κάποιας γενικς θρησκειολογίας (ς λως ντιθέτως, λλ κα περιέργως δειξαν, ν πιθυμον κάποιοι ν συμβε ες τν λλάδα). Κα ναφέρω τν φράση «περιέργως», διότι ο διατυποντες τοιαύτην γνώμη μφανίζονται ς εδικο πιστήμονες π το παρόντος πεδίου. πότε κα ο ν πρoκειμέν (λλως ο πολέμιοι το μολογιακο χαρακτρος τς λης το μαθήματος τν Θρησκευτικν) φειλαν τν ν λόγ ποψή τους ν τν ατιολογήσουν πιστημονικς κα ν παραθέσουν πειστικ πιστημονικ πιχειρήματα (προϊόντα δηλ. νδελεχος πιστημονικς ρεύνης) ντίστοιχα τν ες τν παροσα μελέτη παρατιθεμένων. μως κανένα πιστημονικς πειστικν πιχείρημα (προϊν νδελεχος κα πευθύνου πιστημονικς ρεύνης) δν εδα μέχρι σήμερον ν παρατίθεται, οτε κα περιορισμένης σχύος. Μς μένει τώρα Γαλλία, τν ποίαν ο ς νω ντιτιθέμενοι πικαλονται συνεχς δι τρες λόγους: α) Διότι τ Γαλλικ Σύνταγμα ες τ ρθρον 2 ναφέρει τι Γαλλία εναι «Etat laic» (κράτος «λαϊκν») κα συμπεραίνουν τι λληνικ λέξη «λαϊκν» σημαίνει κράτος θεο κα κράτος χον θεσπίσει τν χωρισμν κράτους κκλησίας κα β) πικαλονται τν κα σήμερον ν σχύϊ γαλλικ νόμο τς 9.12. 1905, ποος πιβάλλει (κατ τν ποψή τους) τν πλήρη χωρισμν κράτους – κκλησίας. Ες πάντηση τς πόψεως ατς πισημαίνω τ ξς, φο προηγουμένως πενθυμίσω τι ς ναφέρει ριστοτέλης45, ἐὰν θέλουμε ν ρευνήσουμε τί καθεστς πάρχει σ να κράτος δν προσφεύγουμε πλς ες τν ψυχρ νομοθεσία, λλ ρευνομε πς ο ντίστοιχοι νόμοι φαρμόζονται ες τν πράξη (δηλ. μ τ σημεριν δεδομένα προσφεύγουμε ες τν ad hoc νομολογία κα βιβλιογραφία). π το προκειμένου πισημαίνω τι ς χω ποδείξει δι παραθέσεως το συνόλου σχεδν τς ad hoc γαλλικς βιβλιογραφίας κα νομολογίας46 ρος Etat laic, πο χρησιμοποιε τ γαλλικ Σύνταγμα δν σημαίνει χωρισμ κράτους – κκλησίας, οτε τι Γαλλία εναι κράτος θεο. Ατ δέχονται λοι σχεδν ο Γάλλοι Συνταγματολόγοι. Μερικο μάλιστα πισημαίνουν47 τι ρος «laicite» εσήχθη ες τ ρχικ κείμενο το γαλλικο Συντάγματος το 1946 συνοδευόμενο π τν φράση « χωρισμς κράτους –κκλησίας εναι γγυημένος» (elle est garantie nottament parseparation des eglises et de l Etat»), πλν μως φράση ατ περρίφθη δι δημοψηφίσματος κα δν συμπεριελήφθη ες τ Σύνταγμα. πειδ δ τ παραπεμπόμενο ργο μου (πο παραθέτει τ σύνολο σχεδν τς ad hoc βιβλιογραφίας κα νομολογίας) χει κδοθε τ τος 2008, πισημαίνω τι τ δια κριβς δέχεται κα νεωτέρα βιβλιογραφία παρατιθεμένη ν ποσημειώσει48.

ς πρς τν νόμο τς 9.12.1905, ποος προβάλλεται ς νόμος, πο θεσπίζει τν χωρισμ κράτους – κκλησίας εδικς δ ες τ ρθρα 1 κα 2 ατο (ο λοιπς διατάξεις του εναι πλς διαδικαστικς πιβοηθητικς) πισημαίνουμε τι ο διατάξεις ατς καθ’ ν κταση προβάλλονται ς θεσπίζουσες τν χωρισμ κράτους – κκλησίας δν ναφέρουν τίποτε περ «χωρισμο» λλ πλς ναφέρουν δύο θέματα: α) Γαλλία δν ναγνωρίζει καμμία θρησκεία κα β) παγορεύεται π τν κρατικ προϋπολογισμ χρηματοδότηση τς κκλησίας. μφότερες ο διατάξεις ατς σήμερον οδόλως τηρονται. Τοτο φ νός, διότι Γαλλία χει θεσπίσει καθεστς ναγνωρίσεως κκλησιν (ξ ο κα σειρ ποφάσεων το Ερωπ. Δικ/ρίου, ες τ ποο κα προσέφυγαν ο χιλιασταί, διότι Γαλλία δν τος ναγνωρίζει, ν ναγνωρίζει λλες κκλησίες) κα φ’ τέρου, διότι Γαλλία χρηματοδοτε κ το κρατικο προϋπολογισμο τν καθολικ κκλησία. ξ ατο δ το γεγονότος μάλιστα Γάλλος πανεπιστημιακς καθηγητς το Πανεπ/μίου τς Σορβόνης Odon Vallet ες ρθρον του ες τν φημερίδα Le Monde φύλλο τς 11.5.1996 (σελς 13) π τν τίτλον «La France n’ est pluslaicque» ναφέρει τι Γαλλία δν εναι πλέον «λαϊκν κράτος» λόγ το τι χρηματοδοτε μ τεράστια ποσ τν Καθολικ κκλησία. Προσθέτει δ τι τ ποσν χρηματοδοτήσεως νέρχεται ες 40 δισεκατομμύρια φράγκα (περ τ 6 δισεκατομμύρια Ερ) κα ντιστοιχε ες τ 12% τν σόδων το κρατικο προϋπολογισμο κ το φόρου εσοδήματος. Τ τι τ κράτος δικαιοται ν χρηματοδοτε τν κκλησία κ το κρατικο προϋπολογισμο τ δέχεται κα ad hoc νομολογία49.

ρχόμεθα ες τ θέμα, πο μς νδιαφέρει. Τί σχύει ες τν Γαλλία δι τ μάθημα τν Θρησκευτικν; π το προκειμένου σχύουν τ ξς: α) Ες τν Γαλλία ες τς περιοχς λσατίας κα Λωραίνης κα στς περπόντιες κτήσεις (ν συνόλ σ νδεκα περιοχς τς Γαλλίας) κράτος κα κκλησία εναι νωμένα κα δν πάρχει καμμία ποστασιοποίηση χωρισμός. Ες τς περιοχς ατς τ μάθημα τν Θρησκευτικν διδάσκεται κανονικ ς κατηχητικ δ λη του καθορίζεται π τς κκλησίας. β) Ες τν λοιπ Γαλλία τ μάθημα τν Θρησκευτικν διδάσκεται ες τ διωτικ σχολεα (κα χρηματοδοτεται π το κράτους), δν διδάσκεται δντς τν δημοσίων σχολείων. Διδάσκεται μως κτς ατν. Συγκεκριμένως π το ρθρου L141-3 το Κώδικος κπαιδεύσεως (Code d Education), προβλέπεται τι τ δημόσια σχολεα θ χουν καθ βδομάδα μίαν ρα κενή, κατ τν ποίαν ο μαθητα (πο τ πιθυμον) θ πέρχονται, δι ν μεταβον ες χρον, πο θ χει καθορίσει κκλησία, προκειμένου ν παρακολουθήσουν μάθημα Θρησκευτικν, ς λλωστε τοτο ναφέρεται κα π τν ad hoc βιβλιογραφία50. Κα φ σον ο μαθητα θ μεταβαίνουν ες χρον τς κκλησίας, δι ν παρακολουθήσουν μάθημα Θρησκευτικν εναι σαφές τι θ διδάσκονται μάθημα θρησκευτικνκατηχητικν (δηλ. το ποίου τν λη θ καθορίζει  κκλησία).  ρύθμιση (καλλίτερα ποψη) ατ δν δύναται, ν μφισβητηθε, καθ σον λλως θ εχαμε εθεα παραβίαση τς Ερ. Συμβάσεως νθρωπίνων Δικαιωμάτων, τς ποίας τ ρθρον 2 το Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου ρητς πιβάλλει ες τ ερωπαϊκ κράτη, ν παρέχουν ες τος πολίτες τους δι τ τέκνα τους θρησκευτικν κπαίδευση ντίστοιχη τν θρησκευτικν φιλοσοφικν πεποιθήσεων τν γονέων τους.

Βλέπουμε λοιπν δ ν νακύπτει κάτι πο κανες δν εχε προσέξει μέχρι σήμερα ες τν λλάδα, τοι τι ες τν Γαλλία διδάσκεται μάθημα τν Θρησκευτικν κα μάλιστα «κατηχητικό», τν δ λη του τν καθορίζει  κκλησία.Φυσικ ἐὰν σχυε τ ντίθετο (π.χ. τν λη ν τν συνέτασσε κάποια κρατικ πηρεσία κ.ο.κ.), θ παρεβιάζετο τ τομικν δικαίωμα τς κκλησίας, ν καθορίζει δια τ περιεχόμενο τς διδασκαλίας της).

ποσημειώσεις:

1.Κρίππα, Τ τομικν δικαίωμα το ατοπροσδιορισμο τν κκλησιν κατν θρησκευτικν κοινοτήτων (πιθ. Δημ. Διοικ. Δικ. 2006 σελ. 703 π.) 

2.Βλέπε κτεν βιβλιογραφία κα νομολογία μεδαπ κα λλοδαπ περ τούτου ες Κρίππα, συνταγματικ κατοχύρωσις το μαθήματος τν Θρησκευτικν παρ’ μν κα παρ’ λλοδαπ (περ. «Θεολογία» τόμ. 71 σελ. 311 π. κα μεταγενεστέρως 5η κδ. ν νατύπ 2013).

3.ς χω ποδείξει μ πλήρη στοιχεα (Κρίππα, Σχέσεις κράτους – κκλησίας στς χρες –μέλη τς Ερωπαϊκς νώσεως, 2008) ες τν χρο τς Ερωπαϊκς νώσεως πάρχουν ρκετ κράτη, τ ποα ναγνωρίζουν ετε πικρατοσα θρησκεία/κκλησία, ετε νεγνωρισμένη κκλησία, ετε πίσημη κκλησία κ.λπ., τ δ ρθρον 17 τς Συνθήκης/ΕΕ ναφέρει τι Ε.Ε σέβεται κα δν θίγει τ καθεστς σχέσεων κράτους − κκλησίας τν χωρν − μελν της, πίσης ναφέρει τι ΕΕ διατηρε νοιχτ διάλογο μ τς κκλησίες ναγνωρίζουσα τν συμβολήν τους.

4. ΣτΕ 2056/2000 Δι. Δικ. 2001 σελ. 87 π. μοίως κα Καλλιαντέρη-Τουτζιαράκη, ρχ τς νομιμότητος, (πιθ. Δημ. Διοικ. Δικ. 2001 σελ. 28).

5. Κρίππα, Νομοθετικ κεν συνταγματικς νεπίτρεπτο κα ν τε θεν ποχρεώσεις τς κρατικς διοικήσεως (ΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟΝ ΣΥΜΜΕΙΚΤΑ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΠΑΧΑΤΖΗ, 1989 σελ. 335 π.). Τ δια δέχεται κα λλοδαπ θεωρία πρβλ. Ribes,Existe-t-il un droit a la norme? Controle de constitutionnalite et omission legislative (REVUE BELGE DU DROIT CONSTITUTIONNEL, 1999 σελ. 237 π.).

6. Βλέπε τν πόφαση ατν ες Bumke-Vosskuhle, «Casebook Verfassungsrecht», 5η κδ. 2008 σελ. 165.

7. σχετικ διάταξη το Συντάγματος χει π λέξει ς ξς ες τ πρωτότυπον: «wird der Religionsunterricht in Ubereinstimmungmit den Grundsatzen der Religionsgemeinschaften erteilt».

8. Grundgesetz Kommentar, τόμ 1ος, 6η κδοση 2012 σελ. 665 π λέξει «Unstreitig ist dagegen Art. 7 Abs. 3 ein Grundrecht derReligionsgemeinschaften selbst zu entnehmen».

9. Grundgesetz fur die Bundesrepublik Deutschland Kommentar, 12η κδ. 2012 σελ. 275.

10. Staatsrecht II Grundrechte, 2007 σελ. 514-515.

11.Abwehrrecht der Religionsgemeinschaften gegen eine Einmisachtung des Staates in die Lehrinhalte ( πογράμμιση εναι το συγγραφέως).

12. Grundgesetz – Kommentar, 2009 σελ. 135.

13.Grundrechte, 9η κδ. 2007 σελ. 242-243.

14. Staatsrecht II, Grundrechte, 8η κδ. 2005 σελ. 103.

15.Grundrechte 2α κδ. 2001 σελ. 211.

16. Grundrechte, 2α κδ. 2007 σελ. 210.

17.Staatskirchenrecht, 4η κδ. 2006 σελ. 215.

18. Staatskirchenrecht der Bundesrepublik Deutschland, 2α κδ. 2008 σελ. 134 - 135.

19. Religionsrecht, 2006 σελ. 203.

20. Der Religionsunterricht in der geltenden Rechtsordnung, ες Handbuch des Staatskirchenrechts, τόμ. ΙΙ, 1996 σελ. 439 π.

21.Πρβλ. Umbach-Clemens, Grundgesetz – Mitarbeiter Kommentar und Handbuch, τόμ. Ι, 2002 σελ. 596, ο ποοι ναφέρουν τι ξίωση ατ εναι «klagbar» (δηλ. γώγιμη). μοίως Rademacher, Schulpflicht auch im Glauben, (Jura, 2008 σελ. 227).

22. Offentliches Recht, 8η κδ. 2011 σελ. 179.

23.Das Grundrecht auf Religionsunterricht, 2000 σελ. 66-67.

24.νθ ν. σελ. 84.

25. Π.χ. σελ. 176 π., 215, 224, 231 π. 234.

26. Σελ. 234.

27. Ατόθι σελ. 222 κα ποσημ. 25 δι τν νομολογία.

28.Recht der Religiosen Kindererziehung, 2003 σελ. 209 π.

29. Schul -und Prufungsrecht, τόμος Ι, 2006 σελ. 7225.

30. Rechtliche Grundlagen des Religionsunterrichts in Osterreich (Katechetisches Amt der Erzdiozese Salzburg, 2013 σελ. 1).  σχετικ συνταγματικ διάταξη χει ς ξς π λέξει «Fur den Religionsunterricht in den Schulen ist von den betreffenden Kirche oder Religionsgemeinschaft Sorge zu tragen».

31. Menschenrechte in der sich wandelnden Welt, 1974

32. Τ κατ λέξιν κείμενο τς διατάξεως ατς ες τ πρωτότυπον χει ς ξς: «Die Lehrplane fur den Religionsunterricht werden von den Kirchenbehorde aufgestellt; als Religionslehrbucherkonnen nur solche Lehrbucher verwendet werden, welcher von der Kirchenbehorde fur zulassig erklart wurden».

33. Verwaltunghsgerichtshof πόφαση τς 10.11.1989 (osterreichisches Archiv fur Kirchenrecht, 1990 σελ. 422 π.).

34. Walter-Mayer, Grundriss des οsterreichischen Bundesverfassungsrechts, 6η κδ. 1988 σελ. 474. Koctelesky, auf dem Weg zur Partnerschaft zwischen Kirche und Staat (Osterreichisches Archiv fur Kirchenrecht, 1992 σελ. 65).

35. Cristoph Winzeler, Einfuhrung in das Religionsunterricht der Schweiz, 2009 σελ. 127.

36. Ατόθι π λέξει: «So kann z.B. kein Staat Religionsunterricht an den offentlichen Schulen erteilen lassen oder eine Theologiefakultat an seiner Universitat unterhalten, ohne sich daruber mit den betroffenen Religionsgemeinschaften abgesprochen zu haben».

37.Ατόθι σελ. 132, που ναφέρεται π λέξει «gilt als solcher nur die Anleitung im Glauben einer Religion, nicht aber die blossse Vermittlung von Kenntnissen uber sie». Βλέπε κα σελ. 135 δι τν ποχρέωση το καθηγητο, ν νήκει ες τν κκλησία, τ μάθημα τς ποίας διδάσκει. 

38.Ατόθι σελ. 136, που ναφέρεται π λέξει, τι «Gegenstand des Religionsunterrichts, wie ihn Art. 15 Bundesverfassung voraussetzt, ist die Unterweisung der Schulerinnen und Schuler in ihrer eigenen Religion.

39. Die Glaubens–und Gewissensfreiheit im Kontextder offentlichen Schulen, 2011.

40.Εδικς δι τ Βέλγιο δ Sambon, Le Droit a l’ enseignement (RΕVUE DU DROIT COMMUNAL, 1996 σελ. 223).

41. Les gouvernements devraient faire plus pour encourager l’ enseignement du fait religieux

42. Pays a religion d’ Etat…privilegient une seule religion.

43. L’ Assemble recommande aussi au Comite des Ministre d’ encourager les gouvernement des Etats membres a veiller a l’ enseignement du fait religieux aux niveau primaire et secondaire de l’ education nationale.

44. Les enseignants des religions devront avoir une formation specifique.

45. Ρητορική, Βιβλίο Α παράγραφος 1365b 25, 8.

46. Κρίππα, Σχέσεις κκλησίας κα Πολιτείας στς χρες – μέλη τς Ερωπαϊκς νώσεως, 2008 (εδικς δι τν Γαλλία δ σελίδες 11 ως 41).

47.πως  Iried «De la difficile adaptation du principe republicain de laicite a l’ evolution socio-culturelle francaise» (REVUE DU DROIT PUBLIC, 2005 σελ.434).

48. Hennette – Vancher, Roman, Droits de l’ Homme et libertes fondamentales, 2013 σελ. 423. Haarscher, La laicite, 2011 5η κδ. σελ. 102. Pontier Droits fondamentaux et libertes publiques 4η κδ. 2010 σελ. 112. Prelot, Droit des libertes fondamentales, 2α κδ. 2010σελ. 245 -247. Turpin, Libertes publiques et droits fondamentaux, 2009 σελ. 151. 

49.Παραθέτουμε π λέξει πόσπασμα τς π16.2.2002 ποφάσεως το Πρωτοδικείου Λυν χον π λέξει ς ξς ες τ πρωτότυπον (κα δημοσιευομένης ες τ περιοδικACTUALITE JURIDIQUE DROIT ADMINISTRATIF 16.2. - 2002) «Nonobstant les dispositions de la Loi du 5 decembre 1905, une association cultuelle au sens de l’ article 18 de cette loi, peut recevoir une subvention publique des lors que lui a ete conferee la reconnaissance d’ utilite publique».

50. Πρβλ. Pontier νθ’ ν. σελ. 112, ποος ναφέρει τι ς νω διάταξη θεσπίζει μίαν ποχρέωση τν πηρεσιν τς δημοσίας κπαιδεύσεως ν φήνουν κενν χρόνον π μίαν μέρα καθ’ βδομάδα, δι ν πιτρέπουν ες τος μαθητάς, πο τ πιθυμον, ν παρακολουθήσουν θρησκευτικν κ παίδευση (π λέξει ες τ πρωτότυπον «obligation faite aux etablissements d enseignementpublique de vaquer un jour par semaine pour permettre aux eleves qui le souhaitent de recevoir une eeducation religieuse»).

Ελένη Βασσάλου, «Από το Συγκρητισμό στην Πανθρησκεία. Το Ορθόδοξο μάθημα και η ευθύνη των Θεολόγων»

αναρτήθηκε στις 17 Δεκ 2013, 11:14 π.μ. από το χρήστη Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων

Ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ημερίδα της ΠΕΘ στην Αθήνα (12/10/2013)
«Από το Συγκρητισμό στην Πανθρησκεία. Το Ορθόδοξο μάθημα και η ευθύνη των Θεολόγων»
Ελένη Βασσάλου, Θεολόγος
Ο συμφυρμός των θρησκευτικών αντιλήψεων είναι γνωστός από την αρχαιότητα ως συγκρητισμός. Μαγικοθρησκευτικές αντιλήψεις και πρακτικές, μυστηριακές λατρείες και εορτές, μεγαλύτερης ή μικρότερης απηχήσεως, λόγω των ιστορικών συγκυριών, συνενώνονται εκφράζοντας την άσβεστη δίψα του ανθρώπου αληθινά να επικοινωνήσει με το θείο, να στερεωθεί η ελπίδα και η παρηγοριά στην ψυχή του, να γίνει πραγματικότητα ο πόθος της λύτρωσης. Ταυτοχρόνως, όμως, επαναβεβαιώνται τα πνευματικά αδιέξοδα στα οποία οδηγούνται οι πιστοί.
Ο συγκρητισμός συμπορεύεται με τις ειδωλολατρικές απόψεις κάθε εποχής, από τους ιστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα. Ειδωλολατρία και συγκρητισμός αλληλοπεριχωρούνται: Η μεν Ειδωλολατρία ανατροφοδοτείται από το συγκρητισμό, ενώ εκείνος οφείλει το περιεχόμενό του σ’ αυτήν.
Το τοπίο ξεκαθαρίζει με την ιστορική Αυτοαποκάλυψη του Θεού, στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Ο Θεός αποκαλύπτεται στον Αβραάμ, στους Πατριάρχες, στον Μωυσή. Δίνει συγκεκριμένες εντολές, συνάπτει αμοιβαία και οριστική συμφωνία με τον Ισραήλ, τον ελευθερώνει από την καταδυνάστευση, τον έχει ως ιδιαίτερο λαό Του και είναι ο Θεός του.[1]
Στην πρώτη εντολή του Νόμου, ο Θεός διακρίνει τον εαυτό Του από τα είδωλα και απαιτεί από τον Ισραήλ να μην υπάρχουν γι’ αυτόν άλλοι θεοί εκτός από Εκείνον.[2] Αυτή η διάκριση είναι θεμελιώδης στην Παλαιά Διαθήκη. Μάλιστα, όσες φορές ο Ισραήλ τη λησμονούσε, τον περίμεναν αφάνταστες συμφορές.
Ο Δαβίδ, στους 95ο και 113ο ψαλμούς,[3] εξηγεί γιατί υπάρχει αυτή η απόλυτη διάκριση του Θεού από τα είδωλα: Όλοι ανεξαιρέτως οι νομιζόμενοι ως θεοί των εθνών είναι δαιμόνια, έργα ανθρώπινα, νεκρά. Όμοιοι μ’ αυτά γίνονται όσοι πιστεύουν σ’ αυτά. Ο Κύριος (αυτός που έσωσε τον Ισραήλ), είναι ο Δημιουργός του σύμπαντος κόσμου.
Ακριβώς η ίδια θέση διασαφηνίζεται στην Καινή Διαθήκη. Η Ειδωλολατρία είναι σκότος της ασύνετης καρδιάς και μωρία εκείνων που καμαρώνουν πως είναι σοφοί.[4]
«Φεύγετε μακριά από τη λατρεία των ειδώλων… Ό,τι θυσιάζουν οι Εθνικοί στα ιερά, το προσφέρουν στα δαιμόνια και όχι στον αληθινό Θεό και φυσικά δεν επιθυμώ για σας, να έρχεσθε σε κοινωνία με τα πονηρά πνεύματα», υπογραμμίζει ο Απόστολος των Εθνών Παύλος.[5]
Στο 4ο βιβλίο Βασιλειών, το 5ο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στη θεραπεία του λεπρού, Σύρου αρχιστράτηγου Ναιμάν από τον Προφήτη Ελισαίο. Ο Ναιμάν αναγνώρισε μετά τη θεραπεία του, ότι δεν υπάρχει άλλος Θεός σ’ όλο τον κόσμο, παρά μόνο ο Θεός των Ισραηλιτών. Γι’ αυτό ζήτησε χώμα από τη γη όπου λατρευόταν ο αληθινός Θεός, προκειμένου να χτίσει θυσιαστήριο να Τον λατρεύει στην πατρίδα του. Δήλωσε δε, ότι δεν θα προσφέρει θυσίες πλέον σ’ άλλους θεούς. Αισθάνεται δε πως διαπράττει αμαρτία, και μόνο από το γεγονός, ότι θ’ αναγκαστεί να συνοδεύσει τον βασιλέα της Συρίας στο ναό του θεού Ρεμμάν, και ως εκ τούτου, θα είναι υποχρεωμένος - εφόσον ο βασιλιάς θα στηρίζεται πάνω του - να προσκυνήσει, κι ο Ναιμάν, επίσης, τον ψευτοθεό. Γι’ αυτό ζητά, εκ των προτέρων, να τον συγχωρήσει ο αληθινός Θεός![6]
Αξιοθαύμαστο είναι, πώς ένας Εθνικός της προχριστιανικής εποχής δεν οδηγήθηκε στο συγκρητισμό, αλλά σε μια ξεκάθαρη, υπεύθυνη στάση πίστεως και ζωής. Ευγνωμονώντας για την ευεργεσία της θεραπείας του, φωτίστηκε η ψυχή του κι αντιλήφθηκε, ποιος είναι ο αληθινός Θεός, και ότι αποτελεί αμαρτία, αν στο ελάχιστο σχετιστεί η λατρεία Του με τη λατρεία των ειδώλων.
Ανάλογη επίγνωση έχουν, επίσης, οι πρώην μάγοι, που προσέρχονται στο Χριστιανισμό ομολογώντας τον αληθινό Θεό. Καίνε τα μαγικά τους σύνεργα, συνειδητοποιώντας ότι είναι τα όργανα της δαιμονικής πλάνης.
***
Εμείς σήμερα, μετά την Ενανθρώπηση του Υιού του Θεού, μετά τους ποταμούς αιμάτων εκατομμυρίων αγίων Μαρτύρων, βαπτισμένοι και μυρωμένοι, ενώ ρέει στις φλέβες μας το πανάγιο Σώμα και Αίμα του Κυρίου μας, πώς συμβαίνει και αμβλύνεται αυτή η διάκριση της μοναδικότητας του Θεού, καθώς και η πεποίθηση της εν Χριστώ και εν τη Εκκλησία σωτηρίας, ώστε να διακυβεύουμε τη σχέση μας μαζί Του;
Πώς είναι δυνατόν στο όνομα του σεβασμού της ετερότητας να μη σεβόμαστε πρώτα και κύρια την ετερότητα του Ζωοδότη μας, άνευ του οποίου εμείς θα ήμασταν ανύπαρκτοι; Πώς είναι δυνατόν τον μόνο αναμάρτητο και εκ νεκρών αναστάντα Ιησού Χριστό να τον αξιολογούμε ως δάσκαλο πλάι στον Μωάμεθ, τον Κομφούκιο, το Βούδα;[7]
Είναι δυνατόν να παρουσιάσουμε στους μαθητές μας την Αγία Τριάδα, που δημιούργησε εκ του μηδενός τα σύμπαντα, ως μια υπόθεση που αφορά τους Χριστιανούς, όπως ο Αλλάχ αφορά τους Μουσουλμάνους, ο Κρίσνα τους Ινδουιστές… ως να είναι ο Θεός στοιχείο εκάστου πολιτισμού; Μ’ αυτήν τη θεώρηση οι μαθητές οδηγούνται, μέσα από το μάθημα των Θρησκευτικών, αβίαστα στο συμπέρασμα, ότι ο Θεός είναι ανθρώπινη επινόηση και άρα ουσιαστικά ανύπαρκτος…
Πώς είναι δυνατόν, να παρουσιάσουμε τους ναούς των θρησκειών[8] ή τις απεικονίσεις των θεών τους[9] - όπως, το ναό των ποντικών ή των φιδιών ή των ελεφάντων ή των πιθήκων ή του λευκού αλόγου ή της κίτρινης χελώνας, ή της αιμοσταγούς Κάλι ή του Σίβα κ.α. θεών, με τις ερωτικές διαστροφές τους, σε κολλάζ μαζί με το ναό, όπου υμνείται ο πανάγιος Τριαδικός Θεός; Αυτά που απέρριψε ένας Εθνικός προ Χριστού, εμείς ως Χριστιανοί τα θεωρούμε σύγχρονη παιδαγωγική προσέγγιση;
Πώς ν’ αναφερθούμε στα ιερά βιβλία των θρησκειών[10] - δηλ. τις μυθικές αφηγήσεις για τους θεούς, τις μαγικές επικλήσεις προς τα δαιμόνια, τις δεισιδαιμονίες που εγκλώβισαν στο φόβο και την αμαρτία εκατομμύρια ανθρώπων, παράλληλα με την Αγία Γραφή που φωτίζει, απελευθερώνει, αγιάζει και αναφέρεται σε ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα;
Πώς να τοποθετήσουμε τους Αγίους, που έγιναν «ναοί του Αγίου Πνεύματος», με τους υπηρέτες της δαιμονικής λατρείας;[11] (Βλ. ο πατήρ Πορφύριος στην ίδια θεματική ενότητα με το Δαλάι Λάμα).[12]
Πώς να παρουσιάσουμε τις Δεσποτικές,[13] τις Θεομητορικές εορτές ή τις εορτές των Αγίων, που λειτουργούν ως πρότυπα μίμησης για μας, πλάι στα μαγικοθρησκευτικά πανηγύρια, τις ταντρικές ιεροτελεστίες, τις κτηνοβασίες και τις αιματηρές θυσίες ανθρώπων και ζώων προς τιμήν των θεοτήτων, ως παρόμοιες θρησκευτικές εκδηλώσεις; [14]
Και όμως όλα αυτά συνδυάζονται στο σκεπτικό της Νέας Εποχής. Εκεί αντιστρέφονται η κοινή λογική και οι ισχύουσες αξίες και απαξίες. Με την προοπτική του παγκόσμιου ελέγχου ευνοούνται αφενός η ποδηγέτηση της κοινής γνώμης και αφετέρου η δημιουργία χαοτικών συνθηκών στην καθημερινή συνεννόηση και προοπτική.
Στα πλαίσια αυτής της στρατηγικής η Νέα Εποχή προσεταιρίστηκε τις συγκρητιστικές δοξασίες και τους σκοπούς της Θεοσοφίας, όπως περιγράφονται στα κείμενα της Αλίκης Μπέηλυ και του Θεοσοφικού κινήματος, με στόχο την επικράτηση ενός πανθρησκειακού μορφώματος, το οποίο θα προκύπτει από το αυθαίρετο συνονθύλευμα ιδεών των επικρατέστερων θρησκειών του κόσμου και θα υπηρετεί, από τη σκοπιά του, τα σχέδια της Νέας Τάξης Πραγμάτων για τον 21ο αιώνα.
Βασικό σχέδιο αυτής της παγκόσμιας δικτατορίας είναι να χάσει ο άνθρωπος το κριτήριο της αλήθειας - τι σημαίνει η απόλυτη αναφορά σ’ αυτήν - ν’ αμβλυνθούν οι πνευματικές του αντιστάσεις, να παραιτηθεί απ’ αυτές, οπότε να επιτευχθεί ευκολότερα η μαζοποίηση, η ομογενοποίηση και η δουλοποίησή του. Αντιλαμβάνεται κανείς, ποια ευθύνη ενώπιον Θεού και ανθρώπων έχουν όσοι την υπηρετήσουν και μάλιστα, αν πρόκειται για Ορθόδοξους Θεολόγους κληρικούς ή λαϊκούς.
Ας θυμηθούμε τα χρόνια της Δικτατορίας του 1967 στην Ελλάδα. Πόσοι τότε καλοπροαίρετοι Χριστιανοί, λαϊκοί και κάποιοι κληρικοί πίστεψαν στο σύνθημά της «Ελλάς - Ελλήνων - Χριστιανών» και την στήριξαν. Όταν το καθεστώς έπεσε, συμπαρέσυρε στην πτώση του και τις αξίες τις οποίες είχε καπηλευτεί. Πόση ντροπή και διασυρμός για όσους το είχαν εμπιστευτεί.
Σήμερα επιδιώκεται ν’ απλώσει τα πλοκάμια της η χειρότερη δικτατορία όλων των εποχών. Όμοια κι αυτή επιστρατεύει τους εργάτες της με υποσχέσεις… Πόση ντροπή για όσους την πιστέψουν και την υπηρετήσουν.
***
Το κύριο πεδίο καλλιέργειας των ιδεών της Νέας Εποχής, πάγια, είναι το σχολείο. Όσον αφορά το στόχο της «Συγκριτικής ή Παγκόσμιας Θρησκείας»[15] οι σημερινοί μαθητές και αυριανοί πολίτες της θεωρείται αναγκαίο να ενστερνιστούν τις πανθρησκειακές ιδέες, το δε μάθημα των Θρησκευτικών, αλλάζοντας τον προσανατολισμό του, από Ορθόδοξο σε θρησκειολογικό, να συνεισφέρει τα μέγιστα…
Με τα ως άνω δεδομένα, η διδασκαλία της θρησκειολογίας, ενώ εμφανίζεται ως η ισότιμη και αμερόληπτη παρουσίαση των θρησκειών, που σέβεται την ετερότητα, τελικά αποτελεί πεδίο εγκληματικής αυθαιρεσίας και κορυφαίας ασέβειας προς την ετερότητα, διότι όχι μόνο δεν υπηρετεί αληθινά τα πανανθρώπινα αιτήματα για την ειρήνη και τη συναδέλφωση των λαών, αλλά εν τέλει στρέφεται εναντίον τους. Διότι η θρησκειολογία δημιουργεί πνευματική σύγχυση, εφόσον ούτε ποιος είναι ο Θεός διακρίνει, ούτε αν ο άνθρωπος είναι δυνατόν ν’ αποκτήσει μια αληθινή, σωτήρια, σχέση μαζί Του, ούτε τα πάθη εξαλείφει, ενώ επιπλέον παραδίδει το ανθρώπινο πρόσωπο στην εκμετάλλευση και στην εξαφάνιση. Είναι γνωστό σ’ εμάς τι συμβαίνει με την ευημερία μιας χώρας: Όταν δεν βασίζεται στα πραγματικά δεδομένα της οικονομίας του τόπου, αλλά σε δανεικό χρήμα είναι επίπλαστη, και αντί για την ανύψωση του βιοτικού επιπέδου κυοφορεί δεινά και απελπισία.
Έχει δει το φως της δημοσιότητας, ότι στο βιβλίο των Θρησκευτικών που διδάσκονται οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί μαθητές της Α΄ Λυκείου, οι Μάρτυρες του Ιεχωβά και οι Μασόνοι απαίτησαν τα αντίστοιχα κεφάλαια να περιλαμβάνουν τις δικές τους θέσεις. Είναι ορατό ότι η απαίτηση αυτή θα γενικευτεί, οπότε το μάθημα των Θρησκευτικών, ως θρησκειολογία, θα γίνει το εφαλτήριο των αιρετικών και παραθρησκευτικών ομάδων της Νέας Εποχής, αφού δεν θα υπάρχει το δικό του Ορθόδοξο στίγμα ως σημείο αναφοράς. Άλλωστε τραγικό είναι ότι θα κληθούν να διδάξουν τις πρακτικές και τα οράματα της Νέας Εποχής Ορθόδοξοι δάσκαλοι και Θεολόγοι, οι οποίοι θα τρέφουν την ψευδαίσθηση, ότι έτσι υπηρετούν τον πλουραλισμό και την ετερότητα… Μη γένοιτο.
***
Γίνεται κατανοητός ο παραλογισμός που βιώνουμε αυτές τις ημέρες: Από τη μια πλευρά η Δικαιοσύνη αποφαίνεται ομόφωνα και τελεσίδικα το αυτονόητο - ότι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί αρμόζει να διδάσκονται το Ορθόδοξο μάθημα - και από την άλλη μερικοί Θεολόγοι - προκειμένου να έχουν ερείσματα για την προώθηση ενός θρησκειολογικού μαθήματος - είτε σοφίζονται ότι οι εν λόγω μαθητές είναι δυνατόν να προβάλλουν λόγους θρησκευτικής συνείδησης έναντι του Ορθόδοξου μαθήματος, είτε ισχυρίζονται ότι το μάθημα - που διακρίνει τον Ιησού Χριστό ως τον Θεάνθρωπο και Σωτήρα του κόσμου - είναι κατηχητικό, αποκλειστικό, μονοφωνικό, οπότε στη σύγχρονη «πολυπολιτισμική», λογική αρμόζει ν’ αποκτήσει άλλον προσανατολισμό, που να ταιριάζει στο σεβασμό της ετερότητας και στη βιωματική διδασκαλία των άλλων θρησκειών.
Ας προβληματιστούν οι αγαπητοί συνάδελφοι, με αφορμή το παράδειγμα του Σύρου Ναιμάν: Ο Θεός ευεργέτησε τον αλλοεθνή και αλλόδοξο Ναιμάν και φυσικά σεβάστηκε απόλυτα την ελευθερία του να σκεφτεί το ποιος είναι ο αληθινός Θεός. Ο δε Ναιμάν, βιώνοντας, με φυσικό τρόπο, την ευεργεσία του Θεού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αρμόζει σ’ Αυτόν η αποκλειστική λατρεία. Άραγε, έγινε μισαλλόδοξος ή μονοφωνικός, επειδή διέκρινε ότι είναι αμαρτία και μόνο που θα παρευρεθεί στο ναό του Ρεμμάν, αναγκαστικά ως υπηρέτης του βασιλιά; Σύμφωνα με τη λογική των συντακτών του Νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου, δεν πρέπει να προβάλλεται μια θρησκεία, γιατί είναι δηλωτικό μονοφωνίας…
Όμως η αποκλειστική λατρεία του Τριαδικού Θεού - όπως άλλωστε το γνωρίζουν οι εν λόγω συντάκτες - δε σχετίζεται με τη μισαλλοδοξία, τη μονοφωνία ή τη μεροληψία, αλλά με το γεγονός της μοναδικότητας της ίδιας της θεϊκής Του φύσεως, όπως αποκαλύφθηκε ιστορικά διά του ενανθρωπήσαντος και εκ νεκρών αναστάντος Ιησού Χριστού. Αυτός απέδειξε ότι είναι ο μοναδικός Θεάνθρωπος και Σωτήρας του κόσμου. Η αλήθεια αυτή αφορά το πρόσωπο Εκείνου, και βέβαια δεν μπορεί από κανέναν ν’ ακυρωθεί. Όταν, λοιπόν, διαστρέφεται η αλήθεια, αποδεικνύεται ότι ο στόχος δεν είναι ο σεβασμός της ετερότητας, αλλά το πρόσωπο του Χριστού να πάψει να θεωρείται μοναδικό, ενώ αυτό το ανοσιούργημα ενδύεται τον μανδύα της σύγχρονης παιδαγωγικής σκέψης. Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου…
***
Είναι φοβερό, οι εγκύκλιοι που προέβλεπαν την απαλλαγή Ορθόδοξων μαθητών από το μάθημα των Θρησκευτικών για λόγους συνειδήσεως πόσο ευτελισμό του μαθήματος προκάλεσαν πανελληνίως, αλλά και των μαθητών και των γονέων τους, οι οποίοι όντας Χριστιανοί Ορθόδοξοι κατάντησαν για μια φθηνή, πρόσκαιρη εξυπηρέτηση να υπογράψουν ψευδώς ότι έχουν λόγους συνειδήσεως με το Ορθόδοξο μάθημα. Πόσα σοφίσματα επιστρατεύθηκαν, για να μη γίνει η προσφυγή στη Δικαιοσύνη, πόση αναστάτωση δημιούργησε το εν λόγω Πρόγραμμα Σπουδών, πόσοι Επίσκοποι, ιερείς, μοναχοί, Πανεπιστημιακοί καθηγητές και Θεολόγοι καθηγητές, πόσοι Δικαστικοί, ακόμη και Βουλευτές ζήτησαν την απόσυρσή του… Κι όμως, στην πρόσφατη εγκύκλιο, πάλι δίνεται η δυνατότητα απαλλαγής για λόγους θρησκευτικής συνειδήσεως, πάλι αφήνεται το παράθυρο για τη μετατροπή του Ορθόδοξου μαθήματος σε θρησκειολογικό. Είναι πασιφανές, ότι παρανόμως και εκ προμελέτης, αγνοείται η απόφαση 115/2012 του Διοικητικού Εφετείου Χανίων ή διαδίδεται το ψεύδος, πως αυτή ισχύει μόνο για τα Χανιά, ακριβώς επειδή επιδιώκεται η μη επίλυση του θέματος υπέρ του Ορθόδοξου μαθήματος.
Είναι ανόητο και παραπλανητικό το επιχείρημα, ότι «η κατήχηση είναι ευθύνη της Εκκλησίας και όχι της Πολιτείας, γι’ αυτό παρέχεται από ιερείς και όχι από επιστήμονες της Θεολογίας». Κατ’ αρχήν, η ευθύνη της Πολιτείας να διδάσκεται ο Ορθόδοξος μαθητής το Ορθόδοξο μάθημα, δεν αφορά την κατήχηση, αλλά το διεθνώς αναγνωρισμένο δικαίωμα των γονέων να εξασφαλίζουν τη μόρφωση, διαπαιδαγώγηση και εκπαίδευση των τέκνων τους σύμφωνα με τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές τους πεποιθήσεις.[16]
Έπειτα, από πού προκύπτει, ότι όσοι είναι ιερείς της Εκκλησίας δεν είναι επιστήμονες της Θεολογίας ή ότι οι επιστήμονες της Θεολογίας δεν αρμόζει να είναι ιερείς της Εκκλησίας; Και εν τέλει ποιοι είναι οι «επιστήμονες της Θεολογίας»; Οι πτυχιούχοι των Θεολογικών σχολών; Οι Μαθητές του Κυρίου μας, οι άγιοι ασκητές και μάρτυρες, οι θεοφόροι Πατέρες «τα μυρίπνοα άνθη του παραδείσου, τα πάγχρυσα στόματα του Λόγου»[17] που μας παρέδωσαν το μυστήριο της Θεολογίας δεν είναι οι κατ’ εξοχήν επιστήμονες της Θεολογίας;
Έχουμε ευθύνη και φυσικά είναι ανακόλουθο αν αποδεχτούμε, ότι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί μαθητές άλλη διδασκαλία θα διδάσκονται την ώρα των Θρησκευτικών στο σχολείο και άλλη από την Εκκλησία τους, γιατί εμείς οι Θεολόγοι είμαστε υπάλληλοι του Υπουργείου Παιδείας. Πώς είναι αποδεκτό εμείς, που μας γέννησε η Εκκλησία διά των αγίων Μυστηρίων της, να διδάσκουμε άλλες διδασκαλίες, ξένες προς Εκείνον, που έγινε σαν κι εμάς, για να γίνουμε κι εμείς σαν κι Αυτόν;
Πώς είναι δυνατόν, να μην αξιολογούμε την ύψιστη τιμή της καθομοίωσης μ’ Εκείνον και να υποτιμούμε το ύψιστο δώρημα, φθάνοντας να υπολογίζουμε, ποιο κόμμα θα βγει στην εξουσία - ώστε να προσανατολίσουμε το μάθημα ανάλογα - με το ψευδοεπιχείρημα ότι αλλιώς θα το χάσουμε; Αλήθεια, είναι άλλο το πρόσωπο και η διδασκαλία του Κυρίου μας αν βγει το α΄ ή β΄ κόμμα; Ποιος μας ζωοποιεί; Ποιος συντηρεί τα σύμπαντα; Ποιος φωτίζει και αγιάζει τον κόσμο; Είναι το μάθημα δικό μας; …
Στην Κρήτη έχουμε την εξαιρετική ευλογία, να φυλάσσεται η Τιμία Κάρα του αγίου Αποστόλου Τίτου, πρώτου Επισκόπου Κρήτης, στον ομώνυμο ναό του στο Ηράκλειο. Σκέπτομαι και ρωτώ τον Άγιο: Αλήθεια, όταν ήρθες στην Κρήτη, σ’ ένα χώρο Εθνικών, μια τέτοια συμπεριφορά Χριστιανών ευλόγησες και μάλιστα Θεολόγων Καθηγητών; Την ίδια ερώτηση απευθύνω, στον Απόστολο των Εθνών Παύλο, στους Ευαγγελιστές Λουκά και Ιωάννη το Θεολόγο, στον Απόστολο Ανδρέα τον Πρωτόκλητο, στον Τιμόθεο και τον Σίλα, που μόχθησαν για να μεταδώσουν το ευαγγέλιο του Χριστού στην Ελλάδα. Την ίδια ερώτηση σκέπτομαι για τον εαυτό μου, κι αν θέλετε σκεφτείτε κι εσείς στα μύχια της ψυχής σας, ενώπιον του καρδιογνώστη Κυρίου μας, στην κρίση του οποίου θα καταλήξουμε…
Νιώθω, πώς αν μας έστελνε μια επιστολή ο Απόστολος Παύλος, θα μας έγραφε:


«Θαυμάζω ὅτι οὕτω ταχέως μετατίθεσθε ἀπὸ τοῦ καλέσαντος ὑμᾶς ἐν χάριτι Χριστοῦ εἰς ἕτερον εὐαγγέλιον, ὃ οὐκ ἔστιν ἄλλο, εἰ μή τινές εἰσιν οἱ ταράσσοντες ὑμᾶς καὶ θέλοντες μεταστρέψαι τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ». Γλ 1, 6-7
«῏Ω ἀνόητοι Γαλάται, τίς ὑμᾶς ἐβάσκανε τῇ ἀληθείᾳ μὴ πείθεσθαι, οἷς κατ᾿ ὀφθαλμοὺς ᾿Ιησοῦς Χριστὸς προεγράφη ἐν ὑμῖν ἐσταυρωμένος; οὕτως ἀνόητοί ἐστε; ἐναρξάμενοι πνεύματι νῦν σαρκὶ ἐπιτελεῖσθε; τοσαῦτα ἐπάθετε εἰκῇ; εἴ γε καὶ εἰκῇ». Γλ 3, 1-4


Απορώ, πώς τόσο γρήγορα απομακρύνεστε από το Θεό, που σας κάλεσε με τη Χάρη του Χριστού, κι ακολουθείτε ένα άλλο ευαγγέλιο! Δεν υπάρχει όμως άλλο ευαγγέλιο. Υπάρχουν μόνο μερικοί που σας αναστατώνουν και θέλουν να διαστρεβλώσουν το ευαγγέλιο του Χριστού.
Ανόητοι Γαλάτες, ποιος σας μάτιασε και δεν πιστεύετε στην αλήθεια, εσείς, μπροστά στα μάτια των οποίων ζωγράφισα με το κήρυγμά μου τόσο ζωντανά τον Ιησού Χριστό σταυρωμένο;… Τόσο ανόητοι είστε! Αρχίσατε με την εμπειρία του Αγίου Πνεύματος. Πώς τώρα καταλήγετε να εμπιστεύεστε σ’ ανθρώπινες δυνάμεις; Όλες οι εμπειρίες σας πήγαν χαμένες; Ελπίζω να μην πήγαν χαμένες.
***
Ποια τέλος πάντων αρμόζει να είναι τα χαρακτηριστικά του Ορθόδοξου μαθήματος στο σχολείο του σήμερα; Η ύλη έχει καθοριστεί από τα Αναλυτικά Προγράμματα του Υπουργείου Παιδείας για το Δημοτικό, το Γυμνάσιο και το Λύκειο και ισχύει. Αυτό που θεωρούμε σημαντικό, είναι στα νέα βιβλία να περιοριστεί η ανάλυση εκάστου θέματος στα πλέον ουσιώδη σημεία, τα οποία να παρουσιάζονται συνοπτικά. Η ανάλυση να συνοδεύεται με οπτικοακουστικό υλικό και προτάσεις δραστηριοτήτων. Να υπάρχει χώρος και χρόνος οι μαθητές κατά τη διάρκεια του μαθήματος να εκφράζουν τον δικό τους προβληματισμό, να ερευνούν, να εμβαθύνουν και να μην χάνονται στο πλήθος των πληροφοριών.
Υπό την σκιά του Νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου, αναγκαζόμαστε να τονίσουμε τα αυτονόητα: Το μάθημα των Θρησκευτικών καλείται να έχει Ορθόδοξο προσανατολισμό - συμβατό με τα δόγματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας - και να μην συσκοτίζει τη διάκριση της αλήθειας, χάριν του ψευτοσεβασμού της ετερότητας. Να είναι ανοικτό στην τέχνη, στην επιστημονική και τεχνολογική πληροφόρηση, να στηρίζει τις ανθρώπινες αξίες, να διαφυλάσσει και να προάγει τον πολιτισμό. Να αφήνει επαρκή χώρο στην αντικειμενική αναφορά των θρησκευμάτων, χωρίς να μετατρέπεται σε χώρο φιλοξενίας των πρακτικών τους. Να σέβεται απολύτως, το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας των μη Ορθοδόξων και αλλοθρήσκων το οποίο, άλλωστε, είναι αναγνωρισμένο από διεθνείς συμβάσεις.
___________________
[1] Εξοδος 6, 6-7 «βάδιζε, εἰπὸν τοῖς υἱοῖς ᾿Ισραὴλ λέγων· ἐγὼ Κύριος καὶ ἐξάξω ὑμᾶς ἀπὸ τῆς δυναστείας τῶν Αἰγυπτίων καὶ ρύσομαι ὑμᾶς ἐκ τῆς δουλείας καὶ λυτρώσομαι ὑμᾶς ἐν βραχίονι ὑψηλῷ καὶ κρίσει μεγάλῃ 7 καὶ λήψομαι ἐμαυτῷ ὑμᾶς λαὸν ἐμοὶ καὶ ἔσομαι ὑμῶν Θεός, καὶ γνώσεσθε ὅτι ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν ὁ ἐξαγαγὼν ὑμᾶς ἐκ τῆς καταδυναστείας τῶν Αἰγυπτίων».
[2] Εξοδος 20, 1-5 «Καὶ ἐλάλησε Κύριος πάντας τοὺς λόγους τούτους λέγων· 2 ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, ὅστις ἐξήγαγόν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας. 3 οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ. 4 οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς. 5 οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς, οὐδὲ μὴ λατρεύσεις αὐτοῖς· ἐγὼ γάρ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου»
[3] Ψαλμ. 95, 5 «ὅτι πάντες οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν δαιμόνια, ὁ δὲ Κύριος τοὺς οὐρανοὺς ἐποίησεν».
Ψαλμ. 113, 10 – 16 «μήποτε εἴπωσι τὰ ἔθνη· ποῦ ἐστιν ὁ Θεὸς αὐτῶν; 11 ὁ δὲ Θεὸς ἡμῶν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ πάντα, ὅσα ἠθέλησεν, ἐποίησε. 12 τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν, ἀργύριον καὶ χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων· 13 στόμα ἔχουσι, καὶ οὐ λαλήσουσιν, ὀφθαλμοὺς ἔχουσι, καὶ οὐκ ὄψονται, 14 ὦτα ἔχουσι, καὶ οὐκ ἀκούσονται, ρῖνας ἔχουσι, καὶ οὐκ ὀσφρανθήσονται, 15 χεῖρας ἔχουσι, καὶ οὐ ψηλαφήσουσι, πόδας ἔχουσι καὶ οὐ περιπατήσουσιν, οὐ φωνήσουσιν ἐν τῷ λάρυγγι αὐτῶν. 16 ὅμοιοι αὐτοῖς γένοιντο οἱ ποιοῦντες αὐτὰ καὶ πάντες οἱ πεποιθότες ἐπ᾿ αὐτοῖς».
[4] Ρωμ. 1, 21-23 «ἐσκοτίσθη ἡ ἀσύνετος αὐτῶν καρδία· 22 φάσκοντες εἶναι σοφοὶ ἐμωράνθησαν, 23 καὶ ἤλλαξαν τὴν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ἐν ὁμοιώματι εἰκόνος φθαρτοῦ ἀνθρώπου καὶ πετεινῶν καὶ τετραπόδων καὶ ἑρπετῶν».
[5] Α΄ Κορ. 10, 14 και 20 «ἀγαπητοί μου, φεύγετε ἀπὸ τῆς εἰδωλολατρίας… ἃ θύει τὰ ἔθνη, δαιμονίοις θύει καὶ οὐ Θεῷ· οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς κοινωνοὺς τῶν δαιμονίων γίνεσθαι».
[6] Δ΄ Βασιλειών 5, 15 - 18 «καὶ ἐπέστρεψε πρὸς ῾Ελισαιὲ αὐτὸς καὶ πᾶσα ἡ παρεμβολὴ αὐτοῦ, καὶ ἦλθε καὶ ἔστη ἐνώπιον αὐτοῦ καὶ εἶπεν· ἰδοὺ δὴ ἔγνωκα ὅτι οὐκ ἔστι Θεὸς ἐν πάσῃ τῇ γῇ, ὅτι ἀλλ᾿ ἢ ἐν τῷ ᾿Ισραήλ· καὶ νῦν λαβὲ τὴν εὐλογίαν παρὰ τοῦ δούλου σου. 16 καὶ εἶπεν ῾Ελισαιέ· ζῇ Κύριος, ᾧ παρέστην ἐνώπιον αὐτοῦ, εἰ λήψομαι· καὶ παρεβιάσατο αὐτὸν λαβεῖν, καὶ ἠπείθησε. 17 καὶ εἶπε Ναιμάν· καὶ εἰ μή, δοθήτω δὴ τῷ δούλῳ σου γόμος ζεῦγος ἡμιόνων, ὅτι οὐ ποιήσει ἔτι ὁ δοῦλός σου ὁλοκαύτωμα καὶ θυσίασμα θεοῖς ἑτέροις, ἀλλ᾿ ἢ τῷ Κυρίῳ μόνῳ· 18 καὶ ἱλάσεται Κύριος τῷ δούλῳ σου ἐν τῷ εἰσπορεύεσθαι τὸν κύριόν μου εἰς οἶκον Ρεμμὰν προσκυνῆσαι ἐκεῖ καὶ αὐτὸς ἐπαναπαύσεται ἐπὶ τῆς χειρός μου καὶ προσκυνήσω ἐν οἴκῳ Ρεμμὰν ἐν τῷ προσκυνεῖν αὐτὸν ἐν οἴκῳ Ρεμμάν, καὶ ἱλάσεται δὴ Κύριος τῷ δούλῳ σου ἐν τῷ λόγῳ τούτῳ».
[7] Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου Αθήνα 2011. σ. 48
[8] Ο.π. σ. 38, 42, 89
[9] Ο.π. σ. 76
[10] Ο.π. σ. 37, 44, 49
[11] Ο.π. σ. 57
[12] Ο.π. σ. 91
[13] Ο.π. σ. 32
[14] Ο.π. σ. 36, 41, 59
[15] Αλίκη Μπέηλυ, Τα προβλήματα της ανθρωπότητος, κεφ. Στ΄ Το πρόβλημα των Εκκλησιών, σ. 190, 205-206 κ.α.
[16] Άρθρο 13 §1 και 16§2 του Συντάγματος / Διεθνής Σύμβαση της Ρώμης 4ης Νοεμβρίου 1950 / Άρθρο 2 του 1ου Πρόσθετου Πρωτόκολλου ΕΣΔΑ / Άρθρο 18 §4 ΔΣΑΠΔ
[17] Ποίημα του Γεωργίου Νικομηδείας, Ψάλλεται σε ήχο πλάγιο του τετάρτου την Κυριακή των Αγίων και Θεοφόρων 318 Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου

Το μέλλον της Ορθόδοξης Χριστιανικής Παιδείας στα ελληνικά σχολεία

αναρτήθηκε στις 10 Δεκ 2013, 12:57 π.μ. από το χρήστη Lweb Διαδικτυακές Λύσεις   [ ενημερώθηκε 19 Δεκ 2013, 1:39 π.μ.από Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων ]

Πρόλογος

Κατά τό διάστημα ἀπό Ἰούλιο τοῦ ἔτους 2008 μέχρι σήμερα, ἐξ ἀφορμῆς
τῶν γνωστῶν τριῶν ἐγκυκλίων τοῦ ΥΠ.Ε.Π.Θ. περί ἀπαλλαγῆς ἀπό τό μάθημα
τῶν θρησκευτικῶν, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ δύο πρῶτες περιεῖχαν ἀσάφειες, πολλά
ἐγράφησαν ἀπό διαφόρους στά ἔντυπα καί στά ἡλεκτρονικά μέσα ἐνημερώσεως
περί τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν στά ἑλληνικά κρατικά σχολεῖα. Πολλά
ἐγράφησαν ἀπό διαφόρους, εἰδικούς καί μή, ἄλλα εὔστοχα καί ἄλλα ἐκτός τόπου
καί χρόνου, ὅπως εἶχαν γραφεῖ ἀρκετά καί πρό τοῦ ὡς ἄνω χρονικοῦ σημείου. Μέ
ὅσα ἀκολουθοῦν, ἐπιθυμοῦμε νά ἀναλύσουμε τήν κατάσταση ὅπως εἶναι καί ὄχι
ὅπως θέλησαν κάποιοι νά τήν παρουσιάσουν.
Ὅπου διαπιστώνουμε, ὅτι ἡ ἐφαρμογή κάποιας προτάσεως κάποιου
ἀρθρογράφου συνεπάγεται κινδύνους, βεβαίως καί δέν ὑπονοοῦμε ὅτι ὁ
εἰσηγητής διετύπωσε τήν πρόταση αὐτή ἐν γνώσει τῶν κινδύνων αὐτῶν.
Θεωροῦμε ἑπομένως ὅλες τίς προτάσεις ὡς καλόπιστα διατυπωμένες, μολονότι
πολλές ἀπό αὐτές εἶναι μή ἐφαρμόσιμες. Ἐπιθυμοῦμε προκαταβολικά νά
τονίσουμε κάτι τό ὁποῖο θά γίνει ἄμεσα ἀντιληπτό ἀπό τήν μελέτη τοῦ κειμένου
μας: δέν πολεμοῦμε πρόσωπα, ἀνασκευάζουμε ἐσφαλμένες ἰδέες.
Εὐχαριστοῦμε ὅλους ὅσους μᾶς παρότρυναν καί μᾶς ἐνθάρρυναν νά
γράψουμε γιά τό θέμα αὐτό. Εὐχαριστοῦμε καί ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι,
μολονότι δέν θέλησαν νά ἀναφερθοῦν τἀ ὀνόματά τους, συνέβαλαν στή
συγγραφή αὐτῆς τῆς μελέτης παραθέτοντάς μας στοιχεῖα καί ἀπόψεις:
συναδέλφους, θεολόγους καί μή, γονεῖς, χριστιανούς καί μή, καί μαθητές, στούς
ὁποίους καί τήν ἀφιερώνουμε μέ ὅλη τήν ἐν Χριστῷ ἀγάπη.



Α΄) Ποῦ ἔγκειται τό ὅλο πρόβλημα

Ἀπό ὅλη αὐτήν τήν ἀρθρογραφία, εἰδικῶν, «εἰδικῶν» καί μή εἰδικῶν,
συνάγεται τό συμπέρασμα, ὅτι δέν ἀρκεῖ ἡ ἀγάπη τήν ὁποία ἀπολαμβάνει τό
ὀρθόδοξο χριστιανικό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν καί ἡ ἐκτίμηση τήν ὁποία
χαίρει ὁ θεολόγος καθηγητής ἐντός τῆς σχολικῆς κοινότητας ἀπό γονεῖς,
συναδέλφους, μαθητές, χριστιανούς καί μή. Τό πόσο ἐκτιμᾶ ἡ σχολική κοινότητα
τόσο τήν προσφορά τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν ὅσο καί τό πρόσωπο τοῦ
θεολόγου καθηγητῆ, τό ἔχουμε βιώσει διδάσκοντες ἐπί εἴκοσι σχολικά ἔτη σέ
ἰσάριθμα σχολεῖα δευτεροβάθμιας ἐκπαιδεύσεως, γυμνάσια καί λύκεια. Κι ὅμως
αὐτό δέν ἀρκεῖ, πρέπει νά πεισθοῦν καί κάποιοι ἐξωσχολικοί, καί ἐννοοῦμε 2
ἐξωσχολικούς ὅσους βρίσκονται ἐκτός σχολείου ἀνεξαρτήτως τοῦ τίτλου τόν
ὁποῖον φέρουν ἤ ἔφεραν στό παρελθόν καί οἱ ὁποῖοι κατά περιόδους τριῶν –
τεσσάρων ἐτῶν ἀντιδροῦν καί ζητοῦν εἴτε τήν ἀπαγόρευση τοῦ μαθήματός μας1,
εἴτε τήν βαθμιαία συρρίκνωσή του, εἴτε τήν ἐξουδετέρωσή του διά τῆς
μετατροπῆς του σέ κάτι ἄλλο ἀπό ὀρθόδοξο χριστιανικό.
Τό πρόβλημα εἶναι τεχνητό, δέν προέρχεται μέσα ἀπό τά σχολεῖα, ὅπου
ποτέ δέν ὑπῆρξε προβληματισμός γιά τό μάθημα αὐτό. Προέρχεται ἀπό καθαρά
ἐξωσχολικούς παράγοντες. Τό τεχνητό αὐτό πρόβλημα εἶναι καθαρά
ἐνδοελληνικό2
. Κάποιοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀρθρογραφήσει περί τό θέμα κατά τούς
τελευταίους μῆνες, προφασίζονται ὅτι οἱ ἀλλοδαποί ἑτερόθρησκοι μαθητές οἱ
ὁποῖοι φοιτοῦν στά ἑλληνικά σχολεῖα ἀποτελοῦν αἰτία γιά τήν κατά τήν κατά
ὁποιοδήποτε τρόπο πλήρη ἀλλαγή τῆς φύσεως τοῦ μαθήματός μας. Ἀτράνταχτη
ἀπόδειξη ὅτι οἱ ἀλλοδαποί ἑτερόθρησκοι μαθητές ἀποτελοῦν ἁπλῆ πρόφαση γιά
ὁρισμένους ἡμεδαπούς πολεμίους τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, εἶναι τό ὅτι
κανένας ἑτερόθρησκος ἀλλοδαπός, γονέας ἤ ὁτιδήποτε ἄλλο, δέν ἀρθρογράφησε
γιά τό θέμα αὐτό.
Ἀκόμη μία ἀπόδειξη γιά τό ὅτι ἡ ὕπαρξη ἑτεροδόξων καί ἑτεροθρήσκων
μαθητῶν εἶναι ἕνα ἁπλό πρόσχημα τό ὁποῖο προβάλλεται ἀπό ὁρισμένους ὥστε
νά ζητήσουν τήν ἀπαγόρευση τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανικοῦ μαθήματος
θρησκευτικῶν στήν Ἑλλάδα εἶναι καί τό ἀδιαμφισβήτητο γεγονός τό ὁποῖο ἔχει
ἤδη ἐπισημανθεῖ: ὅτι καμμία χώρα στόν κόσμο δέν μετέβαλε τό ἐκπαιδευτικό
σύστημα τῶν δικῶν της παιδιῶν ἐπειδή δέχθηκε στά σχολεῖα της παιδιά
Ἑλλήνων ἤ τῶν ὁποιονδήποτε ἄλλων ὀρθοδόξων χριστιανῶν ἤ ἐν γένει τῶν
ὁποιονδήποτε ἄλλων ἀλλοδαπῶν ἐργαζομένων. Ἀποτελεῖ δέ ὁ σχετικός μέ τό
μάθημα τῶν θρησκευτικῶν θόρυβος συνέχεια τῶν γνωστῶν ἐπιθέσεων τίς ὁποῖες
κατά καιρούς ὑφίσταται τό ὀρθόδοξο χριστιανικό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν
στήν Ἑλλάδα, ἰδιαίτερα δέ ἀπό τό 1962 μέχρι σήμερα.
Τό 1962 ἐπιχειρήθηκε
3
ὁλική ἀπαγόρευση ἤ σημαντική μείωση τῶν ὡρῶν
διδασκαλίας τῶν θρησκευτικῶν, διότι κατά τήν ἄποψη τοῦ τότε ὑπουργοῦ
παιδείας, «ἡ θρησκεία πιά σοκάρει τό λαό». Ὁ τότε ὑπουργός εἶχε ὁ ἴδιος
ἀποφασίσει γιά λογαριασμό τοῦ λαοῦ τί «σόκαρε» τόν λαό καί τί ὄχι. Οἱ τότε
φοιτητές θεολογίας μέ μαχητική διαδήλωση, ὅπου ὑπῆρξαν καί ἀρκετοί
τραυματίες, καί μέ πολλές ἄλλες ὁμοίως ἡρωικές ἐκδηλώσεις διαμαρτυρίας
διεκδίκησαν καί ἐπέτυχαν τή ματαίωση ἐκείνων τῶν ὀλεθρίων σχεδίων
4
.
Οἱ λοιπές ἐπιθέσεις εἰς βάρος τοῦ μαθήματος ἐπιχειρήθηκαν ὑπό
διάφορες προφάσεις, συνήθως ἐπειδή ἦταν ὑπό ἐξέλιξη κάποια ἀπό τίς
ἀλλεπάλληλες ἐκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις. Ἐξαίρεση ἀποτελεῖ ἡ περίπτωση
τῆς δικτατορίας τῶν συνταγματαρχῶν (1967-1974). Τό καθεστώς τῆς
δικτατορίας τῶν συνταγματαρχῶν, ἀκριβῶς ἐπειδή ἦταν παράνομο καί βίαιο,
δέν χρειαζόταν καμμία πρόφαση ὥστε νά αὐθαιρετήσει εἰς βάρος τῆς ὀρθόδοξης
χριστιανικῆς παιδείας. Ἁπλῶς, καί χωρίς δικαιολογίες, δέν διόρισε κανέναν, ἀπολύτως κανέναν, θεολόγο καθηγητή γιά ὅσο χρονικό διάστημα παρέμεινε στήν ἐξουσία, παρ΄ ὅλες τίς κενές θέσεις οἱ ὁποῖες ὑπῆρχαν τότε
στά σχολεῖα5
. Εἶναι φανερό, ὅτι ἡ δικτατορία ἐκείνη ἐπεδίωκε τήν πλήρη ἐξάλειψη τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς παιδείας ἀπό τά σχολεῖα τοῦ
ἑλληνικοῦ κράτους καί αὐτό τό σχέδιο θά συνέχιζε, ἐάν παρέμενε στήν
ἐξουσία.
Ἡ δυνατότητα ἀπαλλαγῆς τῶν ἑτεροδόξων χριστιανῶν καί τῶν
ἑτεροθρήσκων ἰσχύει στήν Ἑλλάδα ἀπό τό 1930, δυνατότητα τήν ὁποία δέν
ἐκμεταλλεύονται ὅλοι, διότι ὁρισμένοι ἀπό τούς ἑτεροδόξους χριστιανούς γονεῖς
καί μαθητές θεωροῦν ὅτι οἱ βασικές ἀλήθειες πίστεως εἶναι κοινές μεταξύ τους
καί μεταξύ μας, ὁρισμένοι δέ ἑτερόθρησκοι γονεῖς καί μαθητές θέλουν νά
ἐνημερώνονται γιά τήν ἐπικρατοῦσα θρησκεία τῆς χώρας ὅπου ζοῦν καί
ἐργάζονται. Παραμένουν ὅμως πιστοί στό δικό τους θρήσκευμα, διότι κανένας
δέν ἐπιχειρεῖ, δέν θέλει καί δέν μπορεῖ μέσῳ τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανικοῦ
μαθήματος θρησκευτικῶν νά τούς προσηλυτίσει στήν ὀρθοδοξία, ἀφοῦ οὔτε ἡ
Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ οὔτε τό ὀρθόδοξο χριστιανικό μάθημα
θρησκευτικῶν χρησιμοποιοῦν ὁποιοδήποτε μέσο ἐξαπατήσεως, δωροδοκίας ἤ
βίας, τά ὁποῖα θά ἦταν δυνατόν νά κάμψουν τή βούληση τοῦ ὁποιουδήποτε
ἀλλοθρήσκου, διότι οἱ μέθοδοι αὐτές εἶναι παντελῶς ξένες πρός τήν φύση τόσο
τῆς Ἐκκλησίας ὅσο καί τοῦ μαθήματος. Λειτουργεῖ ἑπομένως τό μάθημα ὡς μέσο τό ὁποῖο ἀναπτύσσει τήν
πίστη τῶν βεβαπτισμένων χριστιανῶν ἤ τῶν προτιθεμένων νά βαπτισθοῦν,
ἐνημερώνει δέ καί ὅσους μή χριστιανούς ἐπιθυμοῦν νά πληροφορηθοῦν τί εἶναι ἡ χριστιανική πίστη.

Β΄) Ἡ θρησκεία ὡς «προσωπικό δεδομένο»
Ὅσον ἀφορᾶ στό πολυθρύλητο ζήτημα τοῦ ἐάν καί κατά ποῖο τρόπο εἶναι
ἡ συμμετοχή σέ θρησκεία «προσωπικό δεδομένο» καί κατά πόσον πρέπει ἤ δέν
πρέπει νά παραμείνει αὐτό αὐστηρῶς καί ἀπολύτως ἀπόρρητο στοιχεῖο ἀπό
ὅλους, συμπεριλαμβανομένου καί τοῦ κράτους, παρατηροῦμε τά ἑξῆς:
α) Χρησιμοποιεῖται πάντοτε στίς γνωμοδοτήσεις τῶν ἀνεξαρτήτων ἀρχῶν
ὁ ὅρος «θρησκευτικές πεποιθήσεις».
β) Ἡ ὁποιαδήποτε «πεποίθηση», εἴτε εἶναι αὐτή γνώμη γενικῶς περί
ὁποιουδήποτε ζητήματος, εἴτε εἶναι ὁ βαθμός καί ἡ ποιότητα τῆς θρησκευτικῆς
πίστεως
6
, εἴτε εἶναι γνῶμες τοῦ ὁποιουδήποτε προσώπου περί θρησκείας, ἐπειδή
ἀποτελοῦν μέρος τοῦ ἐσωτερικοῦ του κόσμου, γιά τόν ὁποῖο μερικές φορές ἀκόμη
καί τό ἴδιο τό πρόσωπο δέν εἶναι βέβαιο, δέν εἶναι δυνατόν νά ἐλέγχονται καί νά
ζητεῖται μάλιστα νά ἀναγράφονται καί σέ ὑπεύθυνες δηλώσεις
7
.
γ) Ἡ συμμετοχή σέ θρησκεία δέν εἶναι δυνατόν νά θεωρηθεῖ αὐστηρῶς
προσωπική «πεποίθηση» τοῦ καθενός ἀνθρώπου, διότι παγκοσμίως ὅλες
ἀνεξαιρέτως οἱ θρησκεῖες ἔχουν τό κοινό γνώρισμα τῆς δημόσιας λατρείας.
Κανένας πιστός καμμίας θρησκείας δέν προσέρχεται στούς τόπους λατρείας μέ
καλυμμένα τά χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου του. Οἱ λατρευτικές πράξεις διά
τῶν ὁποίων γίνεται δεκτό κάποιο παιδί σέ μία θρησκεία καταγράφονται στά
ἀρχεῖα τῶν ναῶν. Τό βάπτισμα τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν μαθητῶν μας ἔχει
γίνει δημόσια καί ἔχει καταγραφεῖ στά ἀρχεῖα τῆς Ἐκκλησίας, πῶς εἶναι λοιπόν
δυνατόν νά ἀποτελέσει αὐστηρῶς ἀπόρρητο «προσωπικό δεδομένο»;
δ) Ὁ δημόσιος χαρακτήρας τῆς λατρείας τῶν θρησκειῶν δέν ἀποτελεῖ
ἐπιλογή ἑνός ἑκάστου προσώπου. Οἱ θρησκεῖες εἶναι διαμορφωμένες ἐδῶ καί
αἰῶνες καί ὁ δημόσιος χαρακτήρας τῆς λατρείας τους ἀποτελεῖ ἀπαραίτητο
στοιχεῖο τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος μετέχει σέ αὐτές. Δέν εἶναι ἑπομένως
δυνατόν νά λέγει κάποιος ὅτι εἶναι χριστιανός καί νά μή θέλει νά μεταβεῖ ποτέ
στόν ἱερό ναό ὥστε νά μετάσχει στήν λειτουργική προσευχή, στήν θεία
εὐχαριστία καί στά λοιπά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας
8
.
ε) Ἡ ἀθρησκεία καί ἡ ἀθεΐα γίνονται ἀντιληπτές ἀπό τόν κοινωνικό
περίγυρο, δεδομένου ὅτι οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἔχουν τίς συνήθειες αὐτές δέν
μετέχουν σέ καμμία ἀπό τίς δημόσιες ἐκδηλώσεις λατρείας καμμίας θρησκείας.
Ἄρα καί αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ ἰδέες δέν εἶναι δυνατόν νά ἀποτελέσουν ἀπόρρητο
«προσωπικό δεδομένο».
στ) Πολλά καί διάφορα στοιχεῖα τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ἀποτελοῦν
«εὐαίσθητα προσωπικά δεδομένα», δέν εἶναι ὅμως ἀπόρρητα γιά τό κράτος,
ἀλλά εἶναι γνωστά στίς ἁρμόδιες κρατικές ὑπηρεσίες, οἱ ὁποῖες τά κρατοῦν
ἀπόρρητα ἀπό τρίτους, ἀκόμη καί ἀπό ἄλλες κρατικές ὑπηρεσίες. Τέτοια
δεδομένα εἶναι τό εἰσόδημα φυσικῶν καί νομικῶν προσώπων καθώς καί τό
ποινικό μητρῶο. Ἐάν τό πρῶτο ἀπό τά δύο αὐτά στοιχεῖα ἀποτελέσει ἀπόρρητο
προσωπικό δεδομένο ἀκόμη καί γιά τίς Δημόσιες Οἰκονομικές Ὑπηρεσίες, τό δέ
δεύτερο ἀποτελέσει ἀπόρρητο προσωπικό δεδομένο ἀκόμη καί γιά τό Ὑπουργεῖο
Δικαιοσύνης, τότε καταλύεται τό κράτος καί παύει νά ὑπάρχει λόγῳ
«εὐαίσθητων προσωπικῶν δεδομένων».
ζ) Αὐστηρῶς προσωπικό καί ἀπόρρητο δεδομένο εἶναι π.χ. ἡ ψῆφος ἑνός
ἑκάστου ἀνθρώπου κατά τίς ἐκλογές. Οἱ ἐκλογές ὅμως διεξάγονται μέ ἀπόλυτα
μυστική ψηφοφορία καί ὁ κάθε ψηφοφόρος εἰσέρχεται σέ παραπέτασμα (κοινῶς
παραβάν), ὥστε νά ἐπιλέξει τό ψηφοδέλτιο τό ὁποῖο προτιμᾶ. Εἶναι ἑπομένως
τελείως ἄτοπη ἡ σύγκριση τῆς συμμετοχῆς σέ θρησκεία μέ τήν διαδικασία τῶν
ἐκλογῶν.
η) Ἡ συμμετοχή ἑνός ἑκάστου προσώπου σέ ὁποιαδήποτε θρησκεία ἤ ἡ μή
συμμετοχή του σέ θρησκεία, ἐπειδή, ὅπως ἀποδείξαμε, δέν εἶναι δυνατόν νά
θεωρηθεῖ αὐστηρῶς προσωπικό καί ἀπόρρητο δεδομένο, εἶναι δυνατόν νά
δηλωθεῖ στά σχολεῖα ὅπου φοιτοῦν οἱ μαθητές. Παρ΄ ὅλα αὐτά, καί μολονότι δέν
ἀποτελεῖ αὐστηρῶς προσωπικό καί ἀπόρρητο δεδομένο, εἶναι δυνατό καί νά
κρατηθεῖ ἀπόρρητη στά ἀρχεῖα τῶν σχολείων, ὅπως κρατεῖται ἀπόρρητο ἀπό
τρίτους τό εἰσόδημα ἤ τό ποινικό μητρῶο τά ὁποῖα ὅπως εἴπαμε ἀνωτέρω, εἶναι
ἀπό τή φύση τους «προσωπικά» καί ἀπόρρητα ἐνῷ ἡ συμμετοχή σέ θρησκεία
ἀπό τή φύση της δέν εἶναι.
θ) Ἄδικο θά σήμαιναν τυχόν διακρίσεις εἰς βάρος προσώπου λόγῳ τῆς
θρησκείας στήν ὁποία αὐτό μετέχει. Τέτοιου εἴδους διακρίσεις δέν συμβαίνουν
στό ἑλληνικό σχολεῖο καί στό ἑλληνικό κράτος, μολονότι τό θρήσκευμα
διαφαίνεται ἀπό πλεῖστα ὅσα ἄλλα χαρακτηριστικά, ὅπως ἡ καταγωγή, τό ὄνομα,
ἡ ἔνδυση, ἡ διατροφή τοῦ ἀνθρώπου. Τυχόν ἐμμονή ἀπό μέρους τοῦ κράτους στό
ζήτημα τῆς μή δηλώσεως τοῦ θρησκεύματος εἶναι δυνατόν νά ἑρμηνευθεῖ ὡς
ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης τοῦ κράτους πρός ἑαυτό. Πῶς ὅμως θά ἦταν δυνατόν νά
συμβοῦν θρησκευτικές διακρίσεις σέ κράτος δημοκρατικό ὅπου δέν συμβαίνουν
π.χ. διακρίσεις γιά οἰκονομικούς λόγους, φυλετικούς λόγους, ἤ λόγους
κοινωνικῆς θέσεως;
ι) Τυχόν ἐμμονή τοῦ ὁποιουδήποτε κράτους στόν δῆθεν ἀπόρρητο
χαρακτήρα τῆς θρησκείας, μολονότι ἡ φύση τοῦ παγκοσμίου φαινομένου τῆς
θρησκείας δέν δικαιώνει τέτοια ἰδέα, θά θεωρηθεῖ ὅτι ἀποτελεῖ παρέμβαση στόν
ἤδη διαμορφωμένο τρόπο λειτουργίας ὅλων τῶν θρησκειῶν. Εἶναι δηλαδή
δυνατόν νά θεωρηθεῖ κρατική αὐθαιρεσία εἰς βάρος τῶν θρησκειῶν καί
ἐπανεισαγωγή τῆς περιβόητης ἀρχῆς cujus regio ejus religio9
. Θά εἶναι ἑπομένως
σάν νά λέγει τό ὁποιοδήποτε κράτος τό ὁποῖο ἐμμένει στήν ἄσχετη πρός τή φύση
τῶν θρησκειῶν αὐτή θεωρία: «ἀνεξάρτητα ἀπό τό πῶς οἱ θρησκεῖες ἀπό τή
φύση τους λειτουργοῦν, ἐγώ θέλω καί ἐπιβάλλω νά λειτουργοῦν στήν ἐπικράτειά μου ἔχοντας αὐτόν καί μόνο τόν ἀπόρρητο προσωπικό χαρακτήρα
τόν ὁποῖο ἔχω ἐγώ ἀποφασίσει.»

Γ΄) Τό σύνταγμα τῆς Ἑλλάδας καί ἡ θρησκευτική παιδεία
στά κρατικά σχολεῖα

Διατυπώθηκε ἀπό συνδικαλιστές τῆς δευτεροβάθμιας ἐκπαιδεύσεως ὁ
ἑξῆς ἀβάσιμος ἰσχυρισμός: «ἡ διάταξη τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ Συντάγματος πού ἀναφέρεται στήν καλλιέργεια καί τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης δέν ὁδηγεῖ σέ ὑποχρέωση παροχῆς ἀπό τά σχολεῖα θρησκευτικῆς ἀγωγῆς προσανατολισμένης σέ συγκεκριμένο δόγμα ἤ θρήσκευμα. Κάτι τέτοιο εἶναι
ἔργο καί εὐθύνη τῆς οἰκογένειας καί τῆς Ἐκκλησίας, καί ὄχι τῆς Πολιτείας.
10
»
Εἴδαμε τόν ἰσχυρισμό τῶν κυρίων συναδέλφων συνδικαλιστῶν γιά τό τί
λέγει τό ἄρθρο 16 τοῦ συντάγματος τῆς Ἑλλάδος. Ἄς δοῦμε ὅμως καί τί ἀκριβῶς
λέγει τό ἴδιο τό σύνταγμα, ἄρθρο 16, παράγραφος 2: «Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και
υπεύθυνους πολίτες.»
Τό σύνταγμα εἶναι σαφέστατο, παρ΄ ὅλο ὅτι οἱ κοι συνάδελφοι δέν τό
πρόσεξαν. Ἀναφέρει «ανάπτυξη εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης», δέν
ἀναφέρει «δημιουργία», πολύ δέ περισσότερο δέν ἀναφέρει καί δέν εἶναι
δυνατόν νά ἀναφέρει «παραποίηση», «διαστρέβλωση» ἤ «βιασμό» τῆς
συνειδήσεως. Τόσο ἡ ἐθνική, ὅσο καί ἡ θρησκευτική συνείδηση ὑπάρχουν ἤδη,
τό παιδί εἶναι ἤδη Ἕλληνας καί τό γνωρίζει, εἶναι ἤδη χριστιανός ὀρθόδοξος
καί τό γνωρίζει καί ἡ βάσει τοῦ συντάγματος κρατική παιδεία, ἀποσκοπεῖ νά
ἀναπτύξει τήν συνείδησή του αὐτή, δέν τήν δημιουργεῖ.
Ἑπομένως, δέν εἶναι δυνατόν ὁ Ἕλληνας νά διαπαιδαγωγεῖται ἀπό τό
κράτος ὥστε νά ἀναπτύξει π.χ. βραζιλιανή ἤ ἰαπωνική ἐθνική συνείδηση, τήν
ὁποία δέν ἔχει. Δέν εἶναι δυνατόν ὁ χριστιανός ὀρθόδοξος νά διαπαιδαγωγεῖται ἔτσι ὥστε νά ἀναπτύξει βουδδιστική ἤ ἰνδουιστική
θρησκευτική συνείδηση, τήν ὁποίαν ἐπίσης δέν ἔχει, οὔτε νά ἐπιχειρεῖται νάρκωση τῆς θρησκευτικῆς του συνειδήσεως μέσῳ ἀπαγορεύσεως τοῦ
ὀρθοδόξου χριστιανικοῦ μαθήματος καί ἀντικαταστάσεώς του ἀπό
θρησκειολογικό ἤ ὁποιοδήποτε ἄλλο ἄσχετο μέ τήν θρησκευτική του
συνείδηση. Ὁ βαπτισμένος ἤ ὁ ἐπιθυμῶν νά βαπτισθεῖ χριστιανός ὀρθόδοξος
ἔχει ἤδη τήν ὀρθόδοξη χριστιανική θρησκευτική συνείδηση, ὅπως καί ὁ ἔχων
ἑλληνική ἰθαγένεια καί ἐθνικότητα ἔχει ἤδη τήν ἑλληνική ἐθνική συνείδηση καί
αὐτές καλλιεργεῖ ἡ βάσει τοῦ συντάγματος ἑλληνική παιδεία.
Ἀφοῦ οἱ κοι συντάκτες τοῦ ἐγγράφου ἰσχυρίσθηκαν ὅτι τό ἄρθρο τοῦ
συντάγματος «δέν ὁδηγεῖ σέ ὑποχρέωση παροχῆς ἀπό τά σχολεῖα θρησκευτικῆς ἀγωγῆς προσανατολισμένης σέ συγκεκριμένο δόγμα ἤ
θρήσκευμα», εἶναι ἀπορίας ἄξιο πῶς δέν ἰσχυρίσθηκαν καί ὅτι τό σύνταγμα
ὁμοίως δέν ὁδηγεῖ σέ ὑποχρέωση παροχῆς ἀγωγῆς προσανατολισμένης σέ
συγκεκριμένη ἐθνικότητα, ἀφοῦ δέν ἀναφέρει τήν ἑλληνική ἤ ὁποιαδήποτε ἄλλη!
Ἔτσι θά μποροῦσαν καί νά ἰσχυρισθοῦν, ὅτι ἡ παιδεία θά πρέπει καί νά εἶναι
ἐθνικά ἀποχρωματισμένη, σάν νά μήν ἀπευθύνεται σέ παιδιά τά ὁποῖα εἶναι ἤδη
Ἕλληνες.
Ἐάν τό ἑλληνικό κράτος παραβεῖ τήν διάταξη αὐτή τοῦ Συντάγματος, τότε
ἔχουμε σαφῶς παράνομη ἐνέργεια ἡ ὁποία προσβάλλεται στά δικαστήρια. Ἀκόμη
δέ καί ἄν, ἀπαλειφθεῖ ἡ ἐν λόγῳ παράγραφος ἀπό τό Σύνταγμα, τό δίκαιο τοῦ
γονέως δέν καταργεῖται, καί πάλι ἔχει ὁ γονέας τή δυνατότητα, προσφεύγοντας
στά ἑλληνικά ἤ στά διεθνῆ δικαστήρια, νά ἀπαιτήσει ἀπό τό κράτος γιά τό παιδί
του παιδεία σύμφωνη μέ τήν ἀπό αὐτόν ἐπιλεγμένη θρησκεία ἡ ὁποία ἀποτελεῖ
ὁδό διαμορφώσεως τῆς προσωπικότητας τοῦ παιδιοῦ του.
Ἡ συνταγματικότητα τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανικοῦ μαθήματος τῶν
θρησκευτικῶν ἔχει κατοχυρωθεῖ καί ἀπό τίς ἀποφάσεις 2256/1995 καί 2176/1998
τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Σύμφωνα μέ τήν πρώτη ἀπό αὐτές τίς ἀποφάσεις,
τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἶναι ὑποχρεωτικό γιά τούς ὀρθοδόξους
χριστιανούς μαθητές καί δέν παραβιάζεται ἡ θρησκευτική τους ἐλευθερία, διότι
δέν τούς μεταβάλλει κατά τίποτε τό θρησκευτικό τους πιστεύω
11
. Ἡ δεύτερη ἀπό
τίς ἀποφάσεις αὐτές ἀκυρώνει πράξη τοῦ ὑπουργοῦ παιδείας ἡ ὁποία μείωνε τίς
ὧρες διδασκαλίας τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν καί ὁρίζει ὅτι τό μάθημα
αὐτό πρέπει νά διδάσκεται σέ ἰκανό ἀριθμό ὡρῶν ἑβδομαδιαίως.
Αὐτή εἶναι ἡ νομιμοποιητική βάση τοῦ ζητήματος. Ἀναζήτηση «νέας
νομιμοποιητικῆς βάσεως» θά σημαίνει ἁπλῶς παράνομη καί ἄδικη ἐνέργεια, ἡ
ὁποία θά ἔχει ὡς ἐπακόλουθο σειρά δικαστικῶν προσφυγῶν.

Δ΄. Ἡ διεθνής σύμβαση γιά τά δικαιώματα τοῦ παιδιοῦ
ἀπαλλαγμένη ἀπό ἐσφαλμένες ἑρμηνεῖες

Οἱ ἴδιοι κοι συνάδελφοι συνδικαλιστές ἰσχυρίσθηκαν ὅτι «σύμφωνα μέ τή Διεθνῆ Σύμβαση γιά τά δικαιώματα τοῦ παιδιοῦ (ἄρθρο 14), τά κράτη – μεταξύ τῶν ὁποίων καί ἡ Ἑλλάδα – πού ἔχουν ἀποδεχτεῖ καί συνυπογράψει τή Διεθνῆ Σύμβαση «…σέβονται τό δικαίωμα τοῦ παιδιοῦ γιά ἐλευθερία σκέψης, συνείδησης καί θρησκείας», καί μάλιστα «…κατά τρόπο πού νά ἀνταποκρίνεται στήν ἀνάπτυξη τῶν ἰκανοτήτων του.» Ὅπως προσθέτουν
ἔγκριτοι νομικοί κύκλοι, ὁ ἀμυντικός χαρακτήρας τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ δέν ὑποχρεώνει τό κράτος μόνο σέ ἀποχή ἀπό κατηχητικούς ἐπηρεασμούς, ἀλλά ἐπιτρέπει καί μάλιστα ἐπιτάσσει τή δημιουργία νομικοῦ πλαισίου καί τή διαμόρφωση τῆς κοινωνικῆς πραγματικότητας πού καθιστοῦν δυνατή τήν ἄσκηση τῶν παραπάνω ἐλευθεριῶν. Ἐπιβάλλει, δηλαδή, τή λήψη θετικῶν
μέτρων ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ὄχι γιά τό σχηματισμό μιᾶς συγκεκριμένης συνείδησης ἀλλά ἀκριβῶς γιά τόν ἐλεύθερο σχηματισμό ὁποιασδήποτε συνείδησης. Συνάγεται, ἐπίσης, ἡ ὑποχρέωση τοῦ κράτους νά παρέχει τή δυνατότητα ἀπαλλαγῆς τοῦ παιδιοῦ ἀπό τή θρησκευτική ἐκπαίδευση, ὅταν
αὐτή ἔχει κατηχητικό καί ὄχι θρησκειολογικό χαρακτήρα καί περιεχόμενο.»12

Εἴδαμε τί πιστεύουν οἱ κύριοι πρώην πρόεδρος καί πρώην γενικός
γραμματέας τῆς Ο.Λ.Μ.Ε., ὅτι λέγει ἡ σύμβαση γιά τά δικαιώματα τοῦ παιδιοῦ.
Ἄς δοῦμε ὅμως καί τί λέγει ἡ ἴδια ἡ σύμβαση, ἄρθρο 14:
«1. Τά Συμβαλλόμενα Κράτη σέβονται τό δικαίωμα τοῦ παιδιοῦ γιά ἐλευθερία σκέψης, συνείδησης καί θρησκείας.
2. Τά Συμβαλλόμενα Κράτη σέβονται τό δικαίωμα καί τό καθῆκον τῶν γονέων ἤ, κατά περίπτωση, τῶν νομίμων ἐκπροσώπων τοῦ παιδιοῦ, νά τό καθοδηγήσουν στήν ἄσκηση τοῦ παραπάνω δικαιώματος κατά τρόπο πού νά ἀνταποκρίνεται στήν ἀνάπτυξη τῶν ἰκανοτήτων του.
3. Ἡ ἐλευθερία τῆς δήλωσης τῆς θρησκείας του ἤ τῶν πεποιθήσεών του μπορεῖ νά ὑπόκειται μόνο στούς περιορισμούς πού ὁρίζονται ἀπό τό νόμο καί πού εἶναι ἀναγκαῖοι γιά τή διαφύλαξη τῆς δημόσιας ἀσφάλειας, τῆς δημόσιας τάξης, τῆς δημόσιας ὑγείας καί τῶν δημοσίων ἠθῶν, ἤ τῶν ἐλευθεριῶν τῶν
θεμελιωδῶν δικαιωμάτων τῶν ἄλλων.»
Τό «δικαίωμα καί τό καθῆκον τῶν γονέων ἤ, κατά περίπτωση, τῶν νομίμων ἐκπροσώπων τοῦ παιδιοῦ, νά τό καθοδηγήσουν στήν ἄσκηση τοῦ
παραπάνω δικαιώματος (ἐλευθερίας σκέψης, συνείδησης καί θρησκείας)» δέν
ἀναφέρθηκε ἀπό τούς κους συναδέλφους συνδικαλιστές. Ἐάν ἀναφερόταν τό
δικαίωμα αὐτό, θά ἔπρεπε νά ἀναφερθεῖ καί τό δικαίωμα τῶν γονέων νά
ἀπαιτήσουν ἀπό τό κράτος ὡς φορολογούμενοι πολίτες νά παράσχει στά παιδιά
τους παιδεία σύμφωνη μέ τήν καθοδήγηση τήν ὁποία οἱ ἴδιοι δίνουν στά παιδιά
τους καί ὄχι κάτι ἀντίθετο ἤ κάτι ἄσχετο δυνάμενο ὅμως νά τά παραπλανήσει.
Στήν περίπτωση τοῦ ἑλληνικοῦ ὀρθοδόξου χριστιανικοῦ μαθήματος τῶν
θρησκευτικῶν δέν ἁρμόζει ὁ χαρακτηρισμός «ἐπηρεασμός» ἔτσι ὅπως τόν
ἀναφέρουν οἱ συντάκτες τοῦ ἐπίμαχου κειμένου, χρησιμοποιώντας ταυτοχρόνως
καί τόν χριστιανικό ὅρο «κατήχηση» μέ παντελῶς ἄσχετο πρός τό περιεχόμενό
του τρόπο.
Ἡ χριστιανική κατήχηση εἶναι παιδαγωγία, ὄχι ὅμως ἐπηρεασμός
ἀλλότριος πρός τήν ἤδη διαμορφωμένη πίστη τῆς οἰκογενείας στήν ὁποίαν ἀνήκει
τό κάθε παιδί τό ὁποῖο ἔχει βαπτισθεῖ χριστιανός ὀρθόδοξος. Διά τοῦ
χαρακτηρισμοῦ «ἐπηρεασμός» ἡ κατήχηση παρουσιάζεται στό ἐν λόγῳ κείμενο
παραπλήσια, ἄν ὄχι καί ταυτόσημη, μέ τόν προσηλυτισμό σέ θρήσκευμα
ἀλλότριο ἀπό αὐτό στό ὁποῖο τό παιδί ἀνήκει, πράγμα ἀπαράδεκτο.
Στή συγκεκριμένη περίπτωση, τῶν χριστιανῶν ὀρθοδόξων γονέων οἱ
ὁποῖοι ἔχουν βαπτίσει τά παιδιά τους χριστιανούς ὀρθοδόξους, εἶναι ἀδύνατον
νά ἐπέλθει ὁ ὁποιοσδήποτε «κατηχητικός ἐπηρεασμός» ἔτσι ὅπως τόν ἀναφέρουν
οἱ κοι συνάδελφοι συνδικαλιστές. Διότι μάθημα καί πίστη γονέων καί παιδιῶν
ταυτίζονται. Τό μάθημά μας ἀπευθύνεται ἀπό ὀρθοδόξους χριστιανούς σέ
ὀρθοδόξους χριστιανούς καί καλλιεργεῖ τήν ἤδη ὑπάρχουσα ὀρθόδοξη
χριστιανική συνείδηση καί προσωπικότητα τῶν μαθητῶν. Διεξάγεται μέ τό
περιεχόμενο καί μέ τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἔχουν ἐπιλέξει οἱ γονεῖς νά
καθοδηγοῦν τά παιδιά τους στήν ἄσκηση τοῦ δικαιώματος τῆς ἐλευθερίας
σκέψης, συνείδησης, θρησκείας.
Ὅσο γιά τόν «θρησκειολογικό χαρακτήρα καί περιεχόμενο» τοῦ
μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, ἡ σύμβαση, (ὅπως γίνεται ἀντιληπτό ἀπό τό
αὐθεντικό καί ἀναλλοίωτο κείμενό της), δέν ἀπαιτεῖ κάτι τέτοιο, τέτοια
ἀπαίτηση εἶναι παντελῶς ἄσχετη, ἀλλά, καί ἀντίθετη μέ τό περιεχόμενό της. Καί
τοῦτο διότι ἡ ἐλευθερία δηλώσεως τῆς θρησκείας τοῦ παιδιοῦ περιορίζεται
μόνον ἀπό τίς διατάξεις τοῦ νόμου οἱ ὁποῖες ἀποσκοποῦν στήν «διαφύλαξη τῆς δημόσιας ἀσφάλειας, τῆς δημόσιας τάξης, τῆς δημόσιας ὑγείας καί τῶν δημοσίων ἠθῶν, ἤ τῶν ἐλευθεριῶν τῶν θεμελιωδῶν δικαιωμάτων τῶν ἄλλων». 9
Δέν εἶναι δηλαδή δυνατόν νά διαπράττει ἕνα παιδί ἤ ὁ ὁποιοσδήποτε κάποιο
ποινικό ἀδίκημα, π.χ. ἀνθρωποθυσίες, βιασμούς ἤ ληστεῖες, καί ταυτοχρόνως νά
ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι πιστός τῆς Α ἤ τῆς Β θρησκείας ἡ ὁποία τάχα τοῦ ἐπιβάλλει
τήν διάπραξη τοῦ ἀδικήματος αὐτοῦ καί ἄρα πρέπει ὡς διαπράττων νά
ἀπαλλαγεῖ ἀπό κάθε εὐθύνη.
Tό ὀρθόδοξο χριστιανικό μάθημα θρησκευτικῶν δέν ἐμπίπτει σέ αὐτοῦ
τοῦ εἴδους τίς ἀπαγορεύσεις. Διά τοῦ ὀρθοδόξου μαθήματος θρησκευτικῶν, τό
ὁποῖο προϋποθέτει καί ἐν τέλει δηλώνει ὕπαρξη, ἤ πρόθεση, ὀρθοδόξου
χριστιανικοῦ βαπτίσματος τῶν μαθητῶν, ἀλλά καί τοῦ καθηγητῆ13
, κανένας δέν
παραβιάζει τόν ὁποιοδήποτε νόμο ὁ ὁποῖος προστατεύει τή δημόσια ἀσφάλεια, τή
δημόσια τάξη, τή δημόσια ὑγεία τά δημόσια ἤθη, τίς ἐλευθερίες τῶν θεμελιωδῶν
δικαιωμάτων τῶν ἄλλων
14
. Τό θρησκειολογικό μάθημα θά προϋποθέτει
ἀπαγόρευση ἐλεύθερης δηλώσεως τῆς θρησκείας, ἐφ΄ ὅσον θά ἔχει ἤδη
ἀπαγορευθεῖ τό ὀρθόδοξο χριστιανικό τό ὁποῖο τήν προϋποθέτει. Ἄρα ἐάν τό ὀρθόδοξο χριστιανικό μάθημα ἀπαγορευθεῖ στήν Ἑλλάδα, καί
θεσμοθετηθεῖ τό θρησκειολογικό, τότε θά ἔχουμε σαφέστατη καί
ἀμεσότατη παραβίαση τῆς ἐν λόγῳ συνθήκης. Τήν ἀλήθεια αὐτή πρέπει νά
λάβουν ὑπ΄ ὄψη ὅλοι ὅσοι μάχονται τό ὀρθόδοξο χριστιανικό μάθημα
θρησκευτικῶν.

Ε΄. Γιατί δέν πρέπει νά μετατραπεῖ τό ὀρθόδοξο
χριστιανικό μάθημα θρησκευτικῶν σέ θρησκειολογία

Ἀπό τούς ἰδίους συντάκτες τοῦ ὡς ἄνω παράτυπου
15
κειμένου, τό ὁποῖο
κακῶς φέρει τόν λογότυπο τῆς Ο.Λ.Μ.Ε., διατυπώθηκε ἀπαίτηση νά ἔχει τό
μάθημα τῶν θρησκευτικῶν «χαρακτήρα θρησκειολογικό».
Ἐπί τῆς ἀπαιτήσεως αὐτῆς ἔχουμε νά παρατηρήσουμε τά ἑξῆς:
α) Τέτοιου εἴδους μάθημα εἶναι σαφῶς ἀντισυνταγματικό, διότι σύμφωνα
μέ τό ἰσχύον σύνταγμα ἡ παιδεία ἔχει ὡς σκοπό «την ανάπτυξη της εθνικής και
θρησκευτικής συνείδησης». Ὅπως ἐπισημάναμε ἤδη, ἡ θρησκευτική συνείδηση
τοῦ μαθητῆ ὑπάρχει ἤδη, ὅπως καί ἡ ἐθνική, καί τό μάθημά μας τήν ἀναπτύσσει.
Τό θρησκειολογικό μάθημα δέν ἀποσκοπεῖ στήν ἀνάπτυξη τῆς ἤδη
διαμορφωμένης ἀπό τήν οἰκογένεια τοῦ μαθητῆ συνειδήσεως, ἀλλά παραθέτει μέ
οὐδέτερο τρόπο πληροφοριακά στοιχεῖα περί ὅλων τῶν θρησκειῶν τοῦ κόσμου. Τό περιεχόμενο καί ὁ τρόπος διδασκαλίας τοῦ θρησκειολογικοῦ μαθήματος
ἐνέχουν τόν κίνδυνο διασαλεύσεως τῆς ἤδη διαμορφωμένης θρησκευτικῆς
συνειδήσεως τοῦ παιδιοῦ, διότι παρουσιάζουν τήν δική του θρησκεία ὡς
κάτι τό οὐδέτερο καί ὄχι ὡς κάτι στό ὁποῖο τό παιδί καί ἡ οἰκογένειά του ἤδη μετέχουν καί ἀπό τό ὁποῖο προσδοκοῦν παιδεία ἡ ὁποία θά ἀναπτύξει
τόν χαρακτήρα καί θά βελτιώσει τήν ζωή τους.
β) Ἐπί δεκατρία ἔτη διδάξαμε σέ ἑννέα λύκεια διαφόρων περιοχῶν τά
θρησκειολογικά μαθήματα, τά ὁποῖα περιλαμβάνονται στήν διδακτέα ὕλη τῆς
δευτέρας λυκείου. Τά συμπεράσματά μας ἀπό τήν διδασκαλία αὐτή ἐκθέσαμε
δημόσια καί συζητήσαμε μέ πολυάριθμους συναδέλφους θεολόγους καθηγητές
οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀκριβῶς ὅμοιες ἐμπειρίες ἀπό τήν διδασκαλία τῶν μαθημάτων
αὐτῶν.
Ἀπό τήν ἔμπρακτη λοιπόν διδασκαλία τῶν θρησκειολογικῶν μαθημάτων
συνάγεται τό συμπέρασμα ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί μαθητές, Ἕλληνες καί
μή, δέν ἐνδιαφέρονται γιά τά θρησκειολογικά μαθήματα παρά ἐλάχιστα. Ἡ
πρώτη τους ἀντίδραση εἶναι ἕνας πρόσκαιρος ἐνθουσιασμός, ἐπειδή θά
ἀκούσουν πράγματα τά ὁποῖα δέν ἔχουν ξανακούσει. Ὁ ἐνθουσιασμός ὅμως
αὐτός παύει γρήγορα, διότι ὅσα διδάσκονται δέν μιλοῦν μέσα τους, δέν τούς
κινοῦν τό ἐνδιαφέρον, δέν τά ἔχουν ζήσει. Ζητοῦν ἐν τέλει, ἀρκετά φορτικά, νά
«γυρίσουμε στά δικά μας».
Τοῦτο συμβαίνει ἐπειδή στό θρησκειολογικό μάθημα ὁ μαθητής ἔχει νά
ἀντιμετωπίσει ἔννοιες ὅπως τό μπράχμαν, ἡ μόξα, ἡ σαμσάρα, τό κάρμα, τό
τριμούρτι, οἱ ντάρσανας, τό ταό, τό γίν-γιάγκ, τό βουβάϊ, ἡ νιρβάνα, οἱ ἀρχάτ, οἱ
μποντισάτβα, ὁ κανόνας πάλι, τό μαχαγιάνα, τό χιναγιάνα, τό τεραβάντα, τό
ντάρμα, ἡ σάνγκα, ἡ κινεζική τριπίτακα, τό σίντο, οἱ κάμι, τά νιχόγκι, τά κοτζίκι,
τά νόριτο, ἡ σουκκόθ, τά κιππουρίμ, τά πουρίμ, ἡ χανουκά, ἡ σαρία, οἱ χαντίθ, οἱ
σούφι, τό ντίκρ, τό τζιχάντ, τό χάτζ. Ἐάν τό μάθημα γίνει θρησκειολογικό, οἱ
δύσκολες καί ξένες πρός τήν ζωή τῶν παιδιῶν αὐτές ἔννοιες ὄχι ἁπλῶς θά
πολλαπλασιασθοῦν, ἀλλά θά καταντήσουν σωστό βασανιστήριο γιά τά παιδιά.
Ὅλα τά ἀνωτέρω καθώς καί τό πῶς ὅλα αὐτά, καί πολλά ἄλλα,
ἀσυγκρίτως περισσότερα ἀπό αὐτά, εἰσάγονται, διδάσκονται καί ἐφαρμόζονται
στή ζωή τῶν διαφόρων λαῶν ποτέ δέν μίλησαν καί δέν μιλοῦν μέσα στίς ψυχές
τῶν Ἑλλήνων καί λοιπῶν ὀρθοδόξων
16
μαθητῶν. Οἱ Ἕλληνες καί οἱ λοιποί
χριστιανοί ὀρθόδοξοι μαθητές δέν τά ἔχουν ζήσει καί δέν θέλουν καί δέν
ἐνδιαφέρονται νά τά ζήσουν. Γι΄ αὐτό καί ζητοῦν νά ἐπιστρέψουμε στήν
ἀνάλυση καί συζήτηση θεμάτων μέ τά ὁποῖα ἔχουν γαλουχηθεῖ ἀπό τή νηπιακή
τους ἡλικία, διότι οἱ γονεῖς τους ἀβίαστα ἔλαβαν τήν ἀπόφαση νά τούς
βαπτίσουν ὀρθοδόξους χριστιανούς.
Ἑπομένως, ἀφοῦ τά μαθήματα ἱστορίας θρησκευμάτων διαρκοῦν μόλις
μισή σχολική χρονιά καί προκαλοῦν κόπωση καί δυσανασχέτηση, τό δέ
γυμνάσιο καί τό λύκειο διαρκοῦν ἕξι χρόνια, πολλαπλασιάστε τίς ἀντιδράσεις
τίς ὁποῖες μόλις περιγράψαμε ἐπί δώδεκα καί θά δεῖτε τί ἀποτελέσματα θά ἔχετε. Τό ἄμεσο ἀποτέλεσμα τῆς μετατροπῆς τοῦ μαθήματος σέ θρησκειολογικό
θά εἶναι δωδεκαπλάσια κόπωση γιά τούς μαθητές μας, δυσανασχέτηση καί
διαμαρτυρίες. Ἑπόμενη συνέπεια θά εἶναι ἡ σταδιακή συρρίκνωση τοῦ μαθήματος,
διότι κανένας μαθητής δέν θά ἐνδιαφέρεται πλέον γι΄ αὐτό. Ὅλοι θά τό
θεωροῦν ὡς μία ἐπιπρόσθετη ἐπιβάρυνση τοῦ ἐγκεφάλου τους, ἡ ὁποία δέν θά
ἔχει νά τούς προσφέρει τίποτε γιά τήν βελτίωση τοῦ χαρακτήρα τους, δέν θά ἔχει
νά τούς ἀπαντήσει τίποτε στά ἐρωτήματα τά ὁποῖα τούς ἀπασχολοῦν καί στά
ὁποῖα ἀπαντᾶ τό ἰσχύον μάθημα τῶν θρησκευτικῶν.
Ἴσως ὅμως κάποιοι προβάλουν τόν ἑξῆς ἀφελῆ ἰσχυρισμό: «δέν διδάσκεται ἡ θρησκειολογική ὕλη μέ σωστό ἐπιστημονικό καί παιδαγωγικό τρόπο, γι΄ αὐτό καί προκαλεῖ δυσφορία στούς μαθητές, ὅταν θά διδαχθεῖ μέ
σωστό τρόπο, θά παύσει νά προκαλεῖ τέτοιες ἀντιδράσεις». Στόν πιθανό αὐτό
ἰσχυρισμό ἀπαντοῦμε τά ἑξῆς: Ἡ δυσφορία τῶν μαθητῶν δέν προκαλεῖται ἀπό
πιθανό γεγονός ὅτι ἡ ὕλη διδάσκεται μέ λάθος τρόπο. Ἔχουμε διδάξει τήν ὕλη
αὐτή μέ κάθε δυνατό τρόπο καί μέ ὅλες τίς ἐπιταγές τῆς παιδαγωγικῆς ἐπιστήμης,
τό ἀποτέλεσμα ὅμως ἦταν τό ἴδιο, ἡ θερμή παράκληση τῶν μαθητῶν: «κύριε,
πότε θά ἐπιστρέψουμε στά δικά μας!;». Γιά τήν δυσφορία τῶν μαθητῶν δέν
ἔφταιγε ὁ τρόπος διδασκαλίας
17
, ἔφταιγε τό περιεχόμενο.
γ) Αὐταπατῶνται ὅσοι τυχόν νομίζουν, ὅτι τό λεγόμενο θρησκειολογικό
μάθημα θά ἰκανοποιοῦσε ἐν τέλει καί ὅλους τούς ἑτερόθρησκους μαθητές καί
γονεῖς. Ἐάν υἱοθετηθεῖ τέτοιος τύπος μαθήματος, θά ὑπάρξουν πολλές δικαστικές προσφυγές ἀπό ἑτεροθρήσκους γιά ἐξαίρεση ἀπό τό μάθημα
αὐτό καί ἡ αἰτιολογία θά εἶναι τριπλῆ: Ι) ὅτι ἡ θρησκεία τοῦ μαθητῆ δέν
ἐκπροσωπεῖται ἀπό τό μάθημα αὐτό μέ τόν σωστό βιωματικό18
τρόπο καί στόν
σωστό βαθμό, ΙΙ) ὅτι διδάσκεται ἀπό καθηγητή ὁ ὁποῖος δέν μετέχει στήν αὐτή μέ
τόν μαθητή θρησκεία, ΙΙΙ) ὅτι περιέχει πολλά στοιχεῖα ἀπό ἄλλες θρησκεῖες,
ξένα πρός τήν ταυτότητα καί τήν συνείδηση τοῦ μαθητῆ.
Αὐταπατῶνται καί ὅσοι πιστεύουν, ὅτι δέν θά ὑπάρξουν ὅμοιες
ἀντιδράσεις ἀπό χριστιανούς ὀρθοδόξους μαθητές καί γονεῖς, Ἕλληνες καί μή.
Οἱ αὐτοί λόγοι ἀντιδράσεως ἰσχύουν καί γιά τούς ὀρθοδόξους χριστιανούς καί
θά τούς χρησιμοποιήσουν.
δ) Ἀπατηλή τυγχάνει καί ἡ ἐντύπωση ὅτι ἕνα τέτοιο μάθημα θά εἶναι
δυνατόν νά διδάσκεται μόνον ἀπό ὀρθοδόξους χριστιανούς θεολόγους. Τέτοιου
εἴδους μάθημα θά εἶναι δυνατόν νά διεκδικηθεῖ δικαστικῶς ἀπό τόν
ὁποιονδήποτε, ὁ ὁποῖος ἐάν κερδίσει τό δικαίωμα νά τό διδάσκει, εἶναι δυνατόν
καί νά τό διδάσκει κατά τόν ὁποιονδήποτε τρόπο.

ΣΤ΄. Ὁμολογεῖν, ὁμολογία καί «ὁμολογιακό» μάθημα
Χρησιμοποιεῖται ἀπό διαφόρους
19
ὁ ὅρος «ὁμολογιακό μάθημα», ἄλλοτε
πρός δήλωση τοῦ ἰσχύοντος χαρακτῆρος τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν καί
ἄλλοτε μέ πρόθεση ὑπερασπίσεως τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ ἐπειδή αὐτός
θεωρεῖται μή «ὁμολογιακός»20
. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ἄν τό ἰσχύον στήν Ἑλλάδα μάθημα θρησκευτικῶν ἐπιτρέπεται ἤ δέν ἐπιτρέπεται νά ἀποκαλεῖται «ὁμολογιακό», οἱ θεολογικοί
ὅροι «ὁμολογεῖν» καί «ὁμολογία» πρέπει νά παραμείνουν ἀδιάβλητοι. Τό
ρῆμα «ὁμολογεῖν»21
καί τό οὐσιαστικό «ὁμολογία»22
περιλαμβάνονται στήν
Καινή Διαθήκη καί δηλώνουν συμφωνία, ἀποδοχή τῆς εἰς Χριστόν πίστεως καί
φανέρωση τῆς πίστεως αὐτῆς στόν κόσμο. Ἡ ὁμολογία πίστεως ἀποτελεῖ ἐντολή
τοῦ Χριστοῦ πρός τόν πιστό: «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν
τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν
οὐρανοῖς»23
.
Ἡ ὁμολογία πίστεως τῆς Ἐκκλησίας ἀποτυπώθηκε στά ἀρχαῖα
βαπτιστήρια σύμβολα καί στό σύμβολο Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως (325,
381), στοῦ ὁποίου τό δέκατο ἄρθρο τονίζεται τό «ὁμολογεῖν»24
. Διά τῆς
ἀπαγγελίας τοῦ συμβόλου Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως πρό τοῦ βαπτίσματος
καί πρό τοῦ καθαγιασμοῦ τῶν Τιμίων Δώρων κατά τήν θεία λειτουργία ὁμολογεῖ
ὁ πιστός τήν πίστη του στόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό. Τήν πίστη του ὁμολογεῖ ὁ
πιστός καί διά τῆς συμμετοχῆς του στά λοιπά μυστήρια καί στήν ἐν γένει ζωή τῆς
Ἐκκλησίας. Ὅταν κάμει τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ἀκόμη καί ὅταν λέγει «εἶμαι
χριστιανός, δέν μπορῶ νά κάμω τέτοια ἀδικία», ἐπίσης ὁμολογεῖ πίστη.
Ἐπειδή ὁμολόγησαν τήν πίστη τους οἱ ἅγιοι μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας μας
θανατώθηκαν, συχνά μέ ἀπάνθρωπα βασανιστήρια. Ἄλλοι ἅγιοι οἱ ὁποῖοι
ἐπίσης ὑπέστησαν βασανιστήρια, ὁμοίως δέν ἀπαρνήθηκαν τόν Χριστό, ἀλλά
γιά διάφορους ἱστορικούς λόγους δέν θανατώθηκαν καί συνέχισαν νά ζοῦν, νά
ὁμολογοῦν καί νά διδάσκουν τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ ὀνομάσθηκαν ὁμολογητές.
Τόν τίτλο αὐτό φέρουν διάφοροι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως ὁ ἀσκητής
Θεοφάνης (3ος αἰώνας ἕως ἀρχές 4ου), ὁ σημαντικότατος θεολόγος Μάξιμος
(580-662), ὁ χρονογράφος Θεοφάνης (760-817).
Ἀπό τήν ἐμφάνιση τοῦ προτεσταντισμοῦ, 16ος αἰώνας κ.ἑ., οἱ διάφορες
προτεσταντικές παραφυάδες προέβησαν σέ κατάχρηση καί παράχρηση τοῦ ὅρου
«ὁμολογία πίστεως». Δημοσιεύθυκαν ἀπό τόν δέκατο ἕκτο αἰώνα καί ἑξῆς
πολυάριθμες ἀλληλοαναιρούμενες καί μετά ἀπό κάποιο χρονικό διάστημα
τροποποιούμενες ἤ καταργούμενες προτεσταντικές «ὁμολογίες» πίστεως. Συνέβη
ἐπανειλημμένως νά συγκρούονται σέ πεδία μάχης οἱ ὀπαδοί διαφόρων
προτεσταντικῶν «ὁμολογιῶν» μεταξύ τους ἤ μέ τά στρατεύματα τῶν
ρωμαιοκαθολικῶν.
Τέτοιου εἴδους γεγονότα δέν βίωσε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἡ ὁποία
θεμελιώθηκε πάνω στό αἷμα τῶν μαρτύρων της. Δέν ἐκβίασε ὁμολογία πίστεως
διά τῶν ὅπλων, ἀλλά ὁμολόγησε πίστη στόν Χριστό, ἐνῷ ἀντιμετώπιζε ἄμεση
ἀπειλή θανάτου.
Ὁ ὅρος «ὁμολογία» κατέληξε, νά σημαίνει γιά τούς προτεστάντες
«ἐκκλησία», καί νά ἔχει περιορισμένο κύρος καί γιά αὐτούς τούς ἰδίους.
Τόν χαρακτηρισμό αὐτό, ὡς σημαίνοντα μία «ἑκκλησία» ἡ ὁποία δέν
κατέχει τό πλήρωμα τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ, ἀπέρριψε τό 1961 μέ δήλωσή της
ἡ ὀρθόδοξος ἀντιπροσωπεία στήν Γ΄ γενική συνέλευση τοῦ Παγκοσμίου
Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν στό Νέο Δελχί. Σύμφωνα μέ τήν δήλωση αὐτή: «Ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν εἶναι μία Ὁμολογία, μία ἐκ τῶν πολλῶν, μία μεταξύ τῶν πολλῶν. Διά τούς Ὀρθοδόξους ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι «ἡ» (καθαυτό) Ἐκκλησία. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει τήν ἀντίληψιν καί συνείδησιν, ὅτι ἡ ἐσωτερική της δομή καί ἡ διδασκαλία της συμπίπτουσι πρός τό ἀποστολικόν κήρυγμα καί τήν παράδοσιν τῆς ἀρχαίας ἀδιαιρέτου
Ἐκκλησίας.»25

Τόν ὅρο «ὁμολογιακό μάθημα» δέν τόν ἀποδεχόμαστε πρός
χαρακτηρισμό τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανικοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν. Δέν
εἶναι δόκιμος ὀρθόδοξος θεολογικός ὅρος, ἀλλά νεολογισμός, ὁ ὁποῖος δύναται
νά ὁδηγήσει σέ παρεξηγήσεις. Ἐάν ἀποδεχθοῦμε τόν ὅρο αὐτό, τότε ὑπάρχει ὁ
κίνδυνος νά ταυτίσουν κάποιοι τήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ τίς λεγόμενες
χριστιανικές «ὁμολογίες». Συσκοτίζει τόν χαρακτήρα τοῦ μαθήματος καί
εἰσάγει τό μάθημα σέ μία εὑρύτερη ὁμάδα μαθημάτων, μή ὀρθοδόξων, στήν
ὁποία δέν ἀνήκει καί μέ τήν ὁποία δέν ταυτίζεται
26
. Εἶναι ἐπίσης πιθανό, νά
δημιουργηθεῖ διά τῆς χρήσεως αὐτοῦ τοῦ ὅρου ἡ παρεξήγηση, ὅτι τό μάθημα
ἐπιβάλλει ὁμολογία πίστεως ἤ ὑποκλέπτει ὁμολογία πίστεως. Τέτοιο πράγμα δέν
συμβαίνει καί δέν εἶναι δυνατό νά συμβεῖ. Διότι ἡ ὁμολογία πίστεως τοῦ μαθητῆ
μέσῳ τοῦ βαπτίσματός του προϋπάρχει τοῦ μαθήματος, συμβαδίζει ὅμως καί μέ
τό μάθημα, διότι ὁ μαθητής καί ἡ οἰκογένειά του συμμετέχουν στή θεία
εὐχαριστία, στά λοιπά μυστήρια καί γενικά στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας.
Ἑπομένως ἄλλη ὀνομασία τοῦ μαθήματος θρησκευτικῶν ἐκτός τοῦ
χαρακτηρισμοῦ «ὀρθόδοξο χριστιανικό» δέν εἶναι δυνατό νά δεχθοῦμε.




Ζ΄. Περί «γνωσιολογικοῦ» μαθήματος

Τό εἶδος μαθήματος θρησκευτικῶν τό ὁποῖο ἰσχύει στήν Ἑλλάδα
χαρακτηρίσθηκε
27
«γνωσιολογικό». Ὁ χαρακτηρισμός διατυπώθηκε πρός
ὑπεράσπιση τοῦ μαθήματος, σέ ἀντιδιαστολή πρός τό «ὁμολογιακό-
κατηχητικό» μάθημα. Τήν ἀλήθεια γιά τόν ὅρο «ὁμολογιακό» μάθημα
θεωροῦμε ὅτι ἔχουμε ἐπαρκῶς ἀποσαφηνίσει. Στούς ὅρους «κατηχεῖν» καί
«κατήχησις» θά ἀναφερθοῦμε ἀμέσως παρακάτω.
Ὅσον ἀφορᾶ στόν ὅρο «γνωσιολογικό» μάθημα, ἐρωτοῦμε: Πρός τί αὐτή
ἡ διευκρίνιση; Ὑπάρχει ἕνα μάθημα τό ὁποῖο νά μήν εἶναι γνωσιολογικό, δηλαδή
μάθημα κατά τό ὁποῖο νά μή πρέπει νά ἀφομοιώσει ὁ μαθητής κάποιες γνώσεις;
Ὑπάρχει ὅμως ἔστω καί ἕνα μάθημα ὅπου οἱ γνώσεις τίς ὁποῖες λαμβάνει ὁ
μαθητής δέν ἀποβλέπουν σέ ἐφαρμογή; Μήπως θά νοεῖται τό μάθημά μας ὡς τό
μοναδικό μάθημα ὅπου ὁ μαθητής λαμβάνει γνώσεις οἱ ὁποῖες δέν θά ἔχουν
ἔμπρακτη ἐφαρμογή στή ζωή του; Σέ ποιά ἄλλη ἔμπρακτη ἐφαρμογή θά ὁδηγοῦν
οἱ γνώσεις τίς ὁποῖες λαμβάνει ἀπό τό μάθημά μας, ἄν δέν ὁδηγοῦν στήν
ἐνίσχυση τῆς πίστεώς του, στή μέσῳ τῆς πίστεως βελτίωση τοῦ χαρακτήρα του,
στήν μέσῳ τοῦ προσώπου βελτίωση τῆς κοινωνίας; Ἑπομένως πρός τί ἡ
ἀντιδιαστολή τοῦ «γνωσιολογικοῦ» ἀπό τό «κατηχητικό» μάθημα
28
;
Τά ἀνωτέρω βεβαιώνει καί τό περιστατικό τῆς συναντήσεως τοῦ διακόνου
Φιλίππου μέ τόν Αἰθίοπα ἀξιωματοῦχο
29
. Κατά τό περιστατικό αὐτό ἐρωτᾶ ὁ
διάκονος Φίλιππος τόν Αἰθίοπα: «ἆρα γε γινώσκεις ἅ ἀναγινώσκεις;» Ὁ
Αἰθίοπας παραδέχεται, ὅτι γιά νά ἀποκτήσει γνώση ἔχει ἀνάγκη ὁδηγοῦ καί ζητεῖ
ἀπό τόν Φίλιππο νά ἀναλάβει τό ἔργο αὐτό. Ἀφοῦ ἀκούει τήν διδασκαλία τοῦ
Φιλίππου, ἀποφασίζει νά βαπτισθεῖ. Βλέπουμε, ὅτι κατά τήν χριστιανική
διδασκαλία ἡ γνώση ἐνισχύει τήν πίστη τοῦ ἀνθρώπου. Ἐάν, ἀντιθέτως, ἡ γνώση
εἶναι ἄσχετη μέ τήν πίστη ἤ ἀποκόπτει τόν δρόμο πρός αὐτήν, τότε θά
καταντήσει καί ἐπιζήμια.
Ὅσον ἀφορᾶ στή βαθμολογία, πρέπει νά διευκρινίσουμε, ὅτι δέν
βαθμολογεῖται ἡ πίστη καί ἡ διάθεση τοῦ κάθε μαθητῆ νά βελτιωθεῖ, νά
ὠφεληθεῖ καί νά ὠφελήσει μέσῳ αὐτῆς. Βαθμολογεῖται τό ἄν κατά τήν ὥρα τοῦ
μαθήματος ἤ τῶν ἐξετάσεων ἡ μνήμη τοῦ μαθητῆ ἐπαναφέρει τά ζητούμενα
διδαχθέντα στοιχεῖα καί ἄν ὁ μαθητής εἶναι σέ θέση νά τά ἀποδώσει σωστά. Σέ
κανένα μάθημα δέν εἶναι δυνατόν νά ἐρευνηθοῦν τά βάθη τῆς ψυχῆς τοῦ
μαθητῆ καί νά βαθμολογηθοῦν οἱ προθέσεις του, τίς ὁποῖες ἀκόμη καί ὁ ἴδιος
ἴσως δέν ἔχει κατά τή δεδομένη στιγμή τῆς ἐξετάσεως διερευνήσει, καί πῶς ὅσα
ἔχει μέσα του ὁ μαθητής θά ἀποδώσουν στό μέλλον. Ἔχει συμβεῖ μαθητής
μέτριος σέ συγκεκριμένες ἐξετάσεις μαθηματικῶν, νά ἐξελιχθεῖ ἀργότερα σέ
περίφημο μαθηματικό, ὅπως ἔχει συμβεῖ ἀριστοῦχος στά μαθηματικά τοῦ
σχολείου νά μήν ἐνδιαφερθεῖ νά ἀποδώσει περαιτέρω.
Τό μάθημα, ὅπως καί ἄλλα μαθήματα τά ὁποῖα δέν ἐμπίπτουν σέ
ἐμπορικούς ἀνταγωνισμούς, καλό εἶναι νά συνεχίσει νά βαθμολογεῖται, διότι ἡ
βαθμολόγηση δέν γίνεται ἄγχος γιά τόν μαθητή, ὅπως γίνεται σέ ἄλλα
μαθήματα, τόν βοηθεῖ νά συμπληρώσει τήν γενική βαθμολογία του καί τοῦ
γίνεται κίνητρο γιά νά μάθει, διότι, ἄς μή ξεχνοῦμε ὅτι δέν ἔχουμε νά
ἀντιμετωπίσουμε ἐνηλίκους ἀλλά παιδιά καί ἐφήβους οἱ ὁποῖοι χρειάζονται καί
κάποια ἐξωτερικά κίνητρα γιά μάθηση.

Η΄. Οἱ ὅροι «κατηχεῖν» καί «κατήχησις»

Οἱ δύο αὐτοί θεμελιώδεις θεολογικοί ὅροι πρέπει ἐπίσης νά παραμείνουν
ἀδιάβλητοι. Τό ρῆμα «κατηχεῖν», ἀπό τό ὁποῖο παράγεται τό οὐσιαστικό«κατήχησις», προέρχεται ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο
30
καί τόν εὐαγγελιστή
Λουκᾶ31
. Ὅπως δέ ἀναφέρει ὁ Λουκᾶς, ἡ κατήχηση προηγήθηκε τῆς συγγραφῆς
τοῦ Εὐαγγελίου32
. Ὁ ὅρος δηλώνει τήν χριστιανική παιδεία ἐν γένει, ἡ ὁποία ἀπό
τή φύση της δέν εἶναι κάτι τό περιορισμένο καί στατικό, ἀλλά προσαρμόζει τόν
τρόπο προσφορᾶς τοῦ μηνύματος τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ στίς ἀνάγκες κάθε
ἐποχῆς καί κάθε ἡλικίας ἀνθρώπων. Ἀπευθύνεται σέ ἀνηλίκους, ἀλλά καί σέ
ἐνηλίκους, ἀνάλογα μέ τήν ἀντιληπτικότητα τοῦ καθενός
33
. Ἀπευθύνεται σέ
προτιθέμενους νά βαπτισθοῦν, ἀλλά καί σέ ἤδη βεβαπτισμένους
34
ἀνάλογα μέ
τίς ἀνάγκες
35
τοῦ καθενός, προσφέρεται τόσο μέ πεζό καί ἔμμετρο λόγο, ὅσο καί
μέ εἰκόνα. Χαρακτηρίζεται ἀπό εὑρύτητα πνεύματος, γι΄ αὐτό καί ὁδηγεῖ τόν
ἄνθρωπο στήν αὐτογνωσία. Ἄς δοῦμε πῶς ξεκινᾶ ὁ Κύριλλος Ἱεροσολύμων τήν
ΙΗ΄ ἀπό τίς τῶν Φωτιζομένων κατηχήσεις του : «Μετά δέ τήν γνῶσιν τῆς σεμνῆς καί ἐνδόξου ταύτης καί παναγίας πίστεως, καί σεαυτόν γνῶθι λοιπόν ὅστις
εἶ»36
. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων χρησιμοποιεῖ τό γνωστό ρητό «γνῶθι
σαυτόν» τοῦ Χίλωνος τοῦ Λακεδαιμονίου, ἀποσκοπώντας διά τῆς διδασκαλίας
νά ὁδηγήσει σέ αὐτογνωσία τόν ἄνθρωπο.
Ἐάν ἀποδεχθοῦμε διαβολές εἰς βάρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς κατηχήσεως,
τότε διαβάλλεται ὁλόκληρη ἡ χριστιανική παιδεία, σέ ὅλες τίς μορφές της:
πατερικά συγγράμματα, σύγχρονη ἐνοριακή κατήχηση, κήρυγμα, ἐξομολόγηση,
ὑμνογραφία, μουσική, εἰκονογραφία.
Δυστυχῶς τώρα τελευταῖα παρατηρεῖται ἐσφαλμένη χρήση τῶν ὅρων
αὐτῶν ἀπό μή θεολόγους
37
, ἀλλά καί ἀπό ὁρισμένους θεολόγους. Ἀναφέρθηκε σέ
ἔγγραφο γραμμένο ἀπό ὁμάδα καθηγητῶν μή θεολόγων38
ὅτι «σήμερα ὅμως τό μάθημα ἐκθέτει τήν ὀρθόδοξη πίστη πού εἶναι μιά ἀναντίρρητη διάσταση τῆς ἑλληνικῆς ἱστορικῆς συνείδησης καί παρέχει γνώσεις καί ἀντικειμενικές πληροφορίες γιά τά ἄλλα θρησκεύματα καί ὁμολογίες. Μέ ἄλλα λόγια ἔχει κατά βάση γνωστικό καί ὄχι κατηχητικό χαρακτήρα. Δέν ἐπιδιώκει δηλαδή τήν ἀποδοχή ἀπό τούς μαθητές τῆς διδασκαλίας αὐτῆς, αὐτό πού τό ΕΔΔΑ39

ἀποκαλεῖ endoctrinement καί ὀρθά ἐπικρίνει κατά πάγια νομολογία. […] ὁ ὅρος endoctrinement θά μποροῦσε νά ἀποδοθεῖ ἑλληνικά ὡς προσηλυτιστική
κατήχηση ἤ ὡς ἐπηρεασμός καί ἐγκλωβισμός σέ μιά διδασκαλία.»
«Κατηχητικός χαρακτήρας» δέν σημαίνει κατά κανένα τρόπο ἐπιδίωξη
ἀπό μέρους τοῦ διδάσκοντος ἀποδοχῆς τῆς διδασκαλίας αὐτῆς ἀπό μέρους τῶνμαθητῶν. Οἱ μαθητές εἶναι ἤδη βεβαπτισμένοι χριστιανοί ἄρα εἶναι ἀδύνατον
νά βαπτισθοῦν καί πάλι, νά ξαναγίνουν χριστιανοί ἐφ΄ ὅσον ἤδη εἶναι. Μερικοί
δέ ἄλλοι δέν ἔχουν ἤδη βαπτισθεῖ, ἀλλά ἔχουν ἤδη ἀποδεχθεῖ τήν χριστιανική
πίστη, διότι ἔχουν ἐκδηλώσει τήν πρόθεση νά βαπτισθοῦν. Ἀντίστοιχος τοῦ ὅρου
endoctrinement δέν ὑπάρχει στό ἑλληνικό λεξιλόγιο καί τό γεγονός δέν εἶναι
τυχαῖο. Δέν ὑπάρχει στό ἑλληνικό λεξιλόγιο, διότι εἶναι ἄσχετος μέ τήν ἱστορία
τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τήν ὁποία συμβαδίζει ἡ ἱστορία τῶν Ἑλλήνων ἐδῶ
καί δύο χιλιετίες. Καλό εἶναι νά μήν συνδέεται ὁ ξένος αὐτός ὅρος κατά κανένα
τρόπο μέ τόν ὅρο «κατήχησις» ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζει τήν ὀρθόδοξη χριστιανική
παιδεία κατά τίς χιλιετίες αὐτές. Οἱ ὅροι «ἐπηρεασμός» καί «ἐγκλωβισμός» δέν
εἶναι δυνατόν νά χαρακτηρίσουν τό ὀρθόδοξο χριστιανικό σχολικό μάθημα,
οὔτε τήν κατήχηση τῆς Ἐκκλησίας, διότι οὔτε τό μέν οὔτε ἡ δέ εἶχαν ποτέ τέτοιο
χαρακτήρα. Ἐάν χαρακτηρίσουμε τό ὀρθόδοξο χριστιανικό μάθημα
θρησκευτικῶν ἤ τήν ἐν γένει κατήχηση τῆς Ἐκκλησίας ὡς «ἐπηρεασμό» ἤ ὡς
«ἐγκλωβισμό», τότε θά κινδυνεύσει νά θεωρηθεῖ καί προπαγάνδα, πλύση
ἐγκεφάλου ἤ ἐξαπάτηση παιδιῶν καί γονέων, ἐνῷ μέ τέτοιου εἴδους πράξεις δέν
ἔχει καμμία ἀπολύτως σχέση.
Εἴδαμε καί τόν ἀπαράδεκτο ἀπό θεολογική ἄποψη ὅρο «κατηχητισμός», ὁ
ὁποῖος μάλιστα στιγματίσθηκε καί ὡς «λανθασμένος διδακτικός χειρισμός»40
.
Τό περιεχόμενο τοῦ ὅρου δέν ἐξηγεῖται ἀπό ὅσους τόν χρησιμοποιοῦν. Θεωροῦμε
τόν ὅρο ἀπαράδεκτο, τόσο διότι τό περιεχόμενό του δέν ἐξηγεῖται, ὅσο καί διότι
εἶναι δυνατόν νά δημιουργήσει παρεξηγήσεις γιά τό περιεχόμενο τῆς ὀρθοδόξου
ἐκκλησιαστικῆς κατηχήσεως.
Διατυπώθηκε ἡ γνώμη ὅτι «τό μάθημα ἔχει ἐνημερωτικό καί μορφωτικό χαρακτήρα καί οἱ δάσκαλοί του θεωροῦν τήν κατήχηση ὡς ἔργο ἀποκλειστικά
τῆς Ἐκκλησίας.»41
Ἐρωτοῦμε: Ἐάν θεωρηθεῖ τό σχολικό μάθημα
κατήχηση, τότε δέν θά ἔχει μορφωτικό καί ἐνημερωτικό
χαρακτήρα; Δέν ἔχει τέτοιο χαρακτήρα ἡ ἐκκλησιαστική
κατήχηση; Ἐάν θεωρηθεῖ ἡ κατήχηση «ἔργο ἀποκλειστικά τῆς
Ἐκκλησίας», παύουν ὁ θεολόγος καθηγητής καί οἱ μαθητές νά
εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἐπειδή ὁ μέν διδάσκει καί οἱ δέ
φοιτοῦν στό σχολεῖο; Μήπως πρέπει γιά τούς λόγους αὐτούς νά
παύσουν νά αἰσθάνονται καί νά συμπεριφέρονται ὡς μέλη τῆς
Ἐκκλησίας; Ποιός θά τούς ἐπιβάλει αὐτούς τούς τρόπους
συμπεριφορᾶς, τό κράτος ἴσως; Μία τέτοια ἐπιβολή θά εἶναι ἤ
δέν θά εἶναι καί βιασμός τῆς συνειδήσεώς τους, προσβολή τῆς
προσωπικότητάς τους καί παραβίαση τῶν θεμελιωδῶν
ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων τους;
Καί ἐπειδή εἰπώθηκε καί δημοσιεύθηκε ὅτι: «ἄλλο εἶναι τό ἔργο μας ὡς θεολόγων στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας καί ἄλλο τό ἔργο τῆς Θεολογίας στό
πανεπιστήμιο καί, ἐν γένει, στό χῶρο τοῦ σχολείου»42
, ἐρωτοῦμε: πότε
θεωρεῖται ὅτι ὁ θεολόγος εὑρίσκεται ἐντός τῶν κόλπων τῆς Ἐκκλησίας; Μόνον
ὅταν εὑρίσκεται ἐντός τοῦ ἱεροῦ ναοῦ ἤ μόνον ὅταν συμμετέχει σέ ἐκδήλωση
διοργανωμένη ἀπό ἐνορία ἤ ἀπό μητρόπολη; Στίς ἄλλες περιπτώσεις δέν ἔχειδικαίωμα νά ἀσκεῖ ἐκκλησιαστικό ἔργο
43
; Ἐάν ἔτσι ἔχουν τά πράγματα, τότε ἀπό
ποῦ λαμβάνει τό δικαίωμα νά ἀποκαλεῖται θεολόγος ἐντός τοῦ πανεπιστημίου
καί ἐντός τοῦ σχολείου, καί τί εἴδους θεολόγος εἶναι; Ἐάν θεωρήσουμε ὅτι
παραμένει καί σέ αὐτές τίς περιπτώσεις ὀρθόδοξος θεολόγος, ἀλλά παρ΄ ὅλα
αὐτά δέν ἔχει δικαίωμα νά ἀσκεῖ τήν κατήχηση, τότε μᾶλλον θά ὁδηγηθοῦμε σέ
κακοδοξία.
Ἀπό τόν ἴδιο εἰσηγητή διατυπώθηκε ἡ ἄποψη, ὅτι «δέν πρέπει νά κάνουμε κατήχηση μέσα στό σχολεῖο, ἡ κατήχηση εἶναι ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει δέ ἀπό ἐκκλησιολογικῆς ἀπόψεως ὅρους καί προϋποθέσεις, ὅπως εἶναι ἡ ἐνορία,
ἡ θεία εὐχαριστία, οἱ ποιμένες, ὁ ἐπίσκοπος.»44
. Ἀπό ἐκκλησιολογική ἄποψη δέν
εἶναι δυνατό νά ὑποστηρίξουμε ὅτι κατήχηση ἐμπίπτει σέ τοπικούς περιορισμούς
ἤ ὅτι ἐάν διενεργεῖται ἐντός τοῦ σχολείου εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπό τά μυστήρια καί
τοῦς ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπό τόν ἴδιο εἰσηγητή εἰπώθηκε ὅτι «ἡ κατήχηση
εἶναι πολύ σπουδαία ὑπόθεση καί εἶναι καθαρά ἔργο τῆς Ἐκκλησίας»45
. Θά συμφωνήσουμε ὅτι ἡ κατήχηση εἶναι πολύ σπουδαῖο ἔργο. Γι΄ αὐτό δέν
πρέπει νά ἀποκλεισθοῦν ἀπό αὐτήν οἱ πτυχιοῦχοι ὀρθοδόξου θεολογίας καί
νά ἀφεθεῖ ἀποκλειστικά στά χέρια ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὡς μοναδικό
προσόν ἕνα ἐκκλησιαστικό σεμινάριο ὀλίγων ὡρῶν. Καί πάλι θά τό ποῦμε καί
ἐλπίζουμε νά γίνει συνείδηση: ὁ ὀρθόδοξος θεολόγος καθηγητής δέν παύει νά
εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας ἐπειδή εἶναι καθηγητής σέ δημόσιο σχολεῖο.
Ἐξ ἄλλου, ἐλλοχεύει καί ἕνας ἀκόμη σοβαρότατος κίνδυνος: ὅ,τι
ἀπαγορεύεται ἀπό τόν χῶρο τοῦ σχολείου κινδυνεύει νά θεωρηθεῖ αὐτόματα καί ἐπιζήμιο. Εἶναι δυνατόν π.χ. νά ἐπιτραποῦν στό σχολεῖο
ἄσεμνα ἔντυπα ἤ ταινίες; Προφανῶς ὄχι, μολονότι ὑπάρχουν σέ ὅλα τά
περίπτερα σέ περίοπτες θέσεις, ἔτσι ὥστε νά ντρέπεται κανείς νά πάει νά
ἀγοράσει ἐφημερίδα. Θά ὑπεισέλθει λοιπόν ἡ ἐντύπωση, ὅτι ἐφ΄ ὅσον ἡ
κατήχηση ἀπαγορεύεται στά σχολεῖα, περικλείει καί κινδύνους.
Ὑποστηρίχθηκε ἐπίσης ὅτι «θά πρέπει νά συνειδητοποιήσουμε, ὅτι δέν
μπορεῖ νά γίνεται κατήχηση μέ τά «δεκανίκια» τοῦ κράτους»46
. Ἔχει ἤδη
διαπιστωθεῖ, ὅτι ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός Ἕλληνας ὡς φορολογούμενος πολίτης
ἔχει κάθε δικαίωμα νά ἀπαιτεῖ ἀπό τό κράτος νά ἀναπτύσσει στό παιδί του τήν
παιδεία στήν ὁποία αὐτός ὁ ἴδιος τό ἔχει εἰσαγάγει. Τό κράτος δηλαδή τό ὁποῖο
εἰσπράττει ἀπό τόν πολίτη φόρους δέν ἔχει δικαίωμα μέσῳ τῆς «παιδείας» νά
διαστρεβλώσει τήν προσωπικότητα τοῦ παιδιοῦ ἀπαγορεύοντας στόν χῶρο τοῦ
σχολείου τήν κατήχηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς ὁποίας τό παιδί αὐτό εἶναι μέλος.
Ἐάν θεσμοθετηθεῖ ἡ ἀπαγόρευση τῆς κατηχήσεως ἐντός τῶν σχολείων,
τότε αὐτομάτως θά ἀπαγορεύεται νά ἐκθέτει ὁ θεολόγος τό ὁποιοδήποτε στοιχεῖο
τῆς ὀρθοδόξου χριστιανικῆς πίστεως. Θά ἀπαγορεύεται νά διδάσκει τήν
ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, διότι θά παραβαίνει τήν περί κατηχήσεως ἀπαγόρευση.
Θά ἐπιχειρεῖ νά ἐξηγήσει τό περιεχόμενο μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς εἰκόνας, π.χ. τῆς
εἰκόνας τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ἀλλ΄ αὐτό θά ἀπαγορεύεται, διότι θάθεωρεῖται κατήχηση, ἡ ὁποία δέν θά ἐπιτρέπεται πλέον. Καί πάλι, ἐάν
ἀνατρέξουμε στό γνωστό ἄρθρο τοῦ ἰσχύοντος συντάγματος, θά δοῦμε ὅτι
προβλέπει «ἀνάπτυξη τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης». Ἀνάπτυξη τῆς ἤδη
ὑπάρχουσας συνειδήσεως δέν ἐπιτυγχάνεται ἐάν μέ διαφόρους τρόπους καί
μεθόδους ἀποκόπτουμε τόν δρόμο πρός τήν πίστη, ἐάν διδάσκουμε τίς ἀλήθειες
τῆς πίστεως σάν νά ἐπρόκειτο γιά στατιστική ἤ σάν νά ἐπρόκειτο γιά κάτι
ἀδιάφορο, τό ὁποῖο συνέβαινε σέ ἄλλες ἐποχές ἤ συμβαίνει σέ ἄλλες ἡπείρους.
Καί πρέπει νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι: Ἐάν ἐν τέλει θεωρηθεῖ τό
σχολικό μάθημα θρησκευτικῶν ἄσχετο ἤ, ἀκόμη χειρότερα, ἐχθρικό πρός τήν
κατήχηση τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἤ ἀναμειχθεῖ μέ πολλά καί διάφορα (ὄχι
ἁπλῶς λιτά καί πληροφοριακά) στοιχεῖα ἀπό ἑτερόδοξες ἐκκλησίες καί ἄλλα
θρησκεύματα, τότε δικαιολογημένα θά θεωρηθεῖ ὡς παραβίαση τῆς συνειδήσεως τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν μαθητῶν καί ὁ καθένας ὀρθόδοξος χριστιανός γονέας θά ἔχει πλῆρες δικαίωμα νά ζητεῖ τήν ἀπαλλαγή τοῦ
παιδιοῦ του ἀπό αὐτό. Τέτοιου εἴδους μάθημα δικαίως θά θεωρηθεῖ ὅτι
ἐπηρεάζει τό παιδί δυσμενῶς.

Θ΄. Ἀνεδαφική πρόταση περί μαθήματος ὀρθοδόξου μέ
ἐνισχυμένη θρησκειολογική ὕλη ὑποχρεωτικοῦ γιά ὅλους
τούς μαθητές

Tόν Μάϊο τοῦ 2009 δημοσιεύθηκε στό διαδίκτυο
47
κείμενο τό ὁποῖο
ὑπέγραψαν σαράντα τέσσερεις θεολόγοι καθηγητές
48
καί ἀφορᾶ στό μέλλον τοῦ
μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν.
Οἱ συντάκτες τοῦ ἐν λόγῳ κειμένου ἀποκαλοῦν τόν σημερινό χαρακτήρα
τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν στήν Ἑλλάδα «στενά ὁμολογιακά πλαίσια».
Ἐρωτοῦμε: θεωροῦν οἱ κ.κ. συνάδελφοι ὅτι ἡ ὀρθοδοξία εἶναι ἀπό τή φύση της
κάτι τό «στενό», κάτι τό περιορισμένο, κάτι τό στενόμυαλο ἤ μήπως ὅτι κατέχει
τήν ἀλήθεια, καί τήν διδάσκει διαλεγόμενη, τήν διδάσκει ἐπειδή σέβεται τόν
ἄνθρωπο καί μέ σεβασμό στόν ἄνθρωπο; Ἐάν θεωροῦν ὅτι ἡ ὀρθοδοξία εἶναι
κάτι τό «στενό», δέν θά συμφωνήσουμε. Ζητοῦν ἐξ ἄλλου «ὑπέρβαση τῆς
ὁμολογιακότητας», στήν πραγματικότητα, ἀκόμη καί ἄν οἱ κ.κ. συνάδελφοι δέν
τό ἔχουν ἀντιληφθεῖ, ἡ ἀπαίτησή τους θά σημάνει ὑπέρβαση τῆς ὀρθοδοξίας.
Ζητοῦν οἱ κ.κ. συνάδελφοι δύο ἄκρως ἀντίθετα μεταξύ τους πράγματα.
Ζητοῦν «ἕνα ὑποχρεωτικό σχολικό μάθημα γιά ὅλους τούς μαθητές» καί
ταυτοχρόνως ζητοῦν «ὁ χριστιανισμός καί ἡ ὀρθοδοξία εἰδικότερα νά ἀποτελεῖ
τό μεγαλύτερο καί κύριο σῶμα ὅλων τῶν τάξεων». Ἄν συμβεῖ νά εἶναι
ὑποχρεωτικό γιά ὅλους τούς μαθητές ἀνεξαρτήτως τοῦ θρησκεύματος στό ὁποῖοἀνήκουν, καί ταυτοχρόνως ἀποτελεῖ ὁ χριστιανισμός καί ἡ ὀρθοδοξία «τό
μεγαλύτερο καί κύριο σῶμα ὅλων τῶν τάξεων», τότε θά ἔχουμε ἀτομικές καί
διεθνεῖς διαμαρτυρίες γιά παραβίαση τῶν δικαιωμάτων τῶν ἑτεροθρήσκων
μαθητῶν. Θά ὑπάρξουν καί διεθνεῖς παρεμβάσεις, δίκες καί ἐν τέλει πιέσεις καί
κυρώσεις εἰς βάρος τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, μέχρι νά ὑποχρεωθεῖ αὐτό νά
ἀποφασίσει ἕνα ἀπό τά δύο: ἤ νά ἀναιρέσει τόν ὑποχρεωτικό γιά ὅλους τοῦ
μαθητές χαρακτήρα τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν ἤ νά ἀφαιρέσει τό
ὀρθόδοξο χριστιανικό περιεχόμενο τοῦ μαθήματος ἀπό ὅλες τίς τάξεις ὅλων τῶν
σχολείων καί νά καταλήξει νά παρουσιάζεται ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὄχι ἁπλῶς
ὡς ἰσόκυρη μέ τό ὁποιοδήποτε θρήσκευμα τό ὁποῖο ὑπάρχει ἤ ὑπῆρξε ποτέ στήν
ὑφήλιο, ἀλλά καί ὡς ξένη πρός τό παρελθόν, τό παρόν καί τό μέλλον τοῦ
ἑλληνικοῦ λαοῦ49
!
Τό ἄλλο σκέλος τῆς προτάσεως τῶν 44 κ.κ. συναδέλφων, ἔχει ὡς ἑξῆς: «ἡ θρησκειολογική ὕλη θά πρέπει νά ἐμπλουτιστεῖ καί νά διαχυθεῖ σέ ὅλες τίς τάξεις, χωρίς ὅμως νά ἐξαντλεῖται σέ στεγνές καί ἄνευρες πληροφορίες, ἀλλά νά παρέχει εὐκαιρίες γιά πραγματική γνωριμία καί διάλογο μέ τή ζωή καί τόν
πολιτισμό τῆς κάθε θρησκείας.» Ὡς πρός αὐτό τό σκέλος τῆς προτάσεως τῶν κ.κ.
συναδέλφων ἐρωτοῦμε: τά ἐλαττώματα τῶν διαφόρων θρησκευμάτων, ὅσα
ὑπῆρχαν στό παρελθόν καί ὅσα ὑπάρχουν σήμερα, θά ἐπισημαίνονται ἤ θά
ὡραιοποιεῖται ἡ κατάστασή τους, οὕτως ὥστε νά φανοῦμε ἀρεστοί; Διότι
«γνωριμία καί διάλογος» δέν γίνεται μέ ὡραιοποιήσεις οἱ ὁποῖες συνεπάγονται
ἀπόκρυψη ἀληθειῶν καί γεγονότων. Βεβαίως δέν θά ἀπαντήσουμε γιά
λογαριασμό τῶν συντακτῶν τῆς ὡς ἄνω προτάσεως, τί μέλλει νά συμβεῖ στ΄
ἀλήθεια.
Τρίτο ἐρώτημα τό ὁποῖο θά διατυπώσουμε εἶναι τό ἑξῆς: ἡ
θρησκειολογική ὕλη, σύμφωνα πάντοτε μέ τά γραφόμενα τῶν κ.κ. συναδέλφων,
θά αὐξηθεῖ καί θά καταλάβει ὅλες τίς τάξεις, ὅμως ἀφοῦ δέν πρέπει οἱ μαθητές
νά καταπονοῦνται, ἡ ὀρθόδοξη χριστιανική ὕλη δέν θά πρέπει νά μειωθεῖ
ἀρκετά; Ὑποθέτουμε ὅτι αὐτό ζητοῦν οἱ κ.κ. συνάδελφοι, νά μειωθεῖ ἀρκετά ἡ
ὀρθόδοξη χριστιανική ὕλη σέ ὅλες τίς τάξεις. Σέ τί ποσοστό ζητοῦν νά μειωθεῖ,
δέν ἀναφέρεται στήν πρόταση. Γνωρίζουμε ὅμως, ὅτι τέτοιες ὑποχωρήσεις ἀπό
πολλούς Ἕλληνες, ἀλλά καί ἀλλοδαπούς, ὀρθοδόξους χριστιανούς δέν θά
γίνουν ἀποδεκτές. Πολλοί ὀρθόδοξοι θά ἀντιδράσουν καί θά ζητοῦν νά μή
παρακολουθοῦν τά παιδιά τους αὐτοῦ τοῦ εἴδους τό νέο θρησκευτικό μάθημα.
Τέταρτο ἐρώτημα: ἡ ἐμπλουτισμένη θρησκειολογική ὕλη θά βοηθήσει τόν
Ἕλληνα ὀρθόδοξο μαθητή στήν πορεία του πρός τήν τελείωση τοῦ χαρακτήρα
του; Ἐάν δηλαδή μειωθεῖ δραστικά ἡ παρουσία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν
Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, πιστεύουν οἱ κύριοι
συνάδελφοι ὅτι αὐτό θά εἶναι πρός ὄφελος τῶν μαθητῶν;
Πέμπτο ἐρώτημα: γιά νά ὑπάρχουν «εὐκαιρίες γιά πραγματική γνωριμία
καί διάλογο μέ τή ζωή καί τόν πολιτισμό τῆς κάθε θρησκείας» εἶναι
ἀπαραίτητη ἡ «διάχυση» τῆς θρησκειολογικῆς ὕλης σέ ὅλες τίς τάξεις; Ἐμεῖς δέν
τό βρίσκουμε ἀπαραίτητο, γνωριμία μέ τή ζωή τῆς κάθε θρησκείας
ἐπιτυγχάνεται καί σήμερα μέ τά γνωστά μαθήματα τῆς δευτέρας λυκείου.
Περιγράψαμε δέ ἀνωτέρω ποιές εἶναι οἱ ἀκριβεῖς ἀντιδράσεις τῶν μαθητῶν.
Μέ κατάπληξη διαβάσαμε στό ἐν λόγῳ κείμενο τήν ἑξῆς διακήρυξη τῶν
κ.κ. συναδέλφων: «ἀποβλέπουμε σέ μαθητές πού νά ἔχουν τήν ἰκανότητα νά κάνουν πολλές ἐρωτήσεις γύρῳ ἀπό τή θρησκευτικότητα κι ὄχι νά ἀναμασοῦν στερεότυπες ἀπαντήσεις, νά ἀναπτύσσουν προσωπικές θρησκευτικές ἀναζητήσεις καί ὄχι νά ἀποδέχονται θεσμοποιημένες βεβαιότητες, νά ἐλέγχουν καί νά κατανοοῦν κριτικά τή θρησκευτική γνώση καί ὄχι νά ὑποτάσσονται σέ δεδομένες παραδοχές, νά διαμορφώνουν τίς δικές τους ὑπεύθυνες ἀπόψεις καί στάσεις ζωῆς γύρῳ ἀπό τή θρησκευτική πίστη καί τόν Χριστιανισμό.»
Ἡ κατάπληξή μας προῆλθε ἀπό τό γεγονός ὅτι οἱ κ.κ. συνάδελφοι
συντάκτες τοῦ ὡς ἄνω κειμένου φαίνονται νά ἀγνοοῦν ὅτι ὅλα ὅσα
παρουσιάζουν ὡς ζητούμενα, ἔχουν ἤδη ἐπιτευχθεῖ! Τό μάθημα τῶν
θρησκευτικῶν ἔχει πρό πολλοῦ καταστεῖ ἕνα ἀπό τά μαθήματα, ὅπου ὁ μαθητής
ἔχει τήν εὐκαιρία νά ἀναπτύξει τόν διάλογο καί τήν κριτική του ἰκανότητα, νά
ἐκθέσει τούς προβληματισμούς καί τίς ἀνησυχίες του ὄχι μόνον γιά τήν
«θρησκευτική πίστη καί τόν χριστιανισμό», ἀλλά γιά πλεῖστα ὅσα προσωπικά
καί κοινωνικά ζητήματα.
Θεωροῦν οἱ κοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ διδασκαλία τῆς ὀρθοδόξου πίστεως
καί ζωῆς δέν εἶναι ἀρκετή ὥστε νά ἐπιτύχουν τό ὡς ἄνω ἀποτέλεσμα; Ἐμεῖς,
ἀλλά καί πολλοί ἄλλοι συνάδελφοι, ἐπειδή ἔχουμε ἤδη ἐπιτύχει ὅλα ὅσα οἱ
συντάκτες τοῦ ἐν λόγῳ κειμένου ἐπιζητοῦν ὡς ἀποτέλεσμα, πιστεύουμε καί
διαβεβαιώνουμε ὅτι ἡ μείωση τῆς ὀρθόδοξης ὕλης καί ταυτόχρονη αὔξηση τῆς
θρησκειολογικῆς δέν θά τούς ἀποφέρει καμμία μεταβολή, κανένα κέρδος ὡς
πρός αὐτό τό θέμα. Ὅ,τι πιθανόν δέν ἐπέτυχαν ὅσα χρόνια διδάσκουν, ἴσως μέ
λάθος τρόπο, τήν ὀρθοδοξία, δέν πρόκειται νά τό ἐπιτύχουν μειώνοντας τήν
ὀρθοδοξία καί αὐξάνοντας τήν θρησκειολογία.
Κι ἄν τά ζητήματα, τά ὁποῖα θέτουν ὡς ἀφορμές ἐργασίας καί
συζητήσεως κάποια ἀπό τά σχολικά βιβλία, δέν ἰκανοποιοῦν τούς κ.κ. συντάκτες
τοῦ ὑπό ἐξέταση κειμένου50
, δηλώνουμε κατ΄ ἀρχήν ὅτι συμφωνοῦμε, διότι συχνά
ὀφείλονται σέ προχειρότητες τῶν συγγραφέων καί τῶν λοιπῶν ὑπευθύνων
συντάξεως καί ἐλέγχου τῶν σχολικῶν βιβλίων. Δέν εὐθύνεται γιά τίς
προχειρότητες αὐτές ἡ ὀρθόδοξη παράδοση. Δέν εὐθύνεται ὁ κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς
Χριστός, οὔτε οἱ ἀπόστολοι ἤ οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας
51
. Σφάλματα
παρατηροῦνται ἐξ ἄλλου καί σέ διδακτικά ἐγχειρίδια διαφόρων ἄλλων
μαθημάτων, τό γεγονός ὅμως αὐτό δέν ἀπετέλεσε ποτέ ἀφορμή ἀπαιτήσεως
ἀλλαγῆς τοῦ χαρακτήρα τῶν μαθημάτων αὐτῶν.
Ἔχει βεβαίως πάντοτε ὁ θεολόγος καθηγητής τήν δυνατότητα νά
ἐμπλουτίζει, μέ κόπο ἀλλά καί μέ ἀγάπη, τήν περιεχόμενη στά σχολικά βιβλία
ὕλη, νά ἐξομαλύνει τυχόν προβλήματα καί νά διορθώνει τυχόν ἀβλεψίες τῶν
βιβλίων αὐτῶν. Ὅμως scripta manent, καί τυχόν προχειρότητες καί ἀβλεψίες τῶν
σχολικῶν βιβλίων προξενοῦν ἄδικες μομφές, ὄχι εἰς βάρος τῶν συγγραφέων
ἀλλά, εἰς βάρος τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν καί εἰς βάρος τῆς Ἐκκλησίας.
Γι΄ αὐτό καί ἀπαιτεῖται κατ΄ ἀρχήν μελέτη καί βίωση τῆς ὀρθοδόξου
παραδόσεως καί ταυτοχρόνως ἀπεριόριστη προσοχή, ὥστε νά ἀποφεύγονται οἱ προχειρότητες στά σχολικά ἐγχειρίδια. Δέν βελτιώνει τήν κατάσταση τό νά ζητοῦμε μείωση τῆς ὀρθοδοξίας καί «διάχυση» τῆς θρησκειολογικῆς
ὕλης σέ ὅλες τίς τάξεις. Οἱ προχειρότητες δέν θά παύσουν ἐάν υἱοθετηθεῖ ἡ
πρόταση αὐτή, ἀλλά θά διαχυθοῦν καί στή θρησκειολογική ὕλη.
Κι ἐπειδή οἱ 44 κ.κ. συνάδελφοι τιτλοφοροῦν τό κείμενό τους «τά
θρησκευτικά ὡς αἴτημα παιδείας καί ὄχι συντεχνίας», διευκρινίζουμε ὅτι οἱ
Ἕλληνες ὀρθόδοξοι θεολόγοι δέν ἀντιμετωπίζουν τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν
στά ἑλληνικά σχολεῖα ὡς «αἴτημα συντεχνίας». Ἐάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ἐάν
δηλαδή ἐνδιαφέρονταν οἱ Ἕλληνες ὀρθόδοξοι θεολόγοι μόνον γιά τό
ἐπαγγελματικό τους μέλλον, ἄν μόνον ὁ μισθός τούς ἔνοιαζε, θά ἀδιαφοροῦσαν
γιά τήν ὀρθοδοξία, θά δέχονταν ὁποιεσδήποτε παραχωρήσεις προκειμένου νά
διατηρήσουν τήν ἐργασιακή τους θέση. Θά δέχονταν νά διδάξουν ὁτιδήποτε,
ἀντί τῆς ὀρθόδοξης πίστεως καί ζωῆς, προκειμένου νά ἔχουν ἐργασία καί νά
πληρώνονται. Δέν θά εἶχαν ἀντίρρηση καί νά μετατραποῦν σέ διοικητικούς
ὑπαλλήλους, μέσα στά γραφεῖα, στίς διευθύνσεις δευτεροβάθμιας
ἐκπαιδεύσεως, στό ὑπουργεῖο Παιδείας ἤ καί σέ ἄλλα ὑπουργεῖα, δημόσιες
ὑπηρεσίες καί ὀργανισμούς. Ὅμως νοιάζονται γιά τήν Ἐκκλησία, γιά τήν
Ὀρθοδοξία καί τό μέλλον τῶν μαθητῶν οἱ ὁποῖοι φοιτοῦν στά ἑλληνικά σχολεῖα.
Ἐν τέλει, μᾶλλον ἡ πρόταση τῶν 44 κ.κ. συναδέλφων εἶναι συντεχνιακή,
κι ἄς διακηρύσσει τό ἀντίθετο, διότι ἀποσκοπεῖ νά καταστήσει τό μάθημα
ὑποχρεωτικό καί ἀπό τούς μή ὀρθοδόξους μαθητές μειώνοντας τήν ὀρθόδοξη
χριστιανική ὕλη τοῦ μαθήματος καί αὐξάνοντας τήν θρησκειολογική,
θεωρώντας ἴσως ὅτι ἔτσι θά γίνει τό μάθημα ἀποδεκτό ἀπό ὅλους καί δέν θά
ἀμφισβητεῖται ἀπό κανέναν, ἄρα δέν θά κινδυνεύουν οἱ ἐργασιακές θέσεις τῶν
θεολόγων.
Ὑποθέτουν οἱ 44 κ.κ. συνάδελφοι ὅτι «ὅπως καί νά΄ χει δέν μπορεῖ ἡ ἀντιμετώπιση τῆς ἀδιοριστίας τῶν θεολόγων νά τίθεται ὡς κριτήριο γιά τήν
ἀναβάθμιση τοῦ ΘΜ.»52
Λησμονοῦν μᾶλλον τήν ἀλήθεια, ὅτι πρέπει νά ὑπάρχει
ἐπαρκής ἀριθμός διορισμένων θεολόγων καθηγητῶν, ὥστε νά μή παραλείπεται ἡ
διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν ἀπό κανένα σχολεῖο καί ἀπό
κανένα τμῆμα σχολείου, ὥστε νά διδάσκεται πάντοτε τό μάθημα στόν
προβλεπόμενο ἀριθμό ὡρῶν, καθώς καί γιά νά ἀποφεύγεται ἡ διδασκαλία του
ἀπό συναδέλφους ἄλλων εἰδικοτήτων οἱ ὁποῖοι δέν διαθέτουν τήν ἀπαραίτητη
κατάρτιση. Ἀλλιῶς, μέρος τῆς ὕλης, τήν ὁποία πρέπει νά γνωρίζει ὁ μαθητής, δέν
καθίσταται δυνατό νά διδαχθεῖ ἤ δέν διδάσκεται σωστά.
Ἰσχυρίζονται οἱ κ.κ. συνάδελφοι, ὅτι «ὡς πρός τίς ὧρες διδασκαλίας του ΘΜ στή Δευτεροβάθμια Ἐκπαίδευση θεωροῦμε πώς ἡ ποιοτική ἀναβάθμιση ἑνός μαθήματος δέ σχετίζεται μέ τήν αὔξηση τῶν ὡρῶν διδασκαλίας του, ἀλλά μέ τή βελτίωση τῶν περιεχομένων καί τῶν στόχων του καί βέβαια μέ τήν
ἐκπαίδευση τῶν δασκάλων του.» Ὅποιος ἀντικρύζει τόν ὡς ἄνω ἰσχυρισμό
νομίζει, ὅτι ὅσοι τόν διατύπωσαν δέν ἔχουν γνωρίσει σχολεῖο σέ πραγματικές
συνθῆκες ἐργασίας. Οἱ διδακτικές ὧρες τῶν μαθημάτων τά ὁποῖα διδάσκονται
μόνο μία ὧρα ἑβδομαδιαίως, τά λεγόμενα «μονόωρα μαθήματα», συχνά
χάνονται γιά λόγους ἀνεξάρτητους τῆς θελήσεως τοῦ καθηγητῆ. Χάνονται
διδακτικές ὧρες λόγῳ ἑορτῶν, δυσμενῶν καιρικῶν συνθηκῶν, ἐκδρομῶν,
ἀθλητικῶν καί λοιπῶν ἐκδηλώσεων. Ἀγωνίζεται ὁ καθηγητής νά διδάξει, ὅσο
τοῦ ἐπιτρέπουν τά στενά χρονικά ὅρια τά ὁποῖα διαθέτει, ἀγωνίζεται νά
ἐξετάσει, ἀγωνίζεται νά πραγματοποιήσει τά προβλεπόμενα ἀπό τόν νόμο
πρόχειρα διαγωνίσματα, ἀγωνίζεται νά σχηματίσει γνώμη γιά τήν ἐπίδοση τῶν
μαθητῶν καί ἐν τέλει ἀγωνίζεται νά παραδώσει τήν προβλεπόμενη ἀπό τόν νόμο
βαθμολογία. Ὅσο προσεγμένο σχολικό ἐγχειρίδιο καί ἄν διαθέτει καί ὅσο
προσεγμένο ἀναλυτικό πρόγραμμα, τό ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας του εἶναι λειψό.
Προσεκτικότερες ἐκφράσεις ἀπό μέρους τῶν θεολόγων ἀπαιτοῦνται ἐπί
τοῦ ζητήματος τῶν ὡρῶν διδασκαλίας. Διότι ὁ ὡς ἄνω ἰσχυρισμός τῶν 44 κ.κ.
συναδέλφων εἶναι δυνατόν νά δώσει σέ κάποιους πολεμίους τοῦ μαθήματός μας
τό δικαίωμα νά ἰσχυρισθοῦν, ὅτι ἐφ΄ὅσον οἱ ἴδιοι οἱ θεολόγοι ἔτσι βλέπουν τά
πράγματα, δέν θά ἔβλαπτε καί ἡ μείωση τῶν ὡρῶν διδασκαλίας τοῦ μαθήματος!

Ι΄. Μάθημα σέ «τρεῖς κύκλους»;

Ὑποστηρίχθηκε ὅτι τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν θά πρέπει: «Νά ξεκινᾶ καί νά ἔχει ἐπίκεντρο τή θρησκευτική παράδοση τοῦ τόπου, ἀκριβῶς, ὅπως συμβαίνει μέ τό μάθημα τῆς ἱστορίας. Ὅπως εἶναι ἀδιανότητο νά εἶναι ἡ ἑλληνική ἱστορία στό ἑλληνικό σχολεῖο ὑπόθεση 10-15 σελίδων καί τήν ἴδια ποσότητα ὕλης νά διδάσκεται ὁ μαθητής γιά τήν ἱστορία τῶν Ἀζτέκων ἤ τῶν Λαπώνων, ἔτσι εἶναι ἀδιανόητο καί γιά τά Θρησκευτικά νά μήν ἔχουν ὡς βάση καί ἐπίκεντρό τους τήν ὀρθόδοξη παράδοση ὅπως αὐτή σαρκώθηκε στά μνημεῖα τοῦ πολιτισμοῦ. Ὁ κάθε μαθητής, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐάν εἶναι ἤ ὄχι ὀρθόδοξος, θά πρέπει νά μαθαίνει τή θρησκευτική παράδοση τοῦ τόπου μας. Αὐτός θά εἶναι ὁ βασικός κύκλος τοῦ μαθήματος. Ὁ δεύτερος κύκλος θά εἶναι οἱ μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις πού ὑπάρχουν στήν Εὐρώπη, ὅπου ἐκτός τῆς Ὀρθοδοξίας ὑπάρχει ὁ Ρωμαιοκαθολικισμός καί ὁ Προτεσταντισμός, καί, ὁ τρίτος κύκλος θά περιλαμβάνει τά μεγάλα θρησκεύματα καί ἰδίως αὐτά πού μᾶς ἐνδιαφέρουν περισσότερο, δηλαδή, κυρίως, οἱ μονοθεϊστικές παραδόσεις τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καί Ἰσλάμ καί ἄλλες θρησκεῖες πού θά κριθεῖ ὅτι
παρουσιάζουν αὐξημένο ἐνδιαφέρον.»53

Ὅσα ὑποστηρίξαμε περί ἀπαλλαγῶν τῶν μαθητῶν στά κεφάλαια Ε΄ καί
Θ΄ τοῦ παρόντος, τά ἴδια ἀκριβῶς ὑποστηρίζουμε καί γι΄ αὐτόν τόν τύπο
μαθήματος. Ἔχουμε ἤδη ἀναλύσει ἐκτενῶς γιατί θά προσφεύγει ὁ ὁποιοσδήποτε
στά δικαστήρια, ὥστε νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό μάθημα ὑποχρεωτικό γιά ὅλους
ἀνεξαιρέτως.
Θά παρατηρήσουμε ἐπί πλέον, ὅτι ἄν ἀκολουθήσουμε ὅσα ἀκριβῶς
συμβαίνουν στό μάθημα τῆς ἱστορίας, τότε θά κινδυνεύσουμε νά ἔχουμε λάθη
ὅπως ἐκεῖνα τά ὁποῖα συνέβησαν σέ ἐκεῖνο τό μάθημα. Καταλήξαμε δηλαδή
κατά τό ἔτος 2007 νά ἀπασχολεῖται, γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία της, ἡ
Ἀκαδημία Ἀθηνῶν μέ τό νά κρίνει τά λάθη βιβλίου ἱστορίας τῆς ἕκτης
δημοτικοῦ!
Στοιχεῖα ἀπό τήν παγκόσμια ἱστορία διδάσκονται οἱ μαθητές, ὥστε νά
φαίνονται οἱ ἀλληλοεπηρεασμοί τῶν λαῶν στά πολιτικά, στρατιωτικά καί
οἰκονομικά γεγονότα, καθότι ἕνας λαός δέν ἔζησε ποτέ ἀπολύτως ἀπομονωμένος
κατά τή διάρκεια τῆς ἱστορίας του. Στήν περίπτωση ὅμως τῆς θρησκείας δέν
συμβαίνει τό ἴδιο πράγμα. Ἡ θρησκεία εἶναι γιά τόν πιστό κάτι τό μοναδικό. Δέν
εἶναι δυνατόν νά συμμετάσχει σέ περισσότερες ἀπό μία θρησκεῖες. Ἡ κάθε
θρησκεία θεωρεῖ ἑαυτήν αὐτοτελῆ καί αὐτάρκη, τό ἴδιο θεωροῦν καί οἱ πιστοί
της. Ἑπομένως δέν στέκει ταύτιση τοῦ μαθήματος τῆς ἱστορίας μέ τό μάθημα τῶν
θρησκευτικῶν. Ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι, ὅπως θά ἀναλύσουμε παρακάτω,στορία τῆς Ἑλλάδος καί τῶν Ἑλλήνων, ἀλλά δέν εἶναι δυνατόν νά διδάσκεται
ὅπως ἡ πολιτική καί στρατιωτική ἱστορία.
Θά ἐρωτήσουμε δέ, τόσο τόν εἰσηγητή τῶν ὡς ἄνω ἀπόψεων, ὅσο καί τόν
ὁποιονδήποτε ὀρθόδοξο χριστιανό θεολόγο: Ἡ διδασκαλία τῶν ἀποστόλων καί
τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας εἶναι παιδεία πλήρης καί ἰκανή νά ἀναπτύξει τήν
προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου ἤ ἔχει ἀνάγκη καί ἀπό τή βοήθεια τῶν ἄλλων
θρησκειῶν;
Καί σέ αὐτή τήν περίπτωση ἰσχύουν ὅσα παρατηρήσαμε στό κεφάλαιο Θ΄
περί δραστικῆς μειώσεως τῆς ὀρθοδόξου χριστιανικῆς ὕλης στόν προτεινόμενο
«νέο» τύπο μαθήματος.
Ἀφοῦ λοιπόν παραλληλίζεται τό μάθημα τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς
παιδείας, τό γνωστό ὡς μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, μέ τήν ἱστορία, γιατί δέν
ἐπιχειρεῖται ὁ ἴδιος παραλληλισμός, τῆς ἱστορίας μέ τή μητρική γλώσσα καί
ἐπίσημη γλώσσα τοῦ κράτους, τήν ἑλληνική; Γιατί δέν ἐπιδιώκεται νά διδαχθεῖ
στό ἴδιο μάθημα, ταυτοχρόνως, ἡ ἑλληνική γλώσσα μαζί μέ ξένες γλῶσσες, ἔστω
γλῶσσες γειτονικῶν χωρῶν μέ τίς ὁποῖες ἔρχεται σέ ἐπαφή καί ἀλληλεπίδραση;
Διότι ἁπλούστατα τέτοιου εἴδους πείραμα θά ἐπιφέρει σύγχυση στά παιδιά.
Ἔτσι θά συμβεῖ καί στήν περίπτωση τοῦ μαθήματος τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς
παιδείας, ἐάν υἱοθετηθοῦν οἱ ἐν λόγῳ προτάσεις.
Ἄλλο ζήτημα τό ὁποῖο γεννᾶται, καί δέν εἴδαμε σχετική διευκρίνιση,
εἶναι πῶς θά ἰσχύουν οἱ τρεῖς αὐτοί κύκλοι, παράλληλα ἤ ἐπάλληλα; Θά
ἰσχύουν δηλαδή ὅλοι μαζί σέ ὅλες τίς τάξεις ἤ σέ διαφορετικές; Θά διδάσκεται
π.χ. στήν Α΄ καί Β΄ γυμνασίου ἡ ὀρθοδοξία, στή Γ΄ γυμνασίου καί στήν Α΄
λυκείου ρωμαιοκαθολικισμός καί στήν Β΄ καί Γ΄ λυκείου μή χριστιανικά
θρησκεύματα;
Μολονότι θεωροῦμε τήν πρόταση ἀκατάλληλη μέ ὁποιοδήποτε τρόπο καί
ἄν ἐφαρμοσθεῖ, ὁ τρόπος, τόν ὁποῖο μόλις ἐκθέσαμε, πιστεύουμε ὅτι εἶναι
παιδαγωγικῶς ὁ πλέον ἀκατάλληλος. Διότι στήν πλέον κρίσιμη ἡλικία τῶν 14-18
ἐτῶν, ὁπόταν ἀναπτύσσονται μέσα στόν ἔφηβο ὅλα τά ἐρωτηματικά, οἱ
ἀμφιβολίες καί οἱ ἀνησυχίες, θά τόν ἀπασχολοῦμε μέ ἐγκυκλοπαιδικές γνώσεις
γιά θρησκεύματα στά ὁποῖα δέν μετέχει.

ΙΑ΄. «Παραδοσιαρχική» ἐναντίον «ἀνανεωτικῆς»
θεολογίας;

Ἔτυχε νά ἀντικρύσουμε καί ἰσχυρισμό, ὁ ὁποῖος εἰσάγει διάσταση
μεταξύ «παραδοσιαρχικῆς» καί «ἀνανεωτικῆς» θεολογίας. Τέτοιου εἴδους
ἀντίθεση στήν ὀρθόδοξη χριστιανική θεολογία δέν στέκει. Τό ἀποστολικό
κέλευσμα «μεταμορφοῦσθε τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοός ὑμῶν»54
ἰσχύει
ταυτόχρονα μέ τό «στήκετε καί κρατεῖτε τάς παραδόσεις»55
. Ἄν δέν τό
συνειδητοποιήσουμε αὐτό, τότε θά καταντήσουμε ὄχι ἁπλῶς παράκαιροι, ἀλλά
μή θεολόγοι καί μή χριστιανοί, μᾶλλον ἐν τέλει καί ἐπιζήμιοι.

ΙΒ΄. Ἡ ὀρθοδοξία δισχιλιετής ἱστορία τῶν Ἑλλήνων καί τῆς
Ἑλλάδας
Ἡ χριστιανική ὀρθόδοξη πίστη ἀποτελεῖ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος ἐδῶ καί
δύο χιλιετίες καί ἔχει διαποτίσει κάθε πτυχή τῆς ζωῆς της κατά τίς χιλιετίες
αὐτές. Ἡ Καινή Διαθήκη εἶναι γραπτό μνημεῖο τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καί οἱ
σημαντικότεροι πατέρες καί διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας ἔγραψαν στήν ἑλληνική
γλώσσα χρησιμοποίησαν δέ καί διεφύλαξαν τά ἀξιολογότερα διδάγματα τῆς πρό
Χριστοῦ ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καί ἐν γένει διανοήσεως
56
. Τά ἀρχαῖα ἑλληνικά
συγγράμματα ὑπάρχουν σήμερα καί ἀποτελοῦν παγκόσμια κληρονομία, διότι οἱ
ὀρθόδοξοι χριστιανοί μοναχοί τά ἀντέγραφαν μέσα στά μοναστήρια τους, ὥστε
νά μή χαθοῦν, ἀφοῦ λόγῳ τοῦ χρόνου φθείρονταν τά παλιά χειρόγραφα.
Στήν περίφημη προκήρυξη τῆς Ἐπαναστάσεως τῆς 24ης Φεβρουαρίου
1821 ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης προέταξε τήν προτροπή «μάχου ὑπέρ πίστεως
καί πατρίδος»57
. Ἔχει δέ διαπιστωθεῖ ἀπό τήν ἱστορική ἐπιστήμη, ὅτι «ἡ προτροπή αὐτή περιέχει τόν γνωστόν σκοπόν τοῦ ἀγῶνος, τόν πλειστάκις
ἐπαναλαμβανόμενον εἰς τά κείμενα τοῦ ἀγῶνος»58
. Ἡ ἀλήθεια αὐτή
ἐπισφραγίσθηκε καί ἀπό τόν ἀρχιστράτηγο τοῦ ἀγώνα Θεόδωρο Κολοκοτρώνη
στόν περίφημο λόγο του πρός τούς πρώτους Ἕλληνες φοιτητές στήν Πνύκα τό
1838. Στόν λόγο αὐτό ὁ ἀρχιστράτηγος διακήρυξε ὅτι «ὅταν ἐπιάσαμε τά
ἄρματα, εἴπαμε πρῶτα ὑπέρ Πίστεως καί ἔπειτα ὑπέρ Πατρίδος.»59
Οἱ
ἐπαναστατημένοι πρόγονοί μας, οἱ ἱδρυτές τοῦ νέου ἑλληνικοῦ κράτους κατά τήν
Α΄ Ἐθνική Συνέλευση τοῦ 1822 ὅρισαν στό πρῶτο Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος, ὅτι
«Ὅσοι αὐτόχθονες κάτοικοι τῆς Ἐπικρατείας τῆς Ἑλλάδος πιστεύουσιν εἰς
Χριστόν, εἰσίν Ἑλληνες»60
, ἔθεσαν δηλαδή ὡς βάση δημιουργίας τοῦ κράτους
αὐτοῦ τήν εἰς Χριστόν πίστη.
Οἱ ἱστορικές αὐτές ἀλήθειες ἐπαρκοῦν, ὥστε νά
ἐξακολουθήσει νά κατέχει τό ὀρθόδοξο χριστιανικό μάθημα τῶν
θρησκευτικῶν τήν θέση τήν ὁποία κατέχει ἐντός τοῦ
Παιδαγωγικοῦ Ἰνστιτούτου καί βεβαίως τήν θέση τήν ὁποία
κατέχει ἐδῶ καί ἑκατόν ὀγδόντα χρόνια στά σχολεῖα τοῦ
ἐλεύθερου ἑλληνικοῦ κράτους, ἀφ΄ ὅτου δηλαδή τό εἰσήγαγε ὁ
πρῶτος του κυβερνήτης Ἰωάννης Καποδίστριας σεβόμενος καί
ἀκολουθῶν τήν ζῶσα πίστη καί παράδοση τῶν Ἑλλήνων61
, ἡ ὁποία
παραμένει μέχρι σήμερα ἄσβεστη. Οἱ ἀλήθειες αὐτές καθιστοῦν
τούς ὀρθοδόξους θεολόγους καθηγητές ἰσότιμα μέλη τῶν
συλλόγων διδασκόντων τῶν σχολείων ὅλης τῆς χώρας, θέση τήν
ὁποία δέν εἶναι δυνατόν νά τούς ἀμφισβητήσει κανένας, διότι
ἀλλιῶς θά καταστήσει τά σχολεῖα τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους μή
ἑλληνικά.

ΙΓ΄. Περί «πολιτιστικοῦ» μαθήματος

Διαβάσαμε ἐπανειλημμένως γνῶμες περί μετατροπῆς τοῦ μαθήματος τῶν
θρησκευτικῶν σέ «πολιτιστικό» μάθημα. Δέν θά ἀσχοληθοῦμε μέ ἀνασκευές
γνωμῶν ὅσων ὑποστηρίζουν τήν ἄποψη αὐτή. Ἁπλῶς θά ἐκθέσουμε τούς
προβληματισμούς καί τίς ἀντιρρήσεις μας:
Ἡ ἀλήθεια ὅτι ὁ χριστιανισμός ἀποτελεῖ δισχιλιετή ἱστορία, παράδοση
καί πολιτισμό τῶν Ἑλλήνων θά ἦταν ἕνας σοβαρός λόγος, ὥστε νά
ἐξακολουθήσει νά διδάσκεται πληροφοριακά καί ὡς ἱστορικό καί πολιτισμικό
στοιχεῖο ἀκόμη καί ἄν ἔπαυε νά ὑπάρχει στήν Ἑλλάδα ὡς ζῶσα πίστη. Δέν εἶναι
δυνατόν ὅμως ἡ ἀλήθεια αὐτή νά ἀποτελέσει σήμερα ἀφορμή, ὥστε νά λείψει
ἀπό τά σχολεῖα ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, τῶν ἀποστόλων καί τῶν πατέρων.
Καί τοῦτο διότι σήμερα ἡ πίστη δέν ἔχει ἐκλείψει, οὔτε ἔχει μειωθεῖ, δέν
ἀποτελεῖ μόνον παρελθόν, ἀλλά καί παρόν καί μέλλον. Χιλιάδες κόσμου
κατακλύζουν τά πανελλήνια προσκυνήματα τῆς ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ
Ἐκκλησίας, ὅπως τήν Παναγία τῆς Τήνου, τήν μονή ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου
τῆς Πάτμου, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Ρῶσο καί τόν ὅσιο Δαβίδ στήν Εὔβοια, τήν
μονή Ἁγίας Τριάδος (ἁγίου Νεκταρίου) στήν Αἴγινα, τόν ἅγιο Ραφαήλ στή Λέσβο,
τόν Ταξιάρχη Πανορμίτη τῆς Σύμης, τήν Παναγία Σουμελᾶ, τόν Ἅγιο Δημήτριο
Θεσσαλονίκης καί ἀναρίθμητα ἄλλα. Ἑκατομμύρια λαοῦ περιμένουν ὧρες
ὁλόκληρες γιά νά προσκυνήσουν θαυματουργές ἁγιορειτικές ἤ ἱεροσολυμιτικές
εἰκόνες οἱ ὁποῖες τυχαίνει κατά καιρούς νά ἐκτίθενται γιά ὀλιγοήμερο
προσκύνημα στήν Ἀθήνα ἤ στήν Θεσσαλονίκη. Τό γεγονός λοιπόν ὅτι ἡ ὀρθόδοξη χριστιανική πίστη καί ζωή
ἀποτελεῖ πολιτιστική ἱστορία τῆς Ἑλλάδος, καί ὄχι μόνον αὐτῆς, δέν εἶναι δυνατό νά ἀποτελέσει πρόφαση ὥστε νά μή διδάσκονται συστηματικά οἱ
νεαροί μαθητές τίς ἀλήθειες της τίς ὁποῖες ἔχουν παραλάβει ἀπό τούς γονεῖς
τους, ὥστε νά μή διαπαιδαγωγοῦνται σύμφωνα μέ αὐτές, ὥστε νά παύσουν οἱ
ἀλήθειες τῆς πίστεως νά ἀποτελοῦν μέτρο κρίσεως τῶν φαινομένων τά ὁποῖα
παρουσιάζει ὁ σύγχρονος κόσμος καί ὁδό ἐξυγιάνσεως ὅσων ἀπό αὐτά πάσχουν.
Δέν εἶναι δυνατόν μέ αὐτό τό πρόσχημα νά ἐξουδετερωθεῖ τό ὀρθόδοξο
χριστιανικό μάθημα, καί νά διδάσκεται τί; Ἡ ἐπίδραση τοῦ Εὐαγγελίου στήν
παγκόσμια φιλοσοφία, νομοθεσία, καί ὀργάνωση τῶν κοινωνιῶν; Στυλιστικές
παρατηρήσεις ἐπί τῆς τεχνοτροπίας τῶν εἰκόνων καί τῶν ἀρχιτεκτονικῶν ρυθμῶν
τῆς Ἐκκλησίας; Ἡ ἐπίδραση τοῦ χριστιανισμοῦ ἐπί τῆς ἑλληνικῆς καί τῆςπαγκοσμίου λογοτεχνίας καί ἐπί τῆς παγκοσμίου τέχνης; Λαϊκά ἤθη καί ἔθιμα,
ὅπως καί δημοτικά τραγούδια ἀναφερόμενα στή χριστιανική πίστη;
Ἐπανειλημμένως γίνονται ἀναφορές καί σέ τέτοιου εἴδους θέματα ἀπό
θεολόγους καθηγητές. Ὅλα αὐτά εἶναι χρήσιμα, ἐφ΄ ὅσον τά ἔχουν μελετήσει
ὅσοι ἀναφέρονται σέ αὐτά καί ἰδιαίτερα ὅσοι συγγραφεῖς σχολικῶν βιβλίων
πρόκειται νά τά ἀναλύσουν, ἐάν γνωρίζουν τίς πηγές καί δέν ἀντιγράφουν ἁπλῶς
ξένα ἐγχειρίδια
62
.
Ὅμως δέν εἶναι δυνατόν νά ἀποτελέσουν αὐτά τόν κύριο κορμό τοῦ
μαθήματος. Ἡ διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως τήν βίωσαν καί μᾶς τήν παρέδωσαν οἱ ἀπόστολοι καί οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει ὡς σκοπό τήν «ἀνακαίνωσι» τοῦ «ἔσωθεν ἀνθρώπου»63
. Εἶναι δυνατόν νά συμβάλλει τό
μάθημα τῶν θρησκευτικῶν σέ αὐτήν τήν «ἀνακαίνωσι», ἐάν δέν
περιλαμβάνει Εὐαγγέλιο καί πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἤ ἐάν τούς θέσει σέ
δεύτερη μοίρα καί προσφέρει κατά κύριο λόγο ὅσα προηγουμένως
ἀναφέραμε; Σέ τέτοια περίπτωση θά ὑπάρξει ὁ κίνδυνος νά πολλαπλασιασθοῦν
οἱ ἐπιφανειακά πολιτισμένοι. Ἔχει δέ παρατηρηθεῖ, ὅτι οἱ φόνοι ἐν βρασμῷ
ψυχῆς εἶναι συχνότεροι στούς πρωτόγονους ἀνθρώπους, οἱ δέ φόνοι ἐκ
προμελέτης συχνότεροι στούς «πολιτισμένους». Ὁπωσδήποτε ὅμως πρόκειται γιά
ἐπιφανειακά «πολιτισμένους», ὅπου ὁ πολιτισμός δέν ἔχει ἀγγίξει τόν «ἔσωθεν
ἄνθρωπο».
Θά παραθέσουμε καί ἄλλο ἕνα παράδειγμα, γιά νά δείξουμε ποιούς
κινδύνους ἐμπεριέχει τό λεγόμενο «πολιτιστικό μάθημα»: Ἡ ἀρχαία ἑλληνική
θρησκεία ἀποτελεῖ πολιτιστικό παρελθόν τῆς Ἑλλάδας καί τῶν Ἑλλήνων.
Μαθαίνουμε ὅμως τούς μύθους οἱ ὁποῖοι τήν συναπαρτίζουν, ὥστε νά εἴμαστε σέ
θέση νά κατανοήσουμε τίς ἀναφορές τῶν γραπτῶν, ἀρχιτεκτονικῶν καί ἐν γένει
καλλιτεχνικῶν μνημείων τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας στούς μύθους αὐτούς. Βλέπουμε
τόν ναό τῆς Ἀρτέμιδος καί πρέπει νά γνωρίζουμε τούς σχετικούς μέ τήν Ἀρτέμιδα
μύθους. Διαβάζουμε σέ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικό κείμενο τήν φράση «νή Δί» καί
πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι σημαίνει «μά τόν Δία» καί ποιός ἦταν αὐτός ὁ Δίας γιά
τήν ἀρχαία ἑλληνική θρησκεία. Βλέπουμε ἕνα ἄγαλμα τῆς Ἀφροδίτης καί πρέπει
νά γνωρίζουμε ποιά ἦταν σύμφωνα μέ τούς ἀρχαίους ἑλληνικούς μύθους ἡ
Ἀφροδίτη, διότι ὅλα αὐτά ἀποτελοῦν μέρος τῆς ἱστορίας τοῦ πολιτισμοῦ μας.
Ὅμως, ὅσα διδασκόμαστε γιά τήν θρησκεία τοῦ δωδεκαθέου, εἶναι ἁπλῶς
πληροφοριακά. Δέν ἀναπτύσσουν μία ζωντανή πίστη, δέν διαπλάθουν τήν
προσωπικότητά μας
64
, ἀλλά μᾶς πληροφοροῦν γιά ἕνα τμῆμα τοῦ ἱστορικοῦ μας
παρελθόντος.
Ἐάν τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν καταλήξει νά διδάσκει τήν ὀρθόδοξη
χριστιανική πίστη κατά ἕνα τέτοιο τρόπο, δηλαδή ὡς κάτι ἀναφερόμενο στό
παρελθόν, κι ὄχι ὡς κάτι ζωντανό τό ὁποῖο ἔχει σκοπό νά τό ἐνισχύσει, καί μέσῳ
αὐτοῦ νά καλλιεργήσει τήν προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου, τότε θά καταντήσει
καί νά ἀντιστρατεύεται τήν πίστη αὐτή.

ΙΔ΄. Ποιά εἶναι ἡ ὀρθόδοξη κληρονομία;

Ὑποστηρίχθηκε ἀπό ὁμάδα μή θεολόγων καθηγητῶν πανεπιστημίου65
, ὅτι
«ἡ πείρα ὅλων, πιστῶν καί μή, μαρτυρεῖ ὅτι γενικά τά ἑλληνόπουλα δέν γίνονται συνειδητοί χριστιανοί μέ καί ἀπό τό σχολικό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν. Ἁπλῶς αὐτό εἶναι στοιχεῖο τῆς παιδείας τους. Τό ἄν θά τήν
δεχθοῦν ἤ ὄχι, αὐτό εἶναι ἀποτέλεσμα ἄλλων παραγόντων.» Ἐρωτοῦμε: Τό ἄν
ἀποδεχθοῦν τά παιδιά τήν χριστιανική παιδεία εἶναι ἀποκλειστικῶς ἀποτέλεσμα
ἄλλων παραγόντων; Τό ἴδιο τό μάθημα τῆς χριστιανικῆς παιδείας εἶναι
ἀπολύτως ἀδιάφορος παράγοντας; Ἐάν ἐν τέλει ἀποδεχθοῦν τά χριστιανόπουλα
τήν χριστιανική παιδεία, θά ὑπάρχει ἐνδεχόμενο καί νά βελτιωθοῦν ὡς
ἄνθρωποι λόγῳ αὐτῆς; Ἐμεῖς δέν θά ἀπαντήσουμε ἐπικαλούμενοι τήν «πείρα
ὅλων», τήν ὁποία δέν εἶναι δυνατόν νά γνωρίζουμε ἐπακριβῶς, ἀλλά
ἐπικαλούμενοι τή δική μας πείρα: τό μάθημα βοηθεῖ τά χριστιανόπουλα, τά
βελτιώνει, τούς προσφέρει σημαντική βοήθεια νά ἀντιμετωπίσουν ποικίλους
προβληματισμούς καί δυσκολίες, τόσο τῆς ἐφηβικῆς ἡλικίας, ὅσο καί τῆς ζωῆς
τους ὡς ἐνηλίκων.
Ὡς πρόταση διαμορφώσεως τοῦ περιεχομένου τοῦ μαθήματος
ὑποστηρίχθηκε ἀπό τούς συντάκτες τοῦ ἐν λόγῳ ὑπομνήματος, ὅτι τό μάθημα τῶν
θρησκευτικῶν θά πρέπει νά «ἔχει ὡς κύριο περιεχόμενο τά χαρακτηριστικά τῆς χριστιανικῆς πίστης ὄχι ὡς θρησκείας ἀλλ΄ ὡς συστατικοῦ τῆς ὀρθόδοξης
κληρονομιᾶς καί παράδοσης.»
Ἀπόπειρα ἐφαρμογῆς τῆς ὡς ἄνω προτάσεως θά κατέληγε σέ διχοτόμηση
τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιαστικῆς πίστεως σέ «θρησκεία» καί «κληρονομιά». Ποιά
στοιχεῖα θά θεωροῦνται «θρησκεία» καί ποιά «κληρονομιά»; Ἐάν θεωρηθοῦν
«θρησκεία» τά ἑπτά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, θά ἀπαγορευθεῖ νά τά
διδάσκουμε; Θά ἀπαγορευθεῖ νά διδάσκουμε ἀκόμη καί τήν κυριακή προσευχή,
τό γνωστό σέ ὅλους μας ὡς «πάτερ ἡμῶν», ἀφοῦ θά θεωρεῖται «θρησκεία»;
Ἀκόμη καί ἄν οἱ συντάκτες τοῦ ἐν λόγῳ ὑπομνήματος δέν ἐννοοῦν ὅλα αὐτά,
ἀπόπειρα ἐφαρμογῆς ὅσων προτείνουν θά ἔχει ὁπωσδήποτε αὐτή τήν κατάληξη.
Ἀναφέρεται στό ὑπόμνημα, ὅτι «αὐτή ἡ κληρονομιά – εἶναι γενικά γνωστό – ἀποτελεῖ τόν ἀντίποδα κάθε μισαλλοδοξίας καί σκοταδισμοῦ· εἶναι ὅ,τι πιό οἰκουμενικό ἀνθρωπιστικό μήνυμα μπορεῖ νά δοθεῖ στούς μαθητές τῶν ἑλληνικῶν σχολείων καί δέν προσβάλλει τίς ὁποιεσδήποτε πεποιθήσεις
γονέων.» Στήν αὐτή παράγραφο τοῦ ὑπομνήματος ἀναφέρεται σέ ὑποσημείωση
τό περιοδικό τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἱδρύματος Πατερικῶν Μελετῶν, τό ὁποῖο
ὀνομάζεται «Κληρονομία». Τό περιοδικό ὅμως αὐτό ἐρευνᾶ τό ἔργο τῶν πατέρων
τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἐπεχείρησαν νά διαχωρίσουν τήν Ἐκκλησία
ἀπό τό μήνυμά της, τό ὁποῖο ἀπευθυνόταν, καί ἐξακολουθεῖ νά ἀπευθύνεται σέ
ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη. Τό μήνυμα αὐτό, δέν πρέπει νά ξεχνοῦμε ὅτι, εἶναι ἡ ζῶσα πίστη πρός τόν σωτήρα Χριστό66
, ἡ ὁποία δέν χρειάζεται νά μεταμφιεσθεῖ μέ τόν
ὁποιονδήποτε μανδύα «πολιτισμοῦ», «κληρονομιᾶς», «ἐνισχύσεως τῶν
θρησκειολογικῶν στοιχείων», «μή κατηχήσεως» ἐπιχειρώντας νά πείσει
κάποιους νά μή τό πολεμοῦν. Ἔτσι καί ἀλλιῶς θά ὑπάρχουν πάντοτε κάποιοι, οἱ ὁποῖοι θά συνεχίζουν τόν πόλεμο αὐτό ἐφευρίσκοντας νέες
προφάσεις καί προβάλλοντας νέα ἐμπόδια στό ἔργο μας.
Ὑποστηρίζεται στό ὑπόμνημα, ὅτι «μέ τά χαρακτηριστικά αὐτά τό μάθημα τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς κληρονομιᾶς θά διδάσκεται ὡς ὑποχρεωτικό μάθημα γιά ὅλους τούς μαθητές πού φοιτοῦν σέ ἑλληνικά σχολεῖα, καί γιά τά παιδιά τῶν μεταναστῶν ὁποιασδήποτε προέλευσης. Εἶναι στοιχειῶδες – καί δέν ἀποτελεῖ ἔλλειψη σεβασμοῦ πρός ὁποιεσδήποτε παραδόσεις ἤ πεποιθήσεις –, ἀφοῦ διαμένουν στή χώρα μας, νά μαθαίνουν ὅ,τι ἔχει σχέση μέ τό περιβάλλον, θρησκευτικό καί πολιτιστικό, στό ὁποῖο ζοῦν. Βλέπουν ἐκκλησίες, εἰκόνες, ὅπως βλέπουν ἀρχαῖα μνημεῖα· εἶναι φυσικό καί ἀναγκαῖο νά γνωρίζουν τί σημαίνουν ὅλα αὐτά καί ποιᾶς παράδοσης εἶναι δημιουργήματα. Ἐάν ἕνας Ἕλληνας διέμενε π.χ. στήν Ἰνδία, δέν θά ἦταν φυσικό τά παιδιά του νά μάθουν στό σχολεῖο ὅ,τι ἀφορᾶ τίς ἰνδικές θρησκευτικές παραδόσεις γιά νά συνειδητοποιοῦν ἄν μή τι ἄλλο, τό
περιβάλλον ὅπου θά ζοῦσαν;»
Πρέπει νά ἐπισημάνουμε, ὅτι ὁ Ἕλληνας ὀρθόδοξος χριστιανός ὁ ὁποῖος
ζῆ στήν Ἰνδία δέν εἶναι δυνατόν νά διδάσκεται τά ἰνδικά θρησκεύματα ὅπως ὁ
Ἰνδός ὁ ὁποῖος ἤδη μετέχει σέ αὐτά καί ἀποτελοῦν ὄχι ἁπλῶς μέρος τῆς χώρας
του καί τοῦ πολιτισμοῦ της ἀλλά καί μέρος τοῦ ἑαυτοῦ του, τῆς ἴδιας του τῆς
ταυτότητας. Οὔτε εἶναι δυνατόν ὁ Ἰνδός νά διδάσκεται τά ἰνδικά θρησκεύματα
ὅπως ὁ Ἕλληνας ὁ ὁποῖος δέν μετέχει σέ αὐτά καί ζητεῖ ἁπλῶς νά μάθει περί
τίνος πρόκειται.
Ἀνεξάρτητα ὅμως ἀπό ὅ,τι γίνεται ἤ πρέπει νά γίνεται στήν Ἰνδία, οἱ
Ἕλληνες θεολόγοι ἔχουν ἐπιτύχει, καί νά διδάσκονται οἱ ὀρθόδοξοι μαθητές τό
μάθημα ὡς πιστοί τῆς ὀρθοδόξου χριστιανικῆς Ἐκκλησίας καί ὅσοι
ἑτερόθρησκοι τό παρακολουθοῦν, νά τό θεωροῦν ἁπλῆ πληροφόρηση ἡ ὁποία
τούς βοηθεῖ νά κινηθοῦν μέ εὐχέρεια σέ ἕνα κράτος ὅπου κυριαρχεῖ ἡ πίστη
αὐτή67
. Εἶναι ἄτυπος, ἀλλά ἀπαράβατος κανόνας μεταξύ τῶν Ἑλλήνων
ὀρθοδόξων θεολόγων νά μή ἐπιχειρεῖται προσέλκυση διά τοῦ μαθήματος
κάποιου ἑτεροθρήσκου παιδιοῦ στήν ὀρθόδοξη χριστιανική Ἐκκλησία, ἀφοῦ ἡ
οἰκογένειά του δέν ἔχει ἐκδηλώσει τέτοια πρόθεση68
. Τό δέ δικαίωμα ἀπαλλαγῆς
τῶν ἑτεροδόξων χριστιανῶν καί τῶν ἑτεροθρήσκων ἀπό τό μάθημα ἔχει
κατοχυρωθεῖ, ὥστε νά μήν ὑπάρξει κἄν ὑποψία ὅτι ἐπιχειρεῖται κάτι τέτοιο. Γι΄
αὐτό δέν πρέπει νά ἀλλάξει τό μάθημα περιεχόμενο. Θά εἶναι ἀδικία πρός τούς
ὀρθοδόξους μαθητές μας, Ἕλληνες καί μή.
Διαπιστώνεται ἐπίσης στό ἐν λόγῳ ὑπόμνημα ὅτι «πολλοί Ἕλληνες ἰσραηλίτες γονεῖς ἤθελαν καί θέλουν τά παιδιά τους νά παρακολουθοῦν τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν στά σχολεῖα μας, ἄσχετα ἀπό τίς θρησκευτικές
τους πεποιθήσεις, ἀκριβῶς γιά νά γνωρίζουν τό περιβάλλον στό ὁποῖο ζοῦν.»
Ὑπό τό σημερινό νομικό καθεστώς καί ἐφ΄ ὅσον οἱ ἑτερόθρησκοι γονεῖς
(ἰσραηλίτες, μουσουλμάνοι, ἰνδουιστές, σιντοϊστές ἤ ὁποιοιδήποτε ἄλλοι)
ἐνεργοῦν κατ΄ αὐτόν τόν τρόπο, δέν προκύπτει κανένα πρόβλημα. Ἐάν ὅμως
καταστεῖ τό ὀρθόδοξο χριστιανικό μάθημα ὑποχρεωτικό γιά ὅλους ἀνεξαιρέτως,
καί γιά ὅσους ἑτεροθρήσκους τό ἤθελαν πρίν καί γιά ὅσους ἑτεροθρήσκους δέν
τό ἤθελαν, τότε ἀμέσως θά δημιουργηθεῖ ὑποψία ἐπιβολῆς προσηλυτισμοῦ καί
θά ὑπάρξουν ἀντιδράσεις.
Ἐν τέλει δέν εἴδαμε μία ὁλοκληρωμένη πρόταση γιά τό τί καί πῶς θά
ἔπρεπε νά διδάσκεται ὡς «ὀρθόδοξη κληρονομιά», μία κάποια ἀπόπειρα
συντάξεως ἑνός προγράμματος σπουδῶν. Πιστεύουμε, ὅτι τέτοια ἀπόπειρα θά
ἀπετύγχανε, ἀφ΄ ἑνός γιά τούς λόγους τούς ὁποίους ἤδη ἐξηγήσαμε, ἀφ΄ ἑτέρου
διότι σχέδιο προγράμματος μαθήματος θρησκευτικῶν δέν θά ἦταν δυνατόν νά
ἐκπονηθεῖ ἀπό μή θεολόγους, ἀκόμη καί ἄν ὡς ἁπλοί πιστοί ἔχουν ὀρθόδοξες
ἀρχές.

ΙΕ΄. Ἰδιόρρυθμη πρόταση περί «βιβλικοῦ» μαθήματος

Θά ἐξετάσουμε ἄλλη μία καλοπροαίρετα διατυπωμένη, πλήν ὅμως
ἀνεπιτυχῆ ἐπί τοῦ θέματος εἰσήγηση. Ὁ εἰσηγητής ξεκινᾶ ὑποθέτοντας ὅτι
«προϊόντος τοῦ χρόνου καί ὅσο φιλελευθεροποιεῖται ἡ συντηρητική πολιτική παράταξη, ὅλο καί θά πληθαίνουν ὅσοι ἀρνοῦνται τήν ὕπαρξη τοῦ μαθήματος στό σχολεῖο, καί ὅλο καί θά λιγοστεύουν οἱ ὑποστηρικτές του, γιά νά ἀπομείνουν στό τέλος μόνον ἡ Ἐκκλησία καί ἡ Πανελλήνια Ἕνωση
Θεολόγων (ΠΕΘ).»69

Ἡ ἐκτίμηση αὐτή εἶναι ἀπολύτως ἀτυχής, διότι οἱ πιστοί τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ δέν ἦταν ποτέ καί δέν εἶναι ψηφοφόροι μόνον τοῦ Α ἤ
τοῦ Β, τοῦ Χ ἤ τοῦ Ψ πολιτικοῦ κόμματος, κοινοβουλευτικοῦ ἤ μή. Πιστοί
χριστιανοί ὑπάρχουν σέ ὅλα ἀνεξαιρέτως τά κόμματα, σέ ὅλες ἀνεξαιρέτως τίς
πολιτικές παρατάξεις, εἴτε ὡς ψηφοφόροι εἴτε ὡς πολιτευτές. Δέν εἶναι ἑπομένως
δυνατόν νά ἐπιχειροῦμε νά ἑρμηνεύσουμε τήν ὑπάρχουσα στήν Ἑλλάδα
πραγματικότητα μέσῳ καταστάσεων οἱ ὁποῖες ποτέ δέν ὑπῆρξαν καί ποτέ δέν
εὐδοκίμησαν ἐδῶ.
Καί πράγματι, ὑπῆρξαν κατά περιόδους στά ἑλληνικά χωριά καφενεῖα τά
ὁποῖα συγκέντρωναν τούς ψηφοφόρους ἑνός κόμματος καί ἄλλα καφενεῖα τά
ὁποῖα συγκέντρωναν τούς ψηφοφόρους ἄλλου κόμματος καί οἱ μέν δέν πήγαιναν
ποτέ στά δέ. Ὅμως δέν ὑπῆρξαν ποτέ Ἐκκλησίες τοῦ Χ, τοῦ Ψ ἤ τοῦ Ω κόμματος.
Ἡ Ἐκκλησία συγκέντρωνε καί συγκεντρώνει ὅλο τό χωριό, στίς λειτουργίες,
στούς γάμους στίς βαπτίσεις, στίς λιτανεῖες, στίς κηδεῖες, στά μνημόσυνα, αὐτή
εἶναι ἡ ἀποστολή της, στήν ὁποία καί ἐπιτυγχάνει, ἀλλιῶς δέν θά ἦταν ἡ
Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Ἄλλωστε, ὅπως ἤδη εἴδαμε στό Α΄ κεφάλαιο τοῦ παρόντος μελετήματος, τό
ὀρθόδοξο χριστιανικό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν στήν Ἑλλάδα δέχθηκε τό πιό
ὕπουλο χτύπημα ἀπό ἕνα καθεστώς τό ὁποῖο αὐτοδιαφημιζόταν ὡς
ὑπερσυντηρητικό, δηλαδή ἀπό τήν δικτατορία τῶν συνταγματαρχῶν (1967-1974).
Ὅσο γιά τούς σημερινούς ἀρνητές τοῦ μαθήματος, αὐτοί περιορίζονται σέ
μιά ἐλάχιστη μειοψηφία, ἡ ὁποία ἐπιμένει νά δημιουργεῖ κατά διαστήματα
θόρυβο, ἐλπίζοντας νά πείσει λαό καί κυβερνήσεις.
Ὑποθέτει ὁ ἀρθρογράφος ὅτι «ὁμολογιακός χαρακτήρας ὅμως σημαίνει ἁπλούστατα ὅτι οἱ μαθητές καλοῦνται νά προσχωρήσουν σέ μία πίστη, τήν πίστη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, σημαίνει ὅτι τό μάθημα εἶναι ἀπολογία ὑπέρ αὐτῆς τῆς πίστεως, σημαίνει ὅτι ὁ δάσκαλος μέσα στήν τάξη κηρύττει καί
κατηχεῖ.»70
Πρόκειται ἐδῶ γιά ὁμοίως ἀνεπιτυχῆ θεώρηση τῆς πραγματικότητας.
Ὁ θεολόγος καθηγητής δέν καλεῖ τούς μαθητές νά προσχωρήσουν στήν πίστη τῆς
Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, αὐτό τό ἔχουν ἀποφασίσει πρό πολλοῦ οἱ
γονεῖς τῶν μαθητῶν. Οἱ μαθητές εἶναι ἤδη ὀρθόδοξοι χριστιανοί, διότι οἱ γονεῖς
τους ἔχουν ἀποφασίσει καί τούς ἔχουν ἀβίαστα βαπτίσει χριστιανούς
ὀρθοδόξους. Δέν πρέπει ἑπομένως νά θεωροῦμε τούς γονεῖς ἀμέτοχους καί θεατές
στήν ὅλη ὑπόθεση τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν.
Τά ἴδια τά παιδιά ἄλλωστε ζητοῦν ἀπό τόν θεολόγο καθηγητή τους νά
πληροφορηθοῦν γιά πάμπολλα ζητήματα τά ὁποῖα βλέπουν καί βιώνουν κατά
τήν θεία λειτουργία ἤ διαβάζουν στά σχολικά τους βιβλία ἤ ὁπουδήποτε,
σχετίζονται δέ μέ τήν πίστη τους καί τούς ἔχουν κινήσει τό ἐνδιαφέρον. Καί,
μολονότι τά σχολικά βιβλία δέν ἐξηγοῦν πλέον τέτοιες λεπτομέρειες, συχνά
ζητοῦν νά πληροφορηθοῦν πῶς λέγονται καί πῶς χρησιμοποιοῦνται τά
λειτουργικά σκεύη τῆς Ἐκκλησίας μας. Ζητοῦν ὅμως νά ἐνημερωθοῦν καί γιά
καθαυτό θεολογικά ζητήματα, ὅπως π.χ. ἐάν ἡ αὐτοκτονία τοῦ Ἰούδα ἦταν
μετάνοια ἤ ὄχι καί γιατί ἤ τό γιατί ἡ ἐπί τοῦ σταυροῦ ἀναφώνηση τοῦ Ἰησοῦ
Χριστοῦ, «Θεέ μου Θεέ μου ἵνα τί μέ ἐγκατέλειπες», δέν ἐκφράζει μείωση τῆς
πίστεως τῆς ἀνθρώπινης φύσεως τοῦ Χριστοῦ πρός τόν Θεό. Ἄλλα πάλι
ἐκφράζουν πιό στοιχειώδη ἐρωτήματα, κανένα ὅμως ἀπό αὐτά δέν φανερώνει
ἀπιστία, ἀλλά ἐνδιαφέρον.
Στίς τελευταῖες τάξεις τοῦ λυκείου ἔρχονται καί τά ἐρωτήματα ἤ οἱ
δηλώσεις ἀμφισβητήσεως. Μερικοί μαθητές δηλώνουν ἄθεοι, ὅμως, ὅπως ἔχουμε
πολλές φορές διαπιστώσει, οἱ περισσότεροι δέν πιστεύουν αὐτό τό ὁποῖο λέγουν
καί ἐλέγχουν ἁπλῶς τήν ἀντίδραση τοῦ καθηγητῆ τους, τήν νηφαλιότητα, τήν
ἐτοιμότητα, τά ἐπιχειρήματα ἤ τίς γνώσεις του. Οἱ ὑποτιθέμενοι «ἄθεοι» μαθητές
συχνά προβαίνουν σ΄ αὐτές τίς δηλώσεις ἐπειδή ψάχνουν καί ψάχνονται,
ἐρευνοῦν τόν κόσμο, ἀλλά καί τόν ἑαυτό τους. Κάποιες φορές δέν ἔχουν πεισθεῖ
οὔτε γιά τό ἄν ἀξίζει νά πιστεύουν, οὔτε γιά τό ἄν ἀξίζει νά μή πιστεύουν. Ἔτσι
ἔτυχε νά συναντήσουμε στή λειτουργία, ἀκόμη καί σέ ἀγρυπνία, παλιούς μας
μαθητές οἱ ὁποῖοι στά δεκαεπτά τους δήλωναν ἄθεοι, ἀλλά στά εἰκοσιπέντε μέ
τριάντα τους θεωροῦσαν ἐκείνη τή συμπεριφορά τῶν δεκαεπτά τους χρόνων
παιδαριώδη καί ἀνώριμη, διότι ἡ ψυχή τους πλέον ἀποζητοῦσε τόν Χριστό.
Ὑποστηρίχθηκε ἀπό τόν ἴδιο ἀρθρογράφο, ὅτι «ἡ σημερινή συνείδηση τοῦ εὐρωπαίου πολίτη, διαμορφωμένη μέσα ἀπό μία μακρά διαδικασία ἐκκοσμίκευσης τῆς γνώσης, δέν μπορεῖ νά δεχτεῖ αὐτή τή διδακτική
συμπεριφορά (δηλ. κήρυγμα καί κατήχηση).»71
Ὁ ἰσχυρισμός αὐτός φανερώνει
ἄγνοια, τόσο τῆς συνειδήσεως τοῦ Ἕλληνα πολίτη, ὅσο καί τοῦ Εὐρωπαίου. Ὁ
Ἕλληνας πολίτης δέχεται καί κήρυγμα καί κατήχηση γιά τό παιδί του, δέχεται
δηλαδή τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν ὅπως εἶναι, διότι δέν ἔγινε Εὐρωπαῖος
πολίτης καταστρέφοντας τήν ἑλληνική καί τή χριστιανική του ταυτότητα. Γι΄
αὐτό καί δέν ἀνέχεται νά τοῦ ὁρίζουν ἄλλοι τί ὁ ἴδιος εἶναι καί τί δέν εἶναι, τί
θέλει καί τί δέν θέλει. Οὔτε ὅμως καί ὁ Εὐρωπαῖος πολίτης δέχεται κάτι τέτοιο,
γι΄ αὐτό καί σέ κανένα δυτικοευρωπαϊκό κράτος δέν ἔχουμε ἀπαγόρευση τῆς
χριστιανικῆς παιδείας ἀπό τά δημόσια σχολεῖα. Στά κράτη δέ τῆς ἀνατολικῆς
Εὐρώπης, ὅπου οἱ ἱστορικές συγκυρίες εἶχαν ἀφαιρέσει ἀπό τούς νέους τό
δικαίωμα τῆς χριστιανικῆς παιδείας, βλέπουμε ἐπανεισαγωγή τοῦ μαθήματος
τῶν θρησκευτικῶν.
Ποιός ὁρίζει ἑπομένως ποιά εἶναι ἡ συνείδηση του Εὐρωπαίου πολίτη; Ὁ
ἴδιος ὁ πολίτης ἤ μιά ὁμάδα διανοουμένων; Ὅσο σημαντικοί διανοούμενοι καί
ἄν εἶναι αὐτοί, κανένας δέν τούς ἔδωσε τό δικαίωμα νά ἀποφασίζουν ποιά εἶναι
ἡ συνείδηση τῶν ἄλλων. Καί ὅταν κάποια ἄλλα κράτη συνειδητοποιοῦν τά
παλαιά τους λάθη καί ἐπιστρέφουν στίς ρίζες τους, καταντᾶ ἀστεῖο νά προβληματίζονται, μερικοί, ἔστω καί τόσο λίγοι Ἕλληνες, μήπως θά ἦταν
καλό νά διαπράξουμε ὅσα σφάλματα ἐκεῖνα διεπραξαν καί νά ὑποστοῦμε
χωρίς κανένα λόγο τίς συνέπειες τῶν σφαλμάτων αὐτῶν.
Ὅσον ἀφορᾶ τό τί θά διδάσκεται ὡς μάθημα θρησκευτικῶν παρατηρεῖ ὁ
ὡς ἄνω ἀρθρογράφος ὅτι: «Μέ ἀφετηρία λοιπόν τή Βίβλο καί τά κείμενά της, θά διδάξουμε στούς μαθητές καί τήν πατερική, ἑρμηνευτική θεολογία, τήν ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ – συνολικά τοῦ Χριστιανισμοῦ καί ὄχι μόνο τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅσο καί ἄν αὐτή τή διδάξουμε ἀσφαλῶς περισσότερο, γιά λόγους ὅμως ἱστορικούς καί πολιτιστικούς καί ὄχι ἐπειδή εἶναι ἀληθινότερη ἀπό τίς ἄλλες χριστιανικές ὁμολογίες – τήν ἱστορία τοῦ ἑβραϊσμοῦ, τόν πολιτισμό καί τήν τέχνη τῆς ἀνατολικῆς καί τῆς δυτικῆς χριστιανοσύνης.
Ἀρχή ὅμως καί τέλος θά εἶναι πάντα τά βιβλικά κείμενα καί ἡ ἑρμηνεία τους.»
Τά περί «πολιτισμοῦ» καί τά περί «ὁμολογιῶν» ἔχουμε ἤδη ἀναλύσει
ἀνωτέρω καί δέν χρειάζεται νά ἐπανέλθουμε.
Ὅσο γιά τήν πατερική ἑρμηνεία, ὁ κάθε ὀρθόδοξος θεολόγος γνωρίζει ὅτι
δέν διδάσκεται μέ ἀφετηρία τήν Ἁγία Γραφή, ἀλλά εἶναι ἡ ὀρθή ἑρμηνεία τῆς
Ἁγίας Γραφῆς. Ἑπομένως ἡ Ἁγία Γραφή διδάσκεται βάσει τῆς πατερικῆς
ἑρμηνείας. Ἐάν ξεκινήσουμε νά διδάσκουμε Ἁγία Γραφή, ὥστε νά καταλήξουμε
νά διδάσκουμε, μεταξύ ἄλλων, καί τούς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τότε
ὁπωσδήποτε θά κινδυνεύσει νά τεθεῖ ἡ πατερική ἑρμηνεία στό περιθώριο καί νά
παρεμβληθοῦν προσωπικές μας ἑρμηνεῖες ἄσχετες μέ τήν ἐμπειρία τῆς
Ἐκκλησίας.
Τά δέ γεγονότα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας εἶναι δυνατόν νά κρίνονται
βάσει τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅμως δέν ἀποτελεῖ ὀρθή ἱστορική ἀλλά καί
παιδαγωγική μέθοδο τό νά τίθενται σέ δεύτερη μοίρα τά ἱστορικά γεγονότα τοῦ
πέμπτου ἤ τοῦ δεκάτου πέμπτου αἰώνα καί νά διδάσκονται παρέργως, ἐνῷ
διδάσκουμε βιβλική ἱστορία ἤ βιβλική θεολογία. Ὁ μαθητής θά περιέλθει ἔτσι
σέ σύγχυση.
Γιά νά διδάξουμε δέ τήν ἱστορία ὁλοκλήρου τοῦ χριστιανιμοῦ
ἀπαιτοῦνται περισσότερες διδακτικές ὧρες, οἱ ὁποῖες μᾶλλον δέν ὑπάρχει ἡ
πρόθεση νά διατεθοῦν. Ἑπομένως θά πρέπει, ἐάν ἐπιμείνουμε στήν πλήρη 32
διδασκαλία τοῦ ρωμαιοκαθολικισμοῦ καί τοῦ προτεσταντισμοῦ72
, νά μειωθεῖ ἡ
ἱστορία τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐν τέλει θά ταλαιπωροῦνται οἱ μαθητές μέ
θέματα τά ὁποῖα δέν ζοῦν καί τά ὁποῖα δέν μιλοῦν μέσα τους, ἐνῷ θά ἦταν
δυνατόν νά ἐνημερωθοῦν γιά τά θέματα αὐτά μέ λιτό ἀλλά περιεκτικό τρόπο σέ
δύο ἤ τρεῖς διδακτικές ὧρες.
Περί ἠθικῆς καί λειτουργικῆς θεολογίας, καθώς καί περί ἀντιμετωπίσεως
τῶν ἐπικινδύνων αἱρέσεων καί παραθρησκευτικῶν φαινομένων, δέν ἀναφέρεται
τίποτε στήν ὡς ἄνω εἰσήγηση. Ἀρκετά λογικό, διότι ἡ εἰσήγηση δέν προέρχεται
ἀπό θεολόγο καί γι΄ αὐτό δέν διαπιστώνεται ἡ ἀνάγκη νά λάβουν οἱ μαθητές
γνώση περί ὅλων αὐτῶν. Παρ΄ ὅλα αὐτά οἱ μαθητές δέν ἀδιαφοροῦν γιά ὅλα
αὐτά. Κι ἄν ὁ θεολόγος καθηγητής δέν ἀναπαράγει μηχανιστικά τό σχολικό
βιβλίο καί δέν ἀπαιτεῖ τό ἴδιο ἀπό τούς μαθητές του, ἔχει σωστά ἀποτελέσματα.
Βραχυπρόθεσμα ἔχει ἐπιτύχει τό ἐνδιαφέρον καί τή συμμετοχή τῶν μαθητῶν στό
μάθημα, καί μακροπρόθεσμα ἔχει δικαίωμα νά ἐλπίζει ὅτι διά τῆς διδασκαλίας
τούς ἔχει δείξει τόν δρόμο πρός τόν Χριστό.
Ὡς πρός τό πῶς θά διδάσκει ὁ θεολόγος καθηγητής, παρατηρεῖ ὁ ἴδιος
εἰσηγητής: «ὁ καλός θεολόγος καθηγητής θά διδάσκει τήν Παλαιά Διαθήκη μέ θέρμη καί συγκίνηση – πράγματα ὁλότελα διαφορετικά ἀπό τό συναισθηματισμό –, ὅπως ἀκριβῶς διδάσκει καί ὁ καλός φιλόλογος τόν «Ἐπιτάφιο» τοῦ Περικλῆ, τήν Ἀντιγόνη ἤ τόν σολωμικό «Πόρφυρα», καί ὁ καλός μαθηματικός καί φυσικός τά ἀνάλογα τῆς ἐπιστήμης τους, ἀλλά χωρίς καμία κηρυγματική διάθεση καί χωρίς νά καλεῖ τούς μαθητές νά προσχωρήσουν σέ μία πίστη ἤ κοσμοθεωρία. Θά τούς καλεῖ νά γνωρίσουν καί νά σκεφθοῦν. Τό σχολεῖο δέν ἦταν ποτέ, καί δέν εἶναι πολύ περισσότερο
σήμερα, Ἐκκλησία.»73

Ὁ ὅρος «συναισθηματισμός» εἶναι ἀσαφής. Ἐάν ὑπό τόν ὅρο αὐτό ἐννοεῖ
ὁ ἀρθρογράφος τήν πρός τόν Θεό πίστη, δέν δεχόμαστε τόν ὅρο. Διότι ἡ πίστη δέν
ἐκφράζεται μόνον διά τοῦ συναισθηματικοῦ κόσμου τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά μέσῳ
σύνολης τῆς ὑπάρξεώς του. Ἐάν ὡς «συναισθηματισμό» ἐννοεῖ τυχόν τεχνητή
ἐξωτερίκευση συγκινησιακῶν καταστάσεων, διευκρινίζουμε ὅτι οἱ θεολόγοι
καθηγητές δέν σχετίζονται μέ τέτοιου εἴδους συμπεριφορά, καί γνωρίζουν ὅτι
πρόκειται γιά ὑποκρισία. Ἐάν ὡς ἀποκλεισμό τοῦ συναισθηματισμοῦ ὁρίζει ὁ
ἀρθρογράφος τόν παραμερισμό ἤ ἔστω τήν ἀπόκρυψη τῆς πίστεως τοῦ θεολόγου
ἐνῷ διδάσκει κάποια κείμενα τά ὁποῖα ἀκριβῶς αὐτή τήν πίστη ἐκφράζουν, τότε
θά διαπιστώσουμε πώς αὐτό δέν γίνεται. Ὁ θεολόγος καθηγητής εἶναι
βαπτισμένος ὀρθόδοξος χριστιανός καί ἀπευθύνεται βαπτισμένους ὀρθοδόξους
χριστιανούς καί δέν θά κόψει, οὔτε θά πετάξει τόν ἑαυτό του, οὔτε θά προτρέψει
τούς μαθητές του νά πράξουν τό ἴδιο. Ἐάν διαπράξει κάτι τέτοιο, τότε καταντᾶ
τό μάθημα βιασμός τῆς συνειδήσεως τοῦ καθηγητῆ καί τῶν μαθητῶν, τότε θά
πρέπει νά ἀπαγορευθεῖ. Ἄς δοῦμε ὅμως καί πῶς ὁμιλοῦν οἱ πατέρες τῆς ὀρθοδοξίας περί τοῦ πῶς πρέπει νά πλησιάζουμε τήν Ἁγία Γραφή: «Μήν πλησιάσεις στά λόγια
τῶν μυστηρίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἄν πρῶτα δέν προσευχηθεῖς καί δέν ζητήσεις τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, λέγοντας: «Κύριε, ἀξίωσέ με νά ἀντιληφθῶ
τή δύναμη πού ἔχουν». Γιατί πρέπει νά ξέρεις, πώς ἡ προσευχή εἶναι τόκλειδί τῶν ἀληθινῶν νοημάτων, πού εἶναι κρυμμένα μέσα στίς θεῖες
Γραφές.»74
Αὐτό τόν τρόπο προσεγγίσεως ἐγκρίνει ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος καί
αὐτόν τόν τρόπο προσεγγίσεως ἀναγνωρίζει ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλιῶς ἡ
Ἁγία Γραφή θά προσεγγίζεται σάν ἕνα ἁπλό βιβλίο.
Εἶναι φανερό, ὅτι ὅσα ὁ ἀρθρογράφος ζητεῖ, ὁδηγοῦν σέ ἕνα εἶδος
γραμματολογικῆς ἐπεξεργασίας καί διδασκαλίας τοῦ κειμένου τῆς Ἁγίας
Γραφῆς75
. Τέτοιου εἴδους μέθοδοι δέν προϋποθέτουν, οὔτε δημιουργοῦν καμμία
ἀπολύτως «θέρμη καί συγκίνηση»76
. Τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν πρέπει νά
συνεχίσει νά εἶναι ὁδηγός ζωῆς, νά βοηθᾶ στήν ψυχοπνευματική τελείωση τοῦ
προσώπου καί στήν ἐξυγίανση τῆς κοινωνίας καί νά μή καταντήσει φιλολογία
τῆς Βίβλου77
, οὔτε γραμματολογία τῆς Βίβλου. Μόνον ἐπικουρικά
χρησιμοποιοῦμε φιλολογικά καί γραμματολογικά στοιχεῖα.
Ὅσον ἀφορᾶ στό ἄν καλεῖ ὁ θεολόγος τούς μαθητές «νά γνωρίσουν καί
νά σκεφθοῦν», πληροφοροῦμε ὅτι τό μάθημά μας εἶναι ἕνα ἀπό τά μαθήματα τά
ὁποῖα καλλιεργοῦν τή διαλεκτική ἰκανότητα καί τήν κρίση τοῦ μαθητῆ στό
ἔπακρο. Αὐτό τό γνωρίζουν οἱ μαθητές μας, καί πρέπει νά τό συνειδητοποιήσουν
καί οἱ παλαιότεροι. Ὅσον ἀφορᾶ στό τί ἦταν καί τό τί πρέπει νά εἶναι τό ἑλληνικό
σχολεῖο καί ἐάν καί κατά πόσον συνδέεται μέ τήν Ἐκκλησία, ἄλλη ὑπῆρξε ἡ
διακήρυξη τοῦ φωτιστῆ τῶν σκλάβων Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τοῦ ἁγίου πού
ἀφιέρωσε τή ζωή του στήν παιδεία τῶν ὑποδούλων Ἑλλήνων: «τήν ἀγάπην,
ἐπειδή δέν τήν ἠξεύρετε, πρέπει παιδιά μου νά στερεώνετε σχολεῖα· διατί πάντα εἰς τά σχολεῖα γυμνάζονται οἱ ἄνθρωποι καί ἠξεύρουν καί
μανθάνουν καί τό τί ἐστι Θεός, τό τί εἶνε οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι, τί εἶνε οἱ
καταραμένοι δαίμονες καί τό τί εἶνε ἡ ἀρετή τῶν δικαίων. Τό σχολεῖον
φωτίζει τούς ἀνθρώπους. Ἀνοίγουν τά ὀμμάτια τῶν εὐσεβῶν καί ὀρθοδόξων
χριστιανῶν νά μανθάνουν τά μυστήρια.»78


ΙΣΤ’. Ἀντιχριστιανικό σχολεῖο ἴσον ἀντιλαϊκό σχολεῖο

Καί ἴσως κάποιος ἰσχυρισθεῖ, ὅτι ἐπιδιώκει τήν ἀπαγόρευση τῆς
διδασκαλίας τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί ζωῆς ἀπό τά σχολεῖα τοῦ ἑλληνικοῦ
κράτους, ὥστε νά ἐγκαθιδρύσει στήν Ἑλλάδα ἕνα εἶδος etat laïque, δηλαδή λαϊκό
κράτος, τό ὁποῖο θά ἔχει μόνον ἕνα εἶδος Ecole laïque, δηλ. λαϊκό σχολεῖο, στό
ὁποῖο θά ἀπαγορεύεται διά νόμου ἡ διδασκαλία τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς
πίστεως καί ζωῆς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Σέ τέτοιου εἴδους σχολεῖο δέν ἔχουν θέση
ὁ ἐκκλησιασμός, οἱ ἐκκλησιαστικές διακοπές, τό δεκαπενθήμερο τῶν
Χριστουγέννων καί τό δεκαπενθήμερο τοῦ Πάσχα, θά ἀπαγορευθοῦν, ὅπως θά
ἀπαγορευθεῖ καί ἡ καθαρά θρησκευτική ἀργία τῆς Κυριακῆς, ὅπως καί ἡ ἀργία
τῆς καθαρῆς Δευτέρας καί τῆς ἑορτῆς τοῦ πολιούχου ἁγίου κάθε πόλεως.
Ὅποιος ὅμως ἔχει τέτοια σχέδια79
, καλό εἶναι νά συνειδητοποιήσει ὅτι στήν πραγματικότητα δέν ἐπιδιώκει νά ἱδρύσει λαϊκό κράτος, οὔτε λαϊκό
σχολεῖο, ἀλλά ἀντιλαϊκό κράτος καί ἀντιλαϊκό σχολεῖο. Διότι κανένα
«ἑλληνικό κράτος» καί κανένα «ἑλληνικό σχολεῖο» δέν εἶναι δυνατόν νά
περιφρονεῖ καί νά κρατᾶ μακριά του, σάν νά ἦταν κάτι ἐπιζήμιο, τήν πίστη τοῦ
ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τέτοιο κράτος καί τέτοιο σχολεῖο, θά ἔθετε τόν λαό ἀντιμέτωπό
του.

ΙΖ΄. «Μεταφυσική» ἀντί τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς
πίστεως καί ζωῆς;

Σέ ἄρθρο δημοσιευμένο στόν ἡμερήσιο τύπο
80
ὁ ἀρθρογράφος προτείνει
νά μετατραπεῖ τό μάθημα σέ μεταφυσική, νά μετατραπεῖ σέ φιλοσοφία, ὄχι νά
χρησιμοποιεῖ τήν φιλοσοφία, ὅπως ἔλεγε ὁ μέγας Βασίλειος ὅτι πρέπει νά
πράττουν οἱ χριστιανοί σάν τίς μέλισσες πού λαμβάνουν ἀπό τά ἄνθη ὅ,τι
καλύτερο αὐτά ἔχουν νά δώσουν: «Κάθε παιδί πού τελειώνει τήν ἐγκύκλια ἐκπαίδευση σέ ἑλληνικό σχολεῖο ὀφείλει νά γνωρίζει ποιά μεταφυσική γέννησε τόν Παρθενώνα, τό ἄγαλμα, τήν τραγωδία καί ποιά μεταφυσική γέννησε τήν Ἁγιά-Σοφιά, τή βυζαντινή Εἰκόνα, τή βυζαντινή λειτουργία. Σπουδάζοντας στό σχολεῖο ποιά «γιγαντομαχία περί τῆς οὐσίας» ὁδήγησε σέ αὐτές τίς κορυφαῖες ἐκφάνσεις πολιτισμοῦ τῶν Ἑλλήνων, δέν σημαίνει καί ὅτι
ὑποχρεώνεται τό παιδί νά ἀσπαστεῖ συγκεκριμένη μεταφυσική πρόταση.»
Θέλει δηλαδή ὁ ἀρθρογράφος νά μετατραπεῖ τό μάθημά μας σέ ἕναν
κλάδο φιλοσοφίας ὁ ὁποῖος δέν εἶναι κἄν ἀποδεκτός ἀπό ὅλους τούς φιλοσόφους.
Ὅπως εἶναι εὐρύτερα γνωστό, ὁ Ντέϊβιντ Χιούμ, ὁ Ἰμμάνουελ Κάντ, καθώς καί οἱ
φιλόσοφοι του Κύκλου τῆς Βιέννης (1922-1938) ἀρνήθηκαν κάθε ἐγκυρότητα τῆς
λεγομένης μεταφυσικῆς.
Οὔτε ὑποχρεώνει τό ἰσχύον ὀρθόδοξο χριστιανικό μάθημα κανένα παιδί
νά «ἀσπασθεῖ» καμμία «πρόταση». Ὅσα παιδιά εἶναι ἤδη ὀρθόδοξοι χριστιανοί
ἤ προτίθενται νά βαπτισθοῦν, βοηθοῦνται ἀπό τό μάθημα νά καλλιεργήσουν
τήν ἤδη ὑπάρχουσα χριστιανική τους πίστη καί ζωή. Ὅσα ἀνήκουν σέ ἄλλες
θρησκεῖες, ἔχουμε ἤδη ἐξηγήσει, ὅτι ἁπλῶς ἐνημερώνονται γιά τήν ἐπικρατοῦσα
θρησκεία τῆς χώρας ὅπου ζοῦν.
Εἶναι φανερό, ὅτι ἡ ἐν λόγῳ περί «μεταφυσικῆς» πρόταση δέν εἶναι
σοβαρή καί μελετημένη, ἀφοῦ ἐξ ἄλλου συνοδεύεται καί ἀπό πλῆθος
ἰσχυρισμῶν, ὅπως ὁ ἑξῆς: «Ἡ πολιτεία ἀποδέχθηκε ἀσμένως νά ἐπιβάλει στά σχολεῖα μάθημα θρησκευτικῶν. Καί αὐτό γιατί ἀπό τή σύστασή του τό ἑλλαδικό ἐθνικό κράτος λογάριαζε τήν Ἐκκλησία ὅπως ὁ ἰδεολογικός του
γεννήτορας Ἀδαμάντιος Κοραῆς
81
: Σάν θεσμό ἠθικοδιδακτικῆς χρησιμότητας-θεσμό πού «ἐξημερώνει τά ἤθη» καί ἐπιβάλλει, ἀποτελεσματικότερα καί ἀπό τόν χωροφύλακα, κανονιστικές ἀρχές
συλλογικῆς εὐταξίας.» Ὁ ἰσχυρισμός αὐτός δέν σχετίζεται μέ τήν ἱστορική
ἀλήθεια. Ἀρκεῖ καί μόνον νά θυμηθοῦμε, ὅσα ἤδη εἴδαμε ὅτι εἶχε διδάξει ὁ
φωτιστής τῶν σκλάβων ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός καί ὅσα ἀνωτέρω εἴδαμε ὅτι
διακήρυξε ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ὁ εἰσηγητής82
τοῦ μαθήματος στά ἑλληνικά
σχολεῖα τοῦ ἐλεύθερου ἑλληνικοῦ κράτους!

ΙΗ΄. Χριστιανικό μάθημα χωρίς Χριστό καί Ἐκκλησία;

Ἀπό διάφορες «προτάσεις» καί ἐν γένει «ἀπόψεις» περί τοῦ μαθήματός
μας ἔλειπε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός καί τό σῶμα αὐτοῦ ἡ Ἐκκλησία. Θά
διδάξουμε σέ ὀρθοδόξους χριστιανούς μαθητές, παιδιά ὀρθοδόξων χριστιανῶν,
μάθημα θρησκευτικῶν χωρίς Χριστό καί Ἐκκλησία; Θά καταλήξουμε ἀσφαλῶς
σέ κακοδοξία, σέ αἱρετική πλάνη καί καθένας χριστιανός γονέας θά τρέχει νά
ἀπαλλάξει τό παιδί του ἀπό ἕνα τέτοιο μάθημα.
Τό φαινόμενο χριστιανικῆς θεολογίας χωρίς Χριστό δέν εἶναι καινούργιο.
Ὁ Θεόφιλος Ἀντιοχείας (ἔδρασε μεταξύ 169 καί 188) δέν τόν ἀναφέρει διόλου στό
ἔργο του. Ἔχει δέ παρατηρηθεῖ, ὅτι «ἐάν ὁ Εὐσέβιος καί ὁ Ἱερώνυμος δέν ἦσαν
σαφεῖς, θά ἀμφέβαλλε κανείς σοβαρά, ἄν ὁ Θεόφιλος ἦταν ἐπίσκοπος»83
, τά δέ
χριστιανικά στοιχεῖα τοῦ ἔργου του φαίνονται ἁπλῶς διακοσμητικά. Τόλμησε ὁ
Θεόφιλος, ὅπως καί ὁ αἱρετικός Τατιανός καί ὁ ἄγνωστος καί ἀσήμαντος
Ἑρμείας, αὐτό τό ἀπαράδεκτο τόλμημα, ἀλλά ἡ ἱστορία δέν τούς δικαίωσε. Ἐάν
τολμήσουμε κάτι παρόμοιο, θά ἔχουμε ὁμοίως ὡς ἀποτέλεσμα τήν καταδίκη τῆς
ἱστορίας. Ἄν δέν φοβηθοῦμε τόν Θεό, πρέπει τουλάχιστον νά μᾶς ἀπασχολήσει ἡ
ἐπερχόμενη ἱστορική καταδίκη.

ΙΘ΄. Γιατί δέν πρέπει νά ἐξαιροῦνται ἀπό τό ὀρθόδοξο
χριστιανικό μάθημα οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί μαθητές

Πέραν τῆς νομικῆς θεμελιώσεως τήν ὁποία ἐκθέσαμε στά κεφάλαια Γ΄ καί
Δ΄ πρέπει ἐδῶ νά ἐπισημάνουμε ἀπό θεολογική καί γενικότερη παιδαγωγική
ἄποψη τά ἑξῆς:
α) Λέγουν ὁρισμένοι, καί μάλιστα τό θεωροῦν καί ἀξιόλογο ἐπιχείρημα,
ὅτι ὁ γονιός ἔχει δικαίωμα νά ἀπαγορεύσει στό παιδί του νά συμμετάσχει στό
μάθημα τό ὁποῖο συνδέεται ἄμεσα μέ τήν πίστη στήν ὁποία ὁ ἴδιος τό εἰσήγαγε,
εἴτε ὡς βεβαπτισμένο εἴτε ὡς προτιθέμενο νά δεχθεῖ τό μυστήριο τοῦ
βαπτίσματος.
Κατ΄ ἀρχήν πρέπει νά ἐπισημάνουμε κάτι τό ὁποῖο θά ἔπρεπε ἤδη νά εἶναι
αὐτονόητο. Ὅτι ἀφοῦ τό μάθημα καλλιεργεῖ καί ἀναπτύσσει τήν ἤδη ὑπάρχουσα
πίστη τοῦ παιδιοῦ καί τῆς οἰκογένειας, δέν συντρέχει κανένας λόγος ἀπαλλαγῆς.
Θά συνέτρεχε λόγος ἀπαλλαγῆς, ἐάν τό μάθημα δέν καλλιεργοῦσε τήν ἤδη
ὑπάρχουσα πίστη. Κάτι τέτοιο θά συμβεῖ ὁπωσδήποτε σέ ἕνα θρησκειολογικό ἤ
στό ὁποιοδήποτε μάθημα δέν ὁρίζεται ὡς ὀρθόδοξο χριστιανικό, ὁ ὁποιοσδήποτε
θά ἔχει δικαίωμα ἀπαλλαγῆς ἀπό αὐτό.
β) Ἡ ἐπίμαχη ἰδέα τοῦ δῆθεν δικαιώματος ἀπαλλαγῆς τοῦ
ὀρθοδόξου μαθητῆ ἀπό τό ὀρθόδοξο χριστιανικό μάθημα θρησκευτικῶν
δέν προῆλθε ἀπό παιδαγωγούς, οὔτε ἀπό παιδοψυχολόγους, γι΄ αὐτό καίὅσοι τόν προβάλλουν, δικαιολογημένα ἀγνοοῦν ὅτι τέτοια πράξη εἶναι ὅλως
ἀντιπαιδαγωγική, διότι εἶναι δυνατό νά ὁδηγήσει τό παιδί σέ ἐσωτερική
σύγκρουση, ἴσως ἐν τέλει καί σέ σύγχυση. Τό παιδί προβληματίζεται: «μέ ἔχουν οἱ γονεῖς μου βαπτίσει, ἐκκλησιαζόμαστε, προσευχόμαστε, μεταλαμβάνουμε, ἀλλά μοῦ ἀπαγορεύουν νά παρακολουθήσω τό σχολικό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, τό ὁποῖο συνδέεται ἄμεσα μέ τήν πίστη μας. Γιατί; Ἐν τέλει ἀξίζει ἤ ὄχι ἡ πίστη αὐτή; Ἔχει κάτι ἐπικίνδυνο, ὅπως π.χ. οἱ
ἀκατάλληλες γιά παιδιά τηλεοπτικές ἐκπομπές;»84
Ἡ ἐσωτερική αὐτή
σύγκρουση καί σύγχυση ἐνδέχεται ἐν τέλει νά ἐπηρεάσει δυσμενῶς ὁλόκληρη
τήν προσωπικότητα καί τή ζωή του, γι΄ αὐτό καί δέν δικαιολογοῦνται τέτοιου
εἴδους θεωρίες, οἱ ὁποῖες θά ὁδηγήσουν σέ πειραματισμούς εἰς βάρος παιδιῶν.
Φέρει ἑπομένως σοβαρή εὐθύνη ὁ γονέας γιά τό βάπτισμα τό ὁποῖο ἔχει ὁ ἴδιος
ἀποφασίσει νά λάβει τό παιδί του, δέν πρόκειται γιά τυχαῖο ἤ ἀστεῖο ζήτημα.
γ) Δέν εἶναι δυνατόν νά ἰσχυρισθεῖ κάποιος ὅτι ἡ οἰκογενειακή κατήχηση
ἤ ἡ ἐνοριακή κατήχηση εἶναι δυνατόν νά ἀντικαταστήσουν τό σχολικό μάθημα.
Ἡ μέν εἰσάγει τό παιδί στά βασικά καί στοιχειώδη, καί ὁ γονέας ἤ ὁ ἀνάδοχος ὁ
ὁποῖος κατηχεῖ τό παιδί δέν διαθέτει τήν κατάρτιση τοῦ θεολόγου καθηγητή
ὥστε νά ἀναπληρώσει ὅσα ἐκεῖνος διδάσκει. Ἡ δέ ἐνοριακή κατήχηση δέν εἶναι
δυνατόν νά ἐξαντλήσει τόν πλοῦτο τῆς πατερικῆς παραδόσεως, οὔτε νά
διαλεχθεῖ γιά ὅλα τά φλέγοντα ζητήματα τά ὁποῖα εἶναι δυνατόν νά
ἀπασχολήσουν ἕναν ἔφηβο σήμερα. Ὁ θεολόγος καθηγητής εἶναι ἐπιστήμονας
εἰδικευμένος στήν διδασκαλία τῶν ἐφήβων καί ἡ κατάρτισή του85
δέν εἶναι
δυνατόν νά ἀντικατασταθεῖ ἀπό ὅσα τυχόν γνωρίζουν οἱ γονεῖς, ὅπως δέν εἶναι
δυνατόν νά ἀντικαταστήσουν οἱ γονεῖς τόν καθηγητή μαθηματικῶν, φυσικῆς ἤ
χημείας. Τά δέ ἐκκλησιαστικά σεμινάρια κατηχητῶν, τά ὁποῖα παρακολουθοῦν
οἱ ὑποψήφιοι κατηχητές, δέν ἀντικαθιστοῦν τίς τετραετεῖς πανεπιστημιακές
σπουδές ὀρθοδόξου θεολογίας, διότι εἶναι περιορισμένα τόσο ἀπό ἄποψη
χρονικῆς διάρκειας, ὅσο καί ἀπό ἄποψη περιεχομένου.
δ) Διατυπώθηκε καί ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι εἶναι δυνατόν ὁ μαθητής νά λάβει
ἀπό ἄλλη πηγή τήν ὀρθόδοξη χριστιανική παιδεία, τήν ὁποία τοῦ παρέχει τό
σχολικό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν καί γι΄ αὐτό νά μή τήν ἔχει ἀνάγκη, ἄρα θά
ἔχει δικαίωμα νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό αὐτό. Τυχόν ἐμμονή σέ θεσμοθέτηση τοῦ ἐν
λόγῳ ἰσχυρισμοῦ, θά εἶναι δυνατόν νά ὁδηγήσει τά κρατικά σχολεῖα στήν
Ἑλλάδα σέ πλήρη διάλυση καί νά τά μετατρέψει σέ ἁπλά ἐξεταστικά κέντρα
ὅσων γνώσεων προσλαμβάνουν οἱ μαθητές ἀπό φροντιστήρια ἤ ἄλλες
ἐξωσχολικές πηγές. Πράγματι, πολλοί μαθητές φοιτοῦν σέ διάφορα
φροντιστήρια, ὅπου διδάσκονται ἀπό καθηγητές οἱ ὁποῖοι ἔχουν τά αὐτά τυπικά
προσόντα μέ τούς καθηγητές τοῦ σχολείου. Θά καταστεῖ ἔτσι δυνατόν νά ζητοῦν
ἀπαλλαγή ἀπό τήν παρακολούθηση ὅλων τῶν μαθημάτων, ἐφ΄ ὅσον τά
παρακολουθοῦν ἀλλοῦ, ἀπό καθηγητές τῶν αὐτῶν προσόντων.
Στήν περίπτωση τῆς ὀρθοδόξου χριστιανικῆς παιδείας δέν θά ἦταν
δυνατόν νά ἰσχυρισθεῖ κανείς κάτι τέτοιο, διότι ὅπως ἐπισημάναμε, γονεῖς,
ἀνάδοχοι καί ἐνοριακοί κατηχητές δέν διαθέτουν τά ἀπαραίτητα προσόντα τά
ὁποῖα διαθέτουν οἱ θεολόγοι καθηγητές τοῦ σχολείου. Ἀκόμη καί ἄν δεχόμαστε
τόν ἰσχυρισμό, ὅτι ἔχει λάβει ἐπαρκεῖς γνώσεις ὁ μαθητής ἐκτός σχολείου, τότε
καί πάλι δέν θά ἔβλαπτε νά παρακολουθήσει καί τό μάθημα τοῦ σχολείου.
Ἀντίθετα, θά ἐμπέδωνε τίς γνώσεις του ἀκόμη περισσότερο καί θά διαλεγόταν μέ
καθηγητή καί συμμαθητές μέ μεγαλύτερη εὐχέρεια, ὅπως π.χ. συμβαίνει μέ τά
παιδιά τά ὁποῖα παρακολουθοῦν φροντιστηριακά μαθήματα ἀγγλικῆς γλώσσας.

Κ΄. Πρέπει κάτι νά ἀλλάξει στό περιεχόμενο τοῦ
μαθήματος;

Ἀποδείξαμε ἐπαρκῶς, γιατί τό μάθημα δέν πρέπει νά παύσει νά εἶναι
ὀρθόδοξο χριστιανικό. Αὐτό τό ὁποῖο πρέπει ὁπωσδήποτε νά γίνει, εἶναι νά
βελτιωθοῦν τά σχολικά βιβλία
86
. Πιστεύουμε ὅτι, εἴτε παραμένουμε στό ἕνα καί
μοναδικό βιβλίο γιά κάθε τάξη γυμνασίου ἤ λυκείου, εἴτε θεσμοθετηθεῖ ἡ
δυνατότητα νά ἐπιλέγει ὁ καθηγητής ἀπό ὁμάδα ἐγκεκριμένων βιβλίων, τά
σχολικά βιβλία πρέπει νά γίνουν πιό πλούσια σέ περιεχόμενο καί πιό σαφῆ87
.
Ὅταν λέμε «πιό πλούσια» σχολικά βιβλία, δέν ἐννοοῦμε πιό φλύαρα ἤ
πιό κουραστικά γιά τόν μαθητή. Εἶναι δυνατόν νά δίδονται οἱ οὐσιώδεις
πληροφορίες μέ λιτή γλῶσσα. Ἀντίθετα πρέπει νά ἀφαιρεθοῦν κάποιες
ἀναλύσεις ἀκατανόητες γιά τό ἐφηβικό μυαλό καί νά γραφοῦν τά ἀναγκαῖα καί
ἀπαραίτητα χωρίς περιττά λόγια.
Δέν θά περιέχονται ἑπομένως τεράστια παλαιοδιαθηκικά παραθέματα, τά
ὁποῖα κουράζουν τό δωδεκάχρονο παιδί. Πολλά τέτοια περιλαμβάνονται
δυστυχῶς στό ἰσχύον διδακτικό βιβλίο τῆς Α΄ Γυμνασίου88
. Τό δωδεκάχρονο
παιδί «πελαγώνει», κατά τό κοινῶς λεγόμενο, ἀντικρύζοντας ὅλα αὐτά τά
μεγάλα παραθέματα. Ἕνα ὅμως ρητό, μιά σύντομη καί σημαντική φράση ἀπό
τήν Παλαιά Διαθήκη θά ἦταν σέ κάθε μάθημα πιό εὔκολο νά τό μάθει ὁ
μαθητής καί πιό πιθανό νά τό συγκρατήσει γιά ὅλη του τή ζωή καί νά τό
ἀξιοποιήσει.
Θά ἐξηγοῦνται τά εὐαγγελικά χωρία ὅπου πρέπει, δέν θά παρατίθενται
ἀσχολίαστα, πράγμα τό ὁποῖο συνεπάγεται τόν κίνδυνο νά παρεξηγήσει ὁμαθητής τό νόημά τους. Παραθέτουμε ἕνα χτυπητό παράδειγμα. Στό ἰσχύον
βιβλίο τῆς Β΄ γυμνασίου παρατίθενται ὡς ἑξῆς σέ μετάφραση ἀσχολίαστοι οἱ
στίχοι Μκ 10,25-27, ὅπου ὁ Ἰησοῦς λέγει στούς μαθητές του: «Πιό εὔκολο εἶναι νά περάσει καμήλα ἀπό τή βελονότρυπα, παρά νά μπεῖ πλούσιος στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ.» Οἱ μαθητές ἔνιωσαν ἀκόμη πιό μεγάλη κατάπληξη κι ἔλεγαν μεταξύ τους: «Τότε ποιός μπορεῖ νά σωθεῖ;» Ὁ Ἰησοῦς τούς κοίταξε καί τούς εἶπε: «Γιά τούς ἀνθρώπους αὐτό εἶναι ἀδύνατο, ὄχι ὅμως καί γιά τόν Θεό·
γιατί ὅλα εἶναι δυνατά γιά τόν Θεό».89
Τί καταλαβαίνουν οἱ μαθητές ἀπό τόν
τελευταῖο στίχο ὁ ὁποῖος περιέχει τήν ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ; Ὅτι μόνον ὁ Θεός
εἶναι δυνατόν νά σωθεῖ! Ὁ θεολόγος καθηγητής βεβαίως τούς ἐξηγεῖ τή σωστή
ἑρμηνεία ὅταν διαπιστώσει τό σφάλμα, ἀλλά ὑπάρχει πάντα ὁ κίνδυνος νά μή
ρωτήσουν οἱ μαθητές ἐπειδή νομίζουν ὅτι κατάλαβαν, ὁ δέ καθηγητής, καί πάλι
γιά τόν ἴδιο λόγο, νά μήν ἐξηγήσει.
Σημαντικοί ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας δέν θά ἀναφέρονται στά σχολικά
βιβλία μόνον ὡς ὀνόματα, ἀλλά θά ἐξηγεῖται ἡ ζωή καί τό ἔργο τους μέ λιτά
λόγια καί δίχως φλυαρίες. Θεωροῦμε ἀπαράδεκτο τά ὀνόματα τῶν ἁγίων
Γεωργίου καί Δημητρίου νά ἀναγράφονται ἁπλῶς στό σχολικό βιβλίο90
καί νά
μήν ἐξηγεῖται τίποτε ἀπολύτως γιά τή ζωή καί τό μαρτύριό τους, ἐνῷ πολλά ἀπό
τά παιδιά μας φέρουν τά ὀνόματα Γεώργιος, Γεωργία, Δημήτριος, Δήμητρα.
Κόπωση τῶν μαθητῶν δέν θά ἐπέφερε ἡ παράθεση τῶν στοιχείων αὐτῶν, ἐάν
γινόταν μέ τόν τρόπο τόν ὁποῖο μόλις ἐκθέσαμε.
Δέν χρειάζεται βέβαια νά ἀναλύσουμε πόση θλίψη προκάλεσε σέ
κληρικούς, θεολόγους, καί πιστούς ἡ παράλειψη τοῦ Γρηγορίου τοῦ
θεολόγου καί τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ἀπό τό σχολικό βιβλίο τῆς Γ΄
γυμνασίου. Ἐάν παραλείφθηκαν ἀπό τό βιβλίο τῆς Γ΄ γυμνασίου ἐπειδή τά
παιδιά ἤδη εἶχαν ἤδη διδαχθεῖ στό δημοτικό σχολεῖο στοιχεῖα γιά τή ζωή καί
τή δράση τῶν κορυφαίων αὐτῶν μορφῶν, τότε μᾶλλον θά καταλήξουμε νά παραλειφθοῦν γιά τούς ἴδιους λόγους ἀπό τή διδακτική ὕλη τοῦ γυμνασίου
ἡ σταύρωση καί ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ!
Ἡ εἰκονογράφηση τῶν βιβλίων ἀπαιτεῖ προσοχή. Εἶναι ἀπαράδεκτο νά
περιλαμβάνονται στό σχολικό βιβλίο τῆς Γ΄ γυμνασίου τέσσερεις ἀπεικονίσεις
τοῦ Λουθήρου91
, ἀλλά νά μή περιλαμβάνεται καμμία εἰκόνα τοῦ Κοσμᾶ τοῦ
Αἰτωλοῦ. Ἀρκεῖ καί μόνο νά σκεφθοῦμε ἄν εἶχε καμμία σημασία ἡ δράση τοῦ
Λουθήρου γιά τήν Ἑλλάδα καί ποιά σημασία εἶχε ἡ δράση τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ
Αἰτωλοῦ.
Φαινόμενα τέτοιου εἴδους λαθῶν καί παραλείψεων παρουσιάσθηκαν
κατά τά τελευταῖα μόλις χρόνια καί πρέπει νά θεραπευθοῦν ἄμεσα.

ΚΑ΄. Ὁ τρόπος διορισμοῦ τῶν θεολόγων καθηγητῶν

Ὡς πρός τόν τρόπο διορισμοῦ τῶν θεολόγων καθηγητῶν πιστεύουμε ὅτι
δέν ὑπάρχει λόγος νά ἀλλάξει ἀπολύτως τίποτε. Ἐπί ἐκατόν ὀγδόντα ἔτη
διορίζονταν οἱ θεολόγοι καθηγητές ἀπό τό κράτος βάσει τοῦ πτυχίου τους καί
δέν προέκυψε πρόβλημα εἰς βάρος τοῦ κράτους ἤ εἰς βάρος τῆς Ἐκκλησίας. Ὁθεολόγος καθηγητής φέρει τό ὀρθόδοξο βάπτισμα καί δέν χρειάζεται ἄλλη
πιστοποίηση ὅτι ἀνήκει στήν Ἐκκλησία, ὡς ἐπιστημονική δέ πιστοποίηση ἀρκοῦν
τό πτυχίο του καί οἱ ἐξετάσεις τοῦ Α.Σ.Ε.Π. Σύσταση πρός διορισμό ἤ διορισμός
τῶν θεολόγων ἀπό μητροπολίτη ἤ ἀπό συνοδική ἐπιτροπή παραπέμπει σέ μή
ὀρθόδοξα συγκεντρωτικά ἐκκλησιαστικά πρότυπα.
Γνωμοδότηση συνοδικῶν ἐπιτροπῶν ἐπί τῆς καταλληλότητος τῶν
σχολικῶν ἐγχειριδίων ἤ ἐπί τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διοριστέων ὀρθοδόξων θεολόγων
δέν συνεπάγεται συγκεντρωτισμό, ἀλλά συνιστᾶ πολύτιμη βοήθεια πρός τίς
ὑπηρεσίες τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας, ὥστε νά διαπιστωθοῦν τυχόν σφάλματα
στά ἐγχειρίδια92
καί τυχόν κενά στούς διορισμούς.




ΚΒ΄. Ὁριστικό φρένο στούς ἀφελεῖς ἰσχυρισμούς τοῦ
παρελθόντος

Τό εἴχαμε δεῖ κι αὐτό παλαιότερα: τόν ἐξωφρενικό ἰσχυρισμό, πώς ἐπειδή
πῆγε ὁ ἄνθρωπος στή Σελήνη, δέν πρέπει νά ὁμιλοῦμε πιά γιά μάθημα
θρησκευτικῶν! Ποτέ ὅμως δέν ἀκούσαμε σέ τί βελτιώθηκε ὁ ψυχικός κόσμος τοῦ
ἀνθρώπου ἀπό τή μετάβαση στή Σελήνη. Ὅπως δέν ἀκούσαμε καί γιά ποιό λόγο ἡ
μετάβαση στή Σελήνη πρέπει νά ἀπαγορεύσει νά ἔχει ἡ ἀνθρωπότητα τήν ψυχική
ἀνάγκη τῆς πίστεως στόν Θεό ἤ νά γίνει ἐν τέλει ἕνα ὑποκατάστατο τῆς ἀνάγκης
αὐτῆς.
Ἐξ ἄλλου, δέν μετέβη ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα στή Σελήνη, τί νά ἔκανε ἐκεῖ
ἄλλωστε, μετέβησαν, ἄν μετέβησαν ἐν τέλει, ἐλάχιστοι ἄνθρωποι, γιά τή
μετάβαση τῶν ὁποίων ξοδεύθηκαν τεράστια ποσά, ἐνῷ πολλές χιλιάδες ἄλλοι
ἄνθρωποι τῶν λεγομένων χωρῶν τοῦ τρίτου κόσμου, ἀλλά καί τῶν μή
ἀνεπτυγμένων συνοικιῶν τοῦ ἀνεπτυγμένου κόσμου, πέθαιναν ἀβοήθητοι ἀπό
τήν πείνα. Γίνεται ἑπομένως ἀντιληπτό, ὅτι ὁ ἐν λόγῳ ἰσχυρισμός ἦταν κάτι
παραπάνω ἀπό ἀστεῖος.
Παλαιότερα ἐξέφραζαν κάποιοι πολέμιοι τοῦ μαθήματος τῶν
θρησκευτικῶν καί τό ἑξῆς σόφισμα, καί μάλιστα τό πρόφεραν ἤ τό ἔγραφαν μέ τή
μεγαλύτερη δυνατή ἐπιστημονικοφάνεια: «τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἶναι δογματικό καί δέν μποροῦν οἱ μαθητές νά ἐλέγξουν τήν ἀλήθεια τῶν
διδασκαλιῶν τῆς πίστεως, ἄρα πρέπει νά ἀπαγορευθεῖ». Τό σόφισμα ὅμως ἀποδεικνύεται τελείως σαθρό, διότι ὁ μαθητής εἶναι σέ θέση νά διαπιστώσει μέσα στόν ἴδιο του τόν ἑαυτό, στήν βελτίωση
τῆς ψυχῆς του καί ὁλόκληρης τῆς ζωῆς του τά ἀποτελέσματα τῆς εἰς Χριστόν
πίστεως, τήν ὁποία καλλιεργεῖ τό ὀρθόδοξο χριστιανικό μάθημα τῶν
θρησκευτικῶν. Ἡ πίστη τόν διαπλάθει ὁλοένα καί πρός τό καλύτερο καί
δίνει στή ζωή του περιεχόμενο κι ἔτσι δέν καταλήγει νά πεῖ πώς ἡ ζωή του
δέν ἔχει νόημα. Καί ὑπάρχουν ἀρκετοί ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι βρῆκαν νόημα
στή ζωή μέσῳ τοῦ Χριστοῦ καί σώθηκαν ἀπό βέβαιη αὐτοκτονία. Ὅσα ἑπομένως διδάσκει τό μάθημα, ὁ μαθητής τά βιώνει καί ὠφελεῖται, αὐτός
εἶναι καί ὁ ἔλεγχος καί ἡ ἀπόδειξη τῆς ἀλήθειας τῶν διδασκαλιῶν τῆς
πίστεως. Δογματικός καταντᾶ ἐν τέλει ὅποιος κλείνει μάτια καί αὐτιά ὅταν
ἀντιμετωπίζει τήν ἀλήθεια αὐτή.
Ὑπῆρξε καί ἀρθρογράφος ὁ ὁποῖος δέν χρειάσθηκε νά προβάλει
ἐπιστημονικοφανεῖς ἰσχυρισμούς εἰς βάρος τοῦ μαθήματός μας, ἁπλῶς,
εὑρισκόμενος ἤδη σέ πρεσβυτική ἡλικία, δημοσίευσε τίς παιδικές του
ἀναμνήσεις ἐπιχειρώντας ἔτσι νά πείσει:
«Τό μόνο πού θυμοῦμαι εἶναι ἡ ἀπαξιωτική μας διάθεση ἀπέναντι σέ αὐτό τό μάθημα καί ἡ καζούρα στούς ἀγαθούς συνήθως καθηγητές τῶν Θρησκευτικῶν. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ἡ μακαρίτισσα ἡ γιαγιά μου, πού δέν πῆγε οὔτε κἄν δημοτικό, καί βαθιά πίστη διέθετε καί, τό κυριότερο, ἦταν
πολύ καλός ἄνθρωπος.»93

Ἐάν, πρίν ἀπό μισό καί πλέον αἰώνα ὁ ἀρθρογράφος ἤ κάποιοι φίλοι του
ἀντιδροῦσαν κατ΄ αὐτόν τόν τρόπο, κι ἄν τελικά δέν ὠφελήθηκε ἀπό τό μάθημα
τῶν θρησκευτικῶν, αὐτό μαρτυρεῖ τίς δικές του ἀτυχεῖς ἐπιλογές. Κατά τό κοινῶς
λεγόμενο: «ἄς πρόσεχε»! Ἐμεῖς ἔχουμε ἀκούσει πολλές μαρτυρίες ἀνθρώπων τῆς
γενιᾶς τοῦ ἀρθρογράφου, οἱ ὁποῖοι εὑρισκόμενοι τώρα σέ βαθύ γήρας θυμοῦνται
μέ σεβασμό τόν ἀείμνηστο θεολόγο καθηγητή τους, ὁ ὁποῖος τόσα σημαντικά
τούς δίδαξε καί τούς βοήθησε νά διαμορφώσουν τόν χαρακτήρα καί τήν ζωή
τους πρός τό καλύτερο.
Πέραν τούτων, ἐάν ἐπιμένει ὁ κος ἀρθρογράφος νά θεωρεῖ τήν γιαγιά του
ὡς μέτρο καί κανόνα τῆς πορείας τῶν παιδιῶν μας πρός τό μέλλον, θά τοῦ
θυμίσουμε ὅτι ἡ γιαγιά του, ὅπως καί ἡ δική μας ἀλλά καί χιλιάδες ἄλλες
γιαγιάδες καί παπποῦδες, ἔζησαν, εὐτύχησαν καί μακροημέρευσαν χωρίς νά
γνωρίζουν κλασική φιλολογία, ἱστορία, μαθηματικά, φυσική, χημεία, βιολογία.
Ἑπομένως, συνεχίζοντας μέ βάση τούς ἰσχυρισμούς τοῦ ἀθρογράφου μας,
καταλήγουμε στό ἀναπόφευκτο συμπέρασμα, ὅτι ἐπειδή οἱ γιαγιάδες καί οἱ
παπποῦδες μας δέν εἶχαν τήν εὐτυχία νά λάβουν ἐπαρκῆ ἤ τήν ὁποιαδήποτε
σχολική παιδεία, θά πρέπει, πάντοτε σύμφωνα μέ τίς συνέπειες τῶν ἰσχυρισμῶν
τοῦ ἀρθρογράφου, νά κλείσουν ὅλα τά σχολεῖα καί νά ἀπαγορευθεῖ ἡ
ὁποιαδήποτε σχολική παιδεία. Θά ὁδηγηθοῦμε ἔτσι σέ ἕνα καθεστώς σάν τοῦ
Καμποτζιανοῦ Πόλ Πότ, ὁ ὁποῖος ἐκτελοῦσε ἐν ψυχρῷ ὅλους ὅσους εἶχαν
σπουδάσει σέ πανεπιστήμια!
Κι ἐπειδή πληροφορηθήκαμε ἀπό τόν ἴδιο ἀρθρογράφο, ὅτι «τά θρησκευτικά ἔχουν ἐκ τῶν πραγμάτων καταργηθεῖ. Ἀλλά ἐμεῖς δέν τό
βλέπουμε»94
, δηλώνουμε ὅτι τά φωτεινά χαμόγελα τῶν μαθητῶν μας καί ἡ
εὐγένεια τῶν γονέων καί τῶν συναδέλφων τῶν ἄλλων εἰδικοτήτων μᾶς
φανερώνουν ἄλλα πράγματα ἀπό αὐτά πού ὁ ἀρθρογράφος μας φαντάσθηκε: τό μάθημά μας δέν θά ἀπαγορευθεῖ, διότι προσφέρει. Γι΄ αὐτό, ἐξακολουθώντας νά διδάσκουμε τήν ἐντολή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ «ἀγαπᾶτε
ἀλλήλους»95
ἀγωνιζόμαστε γιά ἕνα καλύτερο μέλλον.

Γενικά συμπεράσματα

Ὅπως εἴδαμε ἀπό τήν ὡς ἄνω ἀνάλυση, γράφτηκαν μέσα σέ σχετικά μικρό
χρονικό διάστημα πολλές ἀπόψεις ἀπό διαφόρους. Ἀρκετές ἀπό αὐτές δένἀντέχουν σέ κριτική. Παρατηρεῖται ἐπίσης τό φαινόμενο νά παραμερίζονται
αὐθαίρετα οἱ ἐπί τοῦ θέματος ἐπαΐοντες καί νά ἀποφαίνονται διάφοροι οἱ ὁποῖοι
δέν διαθέτουν τά ἀπαραίτητα προσόντα96
. Ἐάν δίναμε σημασία σέ ὅλα αὐτά τά
ἀλληλοαναιρούμενα, μερικές φορές καί αὐτοαναιρούμενα, καί πρόχειρα
γραμμένα λόγια, τότε θά καταντοῦσε τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν φοῦρνος τοῦ
Νασρεντίν χότζα τῶν ἀνατολίτικων θρύλων.
Πρέπει νά τονίσουμε, ὅτι ὁποιοδήποτε μάθημα θρησκευτικῶν δέν θά
ὁρίζεται ὡς χριστιανικό ὀρθόδοξο καί θά εἶναι ὑποχρεωτικό γιά ὅλους
ἀνεξαιρέτως τούς μαθητές, θά εἶναι δυνατόν νά διεκδικηθεῖ δικαστικῶς ἀπό τόν
ὁποιονδήποτε καί νά κερδιθεῖ ἀπό τόν ὁποιονδήποτε, ἀκόμη καί ἀπό
ἱεροδιδασκάλους ἄλλων θρησκειῶν, καί νά διδάσκεται κατά τόν ὁποιονδήποτε
τρόπο. Προφορικές ὑποσχέσεις κυβερνήσεων δέν εἶναι δυνατόν νά δεσμεύσουν
τά δικαστήρια. Τυχόν νομοθεσία ἡ ὁποία θά κατακυρώνει σέ ὀρθοδόξους
χριστιανούς θεολόγους τήν διδασκαλία μαθήματος θρησκευτικῶν ὑποχρεωτικοῦ
γιά ὅλους τούς μαθητές ἀνεξαρτήτως θρησκεύματος εἶναι ἐπίσης δυνατό νά
προσβληθεῖ στά δικαστήρια καί ἔτσι νά κερδιθεῖ ἡ διδασκαλία τοῦ μαθήματος
ἀπό τόν ὁποιονδήποτε. Ἐπαναλαμβάνουμε ἑπομένως ὥστε νά καταστεῖ σαφές:
μάθημα ὑποχρεωτικό γιά τόν ὁποιονδήποτε μαθητή ἀνεξαρτήτως θρησκεύματος
εἶναι ἐν τέλει δυνατόν καί νά διδαχθεῖ ἀπό τόν ὁποιονδήποτε καθηγητή
ἀνεξαρτήτως θρησκεύματος καί μάλιστα κατά τόν ὁποιονδήποτε τρόπο.
Θά καταστεῖ ὅμως σύν τῷ χρόνῳ ἐπίσης ἀδύνατο νά παραμείνει καί
ὑποχρεωτικό γιά ὅλους τούς μαθητές, διότι ὁ καθένας γονέας, ἐπίσης καί ὁ
χριστιανός ὀρθόδοξος, θά προσφεύγει στά δικαστήρια, ὥστε νά ἀπαλλαγεῖ τό
παιδί του ἀπό τό μάθημα αὐτό, αἰτιολογώντας τήν προσφυγή διά τοῦ ὅτι ἡ
θρησκεία του δέν διδάσκεται στό παιδί του κατά τόν τρόπο τόν ὁποῖο ἡ ἴδια ἔχει
ἐπιλέξει καί μέ τήν ἔκταση τήν ὁποία ὁ ἴδιος θά ἤθελε. Δικαίως θά
διαμαρτυρηθεῖ ὁ ἰνδουιστής π.χ. μαθητής πρός τόν χριστιανό καθηγητή
λέγοντας, πῶς εἶναι δυνατόν νά γνωρίζει καί νά τοῦ διδάξει τήν δική του
θρησκεία στήν ὁποῖα ὁ ἴδιος ὁ καθηγητής δέν μετέχει. Θά διαμαρτυρηθεῖ ἐπίσης
λέγοντας ὅτι δέν θέλει νά διδάσκεται τά τῆς θρησκείας του μέ στατιστικό ἤ
οὐδέτερο ἱστορικό τρόπο, ἀλλά μέ βιωματικό τρόπο97
, διότι αὐτό τόν ἐκφράζει
καθότι ἡ θρησκεία του δέν εἶναι γι΄ αὐτόν κάτι τό οὐδέτερο.
Οἱ ἑτερόδοξοι καί ἑτερόθρησκοι μαθητές θά εἶναι δυνατόν νά
παρακολουθοῦν κάποιο μάθημα ἠθικῆς τό ὁποῖο θά περιλαμβάνει φιλοσοφικά
καί κοινωνικά στοιχεῖα. Ἔτσι δέν θά στεροῦνται ἕναν βαθμό τόν ὁποῖο
ὁρισμένοι ἔχουν ἀνάγκη ὥστε νά συμπληρώσουν τή γενική βαθμολογία τους.
Στήν συγγραφή διδακτικῶν ἐγχειριδίων γιά τό μάθημα αὐτό, καθώς καί στή
διδασκαλία του πρωταγωνιστικό ρόλο θά πρέπει νά ἔχουν οἱ θεολόγοι
καθηγητές, διότι εἶναι ὁ μόνος κλάδος ἐκπαιδευτικῶν ὁ ὁποῖος ἔχει ἔμπρακτη
ἐμπειρία τόσο στή συγγραφή ἐγχειριδίων, ὅσο καί στή διδασκαλία ἔμπρακτης
ἠθικῆς καί ὄχι ἐν γένει θεωριῶν περί ἠθικῆς.
Πρέπει λοιπόν νά παραμείνει τό μάθημά μας ὀρθόδοξο χριστιανικό.
Ὁποιοδήποτε ἄλλο τόλμημα θά μετέτρεπε τά παιδιά σέ πειραματόζωα καί ἐμᾶς
τούς ἰδίους σέ μαθητευόμενους μάγους
. Γνωρίζουμε δέ, ὅτι δέν πρόκειται νά
ὑπάρξει θεολόγος Ἰούδας, πού θά πουλήσει τόν Χριστό γιά χρήματα, θέσεις καί
ἀξιώματα μικρά ἤ μεγάλα. Δέν θά ὑπάρξει θεολόγος πού θά καταδικάσει τόν
Χριστό, ὅπως τόν καταδίκασε ὁ Καϊάφας φοβούμενος ἐπέμβαση τῆς τότε
ὑπερδυνάμεως Ρώμης. Δέν θά ὑπάρξει θεολόγος πού θά ἐκτελέσει καταδίκη τοῦ
Χριστοῦ καί τῆς παιδείας του νίπτοντας τά χέρια του καί προσποιούμενος πώς
τάχα δέν φέρει εὐθύνη γιά τό ἔγκλημα, ἀφοῦ ἄλλοι ἐπέμεναν νά γίνει.




ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΣΤ. ΠΟΝΗΡΟΥ (15-05-2010)

Υπόμνημα της ΠΕΘ προς την κ. Διαμαντοπούλου

αναρτήθηκε στις 10 Δεκ 2013, 12:45 π.μ. από το χρήστη Lweb Διαδικτυακές Λύσεις   [ ενημερώθηκε 19 Δεκ 2013, 4:51 π.μ.από Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων ]

ΠΡΟΣ
την Αξιότιμη Κυρία 

Άννα Διαμαντοπούλου

Υπουργό Παιδείας, Δια βίου μάθησης και Θρησκευμάτων

Ανδρέα Παπανδρέου 37

15180 ΜΑΡΟΥΣΙ

Αξιότιμη κυρία Υπουργέ,

1. Η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων από τής αναλήψεως τής θέσεως σας έχει ζητήσει νά έχει μιά συνάντηση μαζί σας, γιά νά σάς εκθέσει κάποιες θέσεις καί προτάσεις της, σχετικές μέ τή θρησκευτική εκπαίδευση των παιδιων μας. Επειδή δέν έγινε δυνατή μιά συνάντησή μας, πιθανως καί εξαιτίας των γενικοτέρων δυσκολιων, τίς οποίες αντιμετωπίζει η χωρα μας, θά μάς επιτρέψετε σήμερα νά σάς υποβάλουμε μέ τό υπόμνημά μας αυτό, τίς απόψεις μας, αφού άλλωστε καί μετά τήν ψήφιση από τή Βουλή τού Ν. 3848/2010 (ΦΕΚ τ. α' 71/19-5-2010) γιά τήν «Αναβάθμιση τού ρόλου τού εκπαιδευτικού...κλπ» , ανοίγει ο δρόμος γιά σημαντικές μεταβολές στήν παιδευτική προσπάθεια τής χωρας.

Θά είμαστε απολύτως σύντομοι καί περιεκτικοί στίς αναφορές μας, ελπίζοντας ότι πάντοτε θά υπάρχει η δυνατότητα τής άμεσης επικοινωνίας μας μαζί σας καί μέ τούς συνεργάτες σας γιά περαιτέρω ανάπτυξη και προβληματισμό. 
2. Θεωρούμε ως βασικές αρχές στήν Εκπαιδευτική διαδικασία τίς οποίες οφείλουμε νά έχουμε πάντοτε κατά νού: - τήν καλλιέργεια τής πνευματικής δύναμης τού νέου καί τήν ενίσχυση των νοητικων καί πνευματικων ικανοτήτων του. -τήν καλλιέργεια τής συνείδησής του καί τήν ανάπτυξη τής ηθικής προσωπικότητάς του. -καί βεβαίως τήν καλλιέργεια καί ανάπτυξη τής σωματικής καί τής βιολογικής του υπόστασης. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες η πορεία τής ελληνικής Εκπαίδευσης φαίνεται νά υπερτονίζει τήν πρωτη απ' τίς παραπάνω αρχές καί νά υποβαθμίζει τή δεύτερη. Οι λεγόμενες «επιστήμες τού ανθρωπου», δηλαδή τά μαθήματα πού κυρίως (όχι βέβαια αποκλειστικως) καλλιεργούν τόν «έσω άνθρωπο» καί αναπτύσσουν αξίες, τήν κοινωνική ευαισθησία, τήν εθνική, δημοκρατική καί θρησκευτική συνείδηση, ή συρρικνωνονται στό ωρολόγιο πρόγραμμα, ή αποπροσανατολίζονται στό αναλυτικό, ή αποχρωματίζονται, χάνουν τήν ουσία τους καί στοχεύουν σέ ανούσιους στόχους μέ τήν υλοποίηση των αναλυτικων προγραμμάτων, δηλαδή μέ τά διδακτικά βιβλία. Ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι όλο καί περισσότερο τά σχολεία τής εγκύκλιας μόρφωσης εγκαταλείπουν τή φροντίδα διάπλασης τού νέου ανθρωπου, τού νέου πολίτη, τού νέου Έλληνα, ως πρός τήν πνευματική, τή ψυχική του διάσταση καί ενδιαφέρονται περισσότερο νά οξύνουν τό νού του, σάν λειτουργικό όργανο λαμβανόμενο, χωρίς νά ενδιαφέρονται εξίσου γιά τό αξιολογικό καί ηθικό περιεχόμενό του. Καί φαίνεται τούτο Από τό ότι τά μαθήματα πού αποβλέπουν στό στόχο αυτό εκτείνονται κατά καιρούς καί στό ωρολόγιο πρόγραμμα καί στό αναλυτικό. Μέ τά μαθήματα τούτα προσφέρονται σήμερα στοιχεία λιγότερο χρήσιμα γιά τή ζωή καί πολύ περισσότερο γιά τίς εξετάσεις - υπηρέτηση τούτο στήν διαμορφωθείσα ήδη «ανάγκη» γιά επιστημονικές σπουδές τού συνόλου των φοιτούντων στήν Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Καί ίσως καί στήν «ανάγκη» φροντιστηριακής εκπαίδευσης, ή πιό ευγενικά «προετοιμασίας». Ακριβως όμως αυτό αποδεικνύει ότι ενδιαφερόμαστε νά διαμορφωσουμε πολίτες μέ ικανότητες, πού όμως δέν έχουν περιεχόμενο αξιων καί κοινωνικότητας. Καί βέβαια επίσης κάθε οξυδερκής παρατηρητής (αλλά σήμερα δυστυχως όχι μόνο αυτός) βλέπει ότι η κοινωνία η ελληνική τό πληρωνει τούτο. 
3. Ειδικότερα γιά τό μάθημα των Θρησκευτικων (ΜτΘ), θά σημειωσουμε ότι είναι βέβαια ένα από τά κατ' εξοχήν ανθρωπαγωγικά. Αντιμετωπίζει όμως: α) τήν απειλή τού περιορισμού του στό ωράριο , β) αλλά καί τήν πραγματοποίηση αυτής τής απειλής (στήν Επαγγελματική Εκπαίδευση καί στό Γενικό Λύκειο), γ) τή δυνατότητα απαλλαγής απ' αυτό χωρίς αιτιολογία, καί δ) τή δυνατότητα προαιρετικής επιλογής του. Γιά όλα αυτά γίνονται ήδη από δεκαετίες συνεχείς αγωνες. Καί γράφονται πολλά παιδαγωγικά,νομικά, θρησκευτικά καί θεολογικά άρθρα γιά τήν υπεράσπιση τού μαθήματος . Έχουν εκδοθεί καί αποφάσεις σχετικές Ανωτάτων Δικαστηρίων. Παρ' όλα αυτά, καί παρά τούς περιορισμούς πού δέχτηκε (μέ ιδιαίτερα σημαντική εκείνη τού περιορισμού των 2 ωρων σέ 1, στή Γ' τάξη τού Γενικού Λυκείου), εμείς επιμένουμε στή 2ωρη εβδομαδιαία διδασκαλία σ' όλες τίς τάξεις καί σ' όλους τούς τύπους των σχολείων μας, γιά νά μήν υπάρχει διαφορά στή θρησκευτική Εκπαίδευση μεταξύ των παιδιων, ακόμα καί τής ίδιας κάποτε οικογένειας. ’λλωστε τό ποσοστό τού χρόνου διδασκαλίας τού μαθήματος στό ωρολόγιο πρόγραμμα των ελληνικων σχολείων, πού αφιερωνεται στό μάθημα βρίσκεται κάτω από τό μέσο όρο τού αντίστοιχου ευρωπαϊκού. Συγκεκριμένα η Ελλάδα καταλαμβάνει τή 13η θέση μεταξύ 19 χωρων μέ τό 4,8% τού σχολικού διδακτικού χρόνου νά διατίθεται γιά τή διδασκαλία των θρησκευτικων (Πηγή: «Education and Religion: The Paths of Tolerance», Prospects, Quarterly Review of Comparative Education. Vol. XXXIII, no. 2,p.214, June 2003, IBE, UNESCO).

Κυρία Υπουργέ,

4. Η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων θά ήθελε νά προτείνει τά παρακάτω συγκεκριμένα μέτρα:

I. Γενικότερα νά δοθεί ιδιαίτερη σημασία στήν καλλιέργεια τής πνευματικής διάστασης τής προσωπικότητας των μαθητων μας, μέ τήν ιδιαίτερη προσοχή στήν διδασκαλία τωνΑνθρωπιστικων μαθημάτων, γιάΑνάπτυξη τής ηθικής, κοινωνικής, εθνικής, δημοκρατικής καί θρησκευτικής συνείδησής τους. 
II. Ειδικότερα γιά τό μάθημα των Θρησκευτικων καί επειδή είναι εκείνο πού συμβάλλει καθοριστικά, περισσότερο από άλλα μαθήματα, στήν ολοκλήρωση τής προσωπικότητας των μαθητων, θά πρέπει νά αποκλειστούν: α) η προαιρετικότητα τού ΜτΘ καί η τοποθέτησή του μεταξύ των επιλεγομένων (είτε ευθέως, είτε πλαγίως). Όλα τά παιδιά έχουν δικαίωμα στή θρησκευτική διδασκαλία καί καλλιέργεια τής συνείδησής τους, καί κυρίως τό κοινωνικό σύνολο έχει τήν ανάγκη αυτή. β) η δυνατότητα τής ελεύθερης απαλλαγής απ' τή διδασκαλία του. (Παρακάτω φαίνεται πως θά επιτευχθεί τούτο). ΙΙΙ. Τό μάθημα (ΜτΘ) απευθύνεται σέ όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές. Είναι όμως αποδεκτό ότι δέν είναι ορθό νά υποχρεωνονται νά παρακολουθούν ένα πρόγραμμα θρησκευτικής διδασκαλίας οι μαθητές πού οι οικογένειές τους είναι ετερόδοξοι, αλλόθρησκοι ή άθρησκοι, οι οποίοι μέχρι τωρα ζητούν κανονικήαπαλλαγή. Η απόλυτη υποχρεωτικότητα είναι άλλωστε αντίθετη στίς προβλέψεις των Διεθνων Συμβάσεων (Διεθνής Σύμβαση τής Ρωμης 4-11-1950), τίς αποφάσεις τού Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ( ΕΔΔΑ) καί στούς ισχύοντες νόμους τής Ελληνικής Πολιτείας. Συνεπως εάν κάποιοι γονείς επιθυμούν νά εκπαιδεύσουν τά παιδιά τους μέ βάση τήν ταυτότητα μιάς άλλης θρησκείας ή ομολογίας ή φιλοσοφικήςΑντίληψης, η Πολιτεία οφείλει νά σεβαστεί τήν επιλογή τους. Εξυπακούεται όμως, ότι όσοι ΑπαλλάσσονταιΑπό τό μάθημα των Θρησκευτικων, επικαλούμενοι τίς πεποιθήσεις τους, θά πρέπει νά έχουν σοβαρό καί σπουδαίο λόγο θρησκευτικής συνείδησης. Ο όρος «πεποιθήσεις», σύμφωνα μέ τή νομολογία τού ΕΔΔΑ, δέν είναι συνωνυμος μέ τίς λέξεις «γνωμες» καί «ιδέες». ως πεποιθήσεις ορίζονται οιΑντιλήψεις τούΑτόμου πού συγκεντρωνουν ένα συγκεκριμένο επαρκή βαθμό πειστικότητας, σοβαρότητας, συνοχής καί σπουδαιότητας. ( Γιάννη Κτιστάκη, Θρησκευτική Ελευθερία καί Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων τούΑνθρωπου,Αθήνα 2004, 61). Συνεπως η Πολιτεία οφείλει νά προστατεύει τό δικαίωμα των παιδιων στή μόρφωση, όταν αυτό προσβάλλεται από γονείς πού απαλλάσσουν τά παιδιά τους γιά λόγους άσχετους μέ τίς προϋποθέσεις πού αναφέραμε ( δυσαρέσκεια γιά τή βαθμολογία, διαφωνία μέ κάποιο καθηγητή, ένα μάθημα λιγότερο κλπ.). 
IV. Μέ σκοπό λοιπόν νά αποφευχθούν οι προσχηματικές απαλλαγές καί νά διαμορφωθεί ένα βασικό πλαίσιο θρησκευτικής διδασκαλίας γιά όλους τούς μαθητές τής εγκύκλιας παιδείας (Α/θμιας καί Β/θμιας), προτείνουμε τά εξής: 
α). Νά θεσμοθετηθεί μιά συγκεκριμένη καί αξιόπιστη διαδικασία μέ τήν οποία η διοίκηση (ο υπεύθυνος διευθυντής του σχολείου) νά ελέγχει τή σοβαρότητα των σχετικων δηλωσεων-αιτήμάτων απαλλαγής. 
β). Νά διατηρηθεί τό ΜτΘ ως έχει σήμερα ως Ορθόδοξο Θεολογικό μάθημα διδασκαλίας τής πίστης καί τής παράδοσης τού Ελληνισμού καί τής Ορθοδοξίας (αυτό πού συνήθως λέγεται «ομολογιακό» καί πού περιλαμβάνει καί στοιχεία πολιτισμού, θρησκειολογίας, ηθικής κλπ.), τό οποίο θά είναι υποχρεωτικό μάθημα γιά όλους τούς μαθητές, πού ανήκουν σέ ορθόδοξες οικογένειες καθως καί γιά όσους επιθυμούν (μέ αίτησή τους) νά τό παρακολουθήσουν. 
γ). Όπου συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις, όπως ο κατωτερος απαιτητός αριθμός μαθητων καί προκειμένου νά μήν υπάρχει η έννοια τής απαλλαγής (μέ λιγότερη διδακτική ύλη καί λιγότερους βαθμούς), προτείνουμε τήν εισαγωγή ενός εναλλακτικού μαθήματος πολιτιστικού μέ στοιχεία ιστορίας θρησκειων καί πολιτισμού σέ σύνδεση μέ τό θρησκευτικό φαινόμενο, καθως καί ηθικής, τό οποίο θά διδάσκονται παράλληλα, όσοι δέν παρακολουθούν τό προηγούμενο Ορθόδοξο Θεολογικό μάθημα. (Βλ. IV, ii ) . Τό μάθημα τούτο θά διδάσκεται, θά εξετάζεται καί θά βαθμολογείται κανονικά. 
δ). Όπου υπάρχουν συμπαγείς ομάδες πληθυσμού διαφορετικού θρησκεύματος θά πρέπει νά εξακολουθήσουν νά διδάσκονται τά τής δικής τους θρησκευτικής πίστεως, όπως ακριβως γίνεται στά σχολεία μας μέχρι σήμερα, καί όπως επιβάλλουν κάποτε καί διεθνείς συμφωνίες. 
V. Διδάσκοντες θά πρέπει νά είναι οι θεολόγοι καθηγητές του κλάδου ΠΕ01, αφού οι σπουδές τους στίς Θεολογικές Σχολές τούς καθιστούν ικανούς ( καί σέ ευρύτητα καί σέ βάθος) γιά τό έργο αυτό. 
5. Όσον Αφορά στό Μάθημα των Θρησκευτικων στήν Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση προτείνουμε τά εξής: Θά πρέπει νά εφαρμοστούν τά ίδια ( κατ'αναλογίαν ) προγράμματα όπως στή Β/θμια. Επειδή όμως οι δάσκαλοι τής Α/θμιας δέν διδάχτηκαν στά Παιδαγωγικά Τμήματα των Πανεπιστημίων, ούτε διδάσκονται ακόμη καί σήμερα τό ΜτΘ. ως γνωστικό αντικείμενο καί συνεπως ούτε καί τή διδακτική του, καί ακόμη επειδή ούτε η όποια αυτομάθηση τού αντικειμένου ούτε η καλή προαίρεση των δασκάλων καλύπτουν τίς παιδευτικές απαιτήσεις, γι' αυτό προτείνουμε: α) Νά περιληφθεί στά αναλυτικά Προγράμματα των Παιδαγωγικων Τμημάτων όλων των Πανεπιστημίων τό ΜτΘ καί η διδακτική του, καί β) Εφ' όσον δέν καλυφθεί τό παραπάνω αίτημα, προτείνουμε τό διορισμό θεολόγων (κλ. ΠΕ01) στήν Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση γιά νά διδάσκουν αποκλειστικως, ως ειδικό, τό ΜτΘ. γ) αυτονόητο ότι δέν θά παραβλέπεται η διδασκαλία του από κανένα διδάσκοντα.

6. Κλείνοντας, θά πρέπει να προσθέσουμε δυό σημαντικά στοιχεία: 
α) Η πορεία τού μαθήματος κατά τίς τελευταίες δεκαετίες αποδεικνύει ότι αυτό ανταποκρίνεται στίς παιδευτικές ανάγκες τής ελληνικής κοινωνίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι στό σύνολο των 1.200.000 μαθητων τής Πρωτοβάθμιας καί Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, μεταξύ των οποίων οι 130.000 είναι αλλοδαποί, οι απαλλαγές από το μάθημα κυμαίνονται κατά τό σχολ. έτος 2008-2009 σέ ποσοστά κάτω τού 1%. Τά στοιχεία αυτά δείχνουν τήν αποδοχή τού μαθήματος, τή συμβολή του στή μείωση των αντιθέσεων καί στήν ειρηνική συνύπαρξη προσωπων μέ διαφορετική καταγωγή καί πίστη. 
β) Όλα τά παιδιά έχουν δικαίωμα στή θρησκευτική διδασκαλία καί καλλιέργεια τής συνείδησής τους, καί τό έχει κυρίως τό κοινωνικό σύνολο. Γιά τό λόγο αυτό, σέ ενδεχόμενη αλλαγή τής δομής τού Λυκείου, μέ τήν καθιέρωση μικρού αριθμού υποχρεωτικων μαθημάτων καί πολλων επιλεγομένων, τό μάθημά μας θά πρέπει νά συγκαταλέγεται στά υποχρεωτικά, όπως άλλωστε συμβαίνει σέ πολλές ευρωπαϊκές χωρες μέ παρόμοια διάρθρωση τής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης . 

ΠΕΘ (11-06-2010)

Η Ορθόδοξη Χριστιανική Παιδεία υπερβαίνει τεχνητές κρίσεις και τεχνητά αδιέξοδα

αναρτήθηκε στις 10 Δεκ 2013, 12:43 π.μ. από το χρήστη Lweb Διαδικτυακές Λύσεις   [ ενημερώθηκε 20 Δεκ 2013, 1:26 μ.μ.από Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων ]

Εάγγελος Στ. Πονηρός Καθηγητής Θεολόγος τς Δευτεροβάθμιας κπαίδευσης καί μέλος τς ΠΕΘ παντ σέ βασικά θέματα γιά τό μάθημα τν Θρησκευτικν στή Μέση κπαίδευση.

Εάγγελος Στ. Πονηρός Δρ Θ. , Μ.Φ.

ρθόδοξη χριστιανική παιδεία περβαίνει τεχνητές κρίσεις καί τεχνητά διέξοδα 
«γγλος Γερμανός Γάλλος δύναται νά εναι κοσμοπολίτης ναρχικός θεος τιδήποτε. καμε
τό πατριωτικόν χρέος του, κτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εναι λεύθερος νά παγγέλλεται χάριν πολυτελείας τήν πιστίαν καί τήν παισιοδοξίαν. λλά Γραικύλος τς σήμερον στις θέλει νά κάμ δημοσί τόν θεον τόν κοσμοπολίτην, μοιάζει μέ νάνον νορθούμενον π΄ κρων νύχων καί τανυόμενον νά φθάσ ες ψος καί φαν καί ατός γίγας. Τό λληνικόν θνος, τό δολον, λλ΄ οδέν ττον καί τό λεύθερον χει καί θα χει διά παντός νάγκην τς θρησκείας του.»

λέξανδρος Παπαδιαμάντης

(πόσπασμα πό τό διήγημα «Λαμπριάτικος ψάλτης»)

 

Α΄) Τό τεχνητό πρόβλημα

Ο λληνες ρθόδοξοι θεολόγοι καθηγητές διδάσκουν τήν ν Χριστ παιδεία, καταβάλλουν κόπους πί σειρά τν καί δέν ντιμετωπίζουν κανένα πρόβλημα ποδοχς το προσώπου το ησο Χριστο, τν πατέρων καί τς διδασκαλίας τους, κανένα πρόβλημα ποδοχς το κπαιδευτικο ργου τους τς διότητός τους ς κπαιδευτικν στό χρο το σχολείου τους. Κι μως κάποιοι νθρωποι ερισκόμενοι κτός σχολείου καί γενικά κτός παιδείας δημιουργον προβλήματα. πιχειρον νά δημιουργήσουν θόρυβο, πολυαγαπημένη τους τακτική, πιχειρον νά πιβληθον μέ προπαγανδιστικούς τρόπους, τακτική παράδεκτη μέσα σέ δημοκρατούμενη κοινωνία, πιχειρον νά πηρεάσουν κυβερνήσεις ρήμην το λαο. Καθαρά λληνικό τό πρόβλημα, καθαρά λληνικές καί ο ντιδημοκρατικές ατές τακτικές τν ποίων φαρμογή πιχειρεται στήν πατρίδα τς δημοκρατίας λλάδα. μειοψηφία τν Γραικύλων ποία ντιδροσε καί κατά τήν ποχή το λεξάνδρου Παπαδιαμάντη καί τον νάγκασε νά τήν κατακεραυνώσει 
στό διήγημά του «λαμπριάτικος ψάλτης», χει καί σήμερα πνευματικούς
πογόνους, λίγους, πίμονους, θορυβώδεις.

Ποιά πιδίωξη σων θορυβον ες βάρος τς ρθοδόξου χριστιανικς παιδείας; παγόρευση διδασκαλίας τς ρθόδοξης χριστιανικς παιδείας στά σχολεα το λληνικο κράτους. μείωση τν δικαιωμάτων τν ρθοδόξων χριστιανν μαθητν καί γονέων, λλήνων καί μή: πιδιώκεται να μή χουν πλέον ο ρθόδοξοι χριστιανοί τό δικαίωμα νά πολαμβάνουν στά σχολεα το λληνικο κράτους τήν ρθόδοξη χριστιανική παιδεία. 
πιδίωξη ατή ποτελε μέρος μις γενικότερης πιδιώξεως ποία φέρει τόν γενικό χαρακτηρισμό «χωρισμός τς κκλησίας πό τήν πολιτεία». ξενόφερτη ατή πιδίωξη ξεκιν πό τό 1830, πότε πρόκειτο νά πογραφε τό πρωτόκολλο το Λονδίνου περί συστάσεως το λληνικο Κράτους. 
άν κάποτε πιβληθε, θά σημάνει γενικά τήν μείωση τν δικαιωμάτων τν ρθοδόξων χριστιανν μέσα στήν λλάδα στό κράτος τό ποο τό 1822 δρύθηκε πό τούς παναστατημένους λληνες ς χριστιανικό κράτος. Ο παναστατημένοι πρόγονοί μας, ο δρυτές το νέου λληνικο κράτους κατά τήν Α΄ θνική Συνέλευση το 1822 ρισαν στό πρτο Σύνταγμα τς λλάδος, τι «σοι ατόχθονες κάτοικοι τς πικρατείας τς λλάδος πιστεύουσιν ες Χριστόν, εσίν λληνες», θεσαν δηλαδή ς βάση δημιουργίας το κράτους
ατο τήν ες Χριστόν πίστη. πίστη ατή ξακολουθε νά πιζ καί να γεμίζει τίς ψυχές τν λλήνων δ
καί δύο χιλιάδες χρόνια στήν στορική λληνική γ. Γι΄ ατό καί κανένας λληνας δέν θά δεχθε τήν πι-
χειρούμενη πό μία χηρή μειοψηφία πιβολή παγορεύσεως τς χριστιανικς παιδείας πό τά λληνικά
κρατικά σχολεα.
Τώρα τελευταα, πειδή ο διάφορες παλιές προφάσεις χουν δη ξεφτίσει, προβάλλεται ς πρόφαση για τήν παγόρευση τς διδασκαλίας τς ρθοδόξου χριστιανικς παιδείας καί τό γεγονός τι στά λληνικά

σχολεα φοιτον καί τέκνα λλοδαπν λλοθρήσκων ργαζομένων. ς προς ατό τό σημεο σχύουν ο ξς
τέσσερεις διαπιστώσεις: 1) Τά λλοδαπά παιδιά δέν εναι λα λλόθρησκα, ατό ποκρύπτεται συστηματικά πό πολλούς. 2) ρισμένα πό τά λλόθρησκα παιδιά παρακολουθον κανονικά τό μάθημα καί βαθμολογονται πειδή καί τά δια καί ο γονες τους πιθυμον νά νημερωθον γιά τήν πικρατοσα θρησκεία..

ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΣΤ. ΠΟΝΗΡΟΥ (02-07-2010)

Μοντέρνα εικονομαχία

αναρτήθηκε στις 10 Δεκ 2013, 12:39 π.μ. από το χρήστη Lweb Διαδικτυακές Λύσεις   [ ενημερώθηκε 18 Δεκ 2013, 1:37 μ.μ.από Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων ]

ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΕΙΣ!
Καί άλλες φορές είχαμε ασχοληθεί μέ το θέμα. Κάποιοι Διευθυντές Σχολείων επιμένουν νά αφαιρούν από τις σχολικές αίθουσες την εικόνα του Χριστού, ή όποιο άλλο σύμβολο υπάρχει σ' αυτές. Τό θέμα είναι πολύ σημαντικό. Δείχνει τη συνέχιση του πολέμου πού γίνεται κατά της χριστιανικής πίστης καί της παρουσίας της στήν ελληνική κοινωνία.

Καί αναρωτιόμαστε καί ρωτάμε τούς αρνητές: Κακό ή καλό κάνει η πίστη η χριστιανική καί η ηθική συμπεριφορά πού δίδαξε ο Χριστός, καί πού ζητά από όλους μας στήν καθημερινή μας ζωή;  Γιατί προσπαθούν νά την ξεριζώσουν από την ψυχή του λαού μας, των μαθητών μας; 

Εμείς επανερχόμαστε στό θέμα. Καί παραθέτουμε εδώ δυό παλαιότερα άρθρα πού δημοσίευσε το περιοδικόο μας « ΚΟΙΝΩΝΙΑ», σχετικά μέ το θέμα. Γιατί είναι θέμα πού ενδιαφέρει όλους τούς Ελληνες, όλους τούς Χριστιανούς, καί γονείς, καί αρμοδίους καί ηγέτες. Καί καλούμε όλους σέ μιά λογική αντίδραση στίς αυθαίρετες πράξεις άρνησης της εθνικής καί θρησκευτικής μας παραδόσεως.

Ηλίας Χρ. Φραγκόπουλος 

Αντιπρόεδρος ΠΕΘ 


Μοντέρνα εικονομαχία

Ηλία Χ. Φραγκοπούλου

Αντιπροέδρου του Δ.Σ. της ΠΕΘ

Στήν αρχή της σχολικής χρονιάς πού λήγει, είχα ακούσει ότι σέ μεγάλο σχολείο της Αθήνας, η διευθύντρια είχε ζητήσει από νεαρή δασκάλα νά αφαιρέσει από την αίθουσα διδασκαλίας της τάξης της την εικόνα του Xριστού, πού υπήρχε πάνω από τόν πίνακα. Η δασκάλα, πρός τιμήν της το γράφω, αρνήθηκε. Φαντάζομαι ότι την έβγαλε η ίδια η διευθύντρια. Από την προηγούμενη σχολική χρονιά σέ ένα επαρχιακό Λύκειο, ο διεθυντής έβγαλε, μέ δική του προσωπική απόφαση καί πρωτοβουλία, τις εικόνες απ' όλες τις αίθουσες του σχολείου πού διευθύνει, εφαρμόζοντας, mutatis mutandis, την αρχή «cujus regio ejus religio» της εποχής των θρησκευτικών πολέμων της Δυτικής Eυρώπης. Nαί, αλλά η αρχή αυτή στοίχισε πάρα πολλά στούς Eυρωπαίους καί ιδιαίτερα στή Γερμανία του 16ου καί κυρίως του 17ου αιώνα. 
Mιά μορφή πού παίρνει στήν σημερινή Ελλάδα ο πόλεμος της αθεΐας εναντίον της παρουσίας της ορθόδοξης πίστης στή ζωή του λαού μας είναι καί η προσπάθεια νά απομακρυνθεί η εικόνα του Xριστού από τις αίθουσες διδασκαλίας των σχολείων μας. Πέρα βεβαίως από την άρνηση καί παρεμπόδιση της πρωινής προσευχής, από την απαγόρευση της εξομολόγησης καί κατά συνέπεια της όποιας παρουσίας ιερέα στά σχολεία, πέρα από τη προσπάθεια της μεταβολής σέ προαιρετικό του μαθήματος των θρησκευτικών, πέρα ακόμα καί από τη μεγάλη προσπάθεια πού γίνεται γιά τη μεταβολή του χαρακτήρα του μαθήματος από γνωστικό καί θεολογικό ορθόδοξο-ή όπως συνηθίζεται νά λέγεται «ομολογιακό»- σέ γνωστικό μέν αλλά θρησκειολογικό-πολιτιστικό-ιστορικό μάθημα ή πιό καλά σέ ένα μάθημα πού όριζε (μάλλον καθόριζε ) καί συνιστούσε σ' όλους τούς Eυρωπαίους η Σύσταση υπ' αριθμ. 1720/2005 του Συμβουλίου της Eυρώπης. Πέρα επίσης από τά όσα προσπαθούν νά πετύχουν εναντίον αυτής της πίστης τά αναλυτικά Προγράμματα (τά Δ.Ε.Π.Π.Σ.) του 2003 καί τά διδακτικά βιβλία πού συνακόλουθα δόθηκαν στά χέρια καί στό πνεύμα των παιδιών μας. 
Αναφέραμε πιό πάνω ότι όλα αυτά συνιστούν εκδηλώσεις του πολέμου κατά της χριστιανικής πίστης πού η αγωνιζόμενη αθεΐα έχει κηρύξει (παντοτινά βέβαια) καί τόν εντείνει σήμερα. Θά βιαστεί ίσως ο «Συνήγορος του πολίτη» ή η «Αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων» νά απαντήσει ότι μέ την στήριξη όλων ίσως των παραπάνω, αλλά κυρίως μέ τη στήριξη της ακώλυτης απαλλαγής απ' τη θρησκευτική διδασκαλία, προφυλάσσει καί υπερασπίζεται τά δικαιώματα καί τις ελευθερίες των ετεροδόξων καί των αλλοθρήσκων. Όμως είναι ιδιαιτέρως φανερό ότι εκείνοι πού λιγότερο ενδιαφέρονται καί επιζητούν την απαλλαγή αυτή, πού την είχαν άλλωστε, είναι οι πιστοί άνθρωποι κάποιων άλλων δογμάτων ή καί άλλων θρησκειών. Ακόμη καί οι «Mάρτυρες του Ιεχωβά», πού καθόλου δέν ενοχλούνταν από το καθεστώς των συγκεκριμένων απαλλαγών πού ίσχυαν πρίν απ' τις γνωστές καί χωρίς κανένα νόημα, θερινές εγκυκλίους του 2008, δέν θά τις επιζητούσαν . Εκείνοι πού πράγματι τις επεδίωξαν (όχι μόνο τις απολύτως ελεύθερες απαλλαγές από το θρησκευτικό μάθημα αλλά καί) όλες τις παραπάνω εχθρικές κατά της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης ενέργειες, είναι οι αρνούμενοι την πίστη στό Θεό γενικώς, οι προερχόμενοι από πολιτικές καί φιλοσοφικές (τό τελευταίο αυτό επίθετο θά το δείτε νά αναφέρεται πολύ συχνά σέ υπομνήματα, άρθρα καί διάφορα υποστηρικτικά των απόψεών τους κείμενα) αντιλήψεις καί αποδοχές. 
Γιά μένα είναι πολύ περίεργο ότι ενώ τις σχετικές απόψεις της μαχόμενης αθεΐας, τις διατυπώνουν καί τις επιζητούν άνθρωποι καί στελέχη πολιτικών παρατάξεων πού αποκαλούνται ή θεωρούνται περισσότερο «ριζοσπαστικές» ή πάντως ανατρεπτικές των παραδοσιακών απόψεων, όμως τις νομοθετούν καί τις εφαρμόζουν, όταν έχουν την πολιτική εξουσία, εκείνοι πού λέμε ότι ανήκουν σέ συντηρητικές πολιτικές παρατάξεις. ’ς μή γίνουμε σήμερα περισότερο συγκεκριμένοι. 
Kαί άς επανέλθουμε στό θέμα των εικόνων του Xριστού στίς σχολικές αίθουσες. 
Γνωρίζουμε όλοι βεβαίως ότι η εικόνα του Χριστού δέν βρίσκεται μόνο στίς σχολικές αίθουσες. Αλλά καί στίς αίθουσες δικαστηρίων καί σέ γραφεία δημοσίων υπηρεσιών. Είναι η έκφραση του πνεύματος του λαού μας πού ζούσε, ζεί καί θέλει νά ζεί, την ιδιωτική αλλά καί τη δημόσια ζωή του μέσα στήν αίσθηση της παρουσίας του Θεού. Αλλά καί της υπόμνησης της αγάπης του, πού δίνει νόημα καί ειρήνη στή ζωή μας. ’λλωστε η εικόνα του Χριστού στούς χώρους ανάπτυξης κοινωνικών δραστηριοτήτων είναι κυρίως το σύμβολο κάποιων ιδεών, κάποιων αρχών πού αξίζει νά είναι παρούσες στή ζωή όλων μας. Νά βοηθούν στή διαμόρφωση μιάς πνευματικής ατμόσφαιρας, ενός «κλίματος» όπως λέμε, μέσα στό οποίο θά πρέπει πάντα νά ζούμε καί νά εκδηλώνουμε τις ενέργειές μας. Καί βεβαίως στή σημερινή κοινωνική πραγματικότητα οφείλουμε νά παραδεχθούμε ότι η εικόνα λίγο γίνεται αντιληπτή από τούς πολλούς πού μπαίνουν στήν αίθουσα, όμως έρχονται στιγμές πού καί χρειάζεται καί επηρεάζει στάσεις καί εκδηλώσεις. Καί αυτό είναι κάτι πού είναι σημαντικό γιά τη ζωή όλων καί ιδίως των νέων παιδιών. 
Η ορθόδοξη παράδοση των Ελλήνων αιώνες τώρα τονίζει την ανάγκη της αίσθησης της θείας παρουσίας. Απ' τόν Απόστολο Παύλο («κατενώπιον του Θεού εν Χριστ' λαλούμεν»... Β' Κορ. ιβ' 19), τόν Γρηγόριο το Θεολόγο ( «τού Θεού μνημονευτέον μάλλον ή αναπνευστέον» ). Καί μέχρι τόν άγ. Κοσμά τόν Αιτωλό πού την εικόνα του Χριστού την θεωρεί βασικό παιδευτικό μέσο των παιδιών ( Ζ' Διδαχή-Αυγουστίνου Καντιώτου, Κοσμάς ο Αιτωλός, σελ. 227). 
Αυτή την παράδοση της Ορθοδοξίας η Ελληνική Εκπαίδευση την τηρεί, την ακολουθεί ήδη από την εποχή της πρώτης οργάνωσής της, από τόν Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. « Η δημιουργία θρησκευτικού κλίματος στήν ατμόσφαιρα της σχολικής τάξης έχει την αφετηρία της στό εκπαιδευτικό έργο του πρώτου κυβερνήτη» γράφει ο Ιω. Τσάγκας (στό βιβλίο του η Ορθόδοξη Χριστιανική αγωγή στό εκπαιδευτικό έργο του Ιωάννη Καποδίστρια , Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 188) καί συνεχίζει μέ παράθεμα από τόν Χρ. Λέφα στό οποίο αναφέρεται:« ’νωθεν της έδρας του δασκάλου, υψηλότερον των πινάκων, ανοίγεται θυρίς, εν τή οποία τίθεται η εικών του Σωτήρος ημών, της Μεταμορφώσεως ή του Παντοκράτορος» (Χρ. Λέφα , Ιστορία της εκπαίδευσης, Αθήνα 1942, σελ. 141).

Καί γιά την πλέον πρόσφατη εποχή θά θυμίσουμε ότι ο Υπουγός Παιδείας Αντώνης Τρίτσης, το 1987 μέ εγκύκλιό του (υπ' αριθμ. 1031α/16-2-1987) έστειλε σ' όλα τά σχολεία τρείς διαφορετικούς τύπους της βυζαντινής εικόνας του Χριστού Παντοκράτορος, σέ εκτύπωση του ΟΕΔΒ, μέ την εντολή νά επιλέξουν, νά την τοποθετήσουν σέ πλαίσιο καί νά την αναρτήσουν σ' όλες τις αίθουσες διδασκαλίας. 

Η παράδοση της Ελληνικής Εκπαίδευσης είναι αυτή. Καί οι Ελληνες την ακολουθούμε πιστά. ’ν ψάχονοντας κάποιοι μπορεί νά ανακαλύψουν κενά στή νομική της έκφραση, δέν έχουν παρά νά ζητήσουν απ' την Πολιτεία, νά την νομθετήσει. ’λλωστε στή νομική επιστήμη υπάρχει καί το εθιμικό δίκαιο, παράλληλα μέ το θετικό δίκαιο των κειμένων νόμων, καί μάλιστα, άν θυμάμαι καλά, το έθι