Απάντηση στον ισχυρισμό ότι με το νέο πιλοτικό Πρόγραμμα Σπουδών το μάθημα των Θρησκευτικών διατηρεί τον ορθόδοξο χαρακτήρα του

αναρτήθηκε στις 10 Δεκ 2013, 12:33 π.μ. από το χρήστη Lweb Διαδικτυακές Λύσεις   [ ενημερώθηκε 19 Δεκ 2013, 4:47 π.μ.από Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων ]
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ (14-03-2012)

Ο Δρ.Δημήτριος Φύκας, Σχολικός Σύμβουλος θεολόγων Στερεάς Ελλάδος, απέστειλε επιστολή προς τους Θεολόγους του Ν.Τρικάλων για να ελέγξει τον Πρόεδρο του παραρτήματος της ΠΕΘ π.Απόστολο Μανώλη, ο οποίος σε εκδήλωση του παραρτήματος εξέφρασε την ανησυχία ότι το μάθημα των Θρησκευτικών μετατρέπεται με το νέο πιλοτικό Πρόγραμμα Σπουδών Δημοτικού-Γυμνασίου σε θρησκειολογικό. Συγκεκριμένα ο κ. Σύμβουλος ισχυρίζεται ότι: «Το μάθημα των Θρησκευτικών στο Νέο Σχολείο δεν γίνεται θρησκειολογικό, μα ούτε χάνει τον Ορθόδοξο χαρακτήρα του. Ο Ορθόδοξος χαρακτήρας του μαθήματος των Θρησκευτικών δεν αλλοιώνεται με το να συμπεριλάβει ως διδακτέα ύλη σε θεματικές ενότητες, και όπου είναι αναγκαίο, τις άλλες χριστιανικές παραδόσεις της Ευρώπης, καθώς και τις μεγάλες θρησκείες του κόσμου, για ευνόητους λόγους, μέσα σε ένα διαπολιτισμικό περιβάλλον που όλοι μας ζούμε» . Τον ίδιο ισχυρισμό είχε διατυπώσει και σε άρθρο του στην ιστοσελίδα Amen.gr στις 24/1/12 και ο Σύμβουλος θεολόγων Κρήτης κ. Γεώργιος Στριλιγκάς. Συγκεκριμένα έγραφε ότι « ως προς τα προηγούμενα Αναλυτικά Προγράμματα, δεν έχουμε ποσοτική αλλαγή περιεχομένων προς όφελος της λεγόμενης θρησκειολογικής ύλης. Το Πρόγραμμα Σπουδών κινείται στον αντίποδα αυτής της φιλοσοφίας. Επομένως, σε καμιά περίπτωση, το μάθημα δεν μετατρέπεται σε «θρησκειολογικό». Η Θρησκειολογία και πολύ περισσότερο η Συγκριτική Θρησκειολογία δεν έχει νομικά και παιδαγωγικά ερείσματα για να σταθεί στην Υποχρεωτική Εκπαίδευση».

Οι δύο Σύμβουλοι του κλάδου μας κάνουν λάθος στις διαπιστώσεις τους αυτές. Κι αυτό γιατί το νέο ΠΣ του ΜτΘ θέτει ως βασικούς στόχους τη μάθηση «για τη θρησκεία» και «από τη θρησκεία» . Οι στόχοι αυτοί παραπέμπουν στο βρετανικό θρησκειολογικό μοντέλο, ένα από τα λίγα που εφαρμόζονται στην Ευρώπη, μεταξύ της συντριπτικής πλειοψηφίας των ομολογιακών, που ακολουθούν οι περισσότερες χώρες. Και για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία, στον Οδηγό του εκπαιδευτικού (7-15), αφού πρώτα αναλύονται οι εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών στο βρετανικό μάθημα, ξεκαθαρίζεται ότι «η κριτική και η κονστρουκτιβιστική προσέγγιση (των A.Wright και M.Grimmit αντίστοιχα) είναι οι βάσεις του νέου ΠΣ του ΜτΘ» (ΟΕ, 104). Οι προσεγγίσεις όμως αυτές, που εφαρμόζονται στο πλαίσιο του βρετανικού προγράμματος, ακολουθούν τις αρχές του θρησκευτικού πλουραλισμού και έχουν καθαρά θρησκειολογικό χαρακτήρα. Τοποθετούν δηλαδή όλες τις μεγάλες θρησκείες στην ίδια μοίρα, τις θεωρούν ισότιμες και ισόκυρες πηγές θρησκευτικού, φιλοσοφικού, ηθικού και υπαρξιακού προβληματισμού και εφαρμόζουν μια παιδαγωγική μέθοδο ηθικής και κοινωνικής αγωγής, χωρίς αναφορά σε κάποια συγκεκριμένη θρησκευτική δέσμευση και πίστη. Ιδιαίτερα στο πρόγραμμα του M.Grimmit οι θρησκείες χρησιμοποιούνται αφ ενός μεν ως εργαλεία για να υποστηρίξουν την κοσμική πολιτική και ηθική αγωγή, αφετέρου δε ως πηγές απαντήσεων σε υπαρξιακά ερωτήματα των μαθητών, τις οποίες οι ίδιοι καλούνται να επεξεργαστούν αναζητώντας ένα βαθύτερο προσωπικό νόημα. Στη μέθοδο αυτή της μάθησης «από τη θρησκεία», η οποία υιοθετείται στο Πλαίσιο αρχών του νέου ΠΣ, έχει ασκήσει κριτική ο εισηγητής της κριτικής παιδαγωγικής A.Wright, η πρόταση του οποίου όμως δεν ξεφεύγει από τα πλαίσια αυτά. Απλώς αντικαθιστά την υπαρξιακή διδακτική με μια φιλοσοφικού τύπου συγκριτική διδασκαλία των δογματικών διατυπώσεων των θρησκειών. 

Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η διαφορά του θρησκειολογικού από το Ορθόδοξο μάθημα δεν βρίσκεται μόνο στην ποσότητα της διδασκόμενης ύλης για κάθε θρησκεία, αλλά στον τρόπο και το πνεύμα της θρησκευτικής διδασκαλίας. Αν δηλαδή στο «κοινοτικό εργαστήριο κριτικής διερευνητικής και βιωματικής μάθησης» η προτεραιότητα δίνεται στη διδασκαλία της θείας Αποκαλύψεως και του σχεδίου της θείας Οικονομίας, ή στην ανάλυση του θρησκευτικού φαινομένου και την παρουσίαση διδασκαλιών των μεγάλων θρησκειών για διάφορα θέματα, με στόχο οι μαθητές να διαμορφώσουν τις δικές τους προσωπικές αντιλήψεις και στάσεις. Αν προβλέπεται η ολοκληρωμένη διδασκαλία της Ορθόδοξης παράδοσης ή αν αυτή διδάσκεται κυρίως ως μια ιδιαίτερη τοπική πολιτισμική και θρησκευτική παράδοση μεταξύ των άλλων μεγάλων θρησκευτικών παραδόσεων. Αν η «ανάπτυξη της ηθικής συνείδησης» ως προσδοκώμενη επάρκεια πραγματοποιείται με βάση τις χριστιανικές αρχές και αξίες ή με βάση κάποιο άλλο ηθικό σύστημα αναφοράς. 
Με τα δεδομένα αυτά ρωτάμε τους κ Συμβούλους. Αφού το ΜτΘ, όπως γράφουν, δεν χάνει τον Ορθόδοξο χαρακτήρα του:
α. Τί σημαίνει η νεοφανής ερμηνεία του Συντάγματος που εμφανίζεται στον ΟΕ (273), όπου δηλώνεται ότι «άλλο πράγμα είναι η «ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης» ως παιδαγωγικός σκοπός της Εκπαίδευσης και άλλο με βάση θρησκευτικά και εκκλησιαστικά κριτήρια». Τί είδους θρησκευτική συνείδηση καλλιεργεί το Νέο σχολείο; Πάντως όχι εκκλησιαστική ή χριστιανική.
β. Τί σημαίνει η διαπίστωση του ΟΕ, ότι «δεν υφίσταται καμιά ιδιαίτερη, θρησκευτικού χαρακτήρα προϋπόθεση για να διδάξει ένας δάσκαλος το ΜτΘ. Μάλλον ως απευκταίες θα πρέπει να θεωρούνται τέτοιες προδιαθέσεις. Ένας άθρησκος η αγνωστικιστής ή αδιάφορος μπορεί να διδάξει με επιτυχία το ΜτΘ όπως και ένας θρησκευόμενος. (ΟΕ, 268). Τι νόημα έχει η αναφορά ότι «στο πλαίσιο του νέου ΜτΘ πρέπει, εξ άλλου, να διευκρινιστεί ότι οι δάσκαλοι του Δημοτικού Σχολείου στα σχολεία της σύγχρονης πολυπολιτισμικής κοινωνίας είναι σημαντικό κατά την εκπαιδευτική διαδικασία να αποστασιοποιούνται κατά το δυνατόν από τη θρησκεία στην οποία ενδεχομένως ανήκουν είτε πατροπαράδοτα είτε από επιλογή» (ΟΕ, 267). Αφού είναι απευκταία προϋπόθεση το να είναι κάποιος πιστός για να διδάξει Θρησκευτικά, πώς το μάθημα παραμένει Ορθόδοξο; Αφού ο δάσκαλος πρέπει να αποστασιοποιείται από τη θρησκεία του όταν μπαίνει στην τάξη, άραγε ποιο «κουστούμι» (ουδέτερου χρώματος) θα πρέπει φοράει; Τα επιχειρήματα που παρατέθηκαν αποδεικνύουν ότι με το νέο πρόγραμμα το ΜτΘ μεταβάλλεται σταδιακά από μάθημα χριστιανικής αγωγής σε μάθημα διαθρησκειακής αγωγής. Η εξέλιξη αυτή είναι χειρότερη από τη μετατροπή του σε ένα γνωστικό θρησκειολογικό μάθημα «για τη θρησκεία», γιατί αντικαθιστά την παραδοσιακή Ορθόδοξη διδασκαλία με μια νέου τύπου κατήχηση στις ιδέες του θρησκευτικού πλουραλισμού, που υποτίθεται ότι υπηρετούν την πολυπολιτισμική συνύπαρξη. Η πολιτική αυτή επιδίωξη, παρακολουθεί μια γενικότερη τάση που εκφράζεται μέσα από κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης και του ΟΑΣΕ (Οργανισμός Ασφάλειας και Συνεργασίας στην Ευρώπη), η οποία θέλει να χρησιμοποιήσει τη θρησκευτική εκπαίδευση για να υπηρετήσει την άμβλυνση των θρησκευτικών φανατισμών. Οι οδηγίες αυτών των οργανισμών δεν είναι βεβαίως παρά συστάσεις, τις οποίες όμως ασμένως υιοθετούν οι συντάκτες των εγχωρίων ΠΣ. 
Τέλος για όσους ακόμα αμφιβάλλουν για το θρησκειολογικό χαρακτήρα του νέου μαθήματος παραπέμπουμε στη χαρτογράφηση του ΜτΘ στις χώρες της Ε.Ε από την Όλγα Γριζοπούλου. Στο σχετικό άρθρο της και συγκεκριμένα στον πίνακα για το Ενωμένο Βασίλειο, η κ.Γριζοπούλου περιγράφει το μοντέλο του Αγγλικού ΜτΘ, (το οποίο επαναλαμβάνουμε υιοθετούν με ρητές αναφορές στο Πλαίσιο αρχών και στον Οδηγό εκπαιδευτικού οι συντάκτες των νέων πιλοτικών ΠΣ) ως εξής: 

• «Διαθρησκειακό θρησκευτικό μάθημα στη δημόσια εκπαίδευση με έμφαση στον δια λογικό χαρακτήρα του / μεγάλη σημασία στη σύγκριση και σχέση των θρησκειών

• Ευρύτατη γκάμα διδακτικών προσεγγίσεων / «θρησκευτικές σπουδές», έμφαση στη συγκριτική μελέτη των θρησκειών

• 2004: Eθνικό Πλαίσιο για τη ΘΕ (από το QCA ) που ευθυγραμμίζει το ΘΜ με τις προδιαγραφές του εθνικού σχολικού curriculum και υπογραμμίζει τη σημασία της θρησκευτικής εκπαίδευσης των σημερινών νέων ανεξάρτητα από τη θρησκευτική πίστη τους» . (Οι υπογραμμίσεις είναι του γράφοντος)
Με αυτό το μοντέλο ως βάση του νέου Π.Σ., θεωρούν οι κ. Σύμβουλοι ότι το μάθημα των Θρησκευτικών διατηρεί τον Ορθόδοξο χαρακτήρα του; 

Comments