Ὀρθοδοξία καί θρησκευτική παιδεία στή σύγχρονη ἑλληνική πραγματικότητα

αναρτήθηκε στις 10 Δεκ 2013, 12:01 π.μ. από το χρήστη Lesvos Web   [ ενημερώθηκε 10 Δεκ 2013, 12:01 π.μ. ]
Ὁ πανηγυρισμός γιά τούς πνευματικούς ἀγῶνες , τίς θυσίες καί τούς θριάμβους τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς πίστεως καί
τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον ἐπιβουλευτῶν καί ἐχθρῶν τῆς ἀκεραιότητας καί τῆς γνησιότητας τῆς διδασκαλίας
της, τῆς αὐθεντικότητας τῆς παραδόσεώς της καί τοῦ ἁγιοπνευματικοῦ της ἤθους ἀποτελεῖ, πάντοτε καί ἰδιαιτέρως σή-
μερα, ἰσχυρή πρόκληση τῆς θεολογικῆς μας αὐτοσυνειδησίας.1 Γεγονότα καί καταστάσεις βεβαιώνουν καί ἐπιμαρτυ-
ροῦν ὅτι ὁ θεολογικός λόγος σέ πολλές περιπτώσεις στερεῖται τῆς εὐαγγελικῆς γνησιότητας, ὡς συνέπεια γενικότερων
ὑπαρξιακῶν ἀναθεωρήσεων τοῦ σύγχρονου κόσμου καί τῆς εὐρύτερης ἀνεξέλεγκτης κοσμικῆς δραστηριότητας. Ἀναμ-
φίβολα ὁ ἄνθρωπος σήμερα ἀντιμετωπίζει μιά πολυποίκιλη καί πολύπλευρη κρίση.
Στά πλαίσια τῆς κρίσεως πού μαστίζει τήν ἑλληνική παιδεία (1) ἐπιδιώκεται ὁ θεολογικός ἀποχρωματισμός τοῦ
μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν καί ἡ κατάληξή του σέ ἕνα μάθημα μέ ἀφηρημένο κοινωνικό ἤ ἀνθρωπιστικό χαρα-
κτήρα.2 Ὁ κύριος καί γενικός σκοπός τῆς σχολικῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς πρέπει νά εἶναι ἡ προώθηση προσωπικῆς μέ
τήν ἀνθρωπολογική διάσταση τοῦ ὅρου συνάντησης τοῦ μαθητῆ μέ τή ζωντανή ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ
3
, κατά τρόπο
συνειδητό καί ἀβίαστο, μέσα σέ πραγματικές καταστάσεις ζωῆς, ἔτσι ὥστε αὐτός ὑπεύθυνα νά ἀποδεχθεῖ ἤ νά ἀπορ-
ρίψει τή χριστιανική πίστη4
. Οὐδέτερη γνώση δέν ὑπάρχει, ἡ ἄχρωμη ἠθική ὁδηγεῖ τό νέο σέ καταστάσεις ἀνασφάλειας,
ἀπάθειας καί ἀπροσάρμοστης συμπεριφορᾶς. Στίς σύγχρονες ἀνοικτές καί πλουραλιστικές κοινωνίες μας, μέσα στή
διογκούμενη σύγχυση τῶν ἀξιῶν καί τήν κρίση τῆς ἐλευθερίας, δέν εἶναι δυνατόν νά ἀμφισβητηθεῖ ἡ καταλυτική καί
ἀναγκαία συμβολή τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν στόν ἀξιολογικό προσανατολισμό τῆς νέας γενιᾶς. Τό μάθημα
τῶν θρησκευτικῶν ὅσο διατηρεῖ τό θεολογικό του χαρακτήρα εἶναι εὐαγγελικό καί ἄρα ἀνοικτό. Ἄν χάσει τό θεολο-
γικό καί εὐαγγελικό του χαρακτήρα, τότε ἡ διδασκαλία του στήν τάξη κινδυνεύει νά μετατραπεῖ σέ ἔκθεση ἰδεολο-
γικῶν ἀρχῶν καί πεποιθήσεων.
Εἶναι χαρακτηριστική ἡ μαρτυρία τοῦ Milan Machovec, καθηγητῆ στήν ἕδρα τοῦ Διαλεκτικοῦ ὑλισμοῦ καί τοῦ
Μαρξισμοῦ- Λενινισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Πράγας, ὁ ὁποῖος ἄν καί δηλώνει ἄθεος, παρατηρεῖ: « Πῶς εἶναι δυ-
νατόν νά κατανοήσω, τόσο ἐγώ ὅσο καί ὁ μαθητής, παροιμιώδεις φράσεις καί γνωμικά τῆς Βίβλου πού χρησιμοποι-
οῦνται καθημερινά ἀπό ἑκατοντάδες χιλιάδες ἀνθρώπους, χωρίς γνώση τῆς βιβλικῆς ἱστορίας, ἀπό τήν ὁποία εἶναι
παρμένες; Πῶς θά κατανοήσει ὁ μαθητής τή φράση «διερχόμαστε περίοδο ἰσχνῶν ἤ παχιῶν ἀγελάδων», χωρίς νά ἔχει
ἀκούσει τήν ἱστορία τοῦ Ἰωσήφ μέ τά ὄνειρα τοῦ Φαραώ; Πῶς θά κατανοήσει τή φράση«ἔμεινε στήλη ἅλατος», χωρίς
νά ἔχει ἀκούσει τήν ἱστορία τῆς γυναίκας τοῦ Λώτ, ἤ τίς φράσεις «ἔχει ἰώβειο ὑπομονή», «φιλοξενηθήκαμε ἀβρα-
μιαῖα», «γίναμε Σόδομα καί Γόμορρα», « ἔγινε Βαβέλ», χωρίς νά ἔχει διδαχθεῖ τίποτε γιά τόν Ἰώβ, γιά τόν Ἀβραάμ, γιά
τίς ἁμαρτωλές πόλεις τῶν Σοδόμων καί τῆς Γομόρρας, γιά τόν πύργο τῆς Βαβέλ; Πῶς θά κατανοήσει παραστάσεις
εἰκαστικῆς τέχνης ἐμπνευσμένες ἀπό τή Βίβλο, χωρίς γνώση τῆς ἀντίστοιχης βιβλικῆς ἱστορίας;».5
(2) Ἄλλοι προτείνουν τή μετατροπή τῶν θρησκευτικῶν σέ θρησκειολογικό μάθημα, μέ τήν ἔννοια τῆς οὐδέτερης
περιγραφῆς ἤ τῆς ἀντικειμενικῆς, συγκριτικῆς παρουσίασης τῶν θρησκειῶν, μέ σκοπό νά λυθοῦν ποικίλα προβλή-
ματα πού σχετίζονται μέ τήν ἀρχή τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας καί τοῦ πλουραλισμοῦ, τῆς προϊούσας πολυπολιτι-
σμικῆς καί πολυθρησκευτικῆς σύνθεσης τοῦ μαθητικοῦ πληθυσμοῦ. Αὐτό βέβαια δέν ἀποτελεῖ ἀναβάθμιση τοῦ
μαθήματος ἀλλά ἀντίθετα ὁδηγεῖ στή συρρίκνωσή του
(i). Τό θρησκειολογικό μάθημα δέν προκαλεῖ ἀρκετά τήν κρι-
τική ἱκανότητα καί τήν εὐαισθησία τοῦ μαθητῆ, ἀφοῦ ἐνδιαφέρεται μόνο γιά μιά ἐξωτερική περιγραφή καί παρου-
σίαση τῶν ἄγνωστων γι᾽ αὐτόν θρησκειῶν τοῦ κόσμου
, δέν τόν φέρνει ἀντιμέτωπο μέ τά ἔσχατα ἐρωτήματα τῆς
ἀνθρώπινης ὕπαρξης καί δέν ἀξιοποιεῖ πλήρως τίς δυνατότητες πού προσφέρει τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν. (ii) Ἡ
πληροφοριακή μάθηση, ὅπως εἶναι ἡ θρησκειολογική, εἶναι μηχανιστική καί μικρῆς παιδευτικῆς σημασίας 8
,ἄν δέν
ἐνεργοποιεῖ καί δέν μετασχηματίζει τά γνωστικά σχήματα τοῦ μαθητῆ.
Οἱ πληροφορίες συγκρίνονται, κατηγοριο-
ποιοῦνται, ἱεραρχοῦνται, ἀναζητοῦνται οἱ σχέσεις πού τίς συνδέουν μέ παλαιότερα γνωστικά ἐννοιολογικά σχήματα,
πού προσδίδουν στό πρωτογενές πληροφοριακό ὑλικό, ὀργάνωση καί ὁλότητα. (iii) Μιά θρησκευτική κατάρτιση, πού
θά περιοριζόταν μόνο στίς εἰδήσεις, τίς πληροφορίες καί τήν ἱστορική καί οὐδέτερη ἐνημέρωση, θά μποροῦσε νά κα-
λύπτει ἁπλῶς σέ κάποιο βαθμό τόν πρόσκαιρο ἐντυπωσιασμό, τήν περιέργεια καί, ἴσως , τά γνωσιολογικά ἐνδιαφέροντα
τοῦ νέου ἀνθρώπου, σέ καμιά περίπτωση, πάντως, δέν θά ἐπηρέαζε τή θρησκευτική συνείδησή του.10.
Ἡ κριτική θρησκευτικότητα σέβεται τή θρησκεία τῶν ἄλλων καί τόν πλουραλισμό, χωρίς ὅμως νά σχετικοποιεῖ
τή δική της εὐαγγελική ἀλήθεια11. Ἡ πολιτιστική καί ἱεραποστολική προσαρμοστικότητα τοῦ ἀποστόλου Παύλου, τό
«γέγονα τοῖς πᾶσιν τά πάντα» (Α´ Κορ. 9,22), δέν τόν ἐμποδίζει νά ἀναγνωρίζει τό θρησκευτικό πλουραλισμό τῆς.

ΘΩΜΑ ΑΝΤ. ΙΩΑΝΝΙΔΗ (31-07-2012)
Comments