Θεολογικό υπόβαθρο των νέων Αναλυτικών Προγραμμάτων

αναρτήθηκε στις 10 Δεκ 2013, 12:09 π.μ. από το χρήστη Lweb Διαδικτυακές Λύσεις   [ ενημερώθηκε 19 Δεκ 2013, 1:47 π.μ.από Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων ]
α) Γενικά
Αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο τα νέα αναλυτικά προγράμματα του μαθήματος των θρησκευτικών γιά το Δημοτικό και το Γυμνάσιο, μαζί και με άλλα μαθήματα, στην κατηγορία «ψηφιακό σχολείο» του Υπουργείου Παιδείας.
Το αρχικό χρονοδιάγραμμα ήταν να δοθούν στην δημοσιότητα και στην διαφημιζόμενη διαβούλευση πρό της λήξεως του σχολικού έτους 2010-2011, ώστε να βελτιωθούν πρίν την πιλοτική εφαρμογή τους σε κάποια Δημοτικά και Γυμνάσια. Τελικώς οι αρχικές προθεσμίες (ως συνήθως) παραβιάστηκαν και καταλήξαμε να γίνεται η επιμόρφωση των εμπλεκομένων εκπαιδευτικών αρχές Νοεμβρίου γιά την πιλοτική εφαρμογή του τρέχοντος σχολικού έτους! Στο νέο Πρόγραμμα Σπουδών υπάρχει εκτεταμένη εισαγωγή γιά την αναγκαιότητα της αλλαγής του θεολογικού προσανατολισμού του μαθήματος των θρησκευτικών (20 σελίδες επί συνόλου 103). Περαιτέρω θεωρητική ανάλυση γίνεται και στον Οδηγό του Εκπαιδευτικού (σελίδες 73 επί συνόλου 277). Τα δύο εισαγωγικά κείμενα δεν έχουν γραφεί από τον ίδιο συγγραφέα, γι' αυτό και δεν έχουν το ίδιο ύφος και την ίδια ποιότητα. Το πρώτο κείμενο (το ευρισκόμενο στο Πρόγραμμα Σπουδών) είναι περισσότερο επικριτικό των παλαιοτέρων Αναλυτικών Προγραμμάτων, ενώ το δεύτερο είναι μετριοπαθέστερο και επικεντρώνεται στίς ιστορικές εξελίξεις των θρησκειοπαιδαγωγικών αντιλήψεων των τελευταίων δεκαετιών του εικοστού αιώνος. Βεβαίως και αυτό είναι επιλεκτικό, αφού αναφέρει ότι: «στην παρούσα ενότητα επιχειρείται: α) Η αδρομερής επισκόπηση των ευρωπαϊκών εξελίξεων, κυρίως αυτών που επιχείρησαν την υπέρβαση της κλειστής ομολογιακής θρησκ. εκπ/σης» (σ. 7), βεβαιώνοντας με αυτήν την φράση ότι υπάρχουν κι άλλες προσεγγίσεις τις οποίες ο Οδηγός του Εκπαιδευτικού αποσιωπά, γιατί τις θεωρεί ότι ακολουθούν «την κλειστή ομολογιακή θρησκευτική εκπαίδευση».Ο Οδηγός προκρίνει ως την πλέον σύγχρονη (και αρμόζουσα και στα ελληνικά δεδομένα) θρησκειοπαιδαγωγική προσέγγιση αυτήν του «θρησκευτικού γραμματισμού» του Andrew Wright (σ. 14).
Η γενική εντύπωση, την οποία αποκομίζει ο αναγνώστης είναι ότι πρόκειται γιά μιά ανατροπή του καθιερωμένου θρησκευτικού μαθήματος όχι μόνον στην μεθοδολογία προσφοράς της διδακτέας ύλης (θεματικοί κύκλοι ανά τάξη και ανά βαθμίδα εκπαιδεύσεως), αλλά και στην θεολογική προσέγγιση της διδακτέας ύλης. Από Curiculla γίνονται Προγράμματα Σπουδών διαδικασίας. Εγκαταλείπεται σιωπηρώς ή υπολανθανόντως η ορθόδοξη θεολογική προσέγγιση των διαφόρων θεμάτων και υιοθετείται μία συγκρητιστική ή θρησκειολογική προσέγγιση, η οποία υποτίθεται ότι είναι αναγκαία γιά την εποχή μας και τοποθετούνται δίπλα - δίπλα οι μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις της οικουμένης, σε ηλικίες μάλιστα τόσο μικρές (Α' Γυμνασίου) και ανίκανες γιά συγκρίσεις και κριτικές παρατηρήσεις. Η καταβίβαση θρησκειολογικής ύλης από την Β' Λυκείου στην Α' Γυμνασίου δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε με παιδαγωγικά, αλλά ούτε και με θεολογικά επιχειρήματα.
Έτσι, το μάθημα των θρησκευτικών καθίσταται ένα ουδέτερο, άχρωμο και άγευστο μάθημα, το οποίο χάριν της ουδετερότητος θυσιάζει τις ιδιαιτερότητες των διαφόρων θρησκευτικών μορφωμάτων και χάριν του πλουραλισμού συρρικνώνει αφάνταστα (καί ανερυθρίαστα) τον πλούτο της ορθοδόξου Παραδόσεως, την οποία σήμερα σπουδάζουν ετερόθρησκοι και ετερόδοξοι σε χώρες του εξωτερικού.
Το κυριώτερο, όμως, μειονέκτημα των νέων αναλυτικών προγραμμάτων είναι η θεολογική του υποδομή. Γιά την υποστήριξη του «θρησκευτικού γραμματισμού» των μαθητών θυσιάζεται ο πλούτος της Παραδόσεως των Αγίων και των Πατέρων της Ανατολικής Εκκλησίας. Μάς ενθυμίζει την ρήση του Τ. Έλιοτ ότι ανταλλάξαμε την σοφία με την γνώση και την γνώση με την πληροφορία. Τα νέα αναλυτικά προγράμματα θυσιάζουν την καθολικότητα της αληθείας (που κατά την αυτοσυνειδησία της Ορθοδόξου Εκκλησίας αυτή κατέχει) με την κατακερματισμένη στα διάφορα θρησκεύματα μερική γνώση και σπερματική αλήθεια: «Ίχνη από την αναζήτηση του υπερβατικού» (βλ. ομότιτλο βιβλίο Αναστασίου Γιαννουλάτου). Υποστηρίζεται στόν Οδηγό ότι: «Στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα το μάθημα βρίσκεται μπροστά σε μιά νέα πρόκληση: να ισχυροποιήσει τα εκπαιδευτικά του θεμέλια, να υπερβεί τη μονοφωνία και την όποια ομολογιακή φυσιογνωμία του, συμπεριλαμβάνοντας όλους τους μαθητές του ελληνικού σχολείου ανεξάρτητα από τη θρησκευτική ή μή δέσμευσή τους. Οι διδάσκοντες εκπαιδευτικοί το μάθημα των Θρησκευτικών, δάσκαλοι στην πρωτοβάθμια και θεολόγοι στή δευτεροβάθμια, έχουν την ετοιμότητα να αναγνωρίσουν πώς αυτό το αίτημα κατά κανένα τρόπο δεν αντιφάσκει πρός τη χριστιανική άποψη γιά την πίστη και την εκπαίδευση. Αλλωστε και στή σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία αναγνωρίζεται μιά στροφή και μιά επέκταση της κεντρικής της εστίασης από την Εκκλησιολογία στή θεολογία του προσώπου και γενικότερα στή χριστιανική Ανθρωπολογία (K. Ware). Οι λόγοι αυτής της θεολογικής 'στροφής' σχετίζονται ιδιαίτερα με τους μεγάλους στόχους της θρησκ. εκπ/σης» (σ. 27-28).
Σε αντίθεση με αυτά τα προκαλούντα σύγχυση λόγια, η παραδοσιακή ορθόδοξη θεολογία διδάσκει με σαφήνεια ότι η αλήθεια είναι μοναδική και ευρίσκεται αποκεκαλυμένη και ταμιευμένη πλήρως στην Εκκλησία. Παραθέτουμε εδώ την μαρτυρία του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου γιά την αλήθεια και την θεώρηση αυτής υπό των αιρετικών: «Καθάπερ ο ήλιος αμυδρός φαίνεται τοίς ασθενούσι τάς όψεις, ούτω δη και ο Θεός ασθενής και ταπεινός εν ταίς διανοίαις εκείνων. Αλλ' ώσπερ ο ήλιος ούτω νομίζεται, ουκ έστι δε αμυδρός, αλλά της ασθενείας εκείνων το πάθος ούτω και ο Θεός, καν τούτο υποπτεύηται, ουκ έστιν ασθενής, αλλά της εκείνων ανοίας το σύμπτωμα» (PG 55, 90).
Η θεωρητική θεμελίωση της αλλαγής του πνεύματος του μαθήματος «που αποδέχεται τον δημιουργικό διάλογο με τη νεωτερικότητα, τον πλουραλισμό, την πολυπολιτισμικότητα και την ετερότητα» (σ. 16 Προγράμματος Σπουδών) είναι μονομερής: υπάρχουν κι άλλες απόψεις στον θεολογικό κόσμο. Μπορεί να γίνεται κάλλιστα ο διάλογος με τον άλλο, στηριγμένος στην δική μας Ορθόδοξη Παράδοση. Υπενθυμίζουμε, επί του προκειμένου, την μεθοδολογία που ακολούθησε ο Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στον διάλογό του με μουσουλμάνους, αιχμάλωτος αυτών. Συνομίλησε μαζί τους με θεολογικά επιχειρήματα (κι όχι με θρησκειολογικά) και δεν εφείσθη να τονίσει την θεμελιώδη διαφορά γιά την θεότητα του Ιησού Χριστού που αρνούνται οι Μουσουλμάνοι (βλ. Διάλογος πρός Χιόνας, Συγγράμματα, τόμ. Δ', σσ. 148-165).
Οι ιθύνοντες των νέων αναλυτικών προγραμμάτων θεωρούσαν και διακήρυσσαν γιά χρόνια ότι ένα μεταλλαγμένο θεολογικό σε θρησκειολογικό (ή πολιτιστικό) μάθημα θά γινόταν αποδεκτό από την ελληνική κοινωνία και κατ' ανάγκην θά ήταν υποχρεωτικό γιά όλους τους μαθητές. Η σημερινή πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας τους διέψευσε. Το μάθημα και μεταλλάσσεται και καθίσταται προαιρετικό στην Γ' Λυκείου, σύμφωνα με το σχέδιο του νέου Λυκείου.

β) Ιδιαίτερες επισημάνσεις
Αποσιωπάται η άποψη πολλών εκπαιδευτικών θεολόγων γιά διατήρηση του θεολογικού (ορθοδόξου) χαρακτήρος του μαθήματος. Σημειώνεται στον Οδηγό: «Τότε (τέλη δεκαετίας 1990) αρχίζουν να διαμορφώνονται διάφορες εναλλακτικές προτάσεις γιά τη σχολική θρησκ. εκπ/ση (‘γνωστικό, ‘πολιτιστικό, ‘βιβλικό ΜτΘ). Πρόκειται γιά μιά σημαίνουσα μετακίνηση του θεολογικού εκπαιδευτικού κόσμου, ο οποίος, χωρίς να εκποιεί τη θεολογική του αυτοσυνειδησία, φαίνεται να εμπεδώνει πλέον την ανάγκη ενός στέρεου εκπαιδευτικού προσανατολισμού του ΜτΘ, προκειμένου το μάθημα όχι μόνο να διασφαλίσει τη θέση του στο ελληνικό σχολείο, αλλά και να ενισχύσει τον μορφωτικό του χαρακτήρα» (σ. 25). Στην βιβλιογραφία, όμως, που παραπέμπουν (σ. 30-31) υπάρχουν στα συλλογικά έργα και άρθρα, τα οποία υπεραμύνονται του (ορθοδόξου) θεολογικού χαρακτήρος του μαθήματος.
Στο Πρόγραμμα Σπουδών αναφέρεται ότι τα αναλυτικά προγράμματα «τών ετών 1913, 1914 και 1931 γίνονται πιό ακαδημαϊκά σε μιά προσπάθεια να ξεπεραστεί ο πιετισμός και ο ηθικισμός των προηγούμενων χρόνων, ενώ παράλληλα εισάγεται γιά πρώτη φορά και η διδασκαλία άλλων μεγάλων θρησκευμάτων του κόσμου» (σ. 7). Και διερωτάται κάποιος: πότε πρόλαβε να εδραιωθεί στην ελληνική εκπαίδευση ο πιετισμός, αφού η ναυαρχίδα του ελληνικού πιετισμού (κατά Χρήστο Γιανναρά) Αδελφότης «Ζωή» ιδρύθηκε το 1907 και το περιοδικό της το 1911! Σε δύο-τρία χρόνια κατόρθωσε να διαποτίσει με το πνεύμα της ολόκληρη την εκπαίδευση; Στην σελ. 13 αναφέρεται: «Η διδασκαλία του (ΜτΘ) απαιτεί επαγγελματίες εκπαιδευτικούς, με ισχυρή θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση που έχουν διαμορφώσει κατανόηση του ρόλου τους και στοχαστικοκριτική στάση απέναντι στή θρησκεία». Δέν αναφέρεται πουθενά ότι το θρησκεύειν (καί το θεολογείν) είναι πρωτίστως πάθημα κι όχι μάθημα. Η «στοχαστικοκριτική στάση» τί σημαίνει; ότι αμφισβητείται και η θρησκεία την οποία θεωρητικώς πιστεύουν και διδάσκουν; Και πώς θά πεισθεί ο μαθητής, όταν δεν είναι πεπεισμένος ο δάσκαλος; Στην σελ. 9 αναγράφεται: «Πάνω στα νέα ΑΠ γράφτηκαν στο διάστημα 1985-1989 μιά σειρά νέων εγχειριδίων. Πρόκειται γιά εγχειρίδια που ‘μπολιάστηκαν’ από τη γόνιμη θεολογία του '60 και διέπονται από σύγχρονες ψυχοπαιδαγωγικές αρχές». Αφού έχουν γόνιμη θεολογία και σύγχρονες ψυχοπαιδαγωγικές αρχές, γιατί δεν τα ακολουθούν τα σημερινά Προγράμματα Σπουδών; Γιατί εκθειάζεται ένα καθαρά κατηχητικό (κατά τους ιδίους) και ακολουθούν τους ακαδημαϊκούς κλάδους Αναλυτικό Πρόγραμμα και δεν υιοθετείται, έστω και μερικώς από τα νέα Προγράμματα Σπουδών; Μήπως γιά να δοθούν γιά άλλη μιά φορά εύσημα στον τότε συντάκτη τους και υπερασπιστή του ορθοδόξου θεολογικού μαθήματος σε μιά εποχή κολοσιαίων αλλαγών και μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας;
Στην σελ. 23 αναφέρονται οι θεμελιώδεις άξονες του νέου Προγράμματος Σπουδών, πάνω στους οποίους οικοδομούνται όλα τα επί μέρους μαθήματα ανά τάξη: «Θεός, κόσμος, άνθρωπος, ηθική, κοινωνία, πολιτισμός, σύγχρονη ζωή». Απουσιάζουν, όμως, από τους «θεμελιώδεις άξονες» θέματα όπως Ιησούς Χριστός, Εκκλησία και σωτηρία. Μπορούμε, όμως, να ομιλούμε γιά ορθόδοξο θεολογικό μάθημα (γιά ορθόδοξη θεολογία) άνευ αυτών των τριών, που την διακρίνουν από την θρησκειολογία και την φαινομενολογία της θρησκείας;

ΙΩΑΝΝΗ Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ (13-06-2012)
Comments