Εκκλησιαστική Ιστορία

Γερμανός Καραβαγγέλης, Ο Παπαφλέσσας της Λέσβου

Γερμανός Καραβαγγέλης, Ο Παπαφλέσσας της Λέσβου

 Παναγιώτη Τσαγκάρη

Θεολόγου, Υπ. Δρ. Θεολογίας,

 

«Οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ἰούδα καὶ ἡγούμενος ἐκ τῶν μηρῶν αὐτοῦ, ἕως ἂν ἔλθη ὢ ἀπόκειται καὶ αὐτὸς προσδοκία ἐθνῶν» (Γέν. 49,10)  

           

Μ’ αυτόν τον προφητικό, για την έλευση του Λυτρωτή, λόγο του  Πατριάρχη Ιακώβ, αρχίζει τον επικήδειο λόγο του, στον Μητροπολίτη  Κορυτσάς Φώτιο, τον δολοφονηθέντα απ’ τους Βούλγαρους κομιτατζήδες, ο Μητροπολίτης Καστορίας Γερμανός Καραβαγγέλης.

«Οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ἰούδα...» επανέλαβε πολλές φορές στον «ἐκ τοῦ προχείρου» λόγο του ο Καστορίας, όπως σημειώνει ο ίδιος στα  απομνημονεύματά του, δείχνοντας συγχρόνως με το χέρι του προς την  Ελλάδα και τονίζοντας εμφαντικά, για να εμψυχώσει τον κατατυραννισμένο ελληνισμό της Μακεδονίας πως «στὴ θέση τοῦ σκοτωμένου ἐμεῖς θὰ στείλουμε καλύτερον κι ἂν τὸν σκοτώσουν κι αὐτόν, θὰ στείλουμε ἄλλον ἀκόμα καλύτερον…Αὐτὴ εἶναι ἡ μοίρα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, νὰ ἐργάζεται μὲ τὸ αἷμα του γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του».

«Οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ἰούδα...» Ναι, δεν έλειψε, δεν λείπει και  ούτε ποτέ θα λείψει, εκείνος ο απεσταλμένος του Θεού που θα επωμιστεί τη βαριά ευθύνη της λυτρωτικής, πνευματικής και εθνικής καθοδήγησης του λαού του Θεού σε καιρούς χαλεπούς. Στα μάτια των υπόδουλων Ελλήνων της Μακεδονίας ο Γερμανός Καραβαγγέλης, φαντάζει  ως άλλος νέος Κριτής, ενός νέου Ισραήλ. Δίκαια λοιπόν, χαρακτηρίστηκε ως ο Αρχάγγελος των Κορεστίων (τα Κορέστια είναι η Καστοριά).

Ο Καραβαγγέλης γεννήθηκε στη Στύψη της Λέσβου στις 16 Ιουνίου του 1866, όμως μεγαλώνει στο Αδραμύττι της Μικράς Ασίας(1). Σπουδάζει στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, απ’ όπου αποφοιτά το 1888,  χειροτονείται διάκονος και φεύγει στη Λειψία και τη Βόννη της Γερμανίας όπου σπουδάζει Φιλοσοφία και Θεολογία(2). Το 1891, επιστρέφει  στην Πόλη και διορίζεται καθηγητής στη Σχολή της Χάλκης. Πέντε χρόνια αργότερα, ψηφίζεται Χωρεπίσκοπος του Πέραν και από εκεί  αρχίζει πλέον την μεγάλη εθνική του δράση(3).

Η επισκοπή του ήταν μία περιοχή έντονης προπαγάνδας των Γάλλων καθολικών, μέσω των σχολείων που διατηρούσαν εκεί με σκοπό τον  προσυλιτισμό των ελληνόπαιδων, αφού πρώτα τα μεταβάλλουν «σε  κοσμοπολίτες  αδιάφορους  προς  τα  εθνικά  ιδεώδη  και  ψυχρούς  στις  παραδόσεις  τους». Ο Καραβαγγέλης ενισχύει την Ελληνική εκπαίδευση,  ιδρύει Ελληνικό σχολείο και βάζει τέρμα σ’ αυτή τη θλιβερή κατάσταση.

Τέτοιους ηγέτες, του αναστήματος ενός Καραβαγγέλη, χρειαζόμαστε και σήμερα που να μπορούν να βάλουν τέρμα σε παρόμοια  σύγχρονα, διαλυτικά της κοινωνίας φαινόμενα, αποτινάζοντας από  πάνω μας την πνευματική νωθρότητα του ωχαδερφισμού, ο οποίος  νανουρίζεται από το όραμα μιας «ανοιχτής κοινωνίας» της ανοχής  και ανδρώνεται από τις ευκολόπεπτες συγκριτιστικές, ολιστικές  και  μετανεωτερικές θεωρίες του συρμού της Νέας Εποχής που τόσο  ταλανίζουν τον άνθρωπο του 21ου αιώνα.

Το 1900 ο Γερμανός εκλέγεται Μητροπολίτης Καστοριάς σε ηλικία  μόλις 34 ετών. Τα έξοδα της μετάβασης στον προσωπικό του Γολγοθά,  εξοικονομεί από την υποθήκευση των πολύτιμων αμφίων του.

Ναι, ήταν αληθινός Γολγοθάς τότε, η διαποίμανση οποιασδήποτε Μητρόπολης της  Μακεδονίας διότι όλα τα ’σκιαζε η φοβέρα του Βούλγαρου κομιτατζή  και τα πλάκωνε η σκλαβιά του Τούρκου κατακτητή. Γι’ αυτό και οι Οικουμενικοί Πατριάρχες Κωνσταντίνος ο Ε΄  καὶ στη συνέχεια Ιωακείμ ο  Γ΄, διαλέγουν και στέλνουν στη Μακεδονία Μητροπολίτες νέους, ηλικίας 35-40 ετών, μορφωμένους αλλά και πατριώτες αποφασισμένους  για κάθε θυσία, όπως τον Καστορίας Γερμανό, τον Πελαγονίας Ιωακείμ,  τον Εδέσσης Στέφανο, τους εθνομάρτυρες Κορυτσάς Φώτιο, Γρεβενών Αιμιλιανό, Ελευθερουπόλεως Γερμανό και τους μετέπειτα εθνομάρτυρες Σμύρνης και Κυδωνιών, τον  Δράμας Χρυσόστομο και  τον  Στρωμνίτσης Γρηγόριο αντίστοιχα, καθώς και πολλούς άλλους. Ιεράρχες που με τους αγώνες τους αλλά και την πορφύρα του αίματος, τίμησαν το ράσο και δόξασαν έθνος και εκκλησία, επιβεβαιώνοντας ακόμα  μια φορά την αγιογραφική ρήση: «Οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ἰούδα…».

Όπως όμως δεν λείπει ούτε και σήμερα ακόμη, το λυπηρό φαινόμενο που ραγίζει τις καρδιές των Ελλήνων, της υποτίμησης και  αποσιώπησης αυτής της προσφοράς της εκκλησίας στο έθνος(4).

Εμείς σήμερα, τους λησμονημένους αυτούς ήρωες, δεν τους θεωρούμε πλέον, πρότυπα ζωής που αξίζει να μιμηθεί κανείς, αγνοώντας  ετσιθελικά, τον ρόλο των προτύπων και των ηρώων στη διάπλαση της  προσωπικότητας των νέων ιδιαίτερα. Αλλά έτσι ενεργώντας, τι είδους  υλικά τελικά, προσφέρουμε στα παιδιά μας, για να χτίσουν εκείνα τους  προσωπικούς τους στόχους και τις δικές τους αξίες;

Πρότυπα αληθινής ζωής υπάρχουν, είναι οι άγιοι, όπως ο πολιούχος της πόλης της Μυτιλήνης και της νήσου Λέσβου άγιός μας, ο 20χρονος νεαρός μάρτυρας της πίστης, Θεόδωρος ο Βυζάντιος, αλλά και οι  ήρωες εκκλησιαστικοί άνδρες, με εθνική προσφορά, όπως ο μνημονευόμενος Λέσβιος Ιεράρχης Γερμανός Καραβαγγελης, ο οποίος δικαίωσε τις προσδοκίες  όσων των εμπιστεύτηκαν.

Πάντοτε η εκκλησία αίρεται στο ύψος των περιστάσεων. Έτσι  και στο λεγόμενο Μακεδονικό ζήτημα. Από τον Μέγα Οικουμενικό  Πατριάρχη Ιωακείμ τον Γ΄, τον πνευματικό αλλά και πραγματικό  αρχηγό του Μακεδονικού Αγώνα, μέχρι και τον απλό παπά του χωριού, όλοι διέκριναν την κρισιμότητα του αγώνα. Πίστευαν ακράδαντα  ότι: «αν  τρέξουμε  να  σώσουμε  την  Μακεδονία,  η  Μακεδονία  θα  μας  σώσει» όπως είπε ο Ίων Δραγούμης και έπρατταν εκείνο που όφειλαν(5).

Όμως οι Βούλγαροι, υποκινημένοι απ’ τα πανσλαβιστικά ρωσικά  οράματα που υπηρετούσαν τον στόχο της εξόδου των Ρώσων στη  Μεσόγειο, οραματίζονται και αγωνίζονται για μία μεγάλη και ανεξάρτητη Βουλγαρία. Οργανώνουν έτσι, στο χώρο της Μακεδονίας και Θράκης, ανταρτικά σώματα, τα Κομιτάτα και ιδρύουν Βουλγαρικά σχολεία  και ανεξάρτητη Βουλγαρική Εκκλησία, την επονομαζόμενη «Βουλγαρική Εξαρχία»(6).

Το Πατριαρχείο αντιδρά άμεσα, χαρακτηρίζοντας σχισματική τη  «Βουλγαρική Εξαρχία» και ως αίρεση το Βουλγαρικό και γενικά κάθε  εθνικισμό που διασπά την ενότητα της  Εκκλησίας. Η Εκκλησία απορρίπτει τον εθνικισμό, αποδέχεται όμως τον πατριωτισμό και τη  φιλοπατρία, καθώς θεωρεί τα έθνη, ως ένα μέρος του σχεδίου της Θείας  Οικονομίας και άρα ως τον «πλούτο  της  ανθρωπότητας,  τα  συλλογικά  πρόσωπα. Και  το  μικρότερο  από  αυτά  φοράει  τα  δικά  του  χρώματα  και  φέρει  μέσα  του  μια  ιδιαίτερη  όψη  της  Θεϊκής  ευδοκίας» (Αλεξ. Σολζενίτσιν). Γι’ αυτό και επιδοκιμάζει και ευλογεί τις υπέρ  του έθνους θυσίες(7).

Η εθνικιστική όμως, έξαψη των Βουλγάρων, συνεχίζεται. Επωφελούμενοι από την αδυναμία των Τούρκων, ενθαρρυνόμενοι απ’ τη Ρωσία  και με την εκκωφαντική σιωπή των Παπικών, επιχειρούν τον εκσλαβισμό  όλης της Μακεδονίας. Η  δολοφονία  είναι  το  κυριώτερο  όπλο  τους. Κατά  χιλιάδες  εφονεύθησαν  οι  Έλληνες… «Ἀθώων καὶ ἀόπλων ἐκβιάσεις, ληστεῖαι, δολοφονίαι, ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν ἀνελεήμονα βασανιστήρια, ἱερέων, γιατρῶν, διδασκάλων κατακρεουργήσεις, ναῶν ἐμπρησμοί,… γενικὴ τρομοκρατία, πλήμμυρα αἵματος» (Κυανή Βίβλος του 1903 της  Βρετανικής κυβέρνησης).

Το σύνθημα των Βουλγάρων είναι «Εξαρχία ή θάνατος», γράφει ο  Καραβαγγέλης. Δηλαδή, θάνατος σ’ όποιον δεν υποτασσόταν στην  αυτόνομη, εξαρχική, Βουλγαρική εκκλησία, αλλά αναγνώριζε το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως κανονική εκκλησιαστική αρχή. Για να πλήξουν  το γένος μας, πλήττουν την ζωοποιό δύναμή του, τη ρίζα του που  είναι η θρησκεία και η αγία παράδοσή μας και για να συμβεί αυτό,  πρέπει η Εκκλησία να χάσει την αίγλη της και την επιρροή της. Είναι  πια πασίγνωστη αυτή η πρακτική και με διαχρονική μάλιστα εφαρμογή.

Το Ελληνικό κράτος της «αψόγου στάσεως», αργεί να ξυπνήσει  και να έρθει σε βοήθεια(8).

Αυτή την απελπιστικά επικίνδυνη κατάσταση βρήκε ο Γερμανός Καραβαγγέλης  πηγαίνοντας στην έδρα του. Δεν καθυστερεί λοιπόν, ούτε στιγμή. Δίνει  την ψυχή του και γίνεται η ψυχή του Μακεδονικού αγώνα. Ήταν ο  εμπνευστής και ο οργανωτής του. Χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο «Κώστας Γεωργίου» και αναπτύσσει μία πρωτοφανή δραστηριότητα,  συνεπικουρούμενος από τον Ίωνα Δραγούμη και τον πρόξενό μας στη  Θεσσαλονίκη Λάμπρο Κορομηλά.

Δημιουργεί τα πρώτα ανταρτικά σώματα αυτοάμυνας με  αρχηγούς τον Βαγγέλη Στρεμπενιώτη και τον καπετάν-Κώττα. Πετυχαίνει την εξάρθρωση των ληστοσυμμοριών της περιοχής. Βρίσκεται σε  διαρκή επικοινωνία με τα προξενεία μας, τους Μητροπολίτες, τους ντόπιους οπλαρχηγούς, τους Έλληνες αξιωματικούς, τις κοινότητες, τους  ιερείς, τους δασκάλους, το λαό.

Αλληλογραφεί με τον Παύλο Μελά. Κι όταν αυτός ανεβαίνει στη  Μακεδονία του στέλνει μία εικόνα της Αναστάσεως του Κυρίου που  πάνω της είχε χαράξει τα εξής: «Τῷ πολυφιλήτῳ καὶ φιλοστόργω τέκνω. Ἔντεινε καὶ κατευοδοὺ καὶ βασίλευε καὶ κατακυρίευε ἐν μέσῳ τῶν ἐχθρῶν σου». Και επίσης, του στέλνει τη σφραγίδα με το όνομα που  θα χρησιμοποιούσε στον αγώνα: «Μίκης Ζέζας».

Μετά δε, από τον τραγικό θάνατο του ήρωα, ο ίδιος τον κηδεύει  και όπως αναφέρει: «μετέφερα ἄπ΄ τὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ εἰς τὸ παρακείμενον περίβολον τοῦ Βυζαντινοῦ Ναοῦ τῶν Ταξιαρχῶν, τὸ σεπτὸ σκῆνος του, τὸ κατέβρεξα μὲ πύρινα δάκρυα καὶ ἀπελθῶν, ἔπεσα ἐπὶ τῆς στρωμνῆς μου ὅπως θρηνήσω τὸν ἀοίδιμον Ἥρωα».

Ο Αγώνας όμως, συνεχίζεται. Ο  φλογερός Πολεμιστής - Ιεράρχης καβάλα στ’ άλογό του, με το μάνλιχερ στο χέρι, οργώνει τα χωριά, εμψυχώνει τους  Έλληνες. Ντυμένος αστυνομικός διασχίζει τα Βουλγαρικά χωριά, αποφεύγει τις δολοφονικές ενέδρες των εχθρών του αλλάζοντας δρομολόγια  και ξεγελώντας τους(9). Ανοίγει εκκλησιές που είχαν κλείσει οι κομιτατζήδες, σπάζοντας τις πόρτες, μπαίνει μέσα με το ρεβόλβερ στο χέρι και λειτουργεί με το μάνλιχερ «παρά πόδας». «Έτσι  επεβλήθηκα» θα  πει, αυτός ο Παπαφλέσσας της Λέσβου. 

Αυτός ήταν ο Γερμανός: «Ένας λεβέντης που έμοιαζε με Θεό»,  όπως θα τον χαρακτηρίσει, ένας πληρωμένος, παρ’ ολίγον φονιάς του  που όμως εντυπωσιασμένος από το παράστημα του Δεσπότη, δεν  εξετέλεσε το δολοφονικό του έργο.

Ο Λέσβιος Δεσπότης της Καστοριάς, βγαίνοντας από τα καθιερωμένα, βάζει τη σφραγίδα του στην ιστορική πορεία του λαού του  Θεού. Επιβεβαιώνοντας και συνεχίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, την  παράδοση που θέλει την Εκκλησία: ««πολλάκις τὸν καθαρῶς δευτερογενῆ δί΄ αὐτὴν ἐθνικὸν σκοπὸν νὰ θέτει, ὑπεράνω τῶν καθαρῶς θρησκευτικῶν καὶ τοῦ ἰδίου της, ὡς ὀργανισμοῦ, συμφέροντος» (Ιω. Συκουτρής).

Τελικά, Βούλγαροι και Τούρκοι πετυχαίνουν την ανάκληση από το  Πατριαρχείο, του «Αρχικομιτατζή», όπως αποκαλούσαν τον Γερμανό. «Η απομάκρυνσή μου από την Καστοριά, γράφει ο ίδιος, θεωρήθηκε  σαν ένα τραύμα στο Μακεδονικό αγώνα, μα ο αγώνας βρισκόταν πια  σχεδόν στο τέλος του». Ενώ εκείνος, μόλις αρχίζει να γράφει ένα νέο  κεφάλαιο της πολυτάραχης ζωής του, καθώς τώρα, το Πατριαρχείο το 1908, τον τοποθετεί Μητροπολίτη Αμασείας του Πόντου.

Παραμένει Μητροπολίτης Αμασείας ως το 1922, εφαρμόζοντας ένα  λεπτομερές πρόγραμμα ανάπτυξης της επαρχίας του. Ιδρύει σχολές,  σχολεία και άλλα ευαγή ιδρύματα, αναγείρει ναούς, νέο μητροπολιτικό  μέγαρο και επισκέπτεται όλα τα χωριά της επαρχίας του, δίνοντας  παντού όπου περνούσε μία εθνική πνοή(10).

Σώζει τον Πόντο, το 1914, από την πρώτη απόπειρα εγκατάστασης  Τούρκων προσφύγων στα ελληνικά χωριά. Το 1915 διασώζει αρκετά  Αρμενόπουλα και το 1916 πέτυχε να σωθεί η Αμισός από την καταστροφική μανία των Τούρκων. Ζει από κοντά όλο το δράμα, πρώτα της  Γενοκτονίας 1.500.000 Αρμενίων και έπειτα 350.000 Ποντίων από  τους δήθεν προοδευτικούς και εκσυγχρονιστές Νεότουρκους, οι  οποίοι διακηρύττουν: «Η Τουρκία στους Τούρκους»(11).

Ο εμπνευστής της Γενοκτονίας των χριστιανών της Μικράς Ασίας,  Γερμανός αξιωματικός Λίμαν Φον Σάντερς δηλώνει: «Η  μισητή  και  άτιμη  αυτή  ράτσα  θα  ξεκληρισθεί  και  θα  χαθεί  για  πάντα …». Ως μέσα  για την επίτευξη αυτού του σκοπού χρησιμοποιούνται, η επιστράτευση  των νέων, τα τάγματα εργασίας – τάγματα θανάτου (Ameles  tabour), οι  εκτοπίσεις πληθυσμών, που έμειναν στην ιστορία ως η λευκή σφαγή (le  massacre blanc), οι εξορίες, οι φυλακές, οι σφαγές, οι κρεμάλες, οι πυρπολήσεις, οι βιασμοί, οι εξισλαμισμοί, τα παιδομαζώματα, οι αρρώστιες, η ψείρα, η πείνα και η δίψα.

Όλη αυτή η θηριώδης, τουρκική τακτική της εξόντωσης των ελληνικών πληθυσμών, προκαλεί την αυτοάμυνα των Ποντίων, το αντάρτικό  του Πόντου, το οποίο ο Κεμάλ, ως άριστος γνώστης της κατάστασης,  το χαρακτηρίζει «έργο  και  όργανο» του Καραβαγγέλη, ο οποίος τώρα,  αγωνίζεται με νύχια και με δόντια για την αυτοάμυνα και τη σωτηρία  του Πόντου, τρέχοντας ένα διπλωματικό μαραθώνιο, σε χρόνο αγώνα  ταχύτητας (100) εκατό μέτρων.!!(12) Γι’ αυτή την πατριωτική του δράση  συλλαμβάνεται και φυλακίζεται το 1917. Μετά την αποφυλάκισή του συνεχίζει την εθνική και χριστιανική του δράση, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί από τον  Κεμάλ, ως ο υπ’ αριθμόν (1) ένα εχθρός της εξουσίας του και να καταδικασθεί το 1922 σε θάνατο, όπως και οι συνεργάτες του, ο Επίσκοπος Ζήλων Ευθύμιος Αγριτέλλης, ο εκ Παρακοίλων της Λέσβου και ο  Πρωτοσύγκελλός του, Πλάτων Αϊβαζίδης, οι οποίοι και πεθαίνουν μαρτυρικά. Ο Γερμανός όμως, διασώζεται καθώς το Πατριαρχείο τον  εκλέγει Μητροπολίτη Ιωαννίνων και τον φυγαδεύει στην Αθήνα(13). Εκεί  προτείνεται για Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, αλλά δεν τον εκλέγουν, όπως παλαιότερα δυό φορές το 1913 (είχε εκλεγεί, μετά τον θάνατο του Ιωακείμ του Γ΄, τοποτηρητής του Οικουμενικού θρόνου) και το 1921 του είχαν αρνηθεί και τον Πατριαρχικό θρόνο. Ο Γερμανός δεν επεδίωξε τίποτα απ’ όλα αυτά, διότι είχε τάξει ως σκοπό του την εξυπηρέτηση του έθνους και όχι του εαυτού του.

Τοποθετείται στη συνέχεια, Μητροπολίτης Ιωαννίνων και πηγαίνει στην Ήπειρο, αποφασισμένος να δώσει  «βιομηχανική  ώθηση  στον  τόπο,  ώστε  ν΄  αναχαιτιστεί  το  ρεύμα  εκπατρισμού  των  Ηπειρωτών»14.

Αλλά το 1924, δηλαδή, ένα μόλις χρόνο μετά από την άφιξή του  στα Γιάννενα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο του κοινοποιεί ως «κεραυνὸ ἐν αἰθρίᾳ» την μετάθεσή του στην νεοϊδρυθείσα Μητρόπολη Ουγγαρίας και Εξαρχία Κεντρώας Ευρώπης και μετά από λίγους μήνες τον εκλέγει Μητροπολίτη Αμασείας και τον τοποθετεί Έξαρχο στη Μητρόπολη Κεντρώας Ευρώπης, με έδρα τη  Βιέννη, τον «τόπο της εξορίας» του όπως έλεγε. Κάποιοι θεωρούν πως έτσι υποτιμούν και παροπλίζουν τον ηρωϊκό αλλά μάλλον ενοχλητικό γι’ αυτούς Ιεράρχη. Του περικόπτουν επίσης, στο μισό τον μισθό και τον αφήνουν απλήρωτο επί μήνες. «Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀμοιβὴ τῶν θυσιῶν καὶ τῶν ἐθνικῶν ἀγώνων ἐνὸς κληρικοῦ ποὺ ὑπηρέτησε μὲ αὐταπάρνηση τὴν Ἑλλάδα γιὰ (40) σαράντα ὁλόκληρα χρόνια»15.

Εξόριστος από την πατρίδα του και με «περίλυπη ἕως θανάτου τὴν ψυχή», τελειώνει ειρηνικά την επίγεια ζωή του στις 11 Φεβρουαρίου  1935 16. Πρόφτασε όμως και είδε να πραγματοποιείται το όνειρό του  για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, για το οποίο τόσο σκληρά εργάστηκε. 

Το Ελληνικό κράτος αρνήθηκε ακόμη και τα έξοδα της κηδείας  του να πληρώσει. Η δε μετακομιδή των λειψάνων του, από τη Βιέννη  στην Καστοριά, μόλις το 1959 κατέστη δυνατή.

Στη διαθήκη του, ο ξεχασμένος Ήρωας – Επίσκοπος γράφει:  «Δὲν χρεωστῶ εἰς οὐδένα οὔτε ὀβολόν. Εἰς τὸ ἔθνος προσέφερα ὅ,τι ἦτο δυνατόν, ὡς Ἱεράρχης τοῦ ΄21».

Πραγματικά, δεν οφείλεις σε κανέναν τίποτε Γερμανέ, μα ούτε  κι εμείς σου χρωστάμε τίποτε, καθότι, κανείς δεν χρωστάει σε  κάποιον που δεν γνωρίζει και πολύ περισσότερο μάλιστα, όταν δεν  νοιώθει να του βαραίνει την ψυχή το χρέος προς την προγονική  παρακαταθήκη.

Ως εκ τούτου, οφείλουμε να ευχαριστήσουμε θερμά τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Λέσβου και τον επικεφαλής αυτής, αξιότιμο  Νομάρχη,  κ. Δημήτριο Φωκίωνος Βουνάτσο που με την αξιέπαινη πρωτοβουλία  της τέλεσης μνημοσύνου, εις τιμήν και μνήμην, του λησμονημένου  Λέσβιου Ιεράρχη Γερμανού Καραβαγγέλη, μας έδωσαν την ευκαιρία  μιας σύντομης γνωριμίας μαζί του, ώστε να συνειδητοποιήσουμε το  χρέος μας.

Αξίζει στ’ αλήθεια να αναλαμβάνονται τέτοιες δυναμικές πρωτοβουλίες που να μας υπενθυμίζουν το χρέος της διατήρησης στην καρδιά  του λαού μας και ιδιαίτερα των νέων μας, της μνήμης ηρώων, όπως  του  θρυλικού και ηρωϊκού Ιεράρχη Γερμανού Καραβαγγέλη, ενός εκ των  κορυφαίων, αν όχι η κορυφαία προσωπικότητα, του Μακεδονικού  αγώνα και του Ποντιακού δράματος που διακρινόταν για την αλύγιστη  ψυχή και την οργανωτικότητα, τη ρητορική  δεινότητα και την πειθώ,  την εκκλησιαστική συνείδηση και την αφιέρωση μέχρι θανάτου στο  Γένος και την Εκκλησία.

Αξίζει πραγματικά τον κόπο, να θυμόμαστε τους ήρωες και το  προς αυτούς χρέος μας διότι, «αυτά  που  θεωρούνται  χαμένα  στη  ζωή,  δεν  χάνονται  όταν  διατηρηθεί  στις  επερχόμενες  γενιές,  ζωντανή  η  μνήμη,  η  συνειδητή  μνήμη,  ζωντανή  η  γνώση,  ζωντανό  το  αίσθημα  του  χρέους,  ζωντανός  ο  δεσμός  που  σαν  ομφάλιος  λώρος,  θα  κάμνει  τους  απογόνους,  όχι  φίλους,  αλλά  οικείους  και  κατόχους  των  χαμένων» (Μητροπολίτου Εφέσου κ. Χρυσοστόμου Κωνσταντινίδη). Γένοιτο.

 

YΠOΣHMEIΩΣEIΣ

 

Ομιλία του Θεολόγου καθηγητή Παναγιώτη Τσαγκάρη που  εκφωνήθηκε την Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2001, στο Μητροπολιτικό Ναό του «Αγίου Αθανασίου»  της  Μυτιλήνης, κατά την τέλεση Αρχιερατικού  Μνημοσύνου που διοργάνωσε η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Λέσβου και ο επικεφαλής αυτής, αξιότιμος Νομάρχης κ. Δημήτριος Φωκίωνος Βουνάτσος, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 66 χρόνων από την τελευτή του Λέσβιου ήρωα Μητροπολίτη Καστορίας Γερμανού Καραβαγγέλη.

 

1  Οι γονείς του Χρυσόστομος και Μαρία, απέκτησαν, εκτός από τον πρωτότοκο Στυλιανό, τον μετέπειτα Γερμανό, και άλλα επτά παιδιά, έξι κορίτσια και ένα αγόρι, απ’ τα οποία, το ένα κορίτσι και το αγόρι πέθαναν νωρίς. Ο  παππούς του ήταν από τα Ψαρά, συμπολεμιστής στην επανάσταση του  1821 των  Κανάρη και Μιαούλη.

Στο Αδραμύττι μετακομίζει η οικογένειά του όταν ο Στυλιανός ήταν δυό χρονών,  διότι ο πατέρας του άνοιξε εκεί εμπορικό κατάστημα. Από το Αδραμύττι θα φύγει το 1822 με υποτροφία για να σπουδάσει στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, που του  χορηγεί εκτιμώντας την ευφυΐα του, την φιλομάθειά του και το παρουσιαστικό του,  ο φιλόμουσος Μητροπολίτης Εφέσου Αγαθάγγελος.

 

2 Χειροτονείται διάκονος από τον Πατριάρχη Διονύσιο τον Ε΄, με το όνομα του ιδρυτή  της Σχολής της Χάλκης, Πατριάρχη Γερμανού του Δ΄.

Με υποτροφία πάλι, ενός πλούσιου ομογενή αυτή τη φορά, του Παύλου Στεφάνοβικ  Σκυλίτση, πηγαίνει το 1888 για σπουδές στη Γερμανία. Εκεί και στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας το 1891 αναγορεύεται Διδάκτορας Φιλοσοφίας.

 

3 Το 1896, σε ηλικία 30 μόλις ετών, εκλέγεται Επίσκοπος Χαριουπόλεως, Αρχιερατικός Προϊστάμενος της κοινότητας Σταυροδρομιού, το γνωστό Πέραν της Κωνσταντινουπόλεως.

 

4 Διότι δεν είναι λίγο το αίμα (11) έντεκα Πατριαρχών, (100) εκατό Επισκόπων και  (6000) έξι χιλιάδων κληρικών (σύμφωνα με το Γάλλο ιστορικό (Puqueville=Πουκεβίλλ) που φονεύθηκαν από τους Τούρκους έως το 1821. Ούτε μικρότερης αξίας η  προσφορά σε αίμα του κλήρου κατά το Μακεδονικό αγώνα, τη Μικρασιατική  καταστροφή και την Εθνική Αντίσταση κατά των Γερμανών.

 

5 Δεν έλειψαν βέβαια, κατά τη διάρκεια αυτού του σκληρού και αδυσώπητου αγώνα  και ανθελληνικές συμπεριφορές Ελλήνων, καθώς και αντιχριστιανικές πρακτικές  χριστιανών ορθοδόξων που στιγμάτισαν αρνητικά την εθνική προσπάθεια, αλλά και   που καταδικάστηκαν επίσης, ως προδοτικές στη συνείδηση του Ελληνικού  λαού.

Επέτρεψε ο θεός να μας ταλαιπωρήσουν κι αυτά, για να θυμόμαστε ότι είμαστε ...άνθρωποι αμαρτωλοί που έχουμε ανάγκη μετανοίας..!

 

6 Ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄, είχε ορθά προβλέψει πως πίσω από τον Βουλγαρισμό,  Ρουμανισμό, Αλβανισμό, κρυβόταν ο Πανσλαβισμός, δηλαδή η ένωση όλων των σλαβικών λαών υπό την σκέπη της Ρωσίας. Αυτό ήταν το όραμα των παπικών ιερέων  Ορμπίνι (1601) και Κριζάνιτς (1663), το οποίο το χρησιμοποιεί τώρα η Ρωσία,  για  να  επικρατήσει ο σλαβισμός στα Βαλκάνια και να πετύχει έτσι την ποθούμενη έξοδό  της στη Μεσόγειο.

Αξιοποιεί λοιπόν, η Ρωσία, την ήδη από το 1762, απ’ τον Αγιορείτη μοναχό Παϊσιο  Χιλανδαρινό, με το έργο του «Σλαβοβουλγαρική Ιστορία», εκπεφρασμένη επιθυμία  των Βουλγάρων για μεγάλη και ανεξάρτητη Βουλγαρία και τους ωθεί στη διεκδίκηση των δικαίων τους.

Στην προσπάθεια αυτή, πρωτοστατεί ο Ρώσος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη,  ο περιβόητος Ιγνάτιεφ, ο οποίος και πετυχαίνει την έκδοση από το Σουλτάνο της  απόφασης για την ίδρυση το 1870, ανεξάρτητης Βουλγαρικής Εκκλησίας, με τον  τίτλο «Βουλγαρική Εξαρχία».

 

7 Ὅμως, η Ρωσία κηρύττει (1877), τον πόλεμο στην Τουρκία διεκδικώντας τα Βουλγαρικά εθνικά δίκαια και προελαύνει μέχρι το προάστιο της Κωνσταντινούπολης τον  Άγιο Στέφανο, όπου το Μάρτιο του 1878, υπογράφεται η ομώνυμη Ρωσοτουρκική  Συνθήκη, από την οποία προκύπτει το κράτος της «Μεγάλης Βουλγαρίας».                                                         

Ευτυχώς με το συνέδριο του Βερολίνου τον Ιούνιο του ίδιου έτους, αυτό ανατρέπεται, αλλά το λεγόμενο «Μακεδονικό ζήτημα» και πάλι δεν λύνεται οριστικά.

 

8 Το Ελληνικό κράτος, ταλαιπωρημένο από τις εξελίξεις στο Κρητικό ζήτημα και την  ήττα του πολέμου το 1897, οικονομικά καχεκτικό, στρατιωτικά ανίσχυρο, πολιτικά  απομονωμένο, κρατεί την τακτική της «αψόγου στάσεως» έναντι της Τουρκίας και  αργεί να έρθει σε βοήθεια.

 

9 H Μπέλλου – Θρεψιάδn δίνει σ’ ένα σημείο της αφήγησης της μια εντυπωσιακή περιγραφή για τον ατρόμητο Γερμανό: «Περνούσε καλπάζοντας με το άλογο του' μεσ' από τα Βουλγαρικά χωριά, τη στιγμή που κανένας απ' αυτούς δεν περίμενε να τον δει εκεί πέρα κι ίσως - ίσως του είχαν στημένη ενέδρα και τον περίμεναν κοντά στα ελληνικά χωριά. Πως μια μέρα που τον αναγνώρισαν, τον κυνήγησαν και τον πρόφτασαν. Και τότε αυτός αφιππεύοντας οχυρώθηκε πίσω από ένα βράχο και πυροβολώντας μαζί με τον Εμίν, τον πιστό τουρκαλβανό καβάσn του, τους ανάγκασε να υποχωρήσουν και να φύγουν. Γιατί φαίνεται πως εκτός απ' όλα τ' άλλα ήταν και δεινός σκοπευτής, πάνω σ' άλογο ... είχε όλη τη μεγαλοπρέπεια και την άγρια ομορφιά των Ακριτών του Βυζαντίου. Ακρίτας κι αυτός στα μακρινά κι εγκαταλειμμένα εκείνα σύνορά του Ελληνισμού, προσπαθούσε ν' αναχαιτίσει το θεριεμένο κύμα της βουλγαρικής απληστίας, έχοντας για μόνο όπλο του την αλύγιστη ψυχή και φλογερή φιλοπατρία του».

 

10 Έκτισε (115) εκατόν δεκαπέντε (!) σχολεία και σχολές, μέσα σε (3) τρία μόλις  χρόνια(!).

 

11 Οι Νεότουρκοι ήταν οπαδοί του Τούρκου πρωθυπουργού Μιδάτ που το 1908, επαναστάτησαν και με αρχηγούς την τριανδρία των Εμβέρ, Ταλαάτ και Τζεμάλ εκθρόνισαν τον Σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ τον Β  καὶ άρχισαν συστηματικά να εκδιώκουν  τους χριστιανικούς πληθυσμούς από τη Μικρασία (1914-1918 πρώτη περίοδος  διωγμών).

Οι διώξεις αυτές εντάθηκαν με την ανάληψη της εξουσίας από τον Κεμάλ (1919-1924 δεύτερη περίοδος διωγμών).

Πρωταγωνιστικό ρόλο, στις διώξεις εναντίον των Ελλήνων του Πόντου, την περίοδο  αυτή, διαδραμάτισαν οι Τσέτες, σώματα ατάκτων Τούρκων χωροφυλάκων, απαρτιζόμενα από βαρυποινίτες και θανατοποινίτες των Τουρκικών φυλακών, στους  οποίους δόθηκε χάρη, ακριβώς για να πρωτοστατήσουν στον εκτοπισμό των Ελληνικών πληθυσμών από τη Μικρασία, εγκληματώντας εναντίον τους.

Από τους αρχηγούς των σωμάτων αυτών των εγκληματιών, διαβόητος έμεινε για τις  πράξεις του ο Τοπάλ Οσμάν, ο κουτσός διοικητής της Κερασούντας, ένας αγράμματος πρώην βαρκάρης, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την ολοσχερή εξόντωση πληθυσμού ολόκληρων χωριών και πόλεων.

 

12 Με πρωτοβουλία μάλιστα, του Μητροπολίτη Αμασείας Γερμανού, ιδρύθηκε στον  Πόντο μια μυστική αντιστασιακή εταιρεία, στα πρότυπα της Φιλικής, με την επωνυμία «Μιθριδάτης».

 

13 Καθὼς επέστρεφε από το Βουκουρέστι, όπου είχε πάει για να επιδώσει τον   Πατριαρχικό Τόμο της χειραφέτησης των νέων Σερβικών επαρχιών και της αναγνωρίσεως του Μητροπολίτη Βελιγραδίου ως Πατριάρχη και ενώ βρισκόταν εν πλω, με  προορισμό την Κωνσταντινούπολη, η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου, για να τον  διασώσει από τη δολοφονική μανία των Τούρκων, τον εκλέγει Μητροπολίτη Ιωαννίνων και έτσι, με εντολή του Πατριάρχη, δεν αποβιβάζεται στην Πόλη, αλλά πηγαίνει κατευθείαν στην Αθήνα.

 

14 Στον έναν χρόνο της παραμονής του στα Γιάννενα, ίδρυσε δυό σχολές Ταπητουργίας και είχε ετοιμάσει άλλες δυό σχολές, μια Γεωπονική και μία Σηροτροφίας. Πέτυχε δε, να επαναλειτουργήσει η εκεί Ιερατική Σχολή. Πίστευε πως: «διὰ τῆς ταπητουργίας, τῆς σηροτροφίας καὶ τῆς θαυμαστῆς ἠπειρωτικῆς μεταλλοτεχνίας ….ἡ περιοχὴ τῶν Ἰωαννίνων θὰ ἐγνώριζεν οἰκονομικὴν ἄνθησιν».

 

15 Γράφει ο ίδιος στ’ απομνημονεύματά του:  «Κι ἔτσι σήμερα κατάντησα νὰ περιφέρομαι σχεδὸν ἄνεργος σ΄ ἐρείπια, ἐξόριστος ἄπ΄ τὴν Καστοριά, ἄπ΄ τὴν Ἀμάσεια, ἄπ΄ τὴν Κωνσταντινούπολη, ἀφοῦ γλίτωσα πολλὲς φορὲς τὸ μαρτυρικὸ θάνατο στὴν Τουρκία, καὶ τελικὰ ἐξόριστος κι ἄπ΄ τὴν Ἑλλάδα…. Ὁ κληρικὸς αὐτὸς φαίνεται πὼς δὲν θὰ ἦταν χρήσιμος πιὰ στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ γί΄ αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ ταλαιπωρηθεῖ, νὰ ἐξευτελισθεῖ καὶ νὰ ἐξορισθεῖ τέλος ἄπ΄ τὴν ἴδια του τὴν πατρίδα, γιὰ νὰ πεθάνει μακριὰ της ἐξόριστος στὴν ξένη γῆ!».

 

16 Δεν πρέπει να λησμονηθεί και η σημαντική επιστημονική και συγγραφική του δραστηριότητα. Δυστυχώς πολλά έργα του όπως η «Εγκυκλοπαιδεία της Θεολογίας», η «Εκκλησιαστική Ρητορική» και η «Εκκλησιαστική Ιστορία», έχουν χαθεί, κατά πάσα  πιθανότητα, στην Αμάσεια του Πόντου, σύμφωνα με τη μαρτυρία συγγενών του. Τα  σωζόμενα έργα του Γερμανού έχουν περιληφθεί στην διδακτορική διατριβή του Μητροπολίτη Αυστρίας Μιχαήλ Θ. Στάϊκου «ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΚΑΡΑΒΑΓΓΕΛΗΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΜΑΣΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΞΑΡΧΟΣ ΚΕΝΤΡΩΑΣ ΕΥΡΩΠΗΣ» (1924-1935) Θεσσαλονίκη 1998. Το 1959 η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών δημοσίευσε τα Απομνημονεύματα του Γερμανού Καραβαγγέλη και την Αλληλογραφία του.

τέλος σχολίων

ΠΕΘ
©2008-2024 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΕΝΩΣΙΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ
Με την διαφύλαξη κάθε δικαιώματος που ο νόμος ορίζει.